Tuesday, April 29, 2008

Μονοπάτι

"...Η ζωή του κάθε ανθρώπου είναι ένας δρόμος προς τον ίδιο τον εαυτό του, η δοκιμή ενός δρόμου, η υπόδειξη ενός μονοπατιού. Κανένας άνθρωπος ποτέ δεν υπήρξε στην εντέλεια ο εαυτός του* όλοι όμως αγωνίζονται να γίνουν, άλλος νωθρότερα, άλλος χαλαρότερα, όπως μπορεί ο καθένας. Ο καθένας κουβαλάει κατάλοιπα από τη γέννησή του, βλέννες και κελύφη ενός αρχέγονου κόσμου, μέχρι το τέλος του. Μερικοί δεν γίνονται ποτέ άνθρωποι, μένουν βάτραχοι, σαύρες, μυρμήγκια. Μερικοί είναι απάνω άνθρωποι και κάτω ψάρια. Καθένας όμως είναι μια γέννα της φύσης προς την κατεύθυνση του ανθρώπου. Όλοι μας έχουμε κοινή καταγωγή, τις ίδιες μανάδες, όλοι μας αναδυθήκαμε από την ίδια άβυσσο* ο καθένας, ωστόσο, επιδιώκει, προσπάθεια και βολή από τα βαθιά, το δικό του προσωπικό στόχο. Μπορούμε να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλο* να εξηγεί όμως μπορεί καθένας μόνο τον ίδιο τον εαυτό του..."

(Απόσπασμα)

Herman Hesse, "Ένα θαύμα κάθε αρχή την κατοικεί", Εκδόσεις Σμίλη (Αθήνα 1993), Μετάφραση-Θεόδωρος Λουπασάκης

Άνοιξη με τα όλα της...

Χρόνια πολλά!

Monday, April 21, 2008

Η μηχανική της (λογοτεχνικής) πραγματικότητας

«…Κι εκείνος μιλούσε μέσα του σ’ αυτή την περίεργη Εσπεράντο με την οποία η ψυχή συνδιαλέγεται με τον εαυτό της…»


Είναι ένας συγγραφέας που δουλεύει τα κείμενά του σαν μηχανικός. Με τέτοια επιμέλεια και «τεχνική». Αρθρώνει το μυθιστορηματικό του λόγο στήνοντας διαδοχικούς μαιάνδρους ανάλυσης της ιστορίας που πραγματεύεται και δαιδάλους συμπύκνωσης του περιεχομένου του, κάθε φορά.

Το ίδιο έπραξε και πάλι. Ο Αλέξης Σταμάτης στο μυθιστόρημά του «Βίλα Κομπρέ» που κυκλοφορεί ήδη, από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, επιχειρεί να ξεδιπλώσει την εσωτερική προσωπική οδύσσεια ενός νέου άνδρα –του Θάνου- επαρχιώτικης καταγωγής που ζει στην Αθήνα τα τελευταία έντεκα χρόνια και με αφορμή το θάνατο του πατέρα του, αναγκάζεται να επιστρέψει στη σχέση αυτή με το γονιό του (ολομόναχος πια) και να τη διερευνήσει για να απαλλαγεί από τον πόνο της. Το βιβλίο ξεκινά κάπως χλιαρά, αμήχανα και άνευρα για να βρει το ρυθμό του μετά το δεύτερο κεφάλαιο του πρώτου μέρους. Το περιβάλλον της ίδιας της Βίλας Κομπρέ θυμίζει έντονα Κάρολο Ντίκενς και η έγκλειστη πυργοδέσποινά του με τη νεαρή φυλακισμένη δίπλα της ύπαρξη, την Εσθαλία, φέρνουν στο νου τη Μις Χάβισαμ και την Εστέλλα από τις «Μεγάλες Προσδοκίες» του Ντίκενς. Ακόμη και το καναρίνι του κεντρικού ήρωα, του Θάνου, από το μυθιστόρημα του Σταμάτη, έχει το όνομα του Πιπ του μικρού πρωταγωνιστή των Μεγάλων Προσδοκιών.

Μόλις η γραφή του Σταμάτη βρίσκει το ρυθμό της κυριολεκτικά απορροφά τον αναγνώστη, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τα προηγούμενα βιβλία του. Πολύ έντονη ήταν η αίσθηση αυτή τόσο στην Οδό Θησέως όσο και στη Μητέρα Στάχτη να θυμίσω. Με εντυπωσίασε ο τρόπος που χειρίζεται την ιστορία και την εξέλιξή της, οι ανατροπές που επιφυλάσσει στον αναγνώστη, καθώς και το κατά κάποιον τρόπο παράδοξο επίτευγμά του να αναπαριστά τόσο πειστικά και ελκυστικά για τον αναγνώστη την αφρικανική ήπειρο και τη ζούγκλα. Μπορώ να πω ότι τα σημεία που αφορούν τη ζούγκλα είναι εκείνα που ξεχωρίζουν λογοτεχνικά σε ό,τι αφορά το στιλ της γραφής, το ρυθμό που έχουν αλλά και τη γοητεία που ασκούν. Κατώτερες αρκετά εκείνες οι περιοχές του βιβλίου που έχουν να κάνουν με το χωριό του Θάνου, κατά τη γνώμη μου. Ο τρόπος που κλιμακώνεται η πλοκή είναι πραγματικά αριστοτεχνικός και στο τέλος μένεις με τη μεγάλη ένταση που σου έχει διοχετεύσει ο ήρωας και ο ταραγμένος ψυχισμός του.
(Μικρές αστοχίες στην επιμέλεια του κειμένου, χρήση κάποιων λέξεων που παραπέμπουν σε πιο τεχνοκρατικό και ξύλινο λόγο –ευτυχώς αυτό απαλύνεται από πιο ποιητικές και λίγο σπάνιες λέξεις και φέρνει μια ισορροπία στο κείμενο- που χαλούν κάπως το ρυθμό και τη ροή και αλλοιώνουν το στιλ του δημιουργού, είναι τα σημεία που «σκόνταψα» εγώ προσωπικά και που δεν είναι απαραίτητο να "σκοντάψει" κάποιος άλλος.)

Πάντως, νομίζω ότι έχει έρθει η ώρα για το Σταμάτη να προχωρήσει σε μια υπέρβαση των ήδη πεπραγμένων του στη λογοτεχνία. Δεν έχει πετύχει κάτι εύκολο μέχρι τώρα, ίσα-ίσα. Οι κατακτήσεις του αποτελούν και το ζητούμενο για να πάρει τα πάνω της η νεοελληνική μυθιστοριογραφία, δηλαδή: δομή, χαρακτήρες, πλοκή, γλώσσα μεστή, ενδιαφέρουσα ιστορία, εμβάθυνση περιεχομένου. Πόσοι από τους σύγχρονους λογοτέχνες τα διαθέτουν; Και πόσοι τα ξεπερνούν αφού τα έχουν ήδη κάνει κτήμα τους;

Ο Αλέξης Σταμάτης έχει καταφέρει να υπερβεί την ποιητική του φύση –κατά την απολύτως προσωπική μου άποψη- μετατρέποντάς τη σε μια μεταφυσική αχλύ που περιβάλλει ατμοσφαιρικά τα μυθιστορήματά του και να τη θέσει στην υπηρεσία μιας πλήρους ισορροπίας στη δομή των έργων του. Έχει πετύχει μια σεβαστή αρμονία, αναμφίβολα. Κάτι που οι αναγνώστες του ακόμη κι όταν δεν είναι σε θέση να αναλύσουν, το εισπράττουν και ανταποκρίνονται αναλόγως.

Ωραία μέχρι εδώ. Έχει φτάσει σε ένα σοβαρό επίπεδο. Ακριβώς αυτό είναι που θα πρέπει να τον προβληματίσει για να κατορθώσει να πάει παρακάτω, χωρίς να επαναλάβει τον εαυτό του και χωρίς να επαναπαυτεί σε δάφνες. Οι μέχρι τώρα κατακτήσεις του μοιάζει να έχουν πραγματοποιηθεί από τον ίδιο με «χειρουργική» ακρίβεια, νηφαλιότητα (δηλαδή καθαρότητα λογοτεχνικού βλέμματος) και ψυχραιμία. Θεωρώ ότι αυτό ακριβώς πρέπει να ξεπεράσει τώρα: να επιχειρήσει κάτι πιο «λοξό», κάτι παρακινδυνευμένο, κάτι που θα «θολώσει» αυτή τη ματιά και θα αναταράξει τα ήδη ξεκάθαρα λογοτεχνικά νερά του. Κάτι που θα τον βγάλει από εκεί που έχει τοποθετήσει ο ίδιος και οι αναγνώστες του τη συγγραφική του προσωπικότητα. Η ανάδυση μια εμμονής ή τέλος πάντων κάτι που θα αποκαλύψει την ψυχή του συγγραφέα (όχι του ανθρώπου, επιμένω, αλλά του δημιουργού). Αυτό μου λείπει μέχρι τώρα. Τότε θα επιβεβαιώσει τη δυναμική της υπόστασής του ως μυθιστοριογράφου για μένα: κλονίζοντας βεβαιότητες, απαρνούμενος «κεκτημένα», παλεύοντας με τις λέξεις αλλιώς.

Νομίζω ότι ο χρόνος είναι υπέρ του, καθώς βρίσκεται σε μια εποχή ωριμότητας. Μπορεί να ανασκάψει λίγο πιο βαθιά στην ίδια την Τέχνη του. Έχει άλλωστε τα φόντα. Τότε τα βιβλία του θα πάψουν να είναι μόνο άρτια, καθ’ όλα τα τυπικά στοιχεία –και ζητούμενα, επισημαίνω και πάλι για τη σύγχρονη δημιουργία-, λογοτεχνήματα που τροφοδοτούν μια καλή πάστα αναγνωστών τώρα, αλλά θα έχουν τη δυνατότητα να περάσουν και στο μέλλον αποκαλύπτοντας καινά (και όχι κενά) σημεία της λογοτεχνικής δημιουργίας. Εδώ είναι η ευκαιρία του να βουτήξει σε άλλα νερά πιο βαθιά. Η πρόκληση τον περιμένει. Άλλωστε αυτή δεν είναι η μαγεία της λογοτεχνίας;

Όπως υπέροχα γράφει και ο ίδιος στη «Βίλα Κομπρέ», «…Ο άνθρωπος αληθεύει απ’ τη στιγμή που έχει να μεταβιβάσει ένα μήνυμα σ’ εκείνον που έρχεται ύστερα απ’ αυτόν…»

Monday, April 14, 2008

Η υγρασία της θηλυκής σκέψης και η …ευαισθησία του τρόμου

«…Το σκοτάδι έλκεται από το φως, μα το φως δεν το ξέρει, το φως πρέπει να απορροφήσει το σκοτάδι κι έτσι αυτό να πορευτεί προς την εξάλειψή του…»

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 12 Απριλίου 2008)

Εκείνο που αγαπώ περισσότερο στο σύμπαν της ανάγνωσης, είναι οι υπόγειες διαδρομές –εκείνες οι μη προφανείς δαντελωτές στοές που φέρνουν τον ένα συγγραφέα να συνομιλεί μυστικά και αδιόρατα με τον άλλον* που βάζουν τις λέξεις σε τέτοια σειρά ώστε αυτές σαν σιδηροτροχιές κυλάνε τη λογοτεχνία στις ράγες της, από βιβλίο σε βιβλίο, από λεκτικό πεδίο σε συναισθηματικό τοπίο, από άνθρωπο σε άνθρωπο, από ψυχή σε ψυχή, από κείμενο σε κείμενο. Μοιάζει αυθαίρετη διαδρομή, αλλά ποιος μπορεί να υποστηρίξει ότι πράγματι είναι;

Από τη Βιρτζίνια Γουλφ στην Έντνα Ο’ Μπράιεν (θα προτιμήσω εδώ το όνομα της δεύτερης να αναγράφεται όπως και στη γλώσσα της, δηλαδή Edna O’ Brien), με μια στάση προηγουμένως στη Μαρία Μήτσορα. Φυσικά, μιλώ για τα τρία τελευταία κείμενά μου στη Φιλολογική Βραδυνή και τον ιστό που διακρίνω να τα ενώνει: γυναικεία λογοτεχνία με όλη τη σημασία του λόγου με όλη την ευαισθησία, αλλά και τη σκληρότητα όχι μόνο της γυναικείας φύσης, αλλά της θηλυκής όψης της ζωής. Αφορμή παίρνω από το βιβλίο της Edna O’ Brien, με τίτλο «Στο δάσος» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση Αλεξάνδρας Κονταξάκη. Ένα μυθιστόρημα βασισμένο σε μια πραγματική φρικώδη ιστορία που η ιρλανδή δημιουργός στήνει με τόση μαεστρία και τέχνη, ώστε αποκαλύπτει όλες τις πτυχές –ή έτσι αισθάνεται ο αναγνώστης- μιας ανατριχιαστικής τραγωδίας. Και η ίδια έχει μελετήσει ιδιαίτερα την αρχαία ελληνική τραγωδία, όπως και τον Τζέιμς Τζόις και το Σέξπιρ και τον Αισχύλο. Όταν ερωτάται από δημοσιογράφο σε συνέντευξη στην Observer το 2002 ποιον από τους τρεις θα διάλεγε, εκείνη προτιμά να συνθέσει μια «αγία» τριάδα για τη λογοτεχνία με τους τρεις τους αδιαίρετους. Αν και στην ίδια συνέντευξη η O’ Brien λέει ότι «News stories are anathema to fiction» (Οι ιστορίες των ειδήσεων είναι ανάθεμα για το μυθιστόρημα), κατορθώνει «Στο δάσος», χρησιμοποιώντας εναλλαγές μονολόγων –σαν και κείνους της Βιρτζίνια Γουλφ σε εμβρίθεια και παραστατικότητα, μόνο πιο καλά διακεκριμένους στην εξέλιξη της αφήγησης- να αναπαραστήσει τόσο πειστικά και συνάμα μυθιστορηματικά το υγρό δάσος του φόβου που αποτελεί τον τόπο δολοφονίας τριών ανθρώπων από ένα νεαρό παιδί. (Αυτή την ίδια γοτθική υγρασία νιώθει ο αναγνώστης διαβάζοντας το περίεργο και υποβλητικό σκηνικό που κατασκευάζει στο δικό της βιβλίο «Με λένε Λέξη» η Μαρία Μήτσορα, γι’ αυτό και η παραπάνω αναφορά στις υπόγειες διαδρομές που συγκλίνουν στα γοητευτικά μονοπάτια της ανάγνωσης. Είναι η αχλύ του τρόμου και η πάχνη του κακού που καραδοκεί για να χτυπήσει όχι μόνο τους ήρωες μιας φανταστικής ιστορίας, αλλά κυρίως την ίδια τη ζωή.)

Αν και όλοι θυμούνται το «Εν ψυχρώ»(In cold blood) του Truman Capote και την τομή που επέφερε στη λογοτεχνική –αλλά και τη δημοσιογραφική, γιατί όχι;- γραφή των μέσων του περασμένου αιώνα, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια άλλη περίπτωση. Η συγγραφέας καταφέρνει να αναπαραγάγει ένα τόσο βαθύ συναισθηματικό και ψυχολογικό τοπίο τόσο του δολοφόνου –και της παιδικής του ψυχής- όσο και των θυμάτων, δίνοντας ταυτόχρονα μια άλλη μυσταγωγική και υποβλητική, αλλά μαζί και τρομακτική εικόνα της ιρλανδέζικης επαρχίας, χωρίς να καταφεύγει στην πιο μινιμαλιστική και αυστηρά δημοσιογραφική φόρμα του Capote. Η Edna O’ Brien με γλαφυρή γλώσσα δεν σκιαγραφεί απλώς, αλλά μπαίνει βαθιά στην ψυχή του νεαρού που οδηγείται στον τριπλό φόνο, ακολουθώντας την πορεία του και τις φρικτές ταλαιπωρίες του σε ένα αναμορφωτήριο μέχρι εκείνη τη στιγμή των εγκλημάτων. («…Είναι σαν να γυρεύουμε όλοι έναν λυκάνθρωπο που αφήνει τ’ αχνάρια του κι εξαφανίζεται. Τώρα το ερώτημα είναι, θα τον πιάσουμε ποτέ; Μήπως έχει υπερφυσικές δυνάμεις; Γιατί αυτό λέγεται. Η αλήθεια είναι ότι όλοι τρεφόμαστε απ’ τις φοβίες μας, άντρες και γυναίκες, βρίσκουμε καταφύγιο στην εθελοτυφλία σαν να επρόκειτο για σκοτεινή σπηλιά…») Ο κοινός τόπος είναι το δάσος. «…Εκείνο τον καιρό ήταν που το δάσος έχασε το παλιό του όνομα και την παλιά του αθωότητα στις καρδιές των ανθρώπων…». Εκείνο των παραμυθιών μας. Μόνο που εδώ είναι σκιώδες και τρομακτικό γεμάτο από λύκους, στο μυαλό του μικρού ήρωα που πονά και πάσχει και αφαιρεί τελικά ζωές αθώων ανθρώπων. Κι εκείνος είναι ένα «αθώο θύμα» της ψυχής του που βάλλεται ανεπανόρθωτα, όταν η μητέρα του πεθαίνει «…Ένα παιδί και η μητέρα του είναι ένα…». Ο δρόμος προς το αναμορφωτήριο θα είναι χωρίς επιστροφή για κείνον. «…Ήταν παιδί δέκα και έντεκα και δώδεκα χρονών, και μετά έπαψε να ‘ναι, γιατί είχε μάθει τις σκληρές αλήθειες που του δίδαξαν στα μέρη που είχαν ονόματα αγίωνΟνειρευόταν ότι το έσκαγε γιατί αν το ονειρευόταν θα συνέβαινε…»

Αυτό που πετυχαίνει η συγγραφέας, είναι ότι δεν προσβάλλεται η μνήμη των πραγματικών θυμάτων –άλλωστε στη μνήμη τους αφιερώνεται και το ίδιο το βιβλίο της- με τον τρόπο που παρουσιάζει την εξέλιξη του μικρού παράνομου που θα γίνει εντέλει στυγνός δολοφόνος. Ο αναγνώστης «συμπάσχει» κάποτε όχι μόνο με τα θύματα και την τραγική γνώση του τέλους τους που πλησιάζει, αλλά και με τον θύτη-θύμα του εαυτού του και των συνθηκών που αναγκάστηκε να ζήσει από ένα παιδικό ολίσθημα, την κλοπή ενός όπλου. «…Με πιάνουν φοβερές μελαγχολίες και μοναξιές…οι άνθρωποι μου αφήνουν έξω απ’ το σπίτι τους ψωμί και γάλα σαν να ‘μουνα σκυλί…» Αυτή η «συμπάθεια», χαρακτηριστικό των τραγωδιών, είναι σμιλευμένη με εξαιρετικό ταλέντο και προσοχή, βασισμένη εντελώς στην επιστήμη της ψυχολογίας και θέτοντας στο σκόπευτρό της την ακριβή απόκτηση της ανθρωπιάς μέσα μας. «…Η Ίλι ξέρει ότι τον έχει αγγίξει, ότι έχει αγγίξει εκείνο τον ανθρώπινο πυρήνα μέσα του που, όπως πιστεύει, είναι υπαρκτός σε όλους τους ανθρώπους… ο φόβος που κυλούσε στο αίμα της και στο μυαλό της κυλά τώρα και μέσα του κι ότι τώρα το θέμα είναι να αγγίξει το παιδί που κρύβει μέσα του, το παιδί ξεκομμένο από την οργισμένη νιότη…»


Monday, April 07, 2008

Στα άδυτα των μυστικών των λέξεων

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 5/4/2008)


«…Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο, κι ανάμεσά τους αφρίζει ένας χείμαρρος, πετάνε λιθάρια, για να πατήσουν επάνω και να αγγίξουν ο ένας τα δάχτυλα του άλλου…»



«…Εν αρχή ην ο Λόγος: Μήπως ο καθένας μας είναι το κρυφό του όνομα στο άπειρο λεξικό του Θεού;
Εν αρχή ην η πράξη: Μήπως ο καθένας μας είναι η πράξη που διαχωρίζει από μία αρχέγονη Ευκτική; Καμιά φορά, παίζοντας, στα όρια, με τον αυτιστικό εαυτό μου, λέω, μήπως είναι όλοι ρήματα; Άλλος στην Ενεργητική, άλλος στην Παθητική φωνή (κι εγώ συχνά στους τετελεσμένους μέλλοντες). Ίσως η Ζωή μας, η Περίληψη του κόσμου μας, η Σκόρπια μας Δύναμη να συνοψίζεται σ’ ένα επιφώνημα: Αχ! Ας μην δύσει ποτέ αυτός ο ήλιος!…»

Διαβάζει ξανά και ξανά ο αναγνώστης τις λέξεις της Μαρίας Μήτσορα και ψάχνει να βρει ποιο ρήμα είναι ο ίδιος και ποιες λέξεις μπορούν να πουν ή να γράψουν τη ζωή του, αν λέγεται κι αν γράφεται η Ζωή με λέξεις… Πρόκειται ίσως για την πιο μυστικιστική –και μαζί γάργαρη και κρυστάλλινη- γραφή απ’ όλες όσες έχουν παρουσιαστεί μέχρι τώρα στη σειρά «Η κουζίνα του συγγραφέα» από τις εκδόσεις Πατάκη που διευθύνει ο Μισέλ Φάις. Είναι το βιβλίο με τίτλο «Με λένε Λέξη» της συγγραφέως Μαρίας Μήτσορα. Και είναι λες και οικοδομεί η δημιουργός μια ιδιότυπη μεταφυσική των λέξεων, στην οποία ο κάθε αναγνώστης μπορεί να επιχειρήσει να καθρεφτιστεί, αναζητώντας το κάτοπτρο της δικής του πραγματικότητας, της δικής τους ζωντανής φαντασίας, της ζωής του εντέλει.

Ο αναγνώστης περιπλανιέται -με το δικό του σακούλι με λέξεις που τις σπέρνει σαν Κοντορεβυθούλης για να μην χαθεί στην άγρια παραμυθητική αφήγηση της Μήτσορα- στις ατραπούς που υφαίνει η ίδια, με σκούρα χρώματα, και έρχεται λίγο πιο κοντά στο σκοτάδι μέσα του. Και άρα γύρω του. «…Έχουμε το σακούλι με τις λέξεις, έχουμε ένα παράξενο σπίτι και μία τόσο βαθιά αμηχανία απέναντι στο ανθρώπινο είδος, ώστε να είναι αποξένωση. Για να δούμε, τι θα βγει; (Το κρυφό χαρτί, το μυστικό σκονάκι, είναι η Παντοδυναμία της Σκέψης.)…»

Την ώρα της καταβύθισης σε αυτόν τον κόσμο του βιβλίου, μάλλον έχεις την εντύπωση ότι σε ρουφούν οι στρόφιγγες μιας «μοιραίας τυχαιότητας» –όσο αδόκιμο κι αν ακούγεται αυτό. Μετά, όταν πάρεις μιαν απόσταση από το ανάγνωσμα και το ξαναδείς λίγο πιο ψύχραιμα –όσο ψύχραιμα μπορεί κανείς να αφήνεται στη μαγεία των λέξεων και των εικόνων τους- ανακαλύπτεις μια πλούσια συνοχή που δικαιολογημένα σε έχει αιχμαλωτίσει σε σχήματα που μπορεί να μην μοιάζουν αρμονικά ή εύρυθμα, αλλά στην ουσία τους είναι. Την εσωτερική αυτή αρμονία φαίνεται ότι την εξασφαλίζει η εύχυμη γλώσσα της συγγραφέως που δημιουργεί ανατρεπτικά ένα γκόθικ μεταφυσικό σκηνικό –πραγματικό αστικό θρίλερ- μέσα στην Καλλιθέα του παρελθόντος, στήνοντας ένα πικρό παραμύθι με το πιο απόκρυφο μυστικό γι’ αυτή που τη λένε Λέξη* για τον καθένα που ψάχνει τις Λέξεις μέσα του για να εκφράσει εκείνα που στέκονται στο λαιμό του και τον πνίγουν.

Η υγρασία στις λέξεις της Μήτσορα, πότε τρομακτική και βγαλμένη από τα σκούρα δάση στα ενδότερα της ψυχής και πότε ζωογόνα αντλημένη από τις λιακάδες της σιωπής, κατορθώνει, κλείνοντας ο αναγνώστης το βιβλίο –όπως και αντιστρόφως ανοίγοντάς το- να νιώσει κάτι που μας λείπει σήμερα και μας λείπει πολύ: ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟ. Σπάνια ενθουσιάζει η λογοτεχνία πια. Ίσως γιατί οι λέξεις πολυφορέθηκαν, ίσως γιατί πήγαν να γίνουν της μόδας, ίσως γιατί δεν είναι ακριβές, όπως παλιά. Ναι, ακριβές. Αυτό το βιβλίο δείχνει πόσο ακριβές είναι οι λέξεις, πόσο κοστίζουν στον άνθρωπο που τις κουβαλάει, είτε τις εκθέτει δημοσίως είτε τις προφυλάσσει από την κοινή θέα. Η Λέξη της Μήτσορα έχει κάτι από την ποιότητα που στερεί ενδεχομένως η πληθώρα των γραφών από τη μία, και το ανέμπνευστο, από την άλλη, ανακάτεμα των φθόγγων σε κάτι που αρχίζει να χάνει πολλές από τις λέξεις του, και κανονικά το λέμε γλώσσα.

«…Αν δεν τεντώσω τέλεια το σχοινί που είναι φτιαγμένο από λέξεις, για να χορέψω πάνω από την άβυσσο, τότε η άβυσσος θα με καταπιεί. Κι αν δεν με καταπιεί για πάντα, αλλά με φτύσει ακόμα μία φορά, θα κινδυνεύει το μυαλό μου να γίνει μια πίστα όπου θα χορεύουν χωρίς ειρμό λέξεις και εικόνες, τσακισμένες θεότητες που έπαψαν να είναι γόνιμες. Κάποιος είπε «Τα όρια του κόσμου μου είναι τα όρια της γλώσσας μου». Έτσι είναι, γι’ αυτό, όσο πιο τσακισμένα τα ελληνικά, ο κόσμος γύρω μας, ο κόσμος μέσα μας είναι έτοιμος να καταρρεύσει…» Το κείμενο που έπλασε η συγγραφέας πονάει, όπως πονάνε οι λέξεις, όταν τις εκτοξεύουμε κατευθείαν στην καρδιά του άλλου. Αλλά είναι και παρηγορητικό να διαβάζεις πόσο βαθιά βιώνουν τη σχέση τους με τη γλώσσα, με τη ζωή, με τη φαντασία άλλοι άνθρωποι. Είναι σαν να γίνεσαι κοινωνός των μυστικών τους στα μύχια της ψυχής. Είναι σαν, την ίδια ώρα, να τους εξομολογείσαι κι εσύ τα δικά σου. «…Η σχέση με τις λέξεις είναι η σχέση με τους ανθρώπους, με τα πράγματα, είναι η σχέση με τη ζωή…»

Το βιβλίο «Με λένε Λέξη» είναι σαν να καλεί τον αναγνώστη να μπει στο λούνα παρκ της παιδικής ηλικίας -μέσα του- των λέξεων, των αισθημάτων, της αλήθειας, του ψέματος, της αγάπης, του φόβου. Εκεί πότε αναγκάζεται να σηκώσει τη βαριά κουρτίνα του σκοτεινού δωματίου και να ουρλιάξει από φόβο μπροστά στον παραμορφωτικό καθρέφτη* πότε εγκλωβίζεται στο γρήγορο τρενάκι της ζωής του που πηγαίνει ερήμην του* πότε συγκρούεται με τα οχήματα- αμαξάκια των λέξεων των άλλων* πότε απομένει να κοιτάζει θλιμμένα τον ξεπεσμένο κλόουν που τον κυνηγά στους εφιάλτες του. Αλλά του μένει το κέρδος του ενθουσιασμού, της εγρήγορσης, του έντονου βιώματος, όπως ακριβώς μπορεί να τα προσφέρει η λογοτεχνία απλόχερα: με Λέξεις.

Sunday, April 06, 2008

Στα σκοτεινά μονοπάτια του γυναικείου μυαλού

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε το Σάββατο, 15/3/2008, στη Φιλολογική Βραδυνή)


«…Αυτός ήταν ο εαυτός της – αιχμηρός, σαν βέλος* σαφής. Αυτός ήταν ο εαυτός της, όταν κάποια προσπάθεια, κάποια επιταγή να είναι ο εαυτός της ένωνε τα χαρακτηριστικά, μόνο αυτή γνώριζε πόσο διαφορετικά, πόσο ασύμβατα ήταν, και φρόντιζε για χάρη του κόσμου να γίνεται ένας πυρήνας, ένα διαμάντι, μια γυναίκα που καθόταν στο σαλόνι της κι αποτελούσε σημείο συνάντησης, χωρίς αμφιβολία ένα φεγγοβόλημα σε κάποιων την ανούσια ζωή, ένα καταφύγιο για τους μοναχικούς, ίσως…»

Είναι μία από τις «φωνές» της λογοτεχνίας που κατόρθωσε να περάσει στη σφαίρα του κλασικού, ακριβώς επειδή κατάφερε να εκφράσει το γυναικείο ψυχισμό, τις αποχρώσεις της θηλυκής υπόστασης και φυσικά να αποκαλύψει πτυχές του γυναικείου μυαλού, χωρίς να καταφεύγει σε φτωχές εύκολες μεθόδους και φτηνά στερεότυπα. Είναι μια φωνή που υποστήριξε το ρεύμα του μοντερνισμού με τέτοια θέρμη, ώστε να αποτελεί σήμερα – τώρα που ακόμη και το μεταμοντέρνο παραχωρεί σιγά-σιγά τη θέση του - μία από τις πιο ζωντανές εκφάνσεις του στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα. «…Περνούσε κοφτερή σαν μαχαίρι μέσα απ’ όλα* και την ίδια ώρα ήταν έξω και παρατηρούσε… Το μοναδικό της χάρισμα ήταν ότι καταλάβαινε τους ανθρώπους σχεδόν από ένστικτο…»

Η εμμονή της στην ανάδειξη της γυναικείας υπόστασης στη γραφή, την έφερε ένα βήμα πριν την εποχή της, ενώ η ταραγμένη της ψυχή και το απονενοημένο διάβημα της αυτοχειρίας της, προσέδωσαν στη λογοτεχνική της προσωπικότητα ένα κάποιο «λούστρο» που σήμερα κάνουν τη ζωή της – μαζί με αυτή της Σίλβια Πλαθ (και το ανάλογο τέλος τους, βέβαια) – ένα από τα θέματα που τα περιοδικά δεν βαριούνται να αναμοχλεύουν, ύστερα μάλιστα και από την ταινία «Οι ώρες». Αφού το Χόλιγουντ έβαλε το χεράκι του, ο μύθος της Βιρτζίνια Γουλφ (1882-1941) δεν ήθελε πολύ για να πλαστεί από την αρχή και να πασπαλιστεί έστω με λίγη παραπάνω μελαγχολική χρυσόσκονη. Ωστόσο, η γραφή της διαθέτει τέτοια ποιότητα και πρωτοπορία και φρεσκάδα – ναι, ακόμη και για το σήμερα – που όσο να θες μικρόψυχα να σταθείς μόνο στην αυτοκτονία της ή στα τραύματα της ψυχής της, σε παρασύρει και φυσικά σε υπερβαίνει. «…Ο θάνατος είναι εναντίωση. Ο θάνατος είναι μια απόπειρα επικοινωνίας* οι άνθρωποι νιώθουν την ανάγκη να φτάσουν στον πυρήνα που με τρόπο απόκοσμο τους ξεγλιστρά* η εγγύτητα απομακρύνει* ο ενθουσιασμός ξεθυμαίνει* μένεις μόνος. Είναι αγκαλιά ο θάνατος…». Ήταν λογοτέχνης, όχι κινηματογραφική σταρ. Αυθεντική. Και κερδίζει η Τέχνη της. Αρκεί να ανοίξει κανείς ένα βιβλίο της για να καταλάβει ότι έχει να κάνει με μια γυναίκα που ναι, μεν υπήρξε κεντρική μορφή του φεμινισμού, αλλά στο λογοτεχνικό της μικροσκόπιο-στόχαστρο έθεσε τις γυναικείες αδυναμίες, ως ανθρώπινες αδυναμίες, στα ίσα με τις ανδρικές. «…Υπάρχει αξιοπρέπεια στους ανθρώπους* μοναξιά* χάσμα ακόμα κι ανάμεσα στο ανδρόγυνο* κι αυτό πρέπει να το σέβεσαι…»

Εκείνο το έργο που δείχνει με τον πιο πανοραμικό τρόπο την εμβρίθεια και την άνεση της Βιρτζίνια Γουλφ να εισχωρεί βαθιά στην ψυχή των ανθρώπων είναι «Η κυρία Νταλογουέι» που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση Κωνσταντίνας Τριανταφυλλοπούλου. «…οι άνθρωποι ούτε καλοσύνη έχουν ούτε πίστη ούτε ευσπλαχνία πέρα απ’ όσο τους χρησιμεύουν για να αυξηθεί η χαρά της στιγμής…» Μπορεί να μην κατορθώνουν όλοι να διαβάσουν τον «Οδυσσέα» του Τζέιμς Τζόις, όσο βιβλιόφιλοι κι αν είναι, αλλά «Η Κυρία Νταλογουέι» όπου επίσης το μυθιστόρημα διαδραματίζεται μέσα στη διάρκεια μιας ημέρας και μόνο, είναι σαφέστερα πιο προσιτή στον αναγνώστη, χωρίς να γίνεται εύκολη ή απλουστευτική* χωρίς να χάνει κάτι από τη γοητεία της γραφής της βρετανίδας συγγραφέως * και φυσικά αναδεικνύοντας όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που κρατούν το βιβλίο απολύτως ζωντανό στο σήμερα. «…Ένα βιβλίο ήταν συναισθηματικό* μια στάση απέναντι στη ζωή ήταν συναισθηματική. «Συναισθηματική» ίσως να ήταν εκείνη που αναλογιζόταν το παρελθόν…»

Η Βιρτζίνια Γουλφ στο συγκεκριμένο έργο ακολουθεί έναν ιδιόμορφο τρόπο στησίματος του μυθιστορήματος, καθώς χωρίς να μας περιγράφει καμιά φοβερή και τρομερή ιστορία, αναπτύσσει μια εξαιρετικά κινητική πλοκή, με παιχνίδια του χρόνου στο παρελθόν και το παρόν, σκιαγραφώντας αριστουργηματικά χαρακτήρες, ιδιοσυγκρασίες, ψυχικά και περιβαλλοντικά τοπία. «…κι αυτή η σταδιακή έλξη όλων των πραγμάτων σ’ έναν πυρήνα μπροστά στα μάτια του, σαν να είχε αναδυθεί σχεδόν μέχρι την επιφάνεια κάτι φρικτό που ήταν έτοιμο να εκραγεί, να μετατραπεί σε φλόγες, τον τρόμαζε. Ο κόσμος ταλαντευόταν, έτρεμε κι απειλούσε να εκραγεί, να μετατραπεί σε φλόγες…»

Με λίγα λόγια, πρόκειται για την ημέρα της μεσήλικος Κλαρίσα Νταλογουέι, η οποία ετοιμάζεται για τη βραδινή δεξίωση στην οποία θα παρίσταται ο παλιός νεανικός της έρωτας, ο Πίτερ Γουόλς, γεγονός που ταράζει το μέσα της. Ωστόσο, η έξωθεν ρουτίνα της καθημερινότητάς της παραμένει αδιασάλευτη και στην υπηρεσία της συγγραφέως να χρησιμοποιηθεί με τέτοιον τρόπο, ώστε να δώσει στην κεντρική ηρωίδα αλλά και τους περιφερειακούς συμπρωταγωνιστές της, τη δυνατότητα να αναπτυχθούν οι βαθύτερες σκέψεις και οι ενδόμυχοι μονόλογοι όλων, χωρίς να χάνεται ο βασικός ιστός του οικοδομήματος του μυθιστορήματος. «…Παρόλο που είχε δυο φορές το μυαλό του Νταλογουέι, ανάγκαζε τον εαυτό της να βλέπει τα πράγματα μέσα απ’ τα δικά του μάτια – μία απ’ τις τραγωδίες του έγγαμου βίου…»

Η αυτοκτονία έχει και εδώ παρουσία, με τον ήρωα Σέπτιμους Γουόρεν Σμιθ, ο οποίος βαθιά ταραγμένος και διασαλευμένος από τους βομβαρδισμούς του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, καταλήγει σε αυτήν. Η ίδια η Βιρτζίνια Γουλφ, ζώντας στη σκιά των διαφορετικών και πολλών ψυχικών σοκ που υπέστη η ίδια (βιασμός, θάνατοι των δικών της ανθρώπων όσο εκείνη ήταν πολύ νέα) στο βιβλίο μπαινοβγαίνει με μεγάλη άνεση στα φωτεινά στιγμιότυπα της ζωής («…Αυτό που της άρεσε ήταν, απλώς, η ζωή…») και στα σκοτεινά παραλειπόμενά της και μάλιστα για μια πληθώρα προσώπων που περιγράφονται. «…είναι μεγάλο κρίμα να μην λες ό,τι αισθάνεσαι…» Μάλιστα, οι φιγούρες πολλών από τους πρωταγωνιστές ανήκαν στο περιβάλλον των οικογενειακών της αναμνήσεων. «…Αλλά τίποτε δεν είναι τόσο παράξενο όταν είσαι ερωτευμένος (και τι άλλο θα μπορούσε να είναι αυτό εκτός από έρωτας;) όσο η απόλυτη αδιαφορία των άλλων ανθρώπων…» Αυτή η έντονη κίνηση και ο σχεδόν ποιητικός ρυθμός της γραφής της (αν και καταπιάνεται με φαινομενικά καθημερινά πράγματα), προσδίδουν στο κείμενο μια φινέτσα και πρωτοτυπία που ταιριάζουν στο γυναικείο νου, τιμώντας τις λογοτεχνικές του κατακτήσεις και διατηρώντας την εύθραυστη τρυφερότητα και βαθιά πνευματικότητα. «…Η ζωή είχε τον τρόπο της να προσθέτει τη μια μέρα στην άλλη…»

Wednesday, April 02, 2008

Απόσπασμα

από το τελευταίο βιβλίο του Θανάση Τριαρίδη "ΦΙΟΝΤ'ΟΡ ΝΤΟΣΤΟΓΙΈΦΣΚΙ, ΤΑ ΓΥΜΝΆ ΜΆΤΙΑ ή το πώς να ζει κανείς με τον μπαλτά"

"...58. Η αγάπη στο στομάχι της Κόλασης. Μια αστραπή στο δόντι του σκύλου. Μια αστραπή στο δόντι του ήσκιου (που κάποτε ή τ α ν ο σκύλος). Να ξαναδιαβάζεις τα βιβλία μέχρι το τέλος. Να πεθάνεις με τα μάτια ανοιχτά. Κι όταν σου τα κλείνουν, συντονισμένοι στην εθιμοτυπία, αυτά να μένουν κοκαλωμένα. Σαν τα μάτια του έφηβου κούρου, που τα έφαγαν τα ψάρια στο βυθό..."



Tuesday, April 01, 2008

Ενθουσιασμός

Διάβασα μόλις ένα καταπληκτικό βιβλίο για το οποίο θα γράψω εκτενέστερα στο μέλλον. Ήθελα να το μοιραστώ με τους φίλους βιβλιοφάγους και ιδίως με εκείνους που τους τρώει το σαράκι της γραφής ή με εκείνους που αγαπούν το Χέμινγουέι. Πρόκειται για "Το παλιό σχολείο" του Tobias Wolff, που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση Παντελή Κοντογιάννη.
Η ατμόσφαιρά του θυμίζει έντονα "Κύκλο των Χαμένων Ποιητών", αλλά σφύζει από λογοτεχνική εμβρίθεια και ανάλαφρη αφήγηση που σε ταξιδεύει σαν φύλλο ριγμένο στους κήπους του παλιού σου σχολείου...
Είναι από κείνα τα αναγνώσματα που μου προκαλούν ψυχική ανάταση και με "ψηλώνουν" λιγάκι από το έδαφος που τόσο επιμελώς προσπαθώ να πατάω. Ένα βιβλίο που σου παίρνει το βάρος από την ψυχή.
Θα επανέλθω.