Tuesday, September 30, 2008

Η ανάγνωση των …τεσσάρων

*«Μαθήματα φιλοσοφίας σε έξι ώρες και ένα τέταρτο» του Βίτολντ Γκόμπροβιτς, από τις Εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση Κατερίνας Σχινά και με πρόλογο του Φραντσέσκο Μ. Καταλούτσιο- Πρόκειται για δοκίμιο που γράφτηκε εν είδει προσωπικού ημερολογίου από έναν άνθρωπο που είχε μελετήσει και αφομοιώσει μέσα του όλα τα φιλοσοφικά ρεύματα. Γι’ αυτό διαθέτει και την ευκολία με απλότητα να τα εξηγεί και να τα ερμηνεύει. Αν ακολουθήσεις τον τρόπο που ξεδιπλώνεται -ευθέως, εύληπτα και άμεσα- η σκέψη του Γκόμπροβιτς, στο τέλος αισθάνεσαι κερδισμένος: ακονίζει το μυαλό σου ο ευφυής δημιουργός της «Πορνογραφίας». Δεν είναι κι άσχημο να μείνεις με την εντύπωση ότι καθήμενος στην απέναντι μπερζέρα με κείνον, είχες το προνόμιο να συνομιλήσεις ειλικρινά και βαθιά με τον πνευματώδη αυτό άνθρωπο. (Δεν θα έβλαπτε να υπήρχε στην έκδοση και ένας πίνακας των περιεχομένων. Εγώ τουλάχιστον θα το έβρισκα εξαιρετικά χρήσιμο).


*«Το χρώμα του ήλιου» του Αντρέα Καμιλλέρι, από τις εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση Φωτεινής Ζερβού- Καταευχαριστήθηκα τη σχεδόν λιλιπούτεια αυτή έκδοση που διάβασα σε μια διαδρομή στον Ηλεκτρικό Σιδηρόδρομο. Ο συγγραφέας με έκανε να πιστέψω ότι πράγματι είναι κάτοχος των προσωπικών σημειώσεων του θρυλικού Καραβάτζο, μέχρι που έφτασα στο τέλος. Ο τρόπος που φωτίζει ο ίδιος το «μαύρο ήλιο» του μεγάλου ζωγράφου, είναι η κυρίαρχη εντύπωση που μου έμεινε κιόλας από το βιβλίο.


*«Διαταραγμένες ψυχές» της Minette Walters, από τις εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση Χίλντας Παπαδημητρίου- Είμαι από τους αναγνώστες που μπορεί να διαβάσουν ένα βιβλίο απλώς και μόνο γιατί εμπιστεύονται το όνομα του ανθρώπου που το έχει μεταφράσει. Έτσι κι έγινε, αφού χρωστάω στη μεταφράστρια Χίλντα Παπαδημητρίου μερικές από τις απολαυστικότερες αναγνώσεις μου. Αν και ο τίτλος με προκαλούσε καιρό να το αρχίσω, δεν το διάβασα παρά το καλοκαίρι που μας πέρασε, ακριβώς γιατί νόμιζα ότι χρειαζόμουν αρκετό χρόνο να έχω στη διάθεσή μου για την ανάγνωσή του. Ο καιρός του θερίζειν αποδείχθηκε ο πλέον κατάλληλος για τις 496 πυκνογραμμένες σελίδες του βιβλίου, καθώς με ξεκούραστο μυαλό και διαυγή σκέψη από τα θαλάσσια μπάνια, είναι ζήτημα να έκανα δύο μεσημέρια για να το τελειώσω. Στην ουσία με «παγίδευσε» αυτή η συγγραφέας, με τον αριστουργηματικό τρόπο που έστησε την πλοκή της. Της βγάζω το καπέλο. Ως αναγνώστρια δεν ήξερα από πού να …φυλαχτώ. Δεν ξέρω αν βρήκα το δολοφόνο στο τέλος –ε, δεν τον βρήκα κι εκνευρίστηκα γι’ αυτό, μάλιστα- πάντως απόλαυσα απίστευτα αυτό το αταίριαστο δίδυμο του Τζόναθαν με την Τζωρτζ και τους μεταξύ τους διαλόγους. Δεν θα αποκαλύψω τη δαιδαλώδη ιστορία, πάντως η παιδική παραβατικότητα και η βία και η εγκληματικότητα και οι ενδοοικογενειακές σχέσεις τίθενται σε πρώτο πλάνο. Ξεχωρίζει το ταλέντο της συγγραφέως να δημιουργεί ολοκληρωμένους χαρακτήρες που κρύβουν την έκπληξη και τον αιφνιδιασμό για τον αναγνώστη. Η ιστορία κινείται σε μια διαρκή ανατροπή που σου κόβει την ανάσα.

*«Το ζώο που ξεψυχά» του Philip Roth, από τι εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση του Γιώργου Τσακνιά- Προτιμώ να διαβάζω το Philip Roth μέσα από τις «συστάσεις» της λογοτεχνικής του φίλης Edna OBrien την οποία σέβομαι, τιμώ και αγαπώ και όπως λέει εκείνη στην προμετωπίδα του βιβλίου που έχει φυσικά επιλέξει ο Roth «Το σώμα περιέχει την ιστορία της ζωής όσο και το μυαλό». Ο συγγραφέας εδώ είναι ο γνωστός Roth... Νιώθεις οίκτο για τον κακομοίρη τον Ντέιβιντ Κέπες που του φορτώνει όλο το μισογυνισμό του κόσμου ο δημιουργός του, αλλά δεν μπορείς να αντισταθείς στο απαράμιλλο στιλ του αμερικανού συγγραφέα. Με κρατάει πάντα σε εγρήγορση ο Roth με τα δηλητηριώδη του σχόλια για τις γυναίκες, αλλά μετά το βιβλίο του «Καθένας» του τα συγχωρώ όλα, αφού πιστεύω ότι εκεί άφησε να φανεί η ανθρωπιά και η ανθρωπινότητά του. Έδειξε ότι είναι άνθρωπος-λογοτέχνης τρωτός και μελαγχολικός και συγκινητικός. Μέχρι τότε είχε πάρει για «ασπίδα» του όλη την ειρωνεία και την αλαζονεία του κόσμου και έτρωγε τις ίδιες του τις σάρκες, γι’ αυτό και το σώμα ξεψυχούσε…




Thursday, September 25, 2008

"The winner takes it all"

Έχετε ακούσει εσείς να κλαίνε οι πελάτες μιας τράπεζας, όταν ένας εργαζόμενός της συνταξιοδοτείται; Ούτε εγώ, μέχρι που το είδα με τα μάτια μου σήμερα να συμβαίνει.
Την ξέρω την καλή κυρία κι εγώ. Με έχει εξυπηρετήσει με τον πιο ταχύ, αποτελεσματικό κι ευγενικό τρόπο ουκ ολίγες φορές, πίσω από το γκισέ της. Μόνο που δεν την είχα ξαναδεί βουρκωμένη, από τις εκδηλώσεις αγάπης και συγκίνησης των πελατών της.
Αυτός δεν είναι ο νικητής στο τέλος;
Αυτός που εισπράττει την αγάπη, ακόμη κι από 'κει που μοιάζει δύσκολο να έρθει;
Τα εφάπαξ, οι συντάξεις και οι μισθοί όλου του κόσμου δεν φτάνουν για να ξεπληρώσουν τις πέντε-έξι τέτοιες στιγμές στη ζωή μας* που δεν πήγε στο βρόντο. Και το μαθαίνουμε ακόμη και στο τέλος, ότι μας αγάπησαν και αγαπηθήκαμε, έστω και καρφωμένοι πίσω από το γκισέ των συναισθημάτων μας, κι ας μην θελήσαμε να εξαργυρώσουμε ποτέ την άγραφη επιταγή μας...

Wednesday, September 24, 2008

Βιταμίνη

Το φθινόπωρο έξω
κάνει δουλειά.
Και μέσα.
Άλλοι μαδάνε από τα φύλλα τους,
τα ρίχνουν κιτρινισμένα στους δρόμους*
παγίδες για γλίστρες στα πεζοδρόμια,
να 'ναι καλά τα πλακάκια
-γυαλί στα πατήματα.
Ο οδοκαθαριστής θα την πληρώσει.
Την τσουγκράνα σου και στον αγώνα.
Παραμάζωμα.

Άλλοι ξεσκαρτάρουν τα συρτάρια
φίσκα μέχρι 'κει πάνω από φύλλα.
Χαρτί.

Του χειμώνα που διήρκεσε λίγο παραπάνω.
Το καλοκαίρι, εγγύς ανατολή.
Η άνοιξη θα δείξει.
Οι οπώρες φθίνουν.
Και φτύνουν.
Μην τις ματιάσουν
και δεν χρυσίσουν στα περιβόλια
και δεν στυφτούν στα ποτήρια
γι' ανώφελη βιταμίνη.

Vita
Mini


Πέταμα από το παράθυρο.
Του χαρτιού, ντε.
Αναζήτηση λίγου κενού.
Το πλήρες δεν το χωνεύει κανείς.
Κάνε λίγο χώρο για να κάτσει κι άλλος δίπλα στο παγκάκι,
δεσποινίς,
η Ζωή να καθίσει.

-Πώς σας λένε, Κυρία;
-Βίτα, γλυκιά μου, ντόλτσε.
Βίτα.



Monday, September 22, 2008

Η τέχνη της (μη) ανάγνωσης



(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 20/9/2008)


«…Καλλιεργημένος δεν είναι αυτός που έχει διαβάσει το ένα ή το άλλο βιβλίο αλλά εκείνος που μπορεί να βρει τον δρόμο του μέσα στο σύνολό τους και, άρα, γνωρίζει ότι συνθέτουν ένα σύνολο και είναι σε θέση να τοποθετήσει το κάθε στοιχείο σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα…»



Ο τίτλος του βιβλίου αναπόφευκτα ελκύει τον «ενοχικό» αναγνώστη. Εκείνον που νιώθει τύψεις, όταν αφήνει ένα κείμενο αδιάβαστο, όταν κλείνει ένα βιβλίο προτού φτάσει στο τέλος του, όταν αντιλαμβάνεται ότι όσο καλή διάθεση να έχει, δεν φτάνει η ζωή του για να διαβάσει πραγματικά όλη την κλασική γραμματεία και να παρακολουθεί ταυτόχρονα και την τρέχουσα δημιουργία. «Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει», υπόσχεται να μας βοηθήσει μέσα από τις σελίδες του ο Pierre Bayard στο ομότιτλο βιβλίο του που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση της Ελπίδας Λουπάκη.
Πρόκειται για ένα δοκίμιο που ξεδιπλώνει με χιούμορ και ελαφράδα –όχι ελαφρότητα- την άποψη ότι δεν χρειάζεται κανείς για να είναι πραγματικά καλλιεργημένος (αλλά και να φαίνεται, βεβαίως ότι είναι) να έχει διαβάσει όλο το έργο του Σέξπιρ και του Ομήρου και του Τζόυς και του Δάντη. Παρέχει στο σύγχρονο αναγνώστη ο Pierre Bayard μια καλή δικαιολογία, ώστε να αποενεχοποιήσει μέσα του τις τυχόν αναγνωστικές του ελλείψεις. Φυσικά όμως και δεν απευθύνεται στον «αδιάβαστο» αναγνώστη ή βιβλιόφιλο ο συγγραφέας. Φυσικά και προϋποθέτει η ανάγνωση του δοκιμίου του μια πλούσια αναγνωστική εμπειρία προηγουμένως για να κατανοήσει κανείς τις λεπτές αποχρώσεις ανάμεσα στην καλλιέργεια, τη δημιουργία και την ανάγνωση.
Κυρίαρχο ρόλο στη σκέψη και την προβληματική του καθηγητή Bayard κατέχει η ιδέα της «συνοπτικής θεώρησης» του Μούζιλ η οποία όπως αναλύεται και ερμηνεύεται στο κείμενο, προσφέρει πραγματική ανακούφιση στον κάθε αναγνώστη που ντρέπεται για τις αναγνωστικές του «τρύπες» στη δική του ενδότερη βιβλιοθήκη που έχει στήσει σε όλη του τη ζωή. Όπως γράφει ο ίδιος, «…Η ανάγνωση είναι πρώτα απ’ όλα η μη ανάγνωση, ενώ ακόμη και για τους γνωστούς και αφιερωμένους αναγνώστες, η κίνηση της απόκτησης και του ανοίγματος ενός βιβλίου καλύπτει πάντα την αντίστροφη κίνηση η οποία, επειδή συντελείται την ίδια στιγμή, μας διαφεύγει…». Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι το ίδιο το βιβλίο είναι δομημένο ακριβώς με τη μορφή ενός εγχειριδίου-αποκυήματος αυτής της συλλογιστικής του Bayard, καθώς σε κάθε κεφάλαιο προηγείται η περίληψή του για εκείνους που προφανώς δεν έχουν -για τους δικούς τους λόγους- τη δυνατότητα να το διαβάσουν ολόκληρο. Η συνοπτική του θεώρηση μπορεί να αποδειχθεί, άλλωστε, το ίδιο χρήσιμη με την αναλυτική του ανάγνωση, για να μιλήσουμε και με τους όρους του πνεύματος του βιβλίου.

Πρόκειται για ένα κείμενο που μπορεί να «ενοχλήσει» ελαφρώς τον «συντηρητικό» αναγνώστη (ή καλύτερα εκείνον που δεν έχει βρει ακόμη το δρόμο του ανάμεσα στα βιβλία και που δεν έχει καταλάβει νωρίς ότι ο μόνος δρόμος είναι εκείνος που θα φτιάξει ο ίδιος και δεν θα περιμένει να πατήσει στο «σίγουρο» και φυσικά άχρηστο για τον ίδιο δρόμο που έχει διανοίξει κάποιος άλλος), αλλά σίγουρα τέρπει εκείνον που δεν φοβάται να υποκύψει στα γούστα και τα καπρίτσια της προσωπικής αναγνωστικής του «ταυτότητας». Σημαίνουσας αξίας είναι ο προβληματισμός που εγείρει για την ανάγνωση, αλλά και για την κοινωνική της επίδειξη ή αξιοποίηση από τον ίδιο τον αναγνώστη.
Είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα τα όσα γράφει ο γάλλος συγγραφέας και ψυχαναλυτής για το «εσωτερικό βιβλίο» του κάθε αναγνώστη και δημιουργού. Εκείνο που «γράφει» ή διαβάζει ο αναγνώστης με βάση τα δικά του βιώματα, τις δικές του εμπειρίες, τα δικά του αναγνώσματα, τη δική του προσωπική θεώρηση εντέλει. Προτρέπει ο Bayard τους φοιτητές του (και τους αναγνώστες βεβαίως) –διδάσκει άλλωστε ο ίδιος Λογοτεχνία- να απελευθερωθούν από τα στεγανά, την ντροπή και τις προκαταλήψεις και να τολμήσουν να γίνουν δημιουργικοί, αφήνοντας τον εαυτό τους ελεύθερο να επινοήσει το δικό τους κάθε φορά βιβλίο. Γράφει χαρακτηριστικά, «…Το παράδοξο της ανάγνωσης είναι ότι η πορεία προς τον εαυτό μας περνά μέσα από ένα βιβλίο αλλά πρέπει να παραμείνει ένα πέρασμα. Γι’ αυτό ο καλός αναγνώστης προτιμά να διασχίζει τα βιβλία, καθώς γνωρίζει ότι το καθένα κουβαλάει ένα κομμάτι του εαυτού του και μπορεί να του ανοίξει τον δρόμο, εάν έχει τη σύνεση να μη σταματήσει σε κανένα απ’ αυτά…».

Να θυμηθούμε εδώ το Roland Barthes που χαρακτήριζε τη ζωντανή ανάγνωση, μια διαστροφική δραστηριότητα και θεωρούσε ότι η ανάγνωση έχει πάντα έναν ανήθικο χαρακτήρα, απομακρύνοντας έτσι από το δημιουργικό αναγνώστη οποιαδήποτε ενοχή. «...υπάρχουν νεκρές αναγνώσεις (καθυποταγμένες στα στερεότυπα, στις διανοητικές επαναλήψεις, στη συνθηματολογία) και υπάρχουν και ζωντανές αναγνώσεις (που παράγουν ένα εσωτερικό κείμενο, που προσομοιάζει σε μια δυνητική γραφή του αναγνώστη)...», για να δανειστούμε και το απόσπασμα από το βιβλίο «Απόλαυση-Γραφή-Ανάγνωση» (Εκδόσεις Πλέθρον)- με επίμετρο του Umberto Eco, όπου ο Roland Barthes αναφέρει ότι η ανάγνωση είναι ένα αντικείμενο-διακύβευση, μία λεία για την εξουσία, την ηθική.
Το βιβλίο του Bayard με σοβαρότητα, αλλά καθόλου σοβαροφάνεια, μπορεί να δράσει αρκούντως απελευθερωτικά για τον αναγνώστη εκείνον που ζητάει μερικά καλά και πειστικά επιχειρήματα για να δείξει ο ίδιος στον εαυτό του μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην αξία της αναγνωστικής του περιπέτειας και των πλεονεκτημάτων που απολαμβάνει, άμα είναι συνεπής στην αξιοποίηση της ισχύος του «εσωτερικού του βιβλίου». Γιατί το «…διάβασμα δεν είναι μόνο γνώση, είναι επίσης, και ίσως κυρίως, λήθη, και με τον τρόπο αυτό μας οδηγεί ν’ ανακαλύψουμε εκείνο που μέσα μας αποτελεί τη λήθη του εαυτού μας…», σύμφωνα με τον Bayard. Μπορεί ο ίδιος να παρέχει συμβουλές για το πώς να μιλήσουμε σε μια κοινωνική εκδήλωση για ένα βιβλίο που τυχόν δεν έχουμε διαβάσει, ωστόσο εκείνο που πετυχαίνει είναι να «οπλίσει» τον αναγνώστη του με το δυνατό «χαρτί» της αυτοεκτίμησης, αφού του δίνει καλούς λόγους να εμπιστευτεί την κουλτούρα και τη μόρφωσή του και να την αξιοποιήσει προς όφελος όχι μόνο δικό του, αλλά κι εκείνων που θα επηρεαστούν ίσως από την άποψή του.

Tuesday, September 16, 2008

Επί θυμώ αλληγορία

Δεν έχεις βρει καμιά μεγαλύτερη κινητήρια δύναμη από την ίδια την επιθυμία. Την επί θυμώ φλόγα που φτιάχνει κανείς μέσα του, τρίβοντας πέτρες ή ξυλαράκια -ό,τι του βρίσκεται, βρε αδερφέ- τα πιο ευτελή υλικά του, δηλαδή. Τι μπορείς να τα κάνεις άλλωστε τα ισχνά ξύλα και τις μικρές κοφτερές πέτρες; Ε, άντε να χτίσεις κάνα ετοιμόρροπο σπιτάκι να στεγάσεις τη φλόγα σου, όπως λέγαμε παραπάνω ή και να τη θάψεις ακριβώς εκεί, ή άντε με τα χίλια ζόρια -για πολλά ζόρια μιλάμε- να τα βασανίσεις τόσο τα άμοιρα τα υλικά που στο τέλος θα σου δώσουν μια τόση δα φωτίτσα. Ικανή όμως να σε ζεστάνει μέσα σου και να φωτίσει το βλέμμα σου. Μέχρι εδώ καλά είμαστε.
Μετά άμα θέλεις να φτιάξεις καμιά μεγάλη πυρκαγιά που να κάψει κι άλλο κόσμο -άστο πυρομανής έγινες- θα σου στοιχίσει την ίδια τη θαλπωρή της μικρής σου φωτιάς που άναψες με τόση επιμέλεια, πόθο και χαρά μεγάλη* α, και πόνο και δάκρυα και χρόνο απροσμέτρητο. Γι' αυτό να έχεις πάντα μαζί σου αναπτήρα. Μην το ξεχνάς. Κι ας μην καπνίζεις. Το ΄λεγε στο "Spy Game" και ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Αναπτήρα για να ταϊζεις τη φλόγα σου. Πώς αλλιώς περίμενες να ζεσταίνεται το μέσα σου; Με τις πυρκαγιές των άλλων; Όχι, βέβαια! Αυτές σε καίνε μέσα-μέσα, σε τσουρουφλίζουν και τρέχα να γιάνεις μετά από τα εγκαύματα...
Για καιρό αναζητούσες καλούς προσκόπους που ήξεραν να ανάβουν φωτιές με το τίποτα. Τούς δήλωνες το θαυμασμό σου ανεπιφύλακτα κι εκείνοι για αντάλλαγμα σου δώριζαν κάτι από την τέχνη τους. Κάποτε έμαθες να ανάβεις φωτιά, για την επιβίωσή σου, βρε παιδάκι μου -τόσο κόπο είχε κάνει ο κακομοίρης ο Προμηθέας, το νου σου μη και τον προδώσεις, τα συκώτια του έδωσε για πάρτη σου στους γύπες- αλλά πάντα πρέπει να προσέχεις τις διαστάσεις της. Ύστερα συνάντησες μάτια που ήθελαν να ακούσουν γι' αυτό το πυρ το εξώτερον που διάλεξες για θερμαντική ύλη της ζωής σου και θεώρησες πρέπον και καθήκον και σωστό να πάρεις τα κλαδάκια και τις πετρούλες σου να τους δείξεις την τεχνική. Αλλά η Τέχνη σου; Ποια είναι η Τέχνη σου;
Η Τέχνη σου, λοιπόν, είναι η επιθυμία. Αυτή είναι η Τέχνη της ζωής και της ευτυχίας και της αθανασίας: να θες. Άμα δεν θες, "σωριάσου πρηνής" και καθαρίσαμε όλοι. Ούτε φωτιές ούτε πυροσβεστικές ούτε σπίρτα ούτε αναπτήρες ούτε φυσικά αλληγορίες. Άλλοι θα αγοράζουν για σένα. Και θα σε πουλανε. Χαλαρά.
Επιθύμησε και θύμωσε, αλλιώς δεν κάνεις δουλειά. Επιθύμησε και θα 'ρθει η καημένη η φλογούλα -δεν έχει κι άλλη επιλογή- και θα ανάψει εκεί δα μπροστά σου. Πρόσεχε να διατηρήσεις τον έλεγχο, μην σε κάψει, γιατί αυτή προθέσεις δεν έχει. Μόνο τις επιθυμίες σου έρχεται να υπηρετήσει ωσάν τζίνι του λυχναριού* του δικού σου, ντε, λυχναριού που σε φωτίζει τις μέρες και τις νύχτες που σκύβεις πάνω απ' τα βιβλία σου, άλλοτε μόνος, παγωμένος, λυπημένος, απηυδισμένος, απογοητευμένος και άλλοτε πυρακτωμένος, τραγικός ήρωας σωστός της γραφής και της ανάγνωσής σου, φλογερός δημιουργός του πυρός. Επιθύμησε ίνα σωθείς. Α, και άμα δεν έχεις αναπτήρα, ζήτα από το διπλανό σου. Κι άμα είναι μάγκας σαν και τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ, θα είσαι πολύ τυχερός. Άμα δεν είναι, τρέξε μέχρι το περίπτερο. Ε, άμα είναι κι εκείνο κλειστό, άντε σπίτι, πάρε χαρτί και μολύβι και τρίψε το ξύλο με την πέτρα, μπας κι ανάψει η φωτιά.


*****Αφιερωμένο εξαιρετικά στους "κλέφτες αναπτήρων" και τα "θύματά" τους, δηλαδή στους φίλους εκείνους που γράφουν ή απλώς το επιθυμούν και τελευταία με συναντάνε και ψάχνουν γι' "αναπτήρα." Το βλέπω στα μάτια τους. Ξέρετε ότι δεν καπνίζω πια, αλλά μια επιθυμία την έχω: μία επί θυμώ αλληγορία, τι στο καλό, δεν μπορώ να την γράψω;

Monday, September 15, 2008

Ένας κόσμος νεόπτωχος και λύσεις από

Το καλοκαίρι στην παραλία, όταν άκουσα από μια γυναίκα μη καπνίστρια να ζητάει ένα τσιγάρο, γιατί έχει άγχος λόγω της κατάστασης της αμερικανικής οικονομίας, έστησα αυτί. Αναπόφευκτα.
Μου έκανε εντύπωση. Από τον Ιανουάριο του 2008 γράφω για τη διεθνή οικονομία, λες και είναι μια κινηματογραφική ταινία που συμβαίνει αλλού, σε έναν κόσμο φανταστικό, αυτόν που αναλύω και υπάρχει επειδή ακριβώς χρειάζομαι εγώ να γεμίζω τις σελίδες μου.
Όταν ακούσεις όμως την ανάσα αυτού του κόσμου στο σβέρκο σου, δεν γίνεται, γυρνάς. Ξυπνάς. Κι αφουγκράζεσαι τους πραγματικούς ανθρώπους.
Η καλοβαλμένη και στυλάτη κυρία στην παραλία ήταν ελληνίδα ξενιτεμένη στη Νέα Υόρκη που εργάζονταν σε μία από τις μεγαλύτερες πολυεθνικές του κόσμου και ανησυχούσε για το επαγγελματικό της μέλλον. Η χρηματοπιστωτική κρίση που μου έχει χτυπήσει "δημοσιογραφικά" την πόρτα από πέρυσι το καλοκαίρι, με πλησίασε λίγο ακόμα. Στη διπλανή πετσέτα της πλαζ. Κι άκουσα τότε την αγωνία του ανθρώπου που τη βιώνει απτά και όχι σαν μια εικονική πραγματικότητα στην οθόνη του υπολογιστή, όπως εγώ τόσα χρόνια.
Σήμερα, "Μαύρη Δευτέρα" στις αγορές του κόσμου, οι κολοσσοί εκφράζουν την αδυναμία τους, αν προλάβουν εγκαίρως, γιατί καταρρέουν ραγδαίως... Θυμήθηκα τη γυναίκα στη θάλασσα και σκέφτομαι, αν έχει ήδη χάσει τη δουλειά της, γιατί είχε κι ένα παιδί να μεγαλώσει μόνη της, όπως αδιάκριτα είχα κρυφακούσει. Κι ανησυχώ.
Ανησυχώ για τους εργαζόμενους που ήδη έχουν πέσει θύματα των λύσεων από. Ανησυχώ για τον καθένα ξεχωριστά και όχι για μια μάζα απρόσωπη και χωρίς χαρακτηριστικά και ιδιαιτερότητες. Ανησυχώ για το νεόπτωχο κόσμο που είναι αληθινός και όχι σκέτα νούμερα και στατιστικές στα κείμενά μου* που έχει ζωή και καθημερινότητα και πρέπει τώρα να υποστεί τους κραδασμούς των λύσεων από. Των λύσεων που δίνονται από άλλους και για άλλους.
Ανησυχώ για το νεοπλουτισμό που δημιουργεί τόσους νεόπτωχους.
"Δεν καπνίζω, αλλά μήπως έχετε ένα τσιγάρο;", έτεινε τη δική της ανησυχία η γυναίκα κι έσπασε τη μοναξιά της στην παραλία. Τουλάχιστον, μήπως ως νεόπτωχοι ανακτήσουμε τη χαμένη μας ιδιότητα να είμαστε και να αισθανόμαστε άνθρωποι; Άνθρωποι ευάλωτοι και τρωτοί, αλλά όχι αναλώσιμοι.

"...ο δρόμος είναι δρόμος..."

Monday, September 08, 2008

My dear Jane,

κανονικά έπρεπε να απευθύνω το μονόλογο στα Αγγλικά, αλλά προκειμένου να μου κάνεις κανένα σχόλιο όλο ειρωνεία και μείνω στήλη άλατος, θα αρκεστώ να σου τα πω ελληνιστί.
Σε είδα εχθές το απόγευμα που έστριβες από τη διπλανή πρασιά και χάθηκες μέσα στις φυλλωσιές των δέντρων. Κρατούσες με χάρη το μακρύ σου φουστάνι. Το βλέμμα σου ήταν τόσο ονειροπόλο που δίστασα να σε ενοχλήσω. Σε άφησα να συνεχίσεις τον περίπατό σου. Κι έμεινα να σε παρατηρώ από καμιά διακοσαριά χρόνια μπροστά.
Ήθελα να σου πω απλώς ότι όλα εκείνα που έγραφες για κοριτσόπουλα με ροδαλά μάγουλα και νεαρούς με ψυχρό και αλαζονικό ύφος, ακόμα βασανίζουνε τον κόσμο. Η υπερηφάνεια και η προκατάληψη. Πίστεψέ το. Ακόμα οι συζητήσεις γίνονται για το αν εκείνος της μίλησε ή όχι, για το αν εκείνη έπρεπε να του στείλει μήνυμα ή όχι -εντάξει, όχι μπιλιέτο με υπηρέτες σταλμένο σαν και τα δικά σου, αλλά κάτι ταχύτερο που δεν μπορείς να πάρεις πίσω- και που λες, my dear Jane, τίποτα δεν έχει αλλάξει στην ουσία. Στις απλές καθημερινές στιγμές με τους άλλους βρίσκεται η κόλαση και ο παράδεισος μαζί. Στα σαλονάκια του τείου που έγιναν πια τραπεζάκια για καφέ στο δρόμο, λέει ο καθένας τον πόνο του. Με πειθώ. Κι άμα στήσει αυτί κανείς, σαν και τους διαλόγους στα βιβλία σου είναι.
Μη μειδιάς σαρδόνια, σε παρακαλώ! Δεν χάθηκαν οι Ντάρσυ και οι Ελίζαμπεθ, οι Κάθριν και οι Φάνυ, αγαπητή μου. Μόνο που έμειναν πιο μόνοι από τότε. Θυμάσαι; Και δοκιμάζεται που λες κι η λογική κι η ευαισθησία τους. Δοκιμάζεται τρελά. Τώρα, τι σόι ανταπόκριση σού στέλνω από το μέλλον, my dear, αλλά, νά, ήθελα να ξέρεις ότι είδες βαθιά στη ψυχή μας, όταν ανοίξαμε τα βιβλία σου κι ακούσαμε τη φωνή σου. Κι ας μην το είχες σκοπό. Κι είναι παρηγοριά μεγάλη αυτή, για μας που αγαπάμε το Παραμύθι από τα παραμύθια.
Γεροντοκόρη κουτσομπόλα θα σε λέγανε τότε, καλή μου, σκέφτομαι, και θα ένιωθες τόσο μα τόσο μόνη, σαν και τον άνθρωπο σήμερα τον κλεισμένο στο τσιμεντένιο κλουβί του, εσύ που σεργιάνιζες στις εξοχές με τα κέρικολ και τα εξαίσια μποτίνια σου...
Ξέφυγε χθες, καθώς περιπατούσες, από τα μαλλιά σου μια δαντελένια κορδέλα, πιάστηκε στο σπασμένο κλαδάκι που μπήκε μέσα από το παράθυρό μου κι έπεσε απάνω στο γραφείο μου ένα ξέφτι, ήθελα να σου πω. Το κράτησα απαλά κι ύστερα το έκρυψα στο συρτάρι για ώρα ανάγκης. Ένα παραμύθι για να βγει κάποτε μια μέρα. (Εδώ σε παρακαλώ να ειρωνευτείς το λυρισμό μου, είναι άχρηστος και τονε παίρνει ο ικανός πάντοτε αέρας.)
Δεν σε ρώτησα, Jane, ήταν "πραγματοποιήσιμα" τότε τα Παραμύθια σου;

Η αμερικανική «αφήγηση» και η ενοχή ως μέσο εξανθρωπισμού


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 6/9/2008)


«…Αυτό είναι το πραγματικό Αμερικανικό Όνειρο, δεν νομίζετε; Το να μπορείς να ξαναρχίζεις, να αλλάζεις σχήμα, να εξαφανίζεσαι και να επανεμφανίζεσαι ως κάποιος άλλος…».





Μια γυναίκα παγιδευμένη στις ίδιες τις επιλογές της. Αλλά κατά πόσο έχεις άλλη επιλογή από το να γίνεις μια ακτιβίστρια, όταν μεγαλώνεις στην Αμερική του κομμουνισμού της ακαδημαϊκής κοινότητας από γονείς που είσαι το ίδιο τους το «παιδαγωγικό» δημιούργημα; Ο πατέρας της, εγνωσμένης …κοινωνικής αξίας και δράσης. Η μητέρα της, απορροφημένη απολύτως από τον επιδερμικό και άκρως συντηρητικό τελικά εαυτό της. Η κόρη, Χάνα Μάσγκρεϊβ -κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος «American Darling» που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση του Τάκη Κίρκη- ως μόνη διέξοδο στο κενό της ευζωίας που της παρέχει η άνετη ζωή χωρίς περαιτέρω αντίκρισμα και περιεχόμενο, βρίσκει το ριζοσπαστισμό. «…Από τα παιδικά μου χρόνια, έτσι κατάφερνα πάντα να κάνω την καθημερινή ζωή μου άξια να τη ζήσω: μετατρέποντας την ανία και την απόγνωση σε σκοπό…». Θα καταλήξει μέλος μιας παράνομης ανατρεπτικής οργάνωσης, ζώντας με την ψευδαίσθηση ότι κυριαρχεί η ίδια στις αποφάσεις του βίου της, ότι ελέγχει η ίδια εντελώς την πορεία της. «…όπως συμβαίνει πάντοτε, η πραγματικότητα υποσκέλισε τη φιλολογία, αλλά για ένα διάστημα η καθημερινή μου ζωή είχε τη διαύγεια, την ένταση και τη βεβαιότητα της μυθοπλασίας…». Η πολιτική της Πράξη, λοιπόν, θα την οδηγήσει σε περιπέτειες που δεν είχε φανταστεί ποτέ. «…Να είμαι για πάρτη μου. Ο εαυτός μου…». Ο εγκαθιδρυμένος φόβος μέσα της θα τη σπρώξει σε ένα ταξίδι χωρίς γυρισμό προς την προσωπική της Κόλαση. Ο υλικός Παράδεισος που απαρνήθηκε στην Αμερική, η οικογένεια που άφησε πίσω της η πρωταγωνίστρια, χωρίς ποτέ να κλείσει τους λογαριασμούς της μαζί της με θάρρος και δύναμη και η ανάγκη της να δρα, προκειμένου να υπάρχει και να επιβιώνει, την καταδιώκουν συνεχώς και τη στρέφουν ενάντια στον ίδιο της τον εαυτό, τις καταβολές, τις ρίζες της. «…Η πατρίδα μου, ο εχθρός μου…». Εκείνο που δεν καταφέρνει να νικήσει ποτέ, είναι οι ίδιες της οι ενοχές. Ερινύες που την καταδιώκουν όχι με κάποιον μεταφυσικό ή υπερβατικό τρόπο, αλλά πραγματιστικά μετουσιωμένες στις ίδιες της επιλογές της Χάνα που την φτάνουν στη Λιβερία, ουσιαστικά υποχείριο μιας υπονομευτικής πολιτικής που θέλει τον αφανισμό της. Θα παντρευτεί εκείνον που θα τη φέρει λίγο πιο κοντά στην κατάρρευση του κόσμου μέσα της* του κόσμου εκείνου που προσπάθησε πολύ η ίδια μόνη της να γκρεμίσει, αλλά δεν τα κατάφερε το ίδιο καλά με τις σαρωτικές πολιτικές συνθήκες. Τα όπλα που καίνε, είναι πιο αποτελεσματικά από τις ανατρεπτικές ιδέες της. «…Αναρωτιόμουν αν, όταν εξαφανίστηκαν οι πολιτικές μου πεποιθήσεις, εξαφανίστηκε και η μόνη μου ελπίδα για μια αυτοβιογραφική αφήγηση…».
Ο Russell Banks, συγγραφέας του βιβλίου, κατορθώνει όχι απλώς να εισχωρήσει στη γυναικεία ψυχολογία και να την ενδυθεί επιτυχώς, αλλά να δημιουργήσει μια υποβλητική καθ’ όλα αφήγηση που κόβει την ανάσα του αναγνώστη. Την ασφυξία της ηρωίδας του την υφίστασαι κι εσύ. Ζεις την αγωνία της. Φοβάσαι μαζί της. Νιώθεις ένοχος, επειδή νιώθει κι εκείνη. Η αποτύπωση της αποπνικτικής ατμόσφαιρα της Λιβερίας θυμίζει έναν άλλο εγκλεισμό στην Ουγκάντα του Ίντι Αμίν που περιέγραψε τόσο πειστικά ο Giles Foden στο βιβλίο του «Ο τελευταίος βασιλιάς της Σκωτίας». «…Η χώρα ολόκληρη ήταν ένα κέντρο συναλλαγής. Η διαφθορά κυλούσε από την κορυφή ως τον πάτο…». Ταυτόχρονα, ο Banks αφηγείται και την ιστορία της αμερικανικής κοινωνίας, με τις ιδιαιτερότητες στις δομές της, με τα τρωτά σημεία της πολιτικής της σκηνής, με τις πληγές της κοινωνικής της διαστρωμάτωσης. Ο συγγραφέας αποδομεί εκ των έσω το Αμερικανικό Όνειρο και αποκαλύπτει την ανοσιότητα και ανουσιότητά του. Και το επιτυγχάνει αυτό ξεκινώντας από πάνω προς τα κάτω: από την καλή και παραγωγική κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας και φτάνει μέχρι τα μύχια της διαφθοράς και της σήψης που κρύβεται στο εσωτερικό της. «…Η απόλυτη διαφθορά έχει ένα πολύ καθησυχαστικό και χρήσιμο χαρακτηριστικό: πως είναι απόλυτη…».
Εκείνο που καταφέρνει με αξιοθαύμαστο τρόπο ο δημιουργός, είναι η δύναμη την οποία προσδίδει στην ίδια την ενοχή. Στην πραγματικότητα κατορθώνει να την αναδείξει, υποδόρια και με μαεστρία, σε μέσο ανεύρεσης, κατάκτησης, ανακάλυψης, αποκάλυψης, απόκτησης και διαμοιρασμού της ίδια της ανθρωπιάς: της σημασίας του να είναι κανείς άνθρωπος* και, εννοείται, και ευάλωτος, ακάλυπτος, με μια ψυχή που όσο κι αν εκπαιδευτεί στο Κακό και στη διάπραξή του, μένει μια γωνιά μέσα του που διαφεντεύει την αγάπη για τον Άλλον. «…Άλλωστε, από τα νιάτα μου αυτό ακριβώς δεν αναζητούσα; Την απελευθέρωση των σκλάβων, την ανάσταση των σκοτωμένων, την εκδίκηση για όλους τους προδομένους και τους εγκαταλελειμμένους, ανθρώπους και μη;…».
Η ακτιβίστρια και η θλιβερή της ιστορία είναι μια ψηφίδα μόνο τόση δα στο γράψιμο της αμερικανικής ιστορίας και του ρόλου που διαδραματίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες ως παράγοντας πίεσης και άσκησης εξωτερικής πολιτικής σε διάφορα σημεία του πλανήτη, εν προκειμένω -στο βιβλίο- στην αφρικανική ήπειρο. Ο Russell Banks εστιάζει πάνω της, ώστε να τραβήξει την προσοχή το αναγνώστη με την ιδιαίτερη πλοκή των συμβαινόντων στο μυθιστόρημα, με στόχο να διερευνήσει και ο ίδιος, να αφουγκραστεί, να αναλύσει και τελικά να ανασυνθέσει με τα δικά του μέσα που του παρέχει η λογοτεχνία, την αμερικανική αφήγηση. Την αφήγηση μιας χώρας που όσο κι αν εξωτερικεύει τον ριζοσπαστισμό της και την απέραντη θέλησή της να ελέγξει το μέλλον, τελικά δεν κατορθώνει παρά να χάνει την «ψυχή» της στο όνομα μιας Πράξης και Προόδου που δεν έχουν προηγούμενο και φυσικά συχνά διαθέτουν ένα πολύ σαθρό -και τεχνηέντως νεωτερικό- υπόβαθρο. «…Επιστρέφουμε σε ένα μέρος κυρίως για να μάθουμε γιατί φύγαμε από εκεί. Για τίποτε άλλο. Αυτή είναι η ουσία και όλων εκείνων των νοσταλγικών μυθιστορημάτων…»


Κυνηγώντας τη χίμαιρα της ελευθερίας

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο, 30/8/2008)

«…Μια τόσο παλιά γλώσσα όσο και η δική τους νομίζω πως τους ταλαιπωρεί αρκετά με τη συνθετότητά της και κυρίως με τη μακραίωνη διαδρομή της. Δεν είναι εύκολο κανείς να τα βγάλει πέρα με μια ιδιότροπη γριά αρκετών χιλιάδων ετών γεμάτη από λαμπρές μνήμες. Τι μπορείς να κάνεις μπροστά της; Να προσπαθήσεις να γεράσεις όπως εκείνη και να της μοιάσεις ή να ‘σαι δισέγγονό της, που όμως πρέπει να έχει το ίδιο σουλούπι κι εκείνη να νιώθει υπερήφανη γι’ αυτό;…».

Ένα χορταστικό μυθιστόρημα που απορροφά τον αναγνώστη στο ψυχικό στερέωμα του κεντρικού του ήρωα. Με αφήγηση που εκπέμπει τόση αληθοφάνεια όση χρειάζεται για να οροθετηθεί εναργώς το λογοτεχνικό τοπίο και να μαγέψει με τη σειρά του τον αναγνώστη με το αρμονικό του ξεδίπλωμα. «…Ένα κακόμοιρο χρονικό ενός έρωτα κι ενός ονείρου…», λέει ο πρωταγωνιστής Γκάμπριελ κάπου στο βιβλίο οικτίροντας τον εαυτό του, αλλά πρόκειται μάλλον για τη σαρκαστική φωνή του συγγραφέα που παρεισφρέει και υποσκάπτει την ίδια του τη βάση.
Πρόκειται για το βιβλίο με τον παράξενο αλλά ελκυστικό τίτλο «η αηδονόπιτα» του Ισίδωρου Ζουργού που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.
Η αλήθεια είναι ότι διαβάζοντας την εποχή στην οποία αναφέρεται το βιβλίο (Ελληνική Επανάσταση 1821- για την ακρίβεια από τον Ιούνιο του ίδιου έτους και μέχρι την Έξοδο του Μεσολογγίου) έχει αρχικά την εντύπωση ο αναγνώστης ότι θα αναμετρηθεί με ένα φολκλόρ που μπορεί να ενέχει ακόμη και εθνικιστικές διαστάσεις. Προς τιμήν του συγγραφέα, δεν κάνει ούτε στιγμή κάτι τέτοιο. Αντίθετα, λέει μια ιστορία που ρέει με την ευκολία και την ομορφιά ενός κλασικού έργου, χωρίς να μεταχειρίζεται το όποιο αίσθημα εντοπιότητας, εθνικισμού ή και φτηνού λαϊκισμού που το ίδιο το θέμα του μυθιστορήματος προσφέρεται να ξυπνήσει σε κάποιον. Ίσα ίσα: χρησιμοποιεί τη φιγούρα ενός αμερικανού φιλέλληνα ο οποίος είναι «…Μόνος και άπολις, πιο πολύ όμως από μια εξορία εσωτερική…». Μεταχειρίζεται, μάλιστα, το δεκτικό και εύπλαστο σαρκίο του
Γκάμπριελ (με την απόλυτα δικαιολογημένη γνώση και αγάπη του ιδίου για τη λογοτεχνία και την ποίηση) με τρόπο που περνάει αποτελεσματικά στο συνεπή αναγνώστη και τα σημεία-αναφορές διακειμενικότητας που βρίσκονται στο βιβλίο και πραγματικά το διανθίζουν. Αυτός ο έξωθεν παρατηρητής, με τα δικά του ψυχικά φορτία, δίνει μια άλλη διάσταση εκείνης της εποχής: την ανθρώπινη διάσταση* που τόσο μας λείπει και δεν έχει να κάνει με ηρωικά κατορθώματα και τρανταχτά ονόματα, αλλά με το δράμα που κρύβεται πίσω από το κάθε όνομα, ιστορικό ή μη. «…όπως η σουπιά, ξερνώ μελάνι κι εγώ όταν βρίσκομαι σε ταραχή –δεν το χύνω στο νερό, αλλά στο χαρτί…»
.
Ο Γκάμπριελ, κυνηγημένος από έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, έρχεται στην ταραγμένη και επαναστατημένη Ελλάδα για να αναζητήσει την ελευθερία μέσα του. «…Πέρασα ένα ωκεανό για να σε ξεχάσω. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω…» Κυνηγά με τη σειρά του τη Χίμαιρα. Από το μεγαλεπήβολο αυτόν αγώνα του θα κερδίσει κάτι άλλο, ίσως λίγο πιο σημαντικό ή καλύτερα προϋπόθεση της ελευθερίας του: την αγάπη. «…Δεν φοβάμαι πια το θάνατο, δεν τρέμω τα φονικά. Στην ομορφιά όμως και στα μεταξύ τους βλέμματα νιώθω ανυπεράσπιστος…» Καταβάλλει, εννοείται, το τίμημα γι’ αυτή την κατάκτηση που δεν είναι άλλο από την υποταγή στην αγάπη. «…Ανόητε Γκάμπριελ, ποιος ζεστάθηκε ποτέ με λέξεις;…». Η Τέχνη του θα σταθεί ανίκανη να θρέψει εξολοκλήρου τη φλόγα του για ελευθερία* θα παραμείνει η ποίηση μόνο ένα παρηγορητικό δεκανίκι, χωρία άλλη δύναμη. Η ελευθερία κατακτάται μέσα από τους ανθρώπους. «…Άνθρωπος κάβος, Ελίζαμπεθ… Τα πιο δύσκολα βιβλία είναι οι άνθρωποι…». Και μιλάω για την ελευθερία στην ψυχή ενός ανθρώπου, την υπαρξιακή ελευθερία («υπαρκτική τη λέει ωραία ο
Ζουργός), όχι εκείνη την πολιτικά ή εθνοτικά εννοούμενη.
"…Η βεβαιότητα όμως είναι ο θάνατος της ελευθερίας…». Αυτή την αρχή άλλωστε, υπηρετεί και στη λογοτεχνική διάρθρωση της ιστορίας του (μάλλον λίγο το τέλος φαίνεται να είναι «κατώτερο» σε σχέση πάντα με την αρμονία και τη λογοτεχνική αρτιότητα που χαρακτηρίζει το βιβλίο στο σύνολό του, καθώς ο συγγραφέας υπηρετεί το είδος του μυθιστορήματος μέσα από την «αηδονόπιτα» υποτασσόμενος απολύτως στους κανόνες της Τέχνης στην κλασική της μορφή) ο δημιουργός. Καταρρίπτει βεβαιότητες που δημιουργεί στην πλοκή, όχι με καταιγιστικό ρυθμό, αλλά με καίριες ανατροπές ικανές να διατηρήσουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη. «…Τα όνειρα, ξέρεις, είναι σαν τ’ αγρίμια, ξεφεύγουν εύκολα, χτυπιούνται με μανία και φεύγουν ματωμένα, άλλα σέρνουν ένα σπασμένο ποδάρι…». Δεν είναι τυχαία προφανώς και η ανταπόκριση του αναγνωστικού κοινού που έχει φέρει την «αηδονόπιτα» στις λίστες των ευπώλητων. «…Φοβάμαι την αλήθεια, μα πιο πολύ φοβάμαι αν τυχόν αυτή δεν υπάρχει…».
Μπορεί το ιστορικό υπόβαθρο να είναι πολύ σημαντικό για το στήσιμο αυτού του μυθιστορήματος του Ζουργού, ωστόσο παραμένει απλώς ένα λειτουργικό –ακόμη και για την πλοκή- ψηφιδωτό. Ο αναγνώστης «αναγκάζεται» λόγω των επιλογών του συγγραφέα να παρακολουθήσει εκείνο που καίει τον ίδιο το δημιουργό: το νόημα που δίνει στην ελευθερία. («…Τι να τους κάνω εγώ τους ανθρώπους και τα καινούρια μέρη, αν η εσωτερική μου ζωή μένει ατροφική;…»). Αυτή η τελευταία για το μυθιστοριογράφο δεν έχει άλλο δρόμο να περάσει παρά τον έρωτα και την αγάπη* ως πράξεις ελευθερίας. Κάτι που έχει ανάγκη ο άνθρωπος σήμερα να πιστέψει στην άφιλη εποχή, την ισοπεδωτική που θέλει να τα καταργήσει όλα στο βωμό του συμφέροντος. «…Το συφέρο κάνει τους ανθρώπους θεριά…». Παρόλα αυτά μένει ιδιαίτερα πιστός στο ιστορικό υλικό που διαχειρίζεται εξαιρετικά ψύχραιμα, με διαύγεια και μαεστρία. Η γλώσσα του είναι μεστή, εξυπηρετεί στην εντέλεια τους ρυθμούς του κειμένου και διευκολύνει τον αναγνώστη να λάβει το μήνυμα της υπαρξιακής αγωνίας που θέλει να του περάσει ο συγγραφέας. («…Η ελευθερία είναι παιδεμός…Μια ζωή θερίζω όνειρα κι αλέθω θύελλες…»). Και μ’ ενδιαφέρει αυτό: η μορφή του κειμένου και η γλώσσα να είναι «ταχυδρόμοι», μην πω «υπηρέτες», της ουσίας του βιβλίου. Αν κάθεσαι και κοιτάς τους «αρμούς» και τις «ραφές» και τα «στριφώματα», χάνεις τη μαγεία των πέντε-έξι ουσιαστικών λέξεων που συνήθως θέλει να σου ψιθυρίσει ο συγγραφέας στ’ αυτί. Και ο Ζουργός κατορθώνει να αιχμαλωτίσει τον αναγνώστη του, να τον κερδίσει –με την εντιμότητα των ξεκάθαρων προθέσεών του θα έλεγα εγώ, εξαρχής. «…Θυμάμαι, εκείνο το τελευταίο απόγευμα, δε μου είχε δείξει την πολυθρόνα να καθίσω, μ’ άφησε να στέκομαι όρθιος, μήπως και κάνω το λάθος και ξεχάσω τη διαφορά που μας χώριζε…» (Μου θύμισε αυτό το βιβλίο τις καλές στιγμές του Νίκου Θέμελη στην «Αναζήτηση» και την «Ανατροπή», ως προς την ατμόσφαιρα κυρίως των ψυχικών τοπίων του Γκάμπριελ). «…Μην ξεχνάς, οι ξεσηκωμοί χρειάζονται και τους αφελείς…»

Friday, September 05, 2008

Δειλινό


Λεζάντα:

Τ' ανθρώπου το ρίγος
μαζί με κείνο απ' τ' άνθη.
Νύχτα κλειδώνει
μέρα ανοίγει.
Η ψυχή.
Λουλούδι του σκότους
που ανθίζει αυγή.


*****Σκέφτομαι ότι η ποίηση βρίσκει να φωλιάσει στην ψυχή εκείνων που δεν έχουν χρόνο για χάσιμο, ζωή για πέταμα, αίμα άλλο, φωνή να ακουστεί, ελπίδα για σπατάλημα, άλλα κόκκαλα για σπάσιμο. Ψυχή, λοιπόν, σαν νυχτολούλουδο που βρίσκει ν' ανθίσει στο σκοτάδι και να το κάνει λίγο πιο εκτυφλωτικό ακόμα, στη χαραυγή του όποιου τρόμου.

Διαβάστε στη σημερινή Ελευθεροτυπία.


Thursday, September 04, 2008

Ισοκράτημα

"Τότε λοιπόν αδέσποτο θ' αφήσω
να βουϊζει το Τραγούδι απάνωθέ μου.
Τα χάχανα του κόσμου, και τού ανέμου
το σφύριγμα, θα τού κρατούν τον ίσο..."

"Δικαίωσις", Κ. Γ. Καρυωτάκης

Wednesday, September 03, 2008

Τα βιβλία δεν "περπατάνε", αλλά διαβάζονται

"...Ο καλλιεργημένος άνθρωπος, λοιπόν, θα πρέπει να προσπαθεί να κατανοήσει τις συνδέσεις και τις ανταποκρίσεις ανάμεσα στα βιβλία και όχι το κάθε βιβλίο ξεχωριστά, με τον ίδιο τρόπο που ο ελεγκτής σιδηροδρομικής κυκλοφορίας πρέπει να προσέξει τις σχέσεις μεταξύ των τρένων, τις συνδέσεις και τις ανταποκρίσεις τους, και όχι το περιεχόμενο του ενός ή του άλλου συρμού...", γράφει ο Pierre Bayard στο βιβλίο του που κυκλοφορεί στα ελληνικά -από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφρασης Ελπίδας Λουπάκη- με τον τίτλο "Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει".
Εγώ πάλι πιστεύω ότι για να κατανοήσει κανείς τις σχέσεις ακριβώς που συνδέουν τα βιβλία και να ανακαλύψει τις μαγικές (και συχνά κρυμμένες από την επιφανειακή θέα από μακριά -τηλε-θέαση-) διαδρομές της δημιουργίας, το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να προσπαθεί να διαβάσει το καθένα ξεχωριστά καταρχάς και καταρχήν. Kαι για να μιλήσω με τις λέξεις του Bayard, το κάθε βιβλίο είναι ένα μικρό ή μεγάλο βαγόνι στην τεράστια σιδηροδρομική τροχιά που αποτελεί η ανάγνωση. Ο αναγνώστης αποφασίζει σε πιο θα επιβιβασθεί και θα παραμείνει απολαμβάνοντας ηδονικά της διαδρομή του ή από ποιο θα μαζέψει τα μπογαλάκια του και θα φύγει άρον άρον. Πάντως το τρενάκι το δικό του θα το στήσει και θα ταξιδέψει είτε αενάως, μόλις μάθει ανάγνωση κι έπειτα, είτε περιοδικά είτε και καθόλου, βρε αδερφέ! Άμα προτιμήσει τα αεροπλάνα ή τα αυτοκίνητα ή και το περπάτημα, απλώς θα χάσει τη μαγεία του Orient Express.
Δεν ξέρω αν είναι θέμα καλλιέργειας ή απλής ανθρωπιάς, αλλά το περιεχόμενο του κάθε συρμού δεν μπορεί να ξεχνάει ο ελεγκτής της κυκλοφορίας ότι είναι άνθρωποι, ακόμη κι αν δεν τους γνωρίζει τον καθέναν ξεχωριστά, ακόμη κι αν δεν ξέρει τις σχέσεις που τους ενώνουν ή τους απωθούν. Και όπως οφείλει το κέντρο να είναι ο άνθρωπος στη λειτουργία ενός τρένου και όχι η ράγα ή ο συρμός από μόνος του, έτσι και με τα βιβλία.
Πρόσφατα με ρώτησαν για ένα βιβλίο αν "περπατάει". Απάντησα ότι τα βιβλία δεν "περπατάνε", αλλά διαβάζονται. Φοβάμαι ότι δεν έγινα κατανοητή και πάλι. Συνέχισαν να με ειρωνεύονται με τάχα μου μάγκικο ύφος πιάτσας -Ποιας πιάτσας; Των ταξί;- ότι δεν κατάλαβα. Δυστυχώς, είχα καταλάβει από τη μία και μοναδική ερώτηση ότι σ' αυτή τη χώρα που οι άνθρωποι δεν διαβάζουν όταν περπατούν -σχεδόν σταματούν και να περπατούν πια, άλλωστε-, είναι πιο εύκολο ένα βιβλίο να "περπατάει" παρά να διαβάζεται...
Προς αποφυγήν παρεξηγήσεως και περπατάω και διαβάζω και χωρίς το τρένο -και το δικό μου της "ανάγνωσης", αλλά και το άλλο του ΗΣΑΠ- δεν περνάει ευχάριστα η καθημερινότητα.