Friday, June 27, 2008

Καιρός του ...φεύγειν

Τα μάλλινα είναι με λεβάντες στην ντουλάπα. Τρέμε, σκώρε! Οι σκουριές της πόλης θα ξεπλυθούν από τ' αλάτι στη θάλασσα. Οι σκουριασμένοι -αυτοί είναι άλλη πληγή- θα μείνουν να καλολαδώνουν με επιμονή τους σαρακιασμένους τους αρμούς για να δουλέψουν τα γραναζάκια από Σεπτέμβρη. Οι πληγωμένοι και κουρασμένοι παίρνουν τα κομμάτια τους και πάνε να τα απλώσουν στην παραλία. Το Coppertone με τη μυρωδιά του κολλάει και την πιο δύσκολη περίπτωση.
Το παζλ ευτυχώς συμπληρώθηκε. Το κομματάκι που λείπει, το κρατάς γερά στην απαλή από τη μέσα μεριά φούχτα σου. Άστο κάτω να πέσει, θα το σκεπάσω με άμμο και θα το θάψω στην παραλία. Από πάνω θα βάλω και ένα λευκό και λείο βότσαλο, μη φυτρώσουν καλαμιές και πουν το μυστικό σου. Καιρός του ...φεύγειν.

Εγχειρίδιο κατανόησης της «αφήγησης» των ΗΠΑ

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 19/7/2008)

«…Στην Ευρώπη οι «κάτω», συμπεριλαμβανομένων και των αποκλεισμένων, είχαν ομοιογένεια και μπορούσαν πάντα να συστήνουν συμπαγή ενότητα, ένα «Εμείς» μέσω της πολιτικής άμβλυνσης των επιμέρους διαφορών, καθώς και να εκφράζουν τα αιτήματα της «καθ’ όλου» κοινωνίας, στρέφοντας τη σύγκρουση εναντίον του βασικού αντιπάλου, που ήταν όσοι ήλεγχαν το πανίσχυρο «κέντρο»-κράτος. Εδώ υπάρχει, μεταξύ άλλων, και η απάντηση γιατί στις ΗΠΑ δεν αναπτύχθηκε ένα ισχυρό κίνημα της Αριστεράς, εν αντιθέσει με την Ευρώπη…»



Πέντε αιώνες ζωής δεν είναι πολλοί. Για ένα κράτος. Για μια χώρα. Για ένα λαό. Για έναν πολιτισμό. Ακόμα λιγότεροι είναι οι τρεις αιώνες που διαδραματίζει ενεργό ρόλο. Ένας αιώνας είναι ελάχιστος στο ιστορικό γίγνεσθαι, αλλά αρκούσε για να πιστοποιήσει μια νέα ταυτότητα: την αμερικανική. Αλλά τι σημαίνει να είσαι Αμερικανός το 2008; Ποια είναι τα «ιδρυτικά» συστατικά σου; Και ποιες οι υποθήκες σου για το μέλλον, σε ό,τι αφορά την πολιτική, την οικονομία, τη θρησκεία, την αγορά, την κοινωνία; «…η μοίρα του ανθρώπου βρίσκεται πλέον στα δικά του χέρια, ως Ατόμου όμως και όχι ως ομάδας. Το Άτομο μπορεί να σωθεί, να αλλάξει, χωρίς να αλλάξει η κοινωνία. Αυτό το σημείο είναι κεντρικό για τη διαφορά Ευρώπης και ΗΠΑ…».

Μπορεί να γυαλίζεις και να καθρεφτίζεσαι ως κατακερματισμένη ύπαρξη στο γκλίτερ και τα μπότοξ των αστέρων του Χόλιγουντ και της τηλεοπτικής πραγματικότητας της Όπρα («…Οι Αμερικανοί είναι ένας λαός θεατών-κομπάρσων σε μια Αμερική που είναι ένα πελώριο θέατρο…»)* μπορεί να υποφέρεις από παχυσαρκία σερνόμενος στις αλυσίδες φαστφουντάδικων που σε ηγεμονεύουν («…οι ορατοί και αόρατοι είναι η διάκριση της αμερικανικής κοινωνίας που έγινε διάκριση της εποχής. Δεν είναι τυχαίο ότι από εδώ θα ξεκινήσει η εποχή του φαίνεσθαι και της εικόνας…»)* μπορεί να πεθαίνεις από ανορεξία προσπαθώντας να μοιάσεις στο ιδανικό μοντέλο της ζωής που σου προτείνεται αφειδώς* μπορεί να φοβάσαι τους σκουρόχρωμους και τους μελαμψούς μη βομβαρδίσουν την κυριαρχία σου και πλήξουν το γόητρό σου («…Ο ρατσισμός δεν είναι παρά ένα παιχνίδι μετάθεσης, καθώς στον «ξένο» μετατίθενται όλα τα κακά της κοινωνίας…»)* μπορεί να δηλώνεις την ελευθερία σου, αλλά να ζεις χωρίς αυτή και να μην το ξέρεις* μπορεί να παλεύεις μια ζωή να υπηρετήσεις το Αμερικανικό σου Όνειρο, γιατί το μπορείς, όπως όλοι άλλωστε έχουν δικαίωμα σ’ αυτή την ουτοπία («…η Αγορά και το Θέαμα «αλέθουν» τα πάντα ή, αλλιώς, συνδυάζουν με τον καλύτερο και αποτελεσματικότερο τρόπο τους αντιτιθέμενους κόσμους…» )* μπορεί να μην ξέρεις κατά πού πέφτει η Ελλάδα στο χάρτη, ακόμη κι αν φέρεις στις φλέβες σου την επιμειξία της* μπορεί να είσαι ήδη ένας Homo Americanus που με τον τρόπο σου βοηθάς να σου μοιάσουν κατά τι όλοι, ακόμη και όσοι διαβάζουν από τα βιβλία την Αμερική, τη βλέπουν απλώς στην τηλεόραση και την ακούν μέσω της μουσικής στο ραδιόφωνο. Μπορεί. Αλλά ποιος είσαι πραγματικά; Τι σε οδήγησε να γίνεις αυτό που είσαι; «…στην Αμερική το Εμείς έχει αρνητικό πρόσημο. Η συλλογικότητα είναι συνώνυμη του μη ορατού, της μη αναγνώρισης του μη Εγώ. Το αναγνωρισμένο Άτομο θα γίνει ιδανικό και σκοπός* και ο ατομικισμός θα καταστεί η πιο ισχυρή ιδεολογία, που θα δοξαστεί πρώτα από τη θρησκεία και στη συνέχεια από την κοινωνία…».

Το βιβλίο του δημοσιογράφου Γιώργου Χ. Παπασωτηρίου, με τίτλο «HOMO AMERICANUS- Τα χαρακτηριστικά της αμερικανικής ιδιαιτερότητας» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, παρέχει τα φιλοσοφικά και κοινωνιολογικά «εργαλεία», το δρόμο της σκέψης που περνά μέσα και από τη λογοτεχνία και εδράζεται στις επιμέρους θεωρήσεις του Χέγκελ και του Μέιλερ, του Μίλερ και του Τσόμσκι, του Ζίζεκ και του Ρόρτυ, του Χάμπερμας και του Ρίφκιν, του Φουκουγιάμα και της Κρίστεβα, του Βιντάλ και του Βόννεγκατ, του Καπότε και της Όουτς, του Μπέλοου και του Κρούγκμαν, του Τζέημς και του Ντιούι, του Μέλβιλ και του Χόθορν, για να οδηγηθεί κανείς στην αποκρυστάλλωση δικής του γνώμης για την αμερικανική πραγματικότητα. Απολύτως homo politicus ο συγγραφέας, καταθέτει τη δική του εκδοχή για την εξέλιξη που έχει ακολουθήσει ο άνθρωπος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, μέσα από την κοινωνική, πολιτική, οικονομική και θρησκευτική του υπόσταση. «…στις ΗΠΑ η ΠΙΣΤΗ και η ΠΙΣΤΩΣΗ είναι δύο στοιχεία αλληλεξαρτώμενα… η πίστη στο Θεό και η πίστη στην Αμερική συνδέονται μ’ έναν πρωτότυπο τρόπο που συνιστά την αμερικανική ιδιαιτερότητα…».

Με καθαρά επιστημονικό -στη βάση του αλλά και στη μορφή του- τρόπο γραμμένο το βιβλίο δεν αποτρέπει τον αναγνώστη να παρακολουθήσει να ξεδιπλώνεται μπροστά του η ερμηνεία απόκτησης ή κατάκτησης της αμερικανικής «ταυτότητας» -από τους πρώτους εποίκους μέχρι και σήμερα. «…η πολιτιστική κρίση και η κρίση ταυτότητας στις ΗΠΑ μοιάζει διαρκής. Αρχίζει από την ίδρυση του αμερικανικού έθνους και συνεχίζεται μέχρι σήμερα…». Ποια είναι η «ραχοκοκαλιά» που διατρέχει αυτή τη χώρα με τις απέραντες ανομοιογένειες και αντιφάσεις; «…το Άτομο είναι κατ’ εικόνα και ομοίωση της εθνικής κατασκευής των ΗΠΑ…». Ποιοι έχουν γίνει κατά καιρούς οι κρίκοι συνοχής αυτού του πληθυσμού που ενώνεται εξωτερικά μόνο κάτω από τα αστέρια της σημαίας του; Πώς έχει επιχειρηθεί η επίτευξη της εσωτερική και ψυχικής του συνοχής και συνεκτικότητας; Από ποιους; Ποιοι ωφελήθηκαν; Ποιοι «νικητές» γράφουν τη συνέχεια της ιστορίας; Ποια είναι λοιπόν η αφήγηση αυτού του κομματιού της ανθρωπότητας; «…η λογοτεχνική αφήγηση, όπως κάθε αφήγηση, είναι το σημείο στο οποίο είναι παγιδευμένη η επιθυμία…».

Οι παραπομπές και σημειώσεις του βιβλίου είναι όλος του ο θησαυρός. Μια αφήγηση –αυτή των ΗΠΑ- που αναλύεται δοκιμιακά και κριτικά στο σύνολό της μέσα από τα φιλοσοφικά κάτοπτρα, τη λογοτεχνική συμβολή, αλλά και τα φίλτρα της πολιτικής επιστήμης. Ο Γ. Χ. Παπασωτηρίου παραδίδει ένα κείμενο εξαιρετικά μεστό και δυνατό, με γερή και εμπεριστατωμένη άποψη, αλλά δεν προσπαθεί να «προσηλυτίσει» τον αναγνώστη του και να τον φέρει στο δικό του πεδίο της σκέψης. Ίσα ίσα. Γεννάει τόσα καινούρια και διαρκή ερωτηματικά για τον περίφημο αυτό «homo americanus» με τα ζητήματα που θέτει προς εξέταση, που φέρνει τον αναγνώστη του στη θέση να επιχειρήσει να βρει ο ίδιος τη δική του απάντηση, όχι μόνο για την «αμερικανική ιδιαιτερότητα», αλλά και για την επίδρασή της στη δική του ζωή και πραγματικότητα. Ο ίδιος φτάνει στα δικά του συμπεράσματα με τρόπο που δεν αποζητά την τέλεια αποδοχή από τον αναγνώστη του, αλλά αναπτύσσοντας μια διαλεκτική η οποία στην ουσία εκμαιεύει την αμφιβολία. Αυτό είναι το κέρδος για ένα βιβλίο σαν κι αυτό. Όχι να υιοθετήσεις αυτολεξεί τις απόψεις του –αυτό είναι πολύ εύκολο κι έτσι κι αλλιώς το πετυχαίνει με τη πρώτη ανάγνωση ο συγγραφέας, γιατί παραθέτει πειστικά τα επιχειρήματά του- αλλά να ερευνήσεις σε βάθος και περαιτέρω όλα εκείνα τα στοιχεία που σου δίνει για να στηρίξει τη δική του θεώρηση για την αμερικανική πραγματικότητα. Οι πολλαπλές επιστρώσεις πληροφοριών και θεωριών είναι αυτές που σε οδηγούν από άλλους δρόμους η κάθε μία στη συγκρότηση δικής σου επιχειρηματολογίας και γνώμης. Σου παρέχει το κείμενο συμπυκνωμένο τόσο υψηλό γνωσιολογικό επίπεδο που οφείλεις, αν σέβεσαι την πυκνότητά του αλλά και τη δική σου φιλομάθεια, να διαλέξεις τους βασικούς άξονες διάρθρωσής του και να προσπαθήσεις να τους ερευνήσεις κι άλλο, επιχειρώντας να τους αποδείξεις εκ νέου -ή να τους απορρίψεις- στον εαυτό σου.

Δεν πρόκειται για την ερμηνεία μιας αφήγησης που παραθέτει μονομερώς επιχειρήματα. Ασφαλώς διαθέτει οπτική αυτό το βιβλίο και μάλιστα ισχυρή και καταλυτική, αλλά πρόκειται για τη θεώρηση ενός κόσμου και από την απόσταση του ευρωπαϊκού βλέμματος, αλλά και εκ των έσω. Ιδίως αυτό το τελευταίο. «Διαβρώνει» εκ των έσω τους ιστούς που συγκρατούν και συγκροτούν την αμερικανική κοινωνία, αποδομεί αποτελεσματικά έτσι τη λειτουργία της πολυπαραγοντικής αυτής πραγματικότητας, ώστε να την ανασυνθέσει στο τέλος με τρόπο καταληπτό και ωφέλιμο. «…ο εσωτερικός και, πολύ περισσότερο, ο εξωτερικός «εχθρός» δημιουργούν τους αρμούς που θα συνέχουν κάθε φορά το αμερικανικό μωσαϊκό…». Ο Παπασωτηρίου δεν γράφει δογματικά, αν και ξεδιπλώνει ξεκάθαρα την άποψή του, δεν πέφτει θύμα του άγονου, στείρου, ατεκμηρίωτου και σχεδόν ενστικτώδους αντιαμερικανισμού –έτσι θα πρόδιδε το ίδιο του το υλικό, άλλωστε- παρά με το ίδιο το «εργαλείο» της σύγχρονης αμερικανικής σκέψης, τον Πραγματισμό, και φυσικά με την ψυχραιμία της επιστημοσύνης του, δημιουργεί ένα «εγχειρίδιο» κατανόησης αυτού που είναι και γίνονται οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, προτείνοντας στον αναγνώστη ένα ακόμη παράθυρο να ατενίσει από εκεί με προβληματισμό τα σύγχρονα τεκταινόμενα, αλλά και να διευρύνει τον ορίζοντα της σκέψης του. «…Οι εχθροί-ξένοι μας συγκροτούν και μας ανασυγκροτούν. Υπ’ αυτή την έννοια οι Αμερικανοί είναι ένας λαός που δημιουργήθηκε από μια σειρά πραγματικών ή φανταστικών « εχθρών»…». Αν θεωρήσουμε, μάλιστα, ότι αυτή η δική του εκδοχή και ερμηνεία είναι πολύ κοντά στην ουσία της «αμερικανικής ιδιαιτερότητας», τότε έχει πετύχει αυτό που δεν μπορεί να κάνει ο ίδιος ο homo americanus: να στοχαστεί και να αναρωτηθεί σοβαρά, προτού ακόμα προχωρήσει στην Πράξη που τον χαρακτηρίζει.

Tuesday, June 24, 2008

"pane e tulipani" (ψωμί και τουλίπες)

έβλεπα χθες το βράδυ στην ΕΤ1 την ώρα που η Μαρία η Άσχημη παντρευόταν τον Αλέξη Μαντά. Ε, ναι το είχα μαντέψει και μου το επιβεβαίωσε και η μαμά μου στο τηλέφωνο, "Μα, χαζή είναι; Γιατί δεν πήρε το Φίλιππο;".
Δεν ξέρω, μαμά.
Εγώ έβλεπα μια καταπληκτική ταινία ιταλική -την είχα ξαναδεί, την έχω σε dvd, αλλά δεν τόλμησα ούτε για ένα δευτερόλεπτο να αλλάξω κανάλι- με αισθαντική μουσική, πρωταγωνιστές κανονικούς στην όψη, καθημερινούς ανθρώπινους, και συναισθήματα βαθιά ανθρώπινα, γλυκά, τρυφερά και σκληρά μαζί: "pane e tulipani"
Νωρίτερα το απόγευμα είχαν καταφθάσει στο γραφείο τα ομορφότερα λουλούδια που έχω λάβει ποτέ και για τον καλύτερο μέχρι τώρα λόγο που έχω λάβει άνθη. Το χαρτί του ανθοπωλείου έγραφε "μπουκέτο με τουλίπες". Αλλά ήταν βαθιά πορτοκαλί φωτεινά και μοσχοβολιστά τριαντάφυλλα. Τουλίπες της ψυχής. Ήταν για να μην ξεχάσω την ταινία το βράδυ. Την ίδια ώρα, έφτανε ένα μέιλ που έλεγε για τα άνθη που κόβονται και τίθενται σε κοινή θέα. Δίνουν χαρά, μην το σκέφτεσαι, είπαμε, εσύ. Οι εγωισμοί στην άκρη. Σε ένα διαφημιστικό διάλειμμα στη διάρκεια της προβολής της ταινίας, ξαναδιάβαζα το κομμάτι (από τη στοίβα με τις εφημερίδες που ξαναδιαβάζονται όλη την εβδομάδα) του κ. Νίκου Γ. Ξυδάκη από την Καθημερινή της Κυριακής, "Άνθη της μνήμης".
Κάτι γινόταν χθες με τα λουλούδια... Κι έκλεψα την ιδέα του άρθρου για να γράψω για τα δικά μου μυριστικά.

Για το γιασεμί που με περιμένει στο χωριό. Έχει απλώσει τις ρίζες και τον ιστό του στην πίσω πλευρά του σπιτιού. Μόλις το δω, ξέρω ότι έφτασα σπίτι μου. Ο κήπος απέναντι του παππού. Εκεί μέσα μεγάλωσα. Οι πρώτες φωτογραφίες της ζωής μου βγήκαν εκεί. Το ροζ σκουφάκι και η ροζ κουβερτούλα μες στη μέση του ήταν το πρώτο μου ντεκόρ για προσωπικό μωρουδιακό ενσταντανέ. Είχε προηγηθεί μήνες πριν η φωτογραφία του νεογέννητου στην αγκαλιά της μαμάς του με τη σατέν κιμονό βαθυπράσινη ρόμπα.
Χωρίς τον παππού ο κήπος είναι πια ξένος, αλλά εγώ θα αλωνίζω με το μυαλό μου στις παιδικές μου αναμνήσεις. Τότε που έσπαγα τα καλοκαιριάτικα τζίνια και τους καντηφέδες με την μπάλα για να παίζω "τα δέκα παιχνίδια", μοναχοπαίδι ακόμα γαρ. Τότε που τρύπαγα με καρφίτσες τις μέλισσες κι έσπαγα τα φτερά των πεταλούδων. Ακόμη η γύρη από τα λεπτά φτεράκια τους τρίβεται στα χέρια μου. Οι ενοχές μου εμένα θα είναι πεταλούδες και όχι ερινύες.
Ο δυόσμος της γιαγιάς, πυκνός και πλατύφυλλος. Ο βασιλικός στο αυτί του μπαμπά. Η ματζουράνα στα χέρια του. "Άντε, αγάπη μου, να φέρεις λίγο βασιλικό για τις μελιτζάνες και λίγο δυόσμο για τα γεμιστά", η φωνή της μαμάς.
Το χειμώνα, μετά το σχολείο, με τις πλαστικές κίτρινες παιδικές μου γαλότσες αλώνιζα στα χωράφια με τις πικρούνες και τα σπαράγγια. "Μπαμπά, αυτό καλό είναι; Να το κόψω για το βράδυ;" Η μερίδα του πιτσιρικιού που παίζει. Α, μάζευα και "μέταλλα", λέει. Όλο "θησαυρούς" συνέλεγα, άνθρακες δηλαδή. Μαθημένη από τότε. Και στα πρώτα γιουρούσια της κοριτσίστικης συμμορίας της πάνω γειτονιάς για παπαρούνες. Με τι χαιρόμασταν τότε... Μια χούφτα μπουμπούκια κλειστά παπαρούνες αρκούσε.
Μετά Αθήνα. Πάντα όπου ζω, ξεφυτρώνει στα πιο απίθανα μέρη ένα γιασεμάκι. Παλιά ένας ηχολήπτης σε ένα ραδιοφωνικό στούντιο μάζευε και αποξήραινε τα δικά μου που ξέχναγα πάνω στις κονσόλες του. Δεν ξεραίνεται η ανθρωπιά με τίποτα. Μετά κάποιος μου πρόσφερε στο δρόμο για το γραφείο, στο κέντρο της πόλης. Γιασμίν.
Η γιαγιά τώρα δεν θα ξαναφτιάξει μπιφτέκια για να τρέξω με ορμή να κόψω δυόσμο ούτε σαβόρι για να της πάω δεντρολίβανο. Πάει καιρός που δεν εφοδιάζω με δαφνόφυλλα τη μαμά για τις φακές. Περιμένω με λαχτάρα να ξαναδώ το βασιλικό στ' αυτί του μπαμπά, αλλά ξέρω ότι ο παππούς θα είναι πάλι ευχαριστημένος από κει που βρίσκεται, μόνο άμα φτιάξω το δικό μου ολόδικό μου, καινούριο και μοσχοβολιστό κήπο της ζωής. Με "πατατούλες" ζουμπουλιών και τουλίπες, με "ζαχαροκάλαμα" και σκυλάκια, με κινέζικα γαρύφαλλα και φυσικά βιολέτες. Το γιασεμί στην είσοδο για να ξέρω ότι γύρισα σπίτι.

Tuesday, June 17, 2008

Ευρεσιτεχνίες της Αγένειας

Κοντή, χοντρή και καπνίζει στον προθάλαμο υποκαταστήματος κρατικής τράπεζας που θέλει να είναι ανταγωνιστική σαν και τις ιδιωτικές με τα υπερκέρδη. Μάλιστα. Για τη Σεκιουριτού μιλάμε της ιδιωτικής εταιρείας φύλαξης που το ληστή μπορεί να τον διώξει μόνο με την αγένειά της. Μ' αυτή. Μάλιστα. Αυτός είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος. Η καλύτερη Πολεμική Τέχνη: η ΑΓΕΝΕΙΑ (αν δεν πιάσει το κόλπο με το φύσημα του καπνού απ' το τσιγάρο στα μούτρα των άλλων).
Και καπνίζει και καπνίζει. Έρχεται ο μπαμπάς στα τριάντα φεύγα του με το μωρό στην αγκαλιά του. Φοράει σορτς ο άνθρωπος, κρατάει στη μία αγκαλιά το μικρούλι και στο άλλο χέρι μόνο τα κλειδιά του. Α, φοράει και μια "μπανάνα" στη μέση με τα λεφτά. Για κακή του τύχη χτυπάει ο ρημαδιασμένος συναγερμός στην πόρτα-κουβούκλιο και δεν μπορεί να μπει να κάνει τη δουλειά του (το ίδιο κατάστημα είναι που πριν από μήνες η Σεκιουριτού μου έλεγε να βγάλω τη ζώνη μου γιατί "χτυπάει" -σιγά μην ξεβρακωθούμε κιόλας για να εξοφλήσουμε ένα λογαριασμό). Αδειάζει με το ένα χέρι την τσέπη του σορτς (πόσα όπλα να χωρέσει εκεί μέσα;), αλλά δεν μπορεί να βγάλει και την "μπανάνα" από τη μέση. Θα του πέσει το παιδί, αν το επιχειρήσει. Η Σεκιουριτού καπνίζει. Όταν την παρακαλεί να τον βοηθήσει, εκείνη του λέει σαν χαλασμένο κασετόφωνο ότι αν δεν περάσει μέσα από το συναγερμό της πόρτας, δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί. Πολιτική της τράπεζας. Κανονισμός. Σιγά μην είναι και κανονιονισμός... Έχει εντολή. Κι εγώ έχω εντολή εξόφλησης. Ξοφλήσατε!
Απηυδησμένος αποχωρεί ο άνθρωπος, αλλά έχει ανάγκη τη συναλλαγή, γιατί το ATM είναι χαλασμένο. Επιστρέφει και την παρακαλεί να περάσει. Ακούει τη στιχομυθία η Διευθύντρια του καταστήματος (ε, λέω, πια θα τον αφήσουν να μπει, αφού παρεμβαίνει και η Διευθύντρια- κούνια που με κούναγε). Παρενέβη για να υποστηρίξει την καλογυμνασμένη στην αγένεια Σεκιουριτού. Ο νεαρός άνδρας παραπονιέται για την αγένεια αρχικά της Σεκιουριτούς. Καλά. Μετά θα έχει να παραπονιέται για την αγένεια της Διευθύντριας. Μόνο που δεν τον βρίζει έξαλλη μέσα από το τζάμι που τους χωρίζει. Ο πελάτης αποχωρεί τελειωτικά. Μόλις τον έχασαν.
Ας το χρησιμοποιούν το τέλειο αυτό όπλο για να διώχνουν και τους ληστές. Νομίζω θα πιάσει. Είναι πιο αποτελεσματικό από το κουβούκλιο με το συρριστικό ήχο.
Τις κοιτάζω με απαξία και λύπη. Είναι τόσο θλιβερές. Τόσο καλά μυημένες στην Τέχνη της Αγένειας. Πάω να εξυπηρετηθώ κι εγώ, είναι 11 και κάτι το πρωί, η υπάλληλος μέσα από το γκισέ τρώει την τυρόπιτά της. Είναι η ώρα της τυρόπιτας. Κρίμα που δεν πετάει τα ψίχουλα πάνω μου, μπορούσε κι εμένα να με διώξει. Αφού δεν τους θέλουν τους πελάτες, δεν τους έχουν ανάγκη. Τους διώχνουν με όλους τους τρόπους: τσιγάρα, τυρόπιτες, αγένειες εν γένει.
Οι πελάτες δεν επιβιώνουν, ίσως πια με όλες αυτές τις ευρεσιτεχνίες της Αγένειας να μην επιβιώνουν ούτε και οι ληστές.

Monday, June 16, 2008

Παιγνιώδης τύπος


είμαι κατά βάθος (1.), γι' αυτό δέχτηκα την πρόσκληση του Αntoine να γράψω 11 άχρηστες πληροφορίες για μένα:

2.) Χάνω πάντα στα παιχνίδια (ελπίζω να μην χάσω και σε αυτό) - σε αντίθεση με την αδερφή μου- και σε οτιδήποτε έχει να κάνει με την Τύχη. Είναι αυτό που λέει ο λαός, "καλύτερα να είσαι τυχερός παρά προκομμένος".

3.)Πήγα να ανοίξω η ανόητη λογαριασμό στο Facebook, μόνο και μόνο για να δω τι είναι αυτό το νέο "φρούτο" και πώς λειτουργεί. Μέσα στο πεντάλεπτο της διαδικασίας εγγραφής μου, είχε γεμίσει το μέιλ μου από μηνύματα άσχετων που με βομβάρδιζαν με καλέσματα να γίνω φίλη τους(;), να γίνουν αυτοί φίλοι μου(;), θα σας γελάσω. Και τους γέλασα. Έκλεισα αμέσως το Facebook και προτίμησα ένα άλλο οποιοδήποτε book.

4.)Βλέπω φανατικά τις τηλεοπτικές σειρές MONK και Dr HOUSE.

5.)Συχνά το παίζω "σωτήρας" διαφόρων και με μαθηματική ακρίβεια τρώω τα μούτρα μου.

6.)Μένω ήσυχη και γαλήνια στη γωνιά μου, όποια κι αν είναι αυτή: από την αυλή του σχολείου, μικρή όταν ήμουν, μέχρι σήμερα κάποια γωνιά της ζωής. Έρχονται -επίσης με μαθηματική ακρίβεια- πάντα οι πιο απίθανοι τύποι και καταφέρνουν να τσακωθούν μαζί μου.

7.)Αγαπάω τις παραλίες με λευκά γυαλιστερά βότσαλα και τις βαθιές πρασινογάλαζες ιριδίζουσες θάλασσες.

8.)Τελευταία ανακάλυψα ότι είμαι ένας πολύ αποτελεσματικός καθρέφτης για τους άλλους. Τους αφήνω για καιρό να καθρεφτίζονται κατά πώς θέλουν εκείνοι στην όψη (άποψη-κάτοψη) μου, μέχρι που σπάω χιλιάδες κομματάκια και τους καταστρέφω το παραμορφωμένο είδωλο.

9.)Συνηθίζω να γίνομαι εύκολα εξομολογητική, πράγμα που εκλαμβάνεται ως αδυναμία ακόμη πιο συχνά. Απλώς μιλάω αληθινά για μένα. Είμαι εξ-ομολογητική, όχι απ-ολογητική.

10.)Νομίζω ότι το έχω ξαναπαίξει το παιχνίδι, αλλά δεν θυμάμαι τι έχω γράψει.

11.)Με ενοχλεί η υφέρπουσα αγένεια κάποιου. Μπορεί να μιλάει "με το σεις και με το σας", αλλά να είναι βαθιά ενοχλητικός, ιδίως κάνοντας αδιάκριτες ερωτήσεις. Τότε δυσκολεύω επίτηδες την επικοινωνία, γίνομαι αντιπαθητική και πετυχαίνω να σταματήσει να μου μιλάει. Η καθαρή αγένεια είναι πιο έντιμη από την ψεύτικη ευγένεια.




Επώδυνη ισορροπία στην ακμή του φόβου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 14/6/2008)

«…Δεν με ενοχλούσε η ιδέα να μαρτυρήσω τις κρυφές ιστορίες του Γουίντ Γκαπ στον Ρίτσαρντ. Ήταν το μέρος όπου είχε πεθάνει η αδερφή μου, το μέρος όπου είχα αρχίσει να χαρακώνομαι. Μια πόλη τόσο μικρή και ασφυκτική που έπεφτες καθημερινά πάνω σε ανθρώπους που μισούσες. Ανθρώπους που ήξεραν πράγματα για σένα. Ήταν το είδος του μέρους που σου αφήνει σημάδια…»


Μια στυφή γεύση μετάλλου καρφώνεται στον ουρανίσκο του αναγνώστη, διαβάζοντας το μυθιστόρημα «Αιχμηρά αντικείμενα» της Τζίλιαν Φλιν που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση από τη Γωγώ Αρβανίτη. Το ξυράφι του εξωφύλλου έρχεται και καρφώνεται στη σκέψη σου. Τη σημαδεύει με επιμονή. Τέμνει και ανατέμνει την ψυχή σου, χρησιμοποιώντας τα τερτίπια του φόβου, της αγωνίας, της συνεχούς ανατροπής. Η νεαρή συγγραφέας, τηλεκριτικός στο επάγγελμα στο αμερικανικό περιοδικό «Entertainment weekly», κατορθώνει με μια εντυπωσιακή αποτελεσματικότητα να αιχμαλωτίσει τον αναγνώστη της. Γίνεσαι δέσμιος της υποβλητικότητας της γραφής της, της αμεσότητάς της, της ευκολίας της να δημιουργεί, να αναδομεί και στη συνέχεια να ανασυνθέτει ψυχικά τοπία* ψυχικά τοπία με βάθος και ένταση, με νόημα και υπόβαθρο, με λόγο ύπαρξης και μάλιστα σοβαρό.

Ο συντηρητικός αμερικανικός Νότος, φτωχός στο πνεύμα και βυθισμένος στη μακαριότητα που του προσφέρουν τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις του, γίνεται το ιδανικό φόντο για να διαδραματιστεί η αστυνομικού ενδιαφέροντος ιστορία της Φλιν. Η δημιουργός στήνει την πλοκή του βιβλίου της γύρω από τους φόνους δύο μικρών κοριτσιών. Η πρωταγωνίστρια, η δημοσιογράφος Καμίλ Πρίκερ, με καταγωγή από την περιοχή που λαμβάνουν χώρα τα εγκλήματα, αναλαμβάνει να καλύψει δημοσιογραφικά την υπόθεση και εντέλει να την εξιχνιάσει. «…Τα προβλήματα πάντα ξεκινάνε πολύ πιο πριν απ’ όταν τα βλέπεις, απ’ όταν τα βλέπεις πραγματικά…». Η επιστροφή της στα πάτρια εδάφη είναι μια ακόμη πιο οδυνηρή ιστορία από εκείνη που έχει να ξεδιαλύνει. Τα σημάδια, οι πληγές στην ψυχή και το σώμα της από την οικογενειακή δυστυχία της νέας γυναίκας έρχονται και ανοίγουν* στην κοινή θέα του μικρού τόπου που έχει θρέψει το προσωπικό της δράμα και φιλοξενεί μια τραγωδία ακόμα. «…Όλοι ξέρουμε ο ένας τα μυστικά του άλλου. Και όλοι τα χρησιμοποιούμε…».

Η Τζίλιαν Φλιν ιχνηλατεί με έναν πολύ ενδιαφέροντα τρόπο -χωρίς διδακτισμούς και ηθικοπλαστικές ρητορείες, αλλά με μια ιστορία δυνατή πειστική και αντιπροσωπευτική των διαστάσεων που λαμβάνει η βία καθημερινά σ’ αυτό τον παγκοσμιοποιημένο χάρτη της οδύνης για το σύγχρονο κόσμο- τους δρόμους που ακολουθεί το Κακό και ριζώνει στις ψυχές των ανθρώπων, όταν η αγάπη εκλείπει. Όταν η αγάπη απεμπολείται καταρχάς από την οικογένεια, αυτό το κουκούλι που μπορεί να βγάλει λαμπερές, ανεξάρτητες και όμορφες πεταλούδες, αλλά που μπορεί και να δημιουργήσει μαραζωμένες άσχημες και για πάντα νεκρές προνύμφες. Η κεντρική ηρωίδα βασανίζεται από τους δαίμονες που φρόντισαν να δημιουργήσουν για κείνη άλλοι πριν την έλευσή της σε αυτόν τον κόσμο. «…Πάντα αισθάνομαι λύπη για το κοριτσάκι που ήμουν, γιατί ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι η μητέρα μου θα μπορούσε να με παρηγορήσει. Ποτέ δεν μου έχει πει ότι μ’ αγαπάει και ποτέ δεν υπέθεσα κάτι τέτοιο…».

Ο ρυθμός της αφήγησης είναι γρήγορος, κοφτός, εξυπηρετεί την εξέλιξη της ιστορίας, χωρίς να της αφαιρεί σε λογοτεχνικότητα. Η Φλιν σε πείθει από την αρχή ότι σου έχει δώσει με φειδώ ορισμένα στοιχεία, ώστε αν νιώθεις λίγο «ψαγμένος» αναγνώστης, να νομίζεις ότι σου έκλεισε το μάτι πονηρά και έχεις ήδη ανακαλύψει το δολοφόνο. Πρόκειται περί τέλειας πλάνης. Μόλις στις τελευταίες σελίδες ανατρέπει όλο το σκηνικό που έχει στήσει με μαεστρία. «…Όλοι οι άνθρωποι έχουμε μια στιγμή που η ζωή μας εκτροχιάζεται…». Εκείνο που δεν αλλάζει είναι τα θύματα που φέρουν στην «ούγια» τους και τα χαρακτηριστικά του εν δυνάμει θύτη. Εξαρτάται από το περιβάλλον, τις συνθήκες και τους ανθρώπους που θα βρεθούν γύρω του για να του επιτρέψουν, να τον ενθαρρύνουν ή τελικά να τον αποτρέψουν από το να συνεχίσει τον κύκλο του αίματος. Η αγάπη και η τεράστια δύναμή της αποθεώνονται στο μυθιστόρημα της αμερικανίδας συγγραφέως, ακριβώς γιατί αναδύονται μέσα από την πλήρη σχεδόν επικράτηση του Κακού. Σχεδόν. Εκεί βρίσκει μια τόση δα χαραμάδα το Καλό και παρεισφρέει ευεργετικά. Στην κόψη του νήματος. Ίσα που προλαβαίνει να υπάρξει ως καταπραϋντική κομπρέσα για τα τραύματα που κακοφορμίζουν. «…Ποτέ μου δεν μπόρεσα να καταλάβω από πού πήρες αυτή τη ροπή προς την ασχήμια. Έχεις αρκετή στη ζωή σου, δεν χρειάζεται να την αναζητάς κι αλλού…».

Και αυτή είναι όλη η ομορφιά του βιβλίου. Δεν ωραιοποιεί τίποτα η συγγραφέας. Σου πετάει στα μούτρα όλους εκείνους τους άρρωστους οικογενειακούς δεσμούς, εμβαθύνοντας στη συμπτωματολογία τους με κομψό και μετρημένο τρόπο. Διαχειρίζεται το υλικό της με οικονομία τέτοια που της εξασφαλίζει την αρμονία, αλλά και την αμέριστη προσοχή του αναγνώστη της. Σε φέρνει αντιμέτωπο με τον πόνο και την οδύνη των ηρώων, αλλά σε μπάζει μέσα από την πίσω πόρτα. Τι εννοώ: δεν γίνεται μελό ούτε επιχειρεί να αποσπάσει εύκολη συγκίνηση, παρά σου περιγράφει ξερά τα πιο συγκλονιστικά συναισθήματα και τις πιο απεχθείς πράξεις, φορτίζοντάς τες μόνο με μικρές καθημερινές λεπτομέρειες, εκείνες ακριβώς που χρειάζονται για να σου επιτείνουν την αναγνωστική ένταση. Η σκληρότητα, η οξύτητα, η αιχμηρότητα κατοικούν δίπλα δίπλα με την αγάπη. Μόνο η τελευταία μπορεί να απαλύνει τις αμυχές που προκαλεί η πρώτη. Ο σωματικός έρωτας κι εδώ παίρνει τη μορφή πράξης απόγνωσης, απελπισίας, απόδειξη επιβίωσης και υποκινείται από ένα μακάβριο ένστικτο αυτοσυντήρησης. Η σάρκα της πρωταγωνίστριας βάλλεται με τον ίδιο τραγικό τρόπο που έχει καταρρακωθεί η ψυχή της. «…Η κάθε φράση έπρεπε να αποτυπωθεί στο χαρτί, αλλιώς δεν θα ήταν πραγματική, θα χανόταν… Ήμουν συντηρητής του προφορικού λόγου…». Η αυτοκαταστροφή είναι μια τελευταία καταφυγή, μια φωνή διαμαρτυρίας, η ισχυρότερη που μπορεί να αρθρώσει η Καμίλ Πρίκερ, δέσμια των φαντασμάτων του παρελθόντος που ζωντανεύουν και γίνονται ο χειρότερος εφιάλτης του παρόντος της. «…Είναι αδύνατον να ανταγωνιστείς τους νεκρούς. Μακάρι να μπορούσα να σταματήσω να το προσπαθώ…». Η βία ιδίως εκείνη που αναπτύσσεται στις τρυφερές ηλικίες των παιδιών και παρατηρείται τόσο συχνά στην αμερικανική –και όχι μόνο βέβαια, αλλά εκεί λαμβάνει φρικώδεις διαστάσεις- κοινωνία, αποκαλύπτει τη νοσηρότητα ενός κόσμου που η οικονομική ευμάρεια δεν μπορεί να του εξασφαλίσει καμιά ευτυχία.



Friday, June 13, 2008

Έκκληση για βοήθεια

Έφτασε μόλις στο μέιλ μου αυτό το παρακάτω μήνυμα, όποιος μπορεί να βοηθήσει, ας απευθυνθεί στις αρμόδιες αρχές. Στη διάθεσή μου βρίσκονται και τα τηλέφωνα επικοινωνίας του υπογράφοντος, ωστόσο για λόγους προστασίας του ιδίου δεν τα δημοσιεύω.

"Το περασμένο Σάββατο 07 Ιουνίου 2008, βραδυνή ώρα γύρω στις 22:00 ένας ασυνείδητος οδηγός παρέσυρε, τραυμάτισε σοβαρότατα και εγκατέλειψε στο δρόμο την ξαδέρφη μου Κατερίνα Τσιγαρίδα, καθώς εκείνη διέσχιζε την διάβαση της ΣΤΑΣΗΣ ΜΕΤΡΟ ΜΕΓΑΡΟΥ ΜΟΥΣΙΚΗΣ επί της Βασιλίσσης Σοφίας στο ρεύμα καθόδου με κατεύθυνση το
HILTON. Παρακαλώ θερμά την προώθηση του μυνήματος προς πάσα δυνατή κατεύθυνση για τον εντοπισμού του οδηγού.

Ευχαριστώ θερμά εκ των προτέρων

ΤΣΙΓΑΡΙΔΑΣ ΣΠΥΡΟΣ"

Thursday, June 12, 2008

Όπου φύγει φύγει - Φυγείν αδύνατον

Στα πενήντα φεύγα του, με λευκό κεφάλι πια, ξεστομίζει μια χούφτα λέξεις προς το νεαρό παλικαράκι απέναντί του, με απόγνωση: "Ρε φίλε, δουλειά ψάχνω, μήπως ξέρεις τίποτα;".

Την ίδια ώρα ο πληθωρισμός και η τιμή του πετρελαίου ανεβαίνουν. Στην εικονική οικονομία που η πραγματικότητα αδυνατεί να συλλάβει. Οι γραμμές με μετοχές και αριθμούς τρέχουν καλπάζοντας στις οθόνες των χρηματιστηριακών αγορών όλου του κόσμου. Αναβοσβήνουν σταφταλίζοντας, καθρεφτιζόμενες στα μάτια των "νικητών" που γυαλίζουν. Για πόσο ακόμα; H ξέφρενη κούρσα των ανυποψίαστων pixels πού "κρασάρει"; Οι ηττημένοι, από την πείνα, δεν έχουν όραση να δουν την ίδια τη φρίκη.

Τυφλώθηκε ο Οιδίποδας.

Οι ώρες εργασίας, λέει, αυξάνονται, δηλαδή πού πάνε; Ξεπερνούν τις 24 ώρες το 24ωρο; Ποιος Θεός του Χρόνου μπορεί να το κάνει αυτό; Ύβρις-Άτη-Δίκη, αγαπητοί μου. Έλεος, φόβος και κάθαρση.
Ποιος θα είναι εκείνος που θα απομείνει θεατής να την απολαύσει την κάθαρση;

Wednesday, June 11, 2008

Αγνές προθέσεις

Ό,τι θα είχε αρχίσει ο ποδοσφαιρικός αγώνας στην τηλεόραση. Μαγνητισμένοι οι περισσότεροι μπροστά στις οθόνες τους θα σκέφτονταν μόνο τα σουβλάκια ή τις πίτσες απλωμένα μπροστά τους. Στους δρόμους η κίνηση είχε λιγοστέψει. Η τσίκνα από τις ψησταριές ταξίδευε χάρη στο ελαφρύ αεράκι που περιπλανιόταν πάνω απ' την πόλη. Δυο γνώριμοι έξω από ένα σουβλατζίδικο παρά λίγο να τσακωθούν για το αν θα έπαιρναν δύο ή τρία σουβλάκια. Ήρθε ο Πόντιος Πιλάτος και τους έδωσε τη λύση: η σκιά μιας γυναίκας αποστεωμένης, με γκρίζα κοντοκομμένα μαλλιά λες με κανένα μαχαίρι, κάθισε στη ρίζα της ψησταριάς στην αθέατη γωνία να φάει μια τυρόπιτα και να ξεδιψάσει με μια πορτοκαλάδα. Τρία λοιπόν τα σουβλάκια. Το ένα δόθηκε σε κείνη. Με φόβο μήπως αντιδράσει αλλιώς και η ντροπή τους μεγαλώσει. Η ντροπή για τις αγνές τους προθέσεις που δεν βοηθούν στην ουσία κανέναν. Οι σακούλες της γυναίκας γύρω της είναι η μόνη της ασπίδα. Το "σπίτι" που περιφέρει.
Ένα από τα όπια του λαού είχε κάνει καλά τη δουλειά του για άλλη μια φορά. Είχε κλείσει την κουρτίνα να μην δουν οι πολλοί τι συμβαίνει. Άλλωστε πόσο τους αφορά η ήττα ενός νυχτωμένου στους δρόμους από τη νίκη ή την ήττα σε ένα αλαλάζον και απαστράπτον γήπεδο; Το παχύ χορτάρι θρέφει τη μακαριότητά τους. Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι.
Αλλά και το χορτάρι να μην ήταν, ποιος θα άφηνε την αγαπημένη του βόλτα, το αγαπημένο του σίριαλ, τέλος πάντων το κάτι τι αγαπημένο του να χάσει τη ζαχαρένια του όψη μπροστά στην επιτακτική ανάγκη του άλλου για επιβίωση; Να μην φτάσω στην επιτακτική ανάγκη του άλλου για αγάπη. Ζητάω πολλά και δεν έχω να δώσω για να τα αποκτήσω, φαίνεται.
Η γυναίκα και η σκιά της κι απόψε θα είναι εκεί ή κάπου αλλού. Οι δύο γνώριμοι, με τη γνώση της ματαιότητας της ανθρωπιάς τους, θα είναι κι εκείνοι κάπου αλλού. Και το χορτάρι θα είναι εκεί αμετακίνητο να χαϊδεύει τις πτώσεις, να κατευνάζει τις ήττες. Μπάλα είναι και γυρίζει. Μα, καλά γιατί δεν γυρίζει για όλους; Γυρίζει μόνο για τους πάνω και όχι για κείνους που είναι κάτω πεσμένοι, πιο κάτω και από το πράσινο γυαλιστερό και θωπευτικό χορτάρι.

Tuesday, June 10, 2008

Ταπεραμέντο

«…κανείς δεν μπορεί να ορίσει και να τιθασεύσει το ταπεραμέντο του άλλου –όχι περισσότερο απ’ όσο μπορεί να το κάνει με τις καταιγίδες, τον αγέρα ή τον κεραυνό..."

Απόσπασμα από το βιβλίο του Ζιλ Λερουά, "Ένα μπλουζ για τη Ζέλντα" που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση της Μαριλένας Κοραντζάνη.

Tuesday, June 03, 2008

Το φως μιας φάβας

Χτύπησε το τηλέφωνο σήμερα. Μετά από χρόνια έδειξε αυτό τον αριθμό η οθόνη. Η γνώριμη φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής έμεινε άγνωρη για μερικά δευτερόλεπτα. Επιστροφή ενός ανθρώπου από το παρελθόν* που έχω την έννοια του όλα αυτά τα χρόνια* που έχω συνδυάσει όλες τις χαρές και τις λύπες της ενήλικης ζωής μου μαζί του. Όσο δεν εμφανιζόταν όλον αυτόν τον καιρό και οι χαρές και οι λύπες μου ήταν μισές.
Σαν τη φάβα που ανακάτωνα χθες στην κατσαρόλα μου. Την έλιωνα, την έλιωνα, αλλά θα έμενε μισή ακόμη, αν δεν χτυπούσε το τηλέφωνο.
Τωρα, είναι ολόκληρο το φως μιας φάβας.

Στη μοναξιά των δρόμων




Κατέβηκα από τα σκαλοπάτια και τον πήρε λοξά το μάτι μου. Τον είχαν ξαπλάρει απέξω απ' το σκουπιδοτενεκέ. Ελπίζω να μη μείνει εκεί για πολύ ώρα* να βρεθεί καμιά τρυφερή παιδική καρδιά και να τον πάρει μαζί της... Για να μην μείνει εκτεθειμένος στα αδιάκριτα βλέμματα σαν και το δικό μου. Προφανώς εξορίστηκε από κανένα εφηβικό ή φοιτητικό πια δωμάτιο.


Monday, June 02, 2008

Ο Μικρός Πρίγκιπας στους Δρόμους Ζωής


(Ή αλλιώς «I wish I was a frog»)

Το τηλεφώνημα με τη φίλη που δεν έχει ανθρώπους στη ζωή της και όλο παραπονιέται γι’ αυτό, απέβη άκαρπο. Είχε πιει χθες το βράδυ έναν καφέ, δεν κοιμήθηκε καλά και καλύτερα να μείνει να ξεκουραστεί στο σπίτι… Ναι, καλύτερα να μείνεις στο σπίτι. Να μην μοιραστείς τίποτα* ούτε μια τοσοδούλα απόλαυση. Να καθίσεις να μαραζώνεις για το ότι η ζωή δεν είναι ωραία. Εγώ όσο έχω χέρια θα χειροκροτάω, γι’ αυτό πρέπει να πάω στα παιδιά που θα παίξουν το Μικρό Πρίγκιπα.
Τα Σαββατοκύριακα, αν δεν έχω να πάω κάπου επίσημα, βάζω τα αθλητικά μου με σκοπό να περπατήσω όσο το δυνατόν περισσότερο. Ε, σκέφτηκα, παιδικό θέατρο, θα φορέσω και την μπλούζα με το γάτο με τα γυαλιά παλιού αεροπόρου (σαν κι αυτόν που ήταν ο Σαιντ-Εξυπερύ) που εύχεται να ήταν βάτραχος (προφανώς για να τον φιλήσουν και να γίνει πρίγκιπας) και έχω καθαρίσει…

Κούνια που με κούναγε. Έφτασα στο θέατρο Κιβωτός που φορούσε τα καλά του, όπως και η Μάτζικα των Δρόμων Ζωής. Η τελευταία ήταν τόσο απαστράπτουσα και συγκεντρωμένη στο έργο της που δεν φανταζόμουν ότι, λίγη ώρα αργότερα στο καλωσόρισμά της στην έναρξη της παράστασης, θα έσπαγε η φωνή της απ’ τη συγκίνηση. Δάκρυσα κι εγώ. Είμαι ευσυγκίνητη τελευταία άγνωστο γιατί. Αυτό δεν ήταν τίποτα. Μόλις είδα τα μάτια των παιδιών να γυαλίζουν πάνω στο σανίδι, κι άλλο κλάμα η κυρία…

Οι «κυράδες» –μάλλον δασκάλες των παιδιών απ’ το σχολείο- που με περιστοίχιζαν, την ώρα της αναμονής είχαν στήσει το κουβάρι των στερεότυπων και των δεδομένων τους* οι προκαταλήψεις σε όλο τους το μεγαλείο: «ο τάδε δεν ξέρει να διαβάζει καλά, η δείνα θεωρείται μεγαλοκοπέλα πια στο σπίτι της καθότι ανύπαντρη στα 17 της» και όλο τέτοια. Τα δεδομένα τους. Δεν πιστεύω ποτέ στα δεδομένα. Και δη των άλλων. Διαψεύδω μια ζωή τα δεδομένα τους, πάω κόντρα σ’ αυτά και γουστάρω τρελά. Οπότε είμαι μ’ εκείνους που τα δεδομένα δεν είναι υπέρ τους, όπως μ’ αυτά τα παιδιά που δεν τα έχουν όλα στο ξεκίνημα της ζωής τους για να πάνε μπροστά (είδαμε πόσο μπροστά πάνε και ορισμένοι κανακεμένοι και μοσχοαναθρεμμένοι…τέλος πάντων) και πρέπει να μοχθήσουν πολλαπλάσια για να κατακτήσουν ακόμη κι αυτά που θεωρούνται «δεδομένα» για τους υπόλοιπους, όπως η γλώσσα.

Γι’ αυτό συγκινήθηκα τόσο με την παράστασή τους. Άρθρωναν τον πιο μαγικό λόγο του κόσμου με το σοφό και σαφές μήνυμα που περνούσε σ’ εκείνα πρώτα ο Μικρός Πρίγκιπας. Όχι τίποτα άλλο, σωπάσανε και οι επικριτικές καρακάξες γύρω μου. Το βουλώσανε, ρε παιδάκι μου. Ναι, ξέρω δεν είναι ευγενικό… Κι αυτές χειροκρότησαν στην τελική. Εδώ να σωπάσω εγώ.

Εκεί που δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τη συγκίνησή μου, γιατί είμαι και παλιομελό και δεν αντέχω, ήταν όταν μπήκε στην πλατεία ένας μπαμπάς των παιδιών, με σπασμένο πόδι. Σκέφτηκα τη στεναχώρια του να μην μπορεί να δουλέψει στην κατάστασή του, παρόλα αυτά βρήκε το κουράγιο να δει το παιδί του στη σκηνή να παίζει…Κρακ κρακ οι πατερίτσες. Και να καμαρώνει το παιδί του στη θεατρική παράσταση που έλαμπε όταν έπαιζε, γιατί έπαιζε και για κείνον πρώτα απ’ όλα…

Και βγήκα φτερό στον άνεμο έξω απ’ το θέατρο. Πέταξα από το Γκάζι στον Κεραμεικό και από εκεί Θησείο κι ανηφόρισα για το μετρό Ακρόπολη κάνοντας την ωραία περαντζάδα της Αποστόλου Παύλου και της Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Απ’ την αντίθετη κατεύθυνση κατέφθαναν κουστουμάτοι και ακριβοντυμένες για το Ηρώδειο. Ξεφόρτωναν οι λιμουζίνες του διπλωματικού σώματος. Άλλο θέατρο γι’ αυτούς, άλλο για μένα. Είπαμε άλλα τα δεδομένα. Σκέφτηκα έναν μικρό, ταλέντο από το θίασο των Δρόμων Ζωής, μετά από χρόνια να έχει νικήσει τα "δεδομένα" τους και να δίνει παραστάσεις για δαύτους.

Τα δικά μου ηφαίστεια από το δικό μου πλανήτη καπνίζουν ακόμα, θέλουν καθάρισμα κι άλλο, κι ας φρόντισαν τα παιδιά των Δρόμων Ζωής να μου καθαρίσουν το μυωπικό μου ορίζοντα και με γυαλισμένους φακούς επαφής απ’ τα δάκρυα να δω τον κόσμο λίγο πιο λαμπερό κι ελπιδοφόρο.

Μπήκα στο μετρό. Η μπλούζα με το βάτραχο είχε αρχίσει να κολλάει επάνω μου από τη ζέστη. Το εξυπνακίστικο logo της έκαιγε στο θώρακά μου: «I wish I was a frog». Στην αποβάθρα είχα μόλις συναντήσει έναν πρίγκιπα με λευκά, σπαθάτο και δόκιμο, του Ναυτικού. Λευκά γάντια, πηλίκιο και ολόλευκα παπούτσια. Ατσαλάκωτος. Μπήκε στο ίδιο βαγόνι με μένα. Πρίγκιπας απ’ τα όνειρα της μαμάς μου βγαλμένος* εκείνη παντρεύτηκε τον άντρα που είχε δει στον ύπνο της με λευκά ρούχα και λευκό αυτοκίνητο, τον μπαμπά μου. Ο καθένας βρίσκει τον Μικρό του Πρίγκιπα, εκείνον που λαχταρά η ψυχή του και φυτεύει όσα τριαντάφυλλα θέλει στο δικό του πλανήτη.

Ο δόκιμος με άγγιξε με την άκρη του μανικιού του στο γυμνό μπράτσο, καθώς κρατούσε το πηλίκιό του, έτοιμος λες για χαιρετισμό, μην του το πάρει ο αέρας του μετρό που έτρεχε μπροστά και γρήγορα σαν τη ζωή στους δρόμους. Δεν έχω απεκδυθεί ακόμα τη γατίσια μου ελπίδα και το ψαρίσιο μου πνεύμα, έχω δρόμο ακόμα για να γίνω βάτραχος, αν γίνω ποτέ. Θα βλέπω πάντα τον ελέφαντα που τον κατάπιε ο βόας. Το καπέλο των «μεγάλων» το έβγαλα νοερά μπροστά στην αστραφτερή πριγκιποσύνη του δόκιμου, υποκλίθηκα, και με μια γνώριμη γατίσια κίνηση σιωπηλής σαν ψάρι Σταχτοπούτας πετάχτηκα έξω απ’ το τρένο. I wish I was a frog.