Wednesday, July 30, 2008

Τα καλοκαίρια από χαρτί (Vol. Ι)

Τα καλοκαίρια δεν μύριζαν μόνο καρπούζι. Για αντηλιακό ούτε λόγος. Μόνο το άρωμα του μωρουδιακού λαδιού Τζόνσον θυμάται. Κι αυτό αμυδρά. Το παλιό λαδάκι. Εκείνο που ήταν ρέον και διάφανο. Όχι σαν τα σημερινά τα τζελ και με χαμομήλι, παπάγια, αλόη (και, και, και) και δεν συμμαζεύεται.

Τότε ήταν όλα συμμαζεμένα στο μυαλό της. Τζόνσον σκέτο. Στα ελληνικά θυμάται το όνομά του. Έτσι όπως το άκουγε από τους μεγάλους. Ποτέ δεν πολυσυμπάθησε το σίγμα στο τέλος που άρχισε να το προσθέτει αναγκαστικά λόγω επίκτητης αγγλομάθειας. Johnson's. Όχι για προστασία από τον ήλιο βέβαια, το λάδι. Δεν υπήρχε ανάγκη. Βάζανε κάποιοι Κόπερτον (κι αυτό στα ελληνικά) για μόστρα, λόγω του μωρού με το μπλε βρακάκι που έτρεχε δίπλα στο μαύρο σκυλί. Το φοβόταν το μαύρο σκυλί η Φρίντα (από το Φρειδερίκη). Μα τι διαφήμιση ήταν αυτή; Τα παιδάκια που φοβούνταν, δεν τα σκέφτηκε κανείς;

Τα καλοκαίρια λοιπόν μύριζαν χαρτί. Αρχικά, χαρτί εφημερίδας. Δύο εφημερίδες έμπαιναν στο σπίτι. Μία από τον παππού, μία από τον μπαμπά. Η μία παραδοσιακή δεξιά, η άλλη πιο ψαγμένη κεντρώα. «Γεμίσατε το σπίτι σκουπίδια. Γιατί παίρνετε δύο φυλλάδες; Μία δεν σας έφτανε;», ωρύονταν η γιαγιά. Τα μεσημέρια όμως του καλοκαιριού που δεν την άφηναν να βγει έξω να σεργιανίσει στα σοκάκια του χωριού με απειλές του τύπου «θα σε κλέψουν» (να την κλέψουν, να την κάνουν τι; ρωτούσε αφελώς), οι εφημερίδες ήταν μεγάλη παρηγοριά. Αφού δεν μπορούσε να βγει στον κόσμο εκεί έξω, θα έφερνε τον κόσμο μέσα στο κρεβάτι της. Μόνο που μουντζούρωνε τα μικρά παιδικά της χεράκια, αλλά δεν την ένοιαζε, μετά θα μπανιάριζε τις κοκκάλινες κούκλες και θα τα έπλενε.

Έμαθε να διαβάζει προτού πάει σχολείο. Εξαιτίας των εφημερίδων -πάνω στο πλυντήριο που τις ξεχνούσαν- και των τίτλων τους με τα τεράστια παχιά μαύρα γράμματα. Μετά στο σχολείο όλο κλαμένη ήταν στην Α΄ Δημοτικού. Μάθαινε παπαγαλία τις πέντε γραμμές του αναγνωστικού και δεν διάβαζε, παρά τις επαναλάμβανε μηχανικά σαν ρομποτάκι. Μα, ήταν τόσο βαρετή η Λόλα και το μήλο της. Η Φρίντα είχε μάθει να διαβάζει μεγαλόφωνα για εγκλήματα και πολιτική. Από το χαρτί του καλοκαιριού: τις εφημερίδες.

Πήγαινε κρυφά το μεσημέρι, πατώντας στις μύτες και τρίζοντας με τις μικροσκοπικές της πατούσες τα πατώματα και ξεκινούσε την εκστρατεία να διαβάσει και τις δύο εφημερίδες. Ξεκινούσε από το δωμάτιο του παππού που τον έπαιρνε πρώτο ο ύπνος. Κατέβαζε το χερούλι της πόρτας, έσπρωχνε την κουρτίνα, σαν να την φυσούσε τάχα αέρας και αν δεν έβλεπε αντιδράσεις, προχωρούσε. Τραβούσε αργά την εφημερίδα από τα χέρια του κοιμισμένου παππού και χαμογελούσε στη θέα των στραβοβαλμένων του γυαλιών. Η αποστολή είχε επιτευχθεί. Έτρεχε γρήγορα γρήγορα και με λαχτάρα να απολαύσει τη λεία της. Πολιτική, οικονομία, εγκλήματα, ποδοσφαιρικά, αλλά εκείνο που τη μάγευε, ήταν τα κοσμικά (από Νίνα Βλάχου και πάνω). Οι τόσο διαφορετικοί άνθρωποι που φωτογραφίζονταν, χαμογελώντας όλοι αστραφτερά. Μα, περισσότερο εκείνο που της τραβούσε την προσοχή ήταν οι λέξεις στις λεζάντες: «τρυφερό ενσταντανέ», «οικογενειακό κάδρο». Αργότερα θα μάθαινε ότι αυτά είναι δημοσιογραφικά κλισέ. Είχε εντρυφήσει σε δαύτα από τα τέσσερά της χρόνια. Η Φρίντα. Άδολα και αθώα. Αφού ρουφούσε την εφημερίδα του παππού, έτρεχε να πάρει και εκείνη του μπαμπά.

«Μα, τα ίδια δεν γράφουν;», επέμενε η γιαγιά. Όχι, ρε γιαγιά, δεν γράφουν τα ίδια. Αλλά εσύ δεν ξέρεις, εγώ σου διαβάζω την εφημερίδα, όσο καθαρίζεις φασολάκια. Μπλιαχ! Όλο φασολάκια και κολοκύθια και μελιτζάνες τρώμε το καλοκαίρι. Αμάν! Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα η Φρίντα θα ψάχνει να ξαναφάει εκείνα τα λαδερά, μα δεν θα είναι το ίδιο. Θα ψάχνει το καρπούζι και το πεπόνι των καλοκαιριών που ο κόσμος βοούσε για τον Παπανδρέου και τον Καραμανλή (τους πρεσβύτερους) και το Φλωράκη, με τα πλαστικά σημαιάκια και τις συγκεντρώσεις που ξεφώνιζαν τα μεγάφωνα, αλλά αυτή ήταν μικρή και δεν την άφηναν να πάει. Μα, ήξερε και τον Παπανδρέου και τον Καραμανλή, αφού τους έβλεπε στην ασπρόμαυρη τηλεόραση να βγάζουν λόγους στη Βουλή και ο κόσμος να συζητάει μετά, τι είπαν, πώς το είπαν και γιατί. Τώρα, στην ενήλικη ζωή της Φρίντας, χέστηκε η φοράδα στ’ αλώνι για τον Παπανδρέου (ή Παπαντρέου (;) που τον έλεγε η γιαγιά και ο θείος Θοδωρής και τον μουντζώνανε με κάθε ευκαιρία) και τον Καραμα(το «ν» άμα δεν το διάβαζε, δεν υπήρχε)λή. Είσαι μικρή, κάτσε στ’ αυγά σου, Φρίντα. Πλύνε τα χέρια σου από τις μουντζούρες της επικαιρότητας, Φρίντα. Και η ζωή έτσι άρχισε να γίνεται από χαρτί.

Μα πιο πολύ από χαρτί έγινε ένα καλοκαίρι άλλο, μαγικό. Ο κύριος Παπαδάκης από την Αθήνα, ο φίλος του παππού, έκανε εκκαθάριση (να τον έχει καλά η ζωή μετά τον θάνατο, τον συγχωρεμένο) στο σπίτι και το γραφείο του και έφερε τα περιοδικά ετών να τα πετάξει στο χωριό. Πριν τα πετάξει όμως, εκείνα στάθμευσαν στην πυλωτή της Φρίντας για ένα ολόκληρο καλοκαίρι. Επίκαιρα, Ταχυδρόμος, Εικόνες, Ρομάντζο, Γυναίκα, Φαντάζιο, Και. Κιλά, τόνοι περιοδικά. Εκατομμύρια λέξεις. Χιλιάδες εικόνες.

Και χώθηκε μέσα στις σελίδες τους. Την πιο έντονη εικόνα από εκείνα τα περιοδικά που έχει κρατήσει μέχρι και σήμερα η Φρίντα, είναι εκείνη της ξανθιάς σταρ του Χόλιγουντ Λάνα Τάρνερ. Και της κόρης της. Δεν θα ξεχάσει το έγκλημα της πιτσιρίκας που το διάβαζε με ορθάνοιχτα τα παιδικά της μάτια που σε λίγο θα γίνονταν μυωπικά. Αν και χάρτινο εκείνο το καλοκαίρι στη μυρωδιά του, δεν σβήστηκε ποτέ από τη μνήμη της, δεν πήρε φωτιά ούτε μια στιγμή, δεν βρέθηκε αρκετή υγρασία στο μέλλον να το μουλιάσει και να το εξαφανίσει. Δεν το ξέφτισε κανένας Καραμαλής και Παπαντρέου του μέλλοντος, που γράφονταν με το νι και με το δέλτα πια.


(*Σημ. Διάβασα το Σαββατοκύριακο το βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου, "Αύριο, μια άλλη χώρα" (1997-Εκδόσεις Πόλις) από τη 10η έκδοσή του (2006) και σκέφτηκα να γράψω μια μικρή -τοσοδούλα- ιστορία από το μετέπειτα της ατμόσφαιρας των ηρώων της, φτιάχνοντας μια δική μου μικρή ηρωίδα, τη Φρίντα που ήθελε να πει δυο κουβέντες για το πώς άρχισε να αγαπάει την ανάγνωση και το χαρτί. Α, και τα μεσημέρια του καλοκαιριού που μένει πάντα ξάγρυπνη...
**Με εντυπωσίασε που αν και τριτοπρόσωπη η αφήγηση της Τριανταφύλλου, αισθάνεσαι σαν να την ακούς να σου μιλάει σε πρώτο ενικό πρόσωπο απολύτως
.)

Tuesday, July 29, 2008

Ανάγνωση

"...υπάρχουν νεκρές αναγνώσεις (καθυποταγμένες στα στερεότυπα, στις διανοητικές επαναλήψεις, στη συνθηματολογία) και υπάρχουν και ζωντανές αναγνώσεις (που παράγουν ένα εσωτερικό κείμενο, που προσομοιάζει σε μια δυνητική γραφή του αναγνώστη)..."

Roland Barthes,

απόσπασμα από το βιβλίο "Απόλαυση-Γραφή-Ανάγνωση" (Εκδόσεις Πλέθρον),
με επίμετρο του Umberto Eco,
πρόλογο από τη Μυρτώ Ρήγου,
μετάφραση της Αρχοντής Κόρκα και επιμέλεια του Τάσου Μπέτζελου

Monday, July 28, 2008

Τόπος μας είναι οι αισθήσεις





Στη συγχωριανή μου Αλεξάνδρα που με ανακάλυψε πρώτη,
λίγα άνθη από το χωριό...

Η μυθιστορηματική απομυθοποίηση του «διαμαντιού» της Χαμένης Γενιάς

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 26/7/2008)

«…Όχι: το να γράφει κανείς είναι κολύμπι στα βαθιά, ένα ταξίδι στην ίδια την Κόλαση, είναι τσουρούφλισμα, και κάποιες φορές αισθάνεται να τον διαπερνά ένα έντονο συναίσθημα ευφορίας ίσο με χίλια βολτ…»

Την άλλη όψη, τη μη ορατή από τους πολλούς, του πιο λαμπερού διαμαντιού (λογοτεχνικού «διαμαντιού») της γενιάς του 1920 στις Ηνωμένες Πολιτείες, δηλαδή του Σκοτ Φιτζέραλντ, επιχειρεί να φωτίσει ο Ζιλ Λερουά με το μυθιστόρημά του «Ένα μπλουζ για τη Ζέλντα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση Μαριλένας Κοραντζάνη. «…Η εξήγηση της ζωής δεν εξηγεί τίποτα…». Πρόκειται για τη σκοτεινή πλευρά (ένα στοιχείο ακόμη δηλαδή που συνέβαλε στην οικοδόμηση του μύθου του) της ζωής του Φιτζέραλντ, αυτή της γυναίκας του, της Ζέλντα, που οδηγήθηκε στην τρέλα και η ζωή της τελείωσε σε μία πυρκαγιά του ψυχιατρικού ιδρύματος που νοσηλεύονταν η ίδια. «…Έβλεπα από την τεντωμένη του πλάτη πως τον ενοχλούσα. Είναι εντυπωσιακό πώς η εκφραστικότητα μιας πλάτης και η σύσπαση ενός σβέρκου μπορούν να σας πουν δεν σ’ αγαπώ πια, όταν το πρόσωπο δεν τα καταφέρνει ακόμη…».
Ο γάλλος συγγραφέας επιλέγει τη φωνή της Ζέλντα για να πει αλλιώς την ιστορία του απαστράπτοντος κοσμικού ζευγαριού και φυσικά την ιστορία αυτής της γυναίκας που τελικά έζησε στη σκιά του ανδρός της, αν και εκείνη ήταν που πασπάλισε με χρυσόσκονη την ίδια του τη συγγραφική καριέρα. «…Είμαι η Ζέλντα Σάιερ. Η κόρη του Δικαστή. Η μέλλουσα αρραβωνιαστικιά του μέλλοντα μεγάλου συγγραφέα…». Ο Λερουά κατορθώνει να μπει απολύτως μέσα στη γυναικεία ψυχολογία και μάλιστα να περιπλανηθεί στους διαδρόμους ενός ταραγμένου γυναικείου μυαλού. «…δεν μπορώ να απωθήσω τίποτα: όλα είναι συνεχώς παρόντα, δρώντα, παρόντα και σε πρώτο πλάνο. Με διαλύει συθέμελα η ανικανότητά μου να ξεχάσω, να καταπνίξω, να αποδιώξω: δεν έχω μήτε παραπέτασμα μήτε δεύτερο πλάνο. Ούτε καν δεύτερες σκέψεις…». Η τρέλα στην ούγια της, έτσι όπως την ιχνηλατεί ο συγγραφέας, αποτελεί το αρνητικό του φιλμ της πραγματικότητας, της αλήθειας. «…Για να καταλάβει κανείς πρέπει να αγαπά…». Βλέπουμε μυθιστορηματικά αναδομημένη και αναπλασμένη την προσωπικότητα του Φιτζέραλντ μέσα από τα μονοπάτια της ψυχής της «ασθενούς» Ζέλντα. «…Αυτή η επιχείρηση για δύο δεν είναι αγάπη…»

Μια γυναίκα που «εξυπηρέτησε» απολύτως το σκοπό της, «χρησιμοποιήθηκε» πολλαπλώς από το σύζυγό της, όπως παρουσιάζεται στην εκδοχή του Λερουά, και τελικά υπέκυψε στην ίδια της την αδυναμία να τιθασεύει την πραγματικότητα και να κρατά τις πληγές της μακριά απ’ αυτή. «…Αχ! Η σιωπή! Η σιωπή των μικρών ρηγμάτων. Το μεγάλο κενό που γίνεται μέσα μας κι έρχεται να καλύψει με επίδεσμο κι αιθέρα τα ραγισμένα μας κεφάλια…». Ο γάλλος δημιουργός ονομάζει μυθιστορηματική βιογραφία το έργο του, εγώ θα έλεγα ότι πρόκειται για μια «συναισθηματική αιμορραγία» της Ζέλντα ως πραγματικού προσώπου. «…Μοιάζουμε τόσο πολύ εμείς οι δύο, ήδη από τη γέννησή μας, κοσμικές χορεύτριες κι οι δυο μας, δυο παιδιά ηλικιωμένων ανθρώπων, δυο παιδιά παραχαϊδεμένα, ανυπόφορα, μέτρια στο σχολείο, κι αυτός όπως κι εγώ, ένα ντουέτο από λαμπρούς «θα μπορούσαν να τα πάνε και καλύτερα», δυο ακόρεστα πλάσματα καταδικασμένα να διαψευσθούν…». Η απομόνωσή της, η αγάπη που δεν εισέπραττε και δεν ένιωθε πια κι η ίδια, η κοινή της ζωή με το Φιτζέραλντ, η υποτίμηση και ο υποβιβασμός της, η αδυναμία της να υπάρξει αυτόνομα, η αδυναμία της να απεμπλακεί από μια σχέση που τελικά σκότωσε τον εαυτό της, την ύπαρξή της. «…κανείς δεν μπορεί να ορίσει και να τιθασεύσει το ταπεραμέντο του άλλου –όχι περισσότερο απ’ όσο μπορεί να το κάνει με τις καταιγίδες, τον αγέρα ή τον κεραυνό* κανείς, ούτε ψυχίατροι, ούτε κλιματολόγοι. Πόσω μάλλον οι καχύποπτοι εραστές…». Εκ πρώτης ανάγνωσης, σοκάρει τον αναγνώστη ο τρόπος που παρουσιάζεται ο macho Χεμινγουέι στη σχέση του με το Φιτζέραλντ, η ίδια η σχέση του Φιτζέρλαντ με τη Ζέλντα, το συγγραφικό της ταλέντο που απεκρύφθη τεχνηέντως. Στη σφαίρα της φαντασίας του Λερουά ή όχι, όλα αυτά αφήνουν στον αναγνώστη τη μελαγχολία και τη ματαίωση εκείνης της γενιάς. «…Τι έχουν πάθει όλοι αυτοί οι νεαροί τύποι και θέλουν να γίνουν συγγραφείς; Γιατί δεν αρκούνται στο να γίνουν πλούσιοι και διάσημοι!…».

Δηλητηριώδης, αλλά μετέωρη πρόζα

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 26/7/2008)

Με όχημα και πρόσχημα τους σκύλους και τη ζωή τους στο σπίτι της κυρίας Κασσάνδρας (που μόνο ανθηρές δεν μπορούν να είναι οι «προφητείες» των σκύλων της για το μέλλον), η Ισμήνη Καπάνταη αφηγείται την «Κυνική ιστορία» (Εκδόσεις Καστανιώτη), μια κυνική ιστορία με σημεία και «τέρατα» του καιρού μας, της χώρας μας, της τέχνης μας, της λογοτεχνίας μας, της παραλογοτεχνίας μας, της κοινωνίας μας, της οικονομίας μας* μια κυνική ιστορία του κυνισμού. «Πρέπει να το πάρουμε απόφαση, ζούμε σε μια παρακμιακή εποχή. Δεν υπάρχουν πια τέτοιοι ήρωες. Ήρωες σήμερα είναι τα τσακάλια της Αγοράς και το μόνο που μετρά είναι το χρήμα». Πρόκειται για ένα αφήγημα και όχι μυθιστόρημα –κατά τη γνώμη μου- όπως γράφει το εξώφυλλο του βιβλίου που παρωδεί, ειρωνεύεται, διακωμωδεί, σατιρίζει τον αχταρμά της νεοελληνικής πραγματικότητας, σε όλες του τις πτυχές κι εκφάνσεις. «…πολιτική ορθότης και Παράδεισος είναι πλέον έννοιες ταυτόσημες…».
Η ιδέα της συγγραφέως έχει μια φρεσκάδα και εκτιμώ ιδιαίτερα την πρόθεσή της να γράψει ένα τέτοιο βιβλίο, όπως και τη γλώσσα που χρησιμοποιεί και η οποία είναι «γεμάτη», μεστή και το μεγάλο ατού του κειμένου. Η ομορφιά όλη βρίσκεται στη γλώσσα. Η αδύναμη και χαλαρή συνοχή, όμως, των σκηνών –επεισοδίων- του αφηγήματος στην πραγματικότητα καταργούν την αρχική ιδέα που θα μπορούσε να έχει αξιοποιηθεί πολυεπίπεδα και φυσικά να κερδίζει από παντού τον αναγνώστη. «…Το έργο του καταγραφέως μιας ιστορίας είναι συνήθως δουλειά ρουτίνας…». Η δηλητηριώδης και με ρυθμό πρόζα δεν έχει ιστορία να στηριχθεί, χαρακτήρες με βάθος για να πιαστεί και μένει μετέωρη, χωρίς να μπορεί να ασκήσει μια αποτελεσματικότερη γοητεία.
Από την κουλτούρα και την επίφασή της, μέχρι τη «γάτα του Πουανκαρέ», τον Μπους, τον Μπλερ, το Σέξπιρ και τον Κίπλινγκ η απόσταση γίνεται μηδενική για το «ανακάτεμα» των νεοελληνικών ηθών, σύμφωνα με τη ζωή και τη θεώρηση της «σκυλοπαρέας» που διαθέτει χαρακτήρα, άποψη και ισχυρή προσωπικότητα. Απλώς, το λογοτεχνικό περίβλημα που επέλεξε η συγγραφέας να ντύσει όλη αυτή την κριτική –και επικριτική κάποτε- στάση της απέναντι στα συμβαίνοντα δεν στέκεται ικανό να κερδίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη με άλλο τρόπο παρά μόνο με αυτόν της απόλαυσης της ειρωνείας και του κυνισμού για την ίδια τους την ύπαρξη, δηλαδή ειρωνεία για την ειρωνεία, κυνισμός για τον κυνισμό.

Friday, July 25, 2008

Ο μαύρος ήλιος (όχι του Καραβάτζιο, ο άλλος της πραγματικότητας)

πώς γίνεται και ανατέλλει πάντα κατά το Πέραμα, τα Πατήσια, τα Καμίνια, τη Νίκαια, αλλά δύει στην Κηφισιά, την Πολιτεία, τη Γλυφάδα...

Thursday, July 24, 2008

Σαν χταπόδι απλωμένο στον ήλιο

που σε έχουν χτυπήσει πρώτα και μετά σε τρώνε για μεζέ, καλό μεζέ, αλλά αρμυρό και αφυδατωμένο, είναι οι μέρες στην Αθήνα της ζέστης. Θα 'ρθει ο Αύγουστος ξανά. Ίσα που θα προλάβεις ολόγιομο το τελευταίο, το δεύτερό του, το φεγγάρι να το δεις να απλώνεται στη σιγαλιά που μόνο στα τζιτζίκια ανήκει.

Η φωτογραφία είναι μια ευγενική χορηγία της πιο τσαχπίνας φίλης και συναδέλφου
Μαρίκας Κουζινού.

Wednesday, July 23, 2008

Πού πήγε η πανοπλία του;

Το μπλογκ του αγαπητού drUqbar που τον παρακολουθώ καιρό και με συγκινούν συχνά τα ποστ του, "άνθισε" με έναν διαφορετικό τρόπο, καθώς έγινε e-book και μπορεί όποιος θέλει να διαβάσει τα "116 βέλη" του.
Αναζητά καιρό τώρα την πανοπλία του, πότε την βρίσκει, πότε την απεκδύεται, αλλά ποτέ δεν την προδίδει. Ενίοτε τον προδίδει εκείνη. Σπάει το κουκούλι της και αφήνει να πεταρίσει στην ψυχή μας μια σταλίτσα συγκίνηση. Μπράβο, δρ!

Ταυτότητα

"...οι επιλογές μας είναι η μόνη ταυτότητά μας..."
Θανάσης Τριαρίδης


Ανθισμένη μανόλια

Tuesday, July 22, 2008

Καρτ ποστάλ

Στέρηση φιλτάτου τοπίου

"...Η λύπη, ην αισθανόμεθα διά την στέρησιν φιλτάτου όντος, ομοιάζει την εκρίζωσιν οδόντος* σφοδρός ο πόνος, αλλά στιγμιαίος. Μόνοι οι ζώντες προξενούσιν ημίν διαρκείς λύπας. Τίς ποτε έχυσε επί του τάφου ερωμένης το ήμισυ, το εκατοστόν, το χιλιοστόν των δακρύων, αφ' όσα διά την κακίαν της έχυνε καθ' ημέραν;..."

Απόσπασμα από το έργο του Εμμανουήλ Ροϊδη, "Η Πάπισσα Ιωάννα-Μεσαιωνική Μελέτη"

Monday, July 21, 2008

Ξέπλυμα βρώμικου βλέμματος

Εξ αντανακλάσεως

Λευκές βοκαμβίλιες

Η Σπίθα μας

δηλώνει την απόλυτη συμπαράστασή της στον καημένο εκείνο σκύλο που του φερθήκανε τόσο άκαρδα στον Πόρο. Δεν πρόλαβα να γυρίσω και κάνοντας μια βόλτα στα μπλογκ αντίκρισα τις φρικώδεις εικόνες.
Σκέφτηκα να ξορκίσω το κακό με λίγο καλό, βρε παιδάκι μου. Την εικόνα της Σπίθας, κυνηγόσκυλο του Μπαμπά* του "γλυκού νερού" λαγωνικό θα σχολίαζα εγώ, αφού ο Μπαμπάς έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση και δεν διαβάζει και το μπλογκ και μπορώ να γράφω ό,τι θέλω... Η Σπίθα που λέτε -μία δηλαδή από τις Σπίθες, τις Ρένες, τους Λέοντες και όλες εκείνες τις τρομερές δυναστείες κυνηγόσκυλων που έχουν περάσει από το σπιτικό μας, με εξαίρεση τον ένα και αξέχαστο μονοκράτορα Φρέντυ ή Φρέντο (τότε δεν είχε έρθει ακόμη και ο ομώνυμος καφές), το γεράκο σκύλο που μεγάλωσα μαζί του και τον αγάπησα τόσο- είναι ένα από τα παιδιά του Μπαμπά μου. Αυτό της εξηγούσα της Σπίθας κατά τη λήψη της φωτογραφίας: ότι έχουμε τον ίδιο Μπαμπά. Γιατί ο Μπαμπάς μου φέρεται στα κυνηγόσκυλά του σαν να ήταν παιδιά του. Και καλύτερα μπορώ να πω...

Επιστροφή