Wednesday, May 28, 2008

Στάση για ...χαλίκια



"...Τα βιβλία που είχε διαβάσει στη ζωή του ήταν βέβαια βαριά κι ασήκωτα, τα είχε όμως σκορπίσει σαν χαλίκια πάνω στους πολλούς δρόμους των ταξιδιών και της ζωής του, όπως εκείνο το παραμύθι με το κοντό αγόρι, τα σκόρπισε για να μπορέσει κι αυτός να βρει κάποτε το δρόμο για την ελευθερία, για το σπίτι του..."

Ισίδωρος Ζουργός,
"η αηδονόπιτα",
Εκδόσεις Πατάκη

"The Way We Were"

Η ταινία ήταν του 1973. Σε σκηνοθεσία του Sydney Pollack που μας άφησε, αλλά δεν μας αφήνουν οι ταινίες του.
Θα την είδα κοντά είκοσι χρόνια μετά, στην εφηβεία μου, από την τηλεόραση. Δεν νομίζω ότι έχω κλάψει περισσότερο με ταινία. Όχι τόσο για το ρομάντζο, όπως καταλάβαινα από τότε, αλλά για την τραγική ειρωνεία να κερδίζουν πάντα τα στερεότυπα και να χάνουν οι άνθρωποι.
Αυτοί οι δυο του σεναρίου οι ήρωες ήταν από άλλους κόσμους, το βλέπανε, ρε παιδάκι μου, και το βλέπανε και οι άλλοι. Η αδυναμία να φτιάξουν το δικό τους καινούριο κοινό κόσμο που θα τους χωρούσε και τους δυο, με εξοργίζει ακόμα. Και κέρδισε το ωραίο το στερεότυπο. Με γεια του με χαρά του.
Μια ταινία είναι απλώς, αλλά κοίτα ένα περίεργο πράγμα, βρε παιδί μου, να σε κάνει να κλαις με μαύρο δάκρυ...ακόμα.

Tuesday, May 27, 2008

Ο Μικρός Πρίγκιπας

είναι ο μόνος ίσως πρίγκιπας που πιστεύω στη ζωή μου ακόμη. Και είναι εκείνος που φροντίζει το αγαπημένο του ιδιότροπο τριαντάφυλλο μη και του πάθει τίποτα* και καθαρίζει και τους κρατήρες του δικού του πλανήτη με επιμέλεια μεγάλη.
Βάλτε ένα χεράκι να καθαρίσουμε μερικούς κρατήρες ακόμη... Α, και να φυτέψουμε και κανένα όμορφο τριαντάφυλλο στην ψυχή μας, γιατί είμαστε όλοι οι Μικροί Πρίγκιπες του εαυτού μας...

Monday, May 26, 2008

Αγκάθια

Τον εχθρό, λέει ο Σοφοκλής στον "Αίαντά" του, να τον εχθρεύεσαι σαν να επρόκειτο την άλλη στιγμή να γίνει φίλος σου,
και το φίλο σου να τον αγαπάς σαν να επρόκειτο να τον χάσεις.

Friday, May 23, 2008

Thursday, May 22, 2008

Λουλούδι στον τοίχο

Αυτό το τόσο δα χορταράκι φύτρωσε στον τοίχο.
Μεγάλη αποκοτιά από μέρους του.
Στο σκαλοπάτι που διάλεξε ν' ανθίσει
θα ποδοπατηθεί.
Το ξέρει.
Αλλά επιμένει.
Θέλει να έχει την ελευθερία ν' αναπνεύσει
όπου βούλεται η φυτική του καρδιά
και μετά, ας εκπνεύσει.
Ελεύθερα.
Αν με είχε ρωτήσει,
θα το είχα συμβουλεύσει:
"Τράβα δυο βήματα πέρα, σε περιμένει ο κήπος
εύφορος και πλατύς κι απλόχωρος".
Θα μου είχε απαντήσει:
"Ευχαριστώ, κάποια άλλη φορά.
Εκτιμώ την ειλικρίνεια
κι ας με σκοτώσει".
Ύστερα θα γυρνούσε τα λεπτά του φύλλα
προς τον ήλιο.
Θα είχε χαιρετίσει τη ζωή
κι εμένα
από ευγένεια,
με ένα χαμόγελο σαρδόνιο
και θα στέκονταν εκεί
να βάλει τρικλοποδιά
στον ανέμελο διαβάτη.
Άτη.
Από ανάγκη.


Ξεκίνησα να γράψω ένα κείμενο για ανθρώπους-μαραμένα λουλούδια. Για κάποιο λόγο τους τραβάω κοντά μου. Ίσως επειδή τους διακρίνω αμέσως στους κήπους της ζωής. Ίσως επειδή από μικρή εμένα με καλοποτίσανε και δεν είχα ανάγκη ή κι αν είχα, με είχαν εκπαιδεύσει, με αξιοπρέπεια να την κρύβω.
Αυτά τα μαραμένα λουλούδια, λοιπόν, ζητούν ενίοτε τη γνώμη μου, τη συμβουλή μου, την κατά κάποιον τρόπο συμβολή μου. Καμιά φορά με θέλουν απλώς κι ως αυτόπτη μάρτυρα του ό,τι σκύβουν το κεφάλι, μαραίνονται, ξεραίνονται και αποσύρονται από τη ζωή. Ένα θεατή στο δράμα τους.
Αργά καταλαβαίνουν -γιατί είναι απασχολημένοι με το ανέβασμα του προσωπικού τους δράματος- ότι εγώ δεν συναινώ να φτιάξουμε όλοι μαζί μαραμένους κήπους ή να γίνουμε απευθείας λίπασμα. Και παίρνω όποιο ποτιστήρι βρω, συνήθως με τη μορφή των αδίστακτων λέξεών μου, κι αρχίζω να καταβρέχω το χώμα και στη συνέχεια, θέλω να φυτέψω σπόρους και τους δείχνω τα δικά μου πρώτα χορταράκια που σκάνε μύτη με χαρά και καμάρι από το έδαφος.
Τότε οι μεγάλοι σκηνοθέτες της θλιβερής τους θλίψης αρχίζουν να μου απαριθμούν τις γελοίες δικαιολογίες τους: "Το δικό σου σκαλιστήρι ήταν καλύτερο, οι δικοί σου σπόροι ήταν καλύτεροι, το δικό σου χώμα ήταν καλύτερο και καλύτερο και καλύτερο και καλύτερο... Και τέλος πάντων, σε σένα είναι όλα τόσο καλύτερα που καλύτερα εγώ να φύγω να πάω να παίξω το εργάκι μου σε άλλο κοινό που θα χάψει το παραμύθι μου και δεν θα βγάλει μιλιά..." Αυτό είναι το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε: να μην ΒΓΑΖΟΥΜΕ ΜΙΛΙΑ στα δράματα των άλλων. Να παρακολουθούμε απαθείς κι αδρανείς. Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα: να αφήνουμε τους κήπους να ξεραθούν, χωρίς να βγάζουμε μιλιά.
Μάλιστα, τι τα θες; Το δικό σου λουλούδι εσύ πήγες και το φύτεψες στο σκαλοπάτι, έχει βαθιές ρίζες, αλλά κινδυνεύει εκεί στη γωνία, στην κόψη του σκαλοπατιού. Τουλάχιστον, κινδυνεύει ελεύθερο λουλούδι στον τοίχο.



Διαβάστε κι ένα καταπληκτικό κείμενο με τον τίτλο "Εκείνο το λουλούδι που μαραίνεται"

Monday, May 19, 2008

«Διάττων» αστέρας γραφής 200 ετών

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 17/5/2008)

Δυο αιώνες διαφορά. Το λευκό περιστέρι -εδώ θα γίνει πεταλούδα και- θα περάσει ανάμεσα από τις Συμπληγάδες των προκαταλήψεων στο τσακ, πριν εκείνες το συνθλίψουν. Η Σκύλλα και η Χάρυβδη δεν έχουν εκλείψει, απλώς έχουν αλλάξει όψη και καιροφυλακτούν. Η Σφίγγα θέτει ακόμη το αίνιγμά της* όχι πια για το τι είναι άνθρωπος, αλλά για το τι είναι η ανθρωπιά του και μέχρι που φτάνει… Ο Περσέας που κρατάει ακόμη το κεφάλι της Μέδουσας, είναι μέσα στον καθένα και απειλεί να γυρίσει να τον κοιτάξει στην ψυχή του και να τον πετρώσει για πάντα.

Το 19ο αιώνα, η Jane Austen (αν και δεν είχε το όνομα της αδερφής της Κασσάνδρας, αλλά διέθετε στο ακέραιο τη χάρη) μπορούσε να γεμίζει εκατοντάδες σελίδες με αρχέτυπα και κοινωνικά στερεότυπα, χωρίς να εμφανίζει ούτε ένα μυθολογικό τέρας. Ήταν όλοι κύριοι, κόμηδες και λόρδοι* δεσποινίδες, κοντεσίνες και κυρίες. Τα φουστάνια θροΐζανε, με τις οργάντζες και τις μεταξωτές τους κορδέλες, αλλά οι άνθρωποι ήταν οι ίδιοι με κείνους τους πρώτους που πάτησαν στη γη, όπως ίδιοι είναι με τους τωρινούς. Μόνο που τότε ανάβανε φωτιές να ζεσταθούν και κεριά να διαβάσουν, σήμερα πατούν τους διακόπτες του ηλεκτρικού. Η ανθρώπινη ψυχή και η ουσία της είναι η ίδια, μόνο που διαφέρει η οπτική της συγγραφέως Jane Austen. Ευτυχώς που διαφέρει, αλλιώς δεν θα τη διαβάζαμε σήμερα.

Μια φαινομενικά αρραγής, αδιάφορη και ανούσια καθημερινότητα παρουσιάζεται στο μυθιστόρημα «Mansfield Park» (Εκδόσεις Σμίλη, μετάφραση από την Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου). Και στο μεδούλι αυτής της κοινότοπης ζωής, πολύ «ζουμί» για κείνον που θέλει φυσικά να το ρουφήξει, αφήνοντας στις άκρη τη στενομυαλιά και τις προκαταλήψεις του. Γιατί γι’ αυτό γράφει εκείνη η γυναίκα του 19ου αιώνα με τα μεταξωτά μακριά φουστάνια και τους κορσέδες: για τη στενομυαλιά και την προκατάληψη, για το δρόμο της κακίας και της αρετής, για την ανθρωπιά και το αντίθετό της (δηλαδή η ψεύτικη κοσμικότητα, η κοινωνικότητα της πλάκας, η υποκρισία, η λάσπη της αδιαφορίας). Η Jane Austen φτιάχνοντας με μαεστρία ένα από εκείνα τα γνώριμα σκηνικά της, με την αγγλική εξοχή στα μεγάλα φόρτε της και τον κοινωνικό ιστό της στο μικροσκόπιο της τέλειας και σχεδόν αδιόρατης ειρωνείας της δημιουργού, βάζει να πρωταγωνιστήσει η Φάνυ Πράις (αστεία τιμή, η ομόηχη ερμηνεία του ονοματεπώνυμού της). «…Ήταν πολύ ευαίσθητο παιδί, αλλά τα αισθήματά της δεν έβρισκαν καμιά κατανόηση και συνεπώς καμιά τρυφερή φροντίδα. Κανείς δεν ήθελε να την πληγώσει, αλλά και κανείς δεν έμπαινε στον κόπο να ασχοληθεί με την ψυχική της γαλήνη…». Μια φτωχή μικρούλα που μεγαλώνει στο Μάνσφηλντ Παρκ, ευεργετημένη από τους πλούσιους συγγενείς της. Οι ξαδέρφες, οι ξάδερφοι οι θείοι και οι θείες. Και ανάμεσα σε κείνους, ο άνθρωπος που ερωτεύεται. Μια γυναίκα με όλες τις συνθήκες και τις συμβάσεις εναντίον της που κατορθώνει να υπερασπιστεί την ανήκουστη, για την εποχή εκείνη, επιθυμία της: να παντρευτεί τον άντρα που ερωτεύτηκε. «…Κατά τη γνώμη μου, πρέπει όλοι να παντρεύονται, αρκεί να καλοπαντρεύονται. Δεν θέλω να χαραμίζονται οι άνθρωποι, αλλά πιστεύω πως καλό είναι να παντρεύονται όταν ξέρουν πως θα τους βγει σε καλό…».

Ανάμεσα στις υποταγμένες στις κοινωνικές επιταγές γυναίκες τους 19ου αιώνα ξεπροβάλλει ένας μίσχος ανεξαρτησίας και ειλικρινούς ανθρωπιάς. Μια ηρωίδα που δεν θέλει λεφτά για να ανταλλάξει τον εαυτό της στο ιδιότυπο σκλαβοπάζαρο της ζωής που λαμβάνει χώρα γύρω της. «…ο γάμος είναι κατεξοχήν η συναλλαγή όπου ο καθένας περιμένει τα πάντα από τον άλλον και δίνει τα λιγότερα ο ίδιος…». Μια πρωταγωνίστρια που κρύβεται από την κοινή θέα* που προτιμά να αφήνει τους άλλους να εκτίθενται στις πρόσκαιρες λάμψεις μιας ματαιοδοξίας που αποκαλύπτει απολύτως την ψευτιά και την άνεσή τους να την υπηρετούν. «…Τους δίδασκαν τα πάντα εκτός από ήθος…». Είναι μια γυναίκα που παρουσιάζεται από την Jane Austen μέσα σε ένα ηθικό πλαίσιο που οροθετείται από τα συρματοπλέγματα της οικονομικής εξασφάλισης και της κοινωνικής καταξίωσης (μη μου πείτε ότι έχει αλλάξει πολύ το αξιακό μας σύστημα σήμερα…). Θεωρείται «ισχυρογνώμων, ξεροκέφαλη και εγωίστρια», όταν δεν κολακεύεται από τον πλούσιο γόνο μιας «καλής» οικογένειας και δεν υποκύπτει στα καπρίτσια της επιπολαιότητάς του. Είναι ένας άνθρωπος που δεν αρκείται στο «απέξω», στην καλή μαρτυρία της μάσκας και του κοστουμιού που φορά κανείς στα εκάστοτε «σαλόνια», δεν γοητεύεται από το λαμπερό τους ξεγέλασμα και φυσικά δεν τα προσκυνάει. Και φυσικά θεωρείται «περιθωριακή» μέσα στην ίδια τη συγγενική της εστία. «…Σηκώνεται και πάει βόλτα μόνη της όποτε της έρθει, και έχει μια κρυψίνοια, ένα πνεύμα ανεξαρτησίας και τέτοιες αηδίες, που εγώ θα τη συμβούλευα να εγκαταλείψει…». Η ανεξαρτησία της είναι δακτυλοδεικτούμενη, αλλά η συγγραφέας την υιοθετεί ως κύριο χαρακτηριστικό της ηρωίδας της, φυσικά για να το αποθεώσει στο τέλος, αφού κερδισμένη βγαίνει η επιθυμία, η ερωτική έλξη και διόλου η σύμβαση, το οικονομικό κέρδος, το κοινωνικό όφελος. «…τίποτα δεν είναι παράφωνο μόλις ο έρωτας αρχίσει να σαλεύει…».

Εκείνο που γοητεύει περισσότερο στην προσωπικότητα της Φάνυ Πράις είναι αυτές οι «δεύτερες» ενδόμυχες σκέψεις της που βάζει στο κείμενο η συγγραφέας. Είναι όλες εκείνες οι εκδοχές της συμπεριφοράς της που αναλύονται. Είναι η πολυεπίπεδη ανάλυση του ψυχισμού της. «…Είμαστε ανεξιχνίαστοι από πολλές απόψεις, αλλά η ικανότητά μας να ξεχνάμε και να θυμόμαστε είναι η πιο απρόσιτη στην κατανόησή μας…». Και φυσικά όλα εκείνα τα στοιχεία που της προσδίδει, την κάνουν αγαπητή, ακριβώς επειδή δεν είναι άνθρωπος του καιρού της, αλλά διακοσίων ετών μετά (αυτό θα πει ότι ήταν διακόσια χρόνια μπροστά η Jane Austen).

Γι’ αυτό ακριβώς οι προκαταλήψεις-συμπληγάδες είναι ετοιμοπόλεμες να συντρίψουν την ψυχούλα της Φάνυ Πράις, αν δεν ξεπουληθεί σε μια τιμή ευχαρίστως. Η συγγραφέας την αφήνει να ξεγλιστρήσει -στο μέλλον της κλασικότητας που της επιφυλάχθηκε- στην εκπνοή της ιστορίας. Θα απαντήσει σωστά η Φάνυ στο αίνιγμα της Σφίγγας με τη στάση της, παραμένοντας ο πονετικός, χαμηλών τόνων (αλλά βαρέων βαρών στο θάρρος και την αγάπη) άνθρωπος. Κι έτσι δεν θα αφήσει τον εαυτό της έρμαιο στις επιθυμίες των άλλων, δεν θα «πετρώσει» την ψυχή της για να ικανοποιήσει το κατά συνθήκη κοινωνικό ψεύδος και θα αναδείξει αυτό που διαθέτει πάνω απ’ όλα: την τρωτότητα και την «ανθρωπινότητά» της.

«…Αποκλείεται να μην περιφρονώ ένα προτέρημα που αρκείται στην αφάνεια, ενώ έχει τη δυνατότητα να διακριθεί…»


Sunday, May 11, 2008

Βουτιά χωρίς αλεξίπτωτο στα σπλάχνα της ύπαρξης

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 10/5/2008)


«…Εγώ κι ο εαυτός μου δυο ξένοι που τα λένε, αρκούμε…Όλοι έχουμε υφάνει ένα δυναμικό κουκούλι γύρω μας, κι είμαστε μόνοι…Είμαι ένα μικροσκοπικό αυτοκόλλητο χαρτί σ’ έναν τοίχο, και πάνω μου βαραίνουν γιγαντοαφίσες…»



Υπαρξιακό θρίλερ θα μπορούσα άκοπα να χαρακτηρίσω το βιβλίο του Κυριάκου Αθανασιάδη «Πανταχού απών-Μια αληθινή φαντασία» (Εκδόσεις Τυπωθήτω), αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Αυτό είναι ένα καλό περίβλημα (ένα φιλόξενο κοχύλι), για να φιλοξενηθεί κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο, κάτι πιο «θρεπτικό» και ωφέλιμο: ένα μυθιστόρημα. Με την έννοια που δίνει ο Μίλαν Κούντερα σε αυτό, ότι δηλαδή ένα μυθιστόρημα δεν υποθάλπει καμία βεβαιότητα και ξυπνά την επιθυμία διαρκούς αναζήτησης, προκειμένου ο αναγνώστης να κατανοεί τον κόσμο ως ερώτημα, «…Σ’ έναν κόσμο χτισμένο πάνω σε ιερές βεβαιότητες, το μυθιστόρημα πεθαίνει...».

Ο Κυριάκος Αθανασιάδης χρησιμοποιεί τη φόρμα ενός αναγνώσματος τρόμου –ακόμη και σε επίπεδο συναισθηματικής και ψυχολογικής φόρτισης- με σκοπό να αποκαλύψει το απέραντο κενό ενός ανθρώπου της εποχής. Της δικής μας εποχής. Και γράφει ένα μυθιστόρημα έντονο, κυκλοθυμικό, ιδιότροπο (με τη σημασία εκείνου που ξεχωρίζει από το σωρό και τη σορό των ευτελών κειμένων που επιχειρεί να στήσει η ευκολία του να ονομάζουμε κάθε βιβλίο πάνω από τις 200 σελίδες «μυθιστόρημα»). Το βιβλίο του Αθανασιάδη είναι μόλις 182 σελίδες, αλλά είναι μυθιστόρημα. Σου τραβάει το χαλάκι κάτω από τα πόδια. Σε φέρνει στον καθρέφτη να δεις τί φρικαλέες ομοιότητες διαθέτεις με τον κεντρικό του ήρωα, αυτό το φιλήσυχο νεαρό άνθρωπο, τον εργατικό, που δεν κατέχει καμία τέτοια ιδιότητα που θα σε κάνει να τον υποψιαστείς για το οτιδήποτε* ένας άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, όπως θέλει να τον καταστήσει η αγριότητα της ζωής σε έναν κόσμο που χειραγωγείται από το Κενό. Που εκκενώνεται το μέσα του εντέχνως από την πολιτική, κοινωνία, οικονομία, προκειμένου να είναι ένα σαρκίο ακόμα, αδύναμο να αντιδράσει, να εκφράσει, να υπάρξει, να σταθεί ως υπολογίσιμη δύναμη της μοναδικότητας που φέρει.

«…Απ’ όσο θυμάμαι δεν έβλαψα άνθρωπο, τουλάχιστον με τη θέλησή μου, κι όταν μπορούσα να το αποφύγω το απέφευγα. Πατάω με μικρά βήματα στη γη και δεν ανασαίνω περισσότερο απ’ όσο μου αρκεί. Στο σχολείο βοηθούσα αρκετούς συμμαθητές μου αν μου το ζητούσαν, από το πανεπιστήμιο πέρασα χωρίς φωνές και πανικό, στο στρατό έβγαινα πρώτος στη γραμμή των εθελοντών για τα σκουπίδια…στη δουλειά μου, από τότε, είμαι όσο φιλότιμος κι εργατικός χρειάζεται για να μη σκεφτούν ποτέ να με απολύσουν έτσι και τα πράγματα πάρουν στραβό δρόμο γι’ αυτούς…»

Η αλλοτρίωση είναι μια εύκολη υπόθεση. Μια εξοργιστικά εύκολη υπόθεση. Εκείνο που δεν υπολογίζεται, είναι η αντίσταση του «μέσα» του καημένου του αλλοτριωμένου ανθρώπου: τι κάνει αυτός ο «πειραγμένος» εαυτός, το σακατεμένο μυαλό, η κουρασμένη και θλιμμένη ψυχή, προκειμένου να αποτρέψει το τέλος της. Μα, φυσικά, φέρνει αυτό το τέλος πιο κοντά. Για όλους. Και για τον ίδιο και για τους άλλους. Δεν θα πω την ιστορία του βιβλίου, αξίζει τον κόπο κανείς να τη διαβάσει, ακριβώς για να νιώσει στο στομάχι του αναταράξεις, για να ιχνηλατήσει το δικό του προσωπικό κενό, για να καταβυθιστεί στον ίδιο του τον εαυτό, θέτοντας ερωτήματα. Πολλά ερωτήματα.

Κάπου θα δει τον εαυτό του να ξεπροβάλλει. Στις οριακές του στιγμές. Θα εναγκαλιστεί με τη σαγήνη και το γόητρο του κακού μέσα του. Με ίλιγγο. Σαν να πέφτει από χιλιάδες πόδια ύψος, χωρίς αλεξίπτωτο, χωρίς δίχτυ ασφαλείας, χωρίς δικαιολογίες και ψεύτικες αγαθοσύνες και καλοσύνες, χωρίς τα καλολογικά στοιχεία της ψυχής του. Απογυμνωμένος από το πλαστικό περιτύλιγμα των ημερών. «…Εγώ είμαι αυτός που περπατάει καμπουριασμένος, σα να κουβαλάει ένα παιδί στις πλάτες του…» Παίρνεις πραγματικά το παιδί –εκείνο το σκληρό και άτεγκτο με την αφοπλιστική ειλικρίνεια που κόβει σαν ξυράφι- που ζει μέσα σου, στους ώμους και τραβάς. Μπροστά (Στο μέλλον που θα έρθει χλωμό). Και μέσα (Στο μέλλον που κυοφορείται επικινδύνως). Στα έγκατα της ύπαρξής σου. Διανύοντας μαιάνδρους εξοντωτικά ισοπεδωτικής καθημερινότητας. «…μόνο η περιφερειακή μου όραση λειτουργεί ικανοποιητικά, το υπόλοιπο τοπίο μπροστά μου είναι ένα πύρινο μετείκασμα, υφασμένο με καρβουνόσκονη…»

Το καμένο τοπίο δεν είναι μακριά. (Η Ωραία Ελένη δεν φαίνεται πια και οι απανταχού Δούρειοι Ίπποι έχουν κάνει καλή δουλειά.) Δεν είναι απαραίτητα μόνο στα πεδία των θεσμοθετημένων πολεμικών συρράξεων, δεν είναι μόνο στην Πελοπόννησο του καλοκαιριού που μας πέρασε, δεν είναι μόνο στο προφανές Κακό που καιροφυλακτεί κάπου αλλού. Είναι τόσο κοντά όσο μια αμελητέα απόσταση διασύνδεσης στους νευρώνες του εγκεφάλου μας. Ένα «τσαφ» στην ψυχή. Το άναμμα ενός σπίρτου. Αλλά αυτό θα είναι η αφορμή. Όσο το απόθεμα συμβάσεων, μοναξιάς, κενού, ανικανοποίητου σωρεύεται, τόσο αρκεί όλο και μια ακόμα πιο ασήμαντη αφορμή για το ένδον Κακό να γίνει ωραιότατη έξωθεν μαρτυρία Κακού. Και τα κανάλια θα αλαλάζουν για το στυγερό έγκλημα και τον παρανοϊκό δολοφόνο που καθάρισε μερικούς και όλοι θα πέφτουν από τα σύννεφα κατά τα νεοελληνικά ειωθότα.«…είμαι σίγουρος πως θα καταρρεύσω στο παραμικρό στραβοπάτημα. Δε θέλω πολύ…» Το καμένο τοπίο είναι μέσα μας και όσο δεν προχωράει η αναδάσωση και όσο η στάχτη ποτίζει την καθημερινή μας άνυδρη πραγματικότητα, τόσο η φλεγόμενη ψυχή κινδυνεύει να κάψει κι άλλους γύρω της. Με ευκολία. Με σύμμαχό της την ευτέλεια. Με ακόμη μεγαλύτερο αρωγό της, την αδιαφορία. «…Ο κόσμος θα εξακολουθήσει να γυρνάει με την ταχύτητα ενός διαστημικού μίξερ, χωρίς να νοιάζεται για λέξεις…»

Ποιος νοιάζεται για τις λέξεις; Εκείνος που νοιάζεται για τις λέξεις, είναι ο συγγραφέας, ο πραγματικός μυθιστοριογράφος –στην προκειμένη περίπτωση ο δημιουργός του «Πανταχού απών»- που παίρνει την απόστασή του από το δικό του κενό και βουτάει με πάθος και χωρίς φόβο στην αναζήτηση της αλήθειας, αυτής της μικρούλας αθέατης αλήθειας που κρυφοκαίει στη στριμωγμένη καρδιά του καθενός, που μόλις αναπνέει στη μαραζωμένη του ψυχούλα, που λαθροκοιμάται στο οξειδωμένο του μυαλουδάκι. Ένας απλός καθημερινός άνθρωπος που απλώς υφίσταται και υφίσταται και μαζεύει και μαζεύει, και συνεχίζει να νομίζει ότι ζει μόνο τα Σαββατοκύριακα και κουλουριάζεται όλη την εβδομάδα στον ερημωμένο αφυδατωμένο και μακρινό εαυτό του. Και δείχνει μόνο το ατελές που τον καταδιώκει έξω και μέσα του. «…Σα να μου ‘λεγε κάποιος ότι ήμουν ένα μισοτελειωμένο, ανολοκλήρωτο βιβλίο. Που ο συγγραφέας του βαρέθηκε δυο Κεφάλαια πριν το τέλος και το παράτησε. Ή που πέθανε πριν κατορθώσει να το γράψει ως την τελευταία σελίδα…»
Ο κύκλος του αίματος ταυτίζεται με εκείνον της ζωής. Θέλει χιλιάδες νεκρούς και νεκρωμένους εαυτούς για να ανθίζει η αέναη συνέχεια του Κενού. Οι απόντες το θρέφουν με τον τρόπο τους, γι’ αυτό εξασφαλίζει τη διαιώνισή του.


Thursday, May 08, 2008

Το βιβλίο


Στην Αθήνα, ένας νέος άνδρας, μόνος. Ακόμη πιο μόνη από κείνον, μια ηλικιωμένη συγγραφέας. Η μοιραία συνάντησή τους. Ξηλωμένα πεζοδρόμια, γραμμένοι τοίχοι, αποτσίγαρα, σκιές μεταναστών, φοιτητές, πρεζόνια και γέροι. Σε μια ταράτσα, ένα σαπισμένο πτώμα. Τέσσερις χειρόγραφες επιστολές και ένα βιβλίο αποκαλύπτουν την αλήθεια. Ποιος προδίδει; Και ποιος εγκαταλείπεται στη στενή καρδιά των δρόμων της πόλης;
Ένα μίνι αστικό θρίλερ της σύγχρονης αθηναϊκής καθημερινότητας. Οι λευκές σελίδες είναι τόσο αθώες όσο οι τοίχοι του νοσηλευτικού ιδρύματος.

Wednesday, May 07, 2008

"Προδοσία και εγκατάλειψη"

Είναι ο τίτλος του πρώτου μου βιβλίου που θα βρίσκεται από αύριο στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Ο εκδοτικός οίκος Πόλις φρόντισε, ώστε να απολαύσω αυτή την έκδοση με τον πλέον μυθιστορηματικό τρόπο: από το αρχικό συγκλονιστικό τηλεφώνημα γνωριμίας που δεν θα ξεχάσω ποτέ, μέχρι και την καταπληκτικά αιφνιδιαστική ανακοίνωση ότι αύριο κυκλοφορεί. (Ας με συγχωρήσουν οι φίλοι που βρέθηκα απροετοίμαστη). Απολαμβάνω την αμηχανία μου και τη μαγεία της.

Η νουβελίτσα ξεκινάει αύριο το ταξίδι της κι αφήνεται στον κόσμο εκεί έξω.

Την απελευθερώνω από την παρουσία μου, έχοντας αρχίσει να γράφω κάτι άλλο πια...

Ευχαριστώ από την ψυχή μου
το Λεφτέρη Μπαρδάκο και την υπέροχη Ελένη του για την καταλυτική τους ανάγνωση, την τέλεια ενθάρρυνσή τους τη στιγμή ακριβώς που την είχα ανάγκη και για τη φιλία τους,
το Θανάση Τριαρίδη για το ότι είναι ο συγγραφέας και ο άνθρωπος που είναι, καθώς και για τη γενναιοδωρία του απέναντί μου και απέναντι σ' αυτή τη νουβέλα,
το Στέφανο Δάνδολο για την πρώτη πρώτη ανάγνωση, τις καταλυτικές του παρατηρήσεις και τις ευκαιρίες που μου έχει δώσει να υπάρξω στη Φιλολογική Βραδυνή, χωρίς αυτές δεν θα είχα διαβάσει τόσο ούτε θα είχα γράψει έτσι,
το Librofilo, το Νuwanda και το Δημήτρη Μαμαλούκα, που διάβασαν επίσης το βιβλίο στην πρώτη του εκδοχή, πριν ακόμη τολμήσω να το πάω σε κάποιον εκδοτικό και με ενθάρρυναν ο καθένας με τον τρόπο του (αν και αυτούς τους "τρεις σωματοφύλακες" τους ευχαριστώ περισσότερο για κείνη τη μαγική συνάντηση μαζί και με τον Αθήναιο, στο ωραιότερο τραπέζι συζήτησης που έχω βρεθεί ποτέ, πριν από δύο χρόνια),
την αδερφή μου τη Γωγώ για την απέραντη υπομονή της μαζί μου και για την αγάπη της,
την Αλεξάνδρα και τη Γεωργία για τις καθησυχαστικές αναγνώσεις τους στην εκπνοή του χρόνου...

Tuesday, May 06, 2008

"Funny Price"


«…Σηκώνεται και πάει βόλτα μόνη της όποτε της έρθει, και έχει μια κρυψίνοια, ένα πνεύμα ανεξαρτησίας και τέτοιες αηδίες, που εγώ θα τη συμβούλευα να εγκαταλείψει…»

Jane Austen, "Mansfield Park",
Εκδόσεις Σμίλη-Αθήνα 2001,
Μετάφραση-Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου

Monday, May 05, 2008

Ο κύκλος των …μεγάλων συγγραφέων

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 3/5/2008)

«…Οι συγγραφείς ζούσαν σε μια δική τους κοινωνία, έξω απ’ την κατεστημένη ιεραρχία, κι αυτό τους έδινε μια εξουσία που δεν πήγαζε από κανένα προνόμιο* την εξουσία να πλάθουν εικόνες του συστήματος εκτός του οποίου παρέμεναν, και, επομένως, να το κρίνουν…»


Τι σχέση μπορεί να έχει ένα προαύλιο ελληνικού σχολείου στα τέλη της δεκαετίας του ’80, με ένα αριστοκρατικό οικοτροφείο της Νέας Αγγλίας ακριβώς τριάντα χρόνια νωρίτερα; Σε απολύτως ρεαλιστική βάση, καμία. Σε αυστηρά προσωπικό αναγνωστικό επίπεδο, εμένα το μυθιστόρημα του Tobias Wolff που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις με τίτλο «Το παλιό σχολείο», σε μετάφραση Παντελή Κοντογιάννη και επιμέλεια του Αχιλλέα Κυριακίδη, με γύρισε στα σχολικά μου χρόνια. Όχι με νοσταλγία, αλλά κατορθώνει να επαναφέρει στη μνήμη, με δυναμικό τρόπο, βιώματα καταλυτικά για το ύστερα. Να εξηγηθώ: στο πρώτο καθοριστικό στάδιο της κοινωνικοποίησης ενός ανθρώπου, τη σχολική κοινότητα, το πρώτο πράγμα που αναγκάζεται κανείς να μάθει, είναι να λέει την αλήθεια καταρχάς –την κοινά παραδεκτή- και κατά συνέπεια την αλήθεια γι’ αυτό που είναι ο ίδιος. («…Η αλήθεια θέλει να την αναζητείς, και κάπου κάπου σου επιτρέπει να την αντικρίσεις…»). Και φυσικά, αναγκάζεται να βρει τον τρόπο και τα μέσα να υπερασπιστεί τον ίδιο του τον εαυτό πρώτα μπροστά στα δικά του μάτια και στη συνέχεια να μάθει να καθρεφτίζεται με δημιουργικό και αποτελεσματικό τρόπο στα μάτια των συμμαθητών του και των δασκάλων του. Αυτό που είσαι στα δώδεκά σου ή στα δεκαπέντε σου στο σχολείο, μάλλον συνεχίζεις να το κουβαλάς και στα τριανταπέντε ή τα σαρανταπέντε σου στη ζωή εκεί έξω.

Ο μαθητής, ο κεντρικός ήρωας -και αφηγητής- του μυθιστορήματος του Wolff, βρίσκεται στο ιδανικό μέρος, («…εν απουσία άλλων διακρίσεων, γινόσουν δέσμιος ενός συστήματος αξιών που σε εκτιμούσε μόνο για ό,τι πετύχαινες μόνος σου…») -όπως ίσως θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ότι είναι ένα φυτώριο εκκολαπτόμενων συγγραφέων: ένα σχολείο που καλλιεργείται η εστέτ πλευρά της λογοτεχνίας* ή καλύτερα τα στοιχεία εκείνα που την αποτελούν στη σύγχρονη εποχή, δηλαδή η ειρωνεία, η αλαφράδα, οι λεπτές αποχρώσεις των αναγνώσεων και της γραφής, όπως προκύπτουν από τη βαθιά και συνεχή ενασχόληση μαζί τους. Αλλά δεν φτάνουν αυτά για να γίνει κάποιος συγγραφέας. Αν δεν έρθει η ματαίωση της ίδιας του της αλήθειας και άρα η πληγή και άρα η ανάγκη να επουλωθεί, τότε ίσως ο μικρός ήρωας του βιβλίου να μην κατόρθωνε ποτέ να αισθανθεί συγγραφέας. («…Είναι στη φύση της λογοτεχνίας να συμπεριφέρεται κατ’ εικόνα του πεπτωκότος κόσμου που καθρεφτίζει, αυτής της σκιερής επικράτειας όπου η υπεκφυγή βασιλεύει και η βεβαιότητα είναι μια ψευδαίσθηση…»). Γιατί, όπως υποστηρίζει και ο ίδιος ο Tobias Wolff –ο οποίος σημειωτέον διδάσκει λογοτεχνία, φιλολογία και δημιουργική γραφή - σε συνεντεύξεις του, η γραφή δεν διδάσκεται, βελτιώνεται μεν, αλλά δεν διδάσκεται. «…Χωρίς να σου κολακεύουν την επιθυμία να ταυτιστείς με τον ήρωα μιας ιστορίας, σ’ έκαναν να νιώσεις ότι αυτό που είχε σημασία για το συγγραφέα, ήταν σημαντικό και για σένα…»

Η ατμόσφαιρα του βιβλίου θυμίζει το σκηνικό της ταινίας “Dead Poets Society”(«Ο κύκλος των χαμένων ποιητών»), άλλωστε συμπίπτει η εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία του Παλιού Σχολείου με αυτή του κινηματογραφικού σεναρίου. «…Τον Κένεντι τον αναγνωρίζαμε* εξακολουθούσαμε να βλέπουμε σ’ αυτόν το αγόρι που θα ήταν δημοφιλές στο σχολείο μας: πονηρό, καλλιεργημένο, μ’ εκείνη την επιτηδευμένη ανεμελιά που πρόδιδε και, ταυτόχρονα, περιφρονούσε την κοινωνική του τάξη…» Το εύρημα –που δεν το αποκαλύπτω, γιατί είναι ιδιαίτερα ευφυές και κομψό- με την συγγραφική προσωπικότητα του Χέμινγουέι, αποτελεί το «κλειδί» που «ξεκλειδώνει», με μαεστρία, ο συγγραφέας σημαντικές πτυχές της βαθύτερης ουσίας του βιβλίου, διακριτικά μπροστά στα μάτια του αναγνώστη και με την αμέριστη βοήθεια του δεύτερου φυσικά. Το ανάλαφρο ύφος που ξεδιπλώνεται η πλοκή του βιβλίου, αντισταθμίζει τον ιδιαίτερα αποφθεγματικό λόγο του αμερικανού δημιουργού ο οποίος σχεδόν σε κάθε σελίδα του βιβλίο φιλοτεχνεί πραγματικά διαμάντια. («…Η σκουριά της αυτεπίγνωσης μεταλλαγμένη στο χρυσό της αυτογνωσίας…»). Η ισορροπία που επιτυγχάνει ο συγγραφέας, έχει και ένα επιπλέον κέρδος για τον αναγνώστη: μπορεί να απολαμβάνει το στυλ –κατά τη γνώμη μου κλασικό- της γραφής του Wolff, εστιάζοντας σε όλα εκείνα που μπορούν να συνιστούν ψηφίδες ή εκδοχές εκφάνσεων της μεγάλης αγάπης για τη λογοτεχνία.

«…κάθε πραγματικό λογοτέχνημα είναι επικίνδυνο –μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή…»

Η εμβρίθεια με την οποία προσεγγίζει τα επιμέρους θέματα του βιβλίου ο συγγραφέας, συνδυάζεται και ζυγιάζεται τόσο αρμονικά με τη λεπτή ή πιο έντονη ειρωνεία, την ανίχνευση των συμπτωμάτων μιας ολόκληρης κοινωνίας όπως η αμερικανική* αλλά και των συμπτωμάτων μιας άλλης ιδιότυπης «κοινότητας» που απαρτίζεται από εκείνους που αντιμετωπίζουν την ίδια την πραγματικότητα μέσα από τη διύλιση της αλήθειας που τους προσφέρει το μελάνι και το χαρτί. «…Ακόμα και την ώρα που ζούσα τη ζωή μου, τη φανταζόμουν γραμμένη στο οπισθόφυλλο ενός βιβλίου…» Η συγγραφική ζωή, η εσωτερική (της ψυχής) του δημιουργού δεν είναι ποτέ εύκολη υπόθεση. Κι αυτό καταφέρνει να σκιαγραφήσει αποτελεσματικά ο Tobias Wolff στο «Παλιό σχολείο». Ο ενδότερος μόχθος ενός ανθρώπου που θέλει να ανοίξει την πόρτα για να βρεθεί στην αντίπερα όχθη της λογοτεχνίας, την πλευρά δηλαδή εκείνου που τη δημιουργεί, είναι το ίδιο δριμύς –και θέλει όλη την ειλικρινή ανασκαφή και ανάπλαση τελικά του εαυτού του συγγραφέα- με εκείνον που βρίσκεται στο απόγειό του και δεν του μένει τίποτε άλλο παρά το τέλος, ακόμη και της ζωής του, όπως έγινε με το Χέμινγουέι. «…Όλοι αυτοί οι συγγραφείς είχαν δεχτεί από άλλους συγγραφείς το καλωσόρισμα, κάτι που, αν ήθελες να γίνεις συγγραφέας, το χρειαζόσουν κι εσύ…»

Ποιος έχει τα κότσια, όμως, να κοιτάξει τον εαυτό του κατάματα στο κάτοπτρο της αλήθειας που του προσφέρει η μαγεία της λογοτεχνίας και να βγει ολόκληρος και κερδισμένος απ’ αυτή την αναμέτρηση και ως προσωπικότητα και ως συγγραφική οντότητα; «…Όταν παύεις να προσποιείσαι, απαλλάσσεσαι από έναν άσπλαχνο αφέντη, το φόβο μήπως αποκαλυφθείς, κι εγώ, μόνο μ’ εκείνη τη μία φράση, είχα αποκαλυφθεί χωρίς να μπορώ πια να κάνω πίσω…». Ο Wolff κατορθώνει πάντως να το πράξει για τους ήρωές του: αποκαλύπτει τα τραύματά τους, τα ευαίσθητα σημεία τους, αλλά τα περιβάλλει με την αγάπη εκείνη που χρειάζεται, ώστε να γίνουν Ζωή και βέβαια Τέχνη. «…Μ’ έκανε να νιώσω τη διαφορά ανάμεσα σ’ έναν συγγραφέα που περιφρονεί το τραύμα, κι έναν που το θεωρεί υπόβαθρο της ζωής…»


(Αφιερωμένο εξαιρετικά στους "επικίνδυνους" λογοτέχνες, δηλαδή εκείνους των οποίων το έργο είναι ικανό να σου αλλάξει τη ζωή...)

Thursday, May 01, 2008

Καλό μήνα...

με ένα τριαντάφυλλο ντροπαλό και σνομπ μαζί που μου γυρνά την πλάτη
(ε, καλά το μίσχο)...





και με μια αγκαλιά λουλούδια που ανθίζουνε -κι ανθίζουμε μαζί μπορώ να πω- από χθες, νοερά, αφού άρχισε κάτι καινούριο και ψιθυριστό που ούτε να το πω δεν θέλω, μην το μαγέψει ο Μάης και εξαφανιστεί στα μάτια μου εμπρός σαν νεφελωματάκι εαρινό σε μπλε βαθυγάλαζο φόντο.
Γι' αυτό το γράφω... Γιατί ό,τι γράφει, δεν ξεγράφει...



Υ.Γ. Σας παραπέμπω και στο καταπληκτικό κείμενο του καθηγητή, dr moshe, περί της τέχνης τής συνομιλίας που το περίμενα με λαχτάρα.
Στο Linguarium, αδερφοί μου, στο Linguarium!