Monday, March 31, 2008

Έκοψες το Μάρτη

μόλις, από το χέρι σου.

Μόλις κατάλαβες ότι τελείωσε ο μήνας
που μαζί με τους Αύγουστους
θα σέρνει τη ζωή σου.

Πήρες το χαρτοκόπτη απ' το συρτάρι και τεμάχισες τις καημένες κλωστούλες.
Λευκό και κόκκινο.
Πάντα κλείνεις προς το λευκό της ενοχής.
Το κόκκινο το θες καλύτερα κρυμμένο μέσα σε πολύ πράσινο.

Παπαρούνες οι μέρες γέμισαν τους δρόμους τριγύρω
από τις πορείες που παίρνεις.
Ήρθε το τρένο και σε βρήκε.
Καθώς ήθελες.
Περίμενες βέβαια.
Καλώς.

Ανεμώνες πουλάνε στη γωνία.
Μαραμένες.
Μαδημένες.
Σε κοροϊδέψανε πάλι
και πλήρωσες
τρία ευρώ
για αέρα κοπανιστό.
Για την άνοιξη που φέτος ξεκαθάρισε το τοπίο.

Το Μάρτη τον έκοψες
και δεν τον έκαψες.
Δεν θα σουβλίσετε το Πάσχα.
Λόγω πένθους.
Άρα έπρεπε να τον τελειώσεις εδώ το μήνα, καθώς σε βολεύει.

Ένα μνήμα με το όνομά σου πάνω.
Μάρτιος του 2008.
"Να την κλείσετε καλά", παράκληση.
Έφυγες.

Μαζί με τις κλωστούλες τις χαρμόσυνες του Μάρτη.
Παραλίγο να κόψεις τη φλέβα σου με τον κόπτη.
Χάρτινη κι αυτή σαν τη ζωή.
Μελό θα έλεγαν άμα σε βλέπανε τραυματισμένη.
Δεν σε είδαν όμως.

Το μελό σου το πήρα εγώ
μόνο που το ξέρω.
Και κοροϊδεύω.
Το.

Έχεις το νόμισμα
για να περάσεις απέναντι.
Το κύλησα δίπλα σου.
Πιάστο και φύγε.
Να προλάβεις.
Τους άλλους.
Μην πας και τον βρεις στο είπα.
Άστον ήσυχο.
Πλήρωσα για τον αέρα σου.
Κοπάνα την.

Το Μάρτη μήνα
τον έκοψες στα δυο.

Κόκκικο
Λευκό


Στη μνήμη της Σ.Σ.

Tuesday, March 25, 2008

Θα βγω στη σύνταξη

καλώς εχόντων των πραγμάτων το 2037...
Πολύ ενθαρρυντικό και παρήγορο.
Φοβάμαι ότι πρέπει να αρχίσω να κάνω οικονομία δυνάμεων για να αντέξω, γιατί όλο και κάποιο σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα, μια τενοντίτιδα, βρε αδερφέ, θα καραδοκεί -να 'ναι καλά το πληκτρολόγιο-, όλο και καμιά στεφανιαία νόσος θα με κοιτάζει όλο χάρη, αν φυσικά την έχω σκαπουλάρει από κανέναν καρκίνο, αν δεν με έχει σκοτώσει κανένα αυτοκίνητο στο δρόμο και αν με αφήσουν ήσυχη οι ληστές μετά όπλου...
Πάνω στον ανθό της νιότης μου, στα 59 μου χρόνια, θα είμαι ό,τι πρέπει. Μπουμπούκι σκέτο. Θα ανεβαίνω τα 59 σκαλιδοπάτια. Ε, τι μου έμειναν; 29 χρονάκια μόνο...
Γι' αυτό σας λέω, θα αρχίσω την οικονομία δυνάμεων, μήπως και επιτύχω οικονομίες κλίμακος. Της κλίμακος που δεν θα μπορώ ασθμαίνοντας να ανεβαίνω το 2037.
Καλά να είμαστε. Να συν-ταξι-οδο-τούμαστε. Κοινώς να παίρνουμε το δρόμο (οδό) μας για τη μεγάλη έξοδο, με ταξί, αν γίνεται, γιατί η ανηφόρα είναι τόσο μεγάλη όσο και η κατηφόρα.
Ντουγρού που λένε...

Thursday, March 13, 2008

Στην άκρη

Σαν μουρμουρητό επαίτη η άδεια φωνή
έμαθε να ζητάει τα εύκολα κέρδη.
Όπως μια θέση κενή σε παγκάκι της αρεσκείας της.
Είναι μακρά η σιωπή
και βαθαίνει.
"Δώσε μου κάτι, σε παρακαλώ"
συνεχές παραμιλητό
του ενικού της ανάγκης.
Δεν θα έχεις χάρη.
"Να χαρείς"
Κρεμασμένο χέρι να ζητάει.
Και ένα μανίκι ξηλωμένο στην άκρη.
Αν τραβήξεις την κλωστή, λες
θα γκρεμιστεί η ματιά που σπιθίζει σκυμμένη.
Αν αγγίξεις το χέρι
θα σπάσει ο πάγος στη δική σου σιγή.
"Παρακαλώ, κάντε στην άκρη"

Tuesday, March 11, 2008

Άφιξη

Η διαδικτυακή "παρουσία" του αγαπητού συναδέλφου κ. Γ.Χ. Παπασωτηρίου, ο οποίος αποτελεί μία από τις πιο στέρεες και εμπεριστατωμένες φωνές κριτικής θεώρησης της λογοτεχνίας και φυσικά δοκιμιακού λόγου, εν γένει.

Σας παραπέμπω ανεπιφύλακτα στις γραφές του.

Νομίζω ότι το "Βιβλιολόγιό" του είναι υποδειγματικό.


Τα παιχνίδια της …μοίρας και η «κρεατομηχανή» του θεάματος

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 8/3/2008)
«…Από τότε, Έκτωρ, που με εγκατέλειψε η αρμονία του κόσμου της μουσικής, άρχισαν ν’ αντηχούν μέσα μου οι αιχμηροί ήχοι του πραγματικού κόσμου, εκείνοι που διαπερνούσαν τη μήτρα της μητέρας όσο πλησίαζε η ώρα να γεννηθώ…»


Ο πόλεμος των Έξι Ημερών -όχι κυριολεκτικά, αλλά μεταφορικά- στη ζωή ενός ανθρώπου* οι έξι καθοριστικές ημέρες στην πορεία ενός πολύ ταλαντούχου άνδρα και το πώς πολεμάει να φτιάξει ή να χαλάσει την Τύχη του κάθε φορά, αποτελούν τον ιστό –όχι και τόσο συνεκτικό στα μάτια του αναγνώστη τουλάχιστον- που πλέκεται η ιστορία για την Τύχη και τα προσωπεία που εκείνη φοράει και μεταμορφώνεται πότε σε Ευτυχία και πότε σε Δυστυχία. Η αιώνια διελκυστίνδα.
«…Εγώ μαντεύω τη ζωή τους, αποφεύγοντας τη δική μου…», λέει ο ήρωας της Λίας Μεγάλου-Σεφεριάδη στο μυθιστόρημα «Έξι φορές η Τύχη» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη, αφήνοντας τη φωνή της συγγραφέως να διαρρεύσει. Αν και πρόκειται για ένα βιβλίο που ατυχώς οι «ραφές» της πλοκής και οι «σκαλωσιές» της δομής αποκαλύπτονται σε ορισμένα σημεία στα μάτια του αναγνώστη, με αποτέλεσμα το λογοτεχνικό οικοδόμημα να χάνει στα σημεία, η βαθιά ανθρώπινη φωνή της δημιουργού του σε γοητεύει να διαβάσεις την ιστορία* την ιστορία του Θεόδωρου που, όπως λέει και το όνομά του, έχει ευνοηθεί με το δώρο μιας φωνής θεϊκής. Ένα «κλειδί» που θα τον οδηγήσει στην κορυφή του πλούτου και της δόξας από τη μία –όχι χωρίς κόπο ή κόστος- και θα τον φέρει από την άλλη, πάλι στις παρυφές της ίδιας πυραμίδας: στο μηδέν. «…περπατώ ξανά στους δρόμους, ξεχερσώνοντας μέρα τη μέρα τη ζωή μου, γεμάτη πέτρες, ασπάλαθους, αγκάθια κάθε λογής…»

Αν και ο σκελετός του βιβλίου χρησιμοποιείται ήδη από τα περιεχόμενα κιόλας ως εύρημα για το ξεδίπλωμα της ιστορίας, η ιδέα δεν είναι επιτυχημένη, καθώς δεν σου μένει στη μνήμη καμία από τις ημέρες που άλλαξαν τη ζωή του ήρωα, ούτε βοηθά αυτή η διάταξη την πλοκή να εξελιχθεί. Ο αφηγηματικός χρόνος συχνά αποδεικνύεται ρευστός και διατρέχεται η ζωή του πρωταγωνιστή με ένα τρόπο που καταντά κάποτε επιπόλαιος ή πληκτικός. Εκείνα που χάνει, βέβαια, η Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη σε αυτό το επίπεδο –ίσως μια εμπνευσμένη περαιτέρω επιμέλεια στο κείμενο να το είχε βοηθήσει αποτελεσματικά- τα κερδίζει σε λογοτεχνικότητα* στον τρόπο που κυλάει ο λόγος*«…Η φύση του ανθρώπου είναι ιδιοκτητική και οι αντωνυμίες του αρπαχτικές…»* στη ζωντανή περιγραφή από τον ήρωα μιας εποχής μέσα από τα βιώματά του. Ωστόσο, τα συνδετικά, τρόπον τινά, σχήματα για την αφήγηση –αυτή η ιδέα να απευθύνεται ο ήρωας στο σκύλο με το όνομα Έκτωρ- «ξεκουρδίζουν» την αρμονία, διακόπτουν άκομψα το μονόλογο του Θεόδωρου που επιλέγει σε πρώτο πρόσωπο να πει τη ζωή του. «…εγώ, ο παρείσακτος, ο πάμπτωχος, ο παρακατιανός…» Στέκομαι σε όλες αυτές τις λεπτομέρειες της γραφής, γιατί ακριβώς αποσυντονίζουν την ανάγνωση, θέτοντάς της μικρούς σκοπέλους, αλλιώς θα μιλούσα μόνο για τον ήρωα και τα παθήματά του που με κέρδισε με την ανθρωπιά του* τη γλυκιά και ηθελημένη του αφέλεια και καλοσύνη που χάνεται σιγά-σιγά στις μέρες μας, που εκλείπει λόγω εκούσιας ιδιοτέλειας. «…Έδειχνα τόσο αθώος, που θεωρήθηκα ύποπτος…»

Γιατί τον χάρηκα τον ήρωα της Σεφεριάδη, ακόμη κι αν μοιάζει στις μέρες μας εξωπραγματικός. Ξέρω ότι δεν είναι. Κι είναι μεγάλο αποκούμπι ελπίδας αυτό, να ξέρεις ότι η ανθρωπιά ανθεί, έστω και στα κρυφά, έστω και σχεδόν παράτυπα. «…Χωρίς την οδύνη, οι άνθρωποι θα ήτανε αβίωτοι…» Πραγματικά ο βίος μας θα ήταν αβίωτος, χωρίς αυτή τη βαθιά και καταλυτική παραμυθία. Όπως λέει και η ίδια η συγγραφέας, «…Χάρηκα για το απομεινάρι της αθωότητας, που όσο τη χάνουμε, τόσο πιο κλειστοφοβική γίνεται η ζωή μας…». Την έχουμε ανάγκη την αθωότητα.

Στη διαδικασία της γραφής, ωστόσο, αυτή η αθωότητα είναι σχεδόν περιττή ή ακόμη κι επικίνδυνη, να σε ρίξει σε ξέρα, αφού μόνο με ενορχηστρωμένη μαεστρία ισορροπούν οι λέξεις ή βγαίνουν γοητευτικά στο περιθώριο και πιάνουν τον αναγνώστη από την ψυχή του και τον σφίγγουν, μέχρι να τους παραδοθεί λυτρωτικά.

Ο θάνατος, η ζωή, η φτώχεια, ο πλούτος, ο έρωτας, η αδυναμία να αντιδράσει κανείς στην ευτυχία ή τη δυστυχία του είναι τα στοιχεία που συνθέτουν τη θεματολογία της ποιητικότητας στη σκέψη και τη γραφή της συγγραφέως. Αυτή η ποιητικότητα είναι που γοητεύει τον αναγνώστη και τον κάνει να παραβλέπει τα ορατά στημόνια και τα υφάδια αυτής της πλεγμένης ιστορίας* μιας ιστορίας που μοιάζει βγαλμένη από τα περιοδικά δύο δεκαετιών πίσω, αλλά που οι άνθρωποί της είναι ανθρώπινοι με τα πάθη, τα λάθη και τις αδυναμίες τους, με τις δυσκολίες και τα ευεργετήματα αυτού του αστάθμητου Τυχαίου που παρεμβαίνει στις ζωές και τις μεταβάλλει καταπώς θέλει εκείνο. Στους ήρωες μένει ο πόλεμος, η μάχη, το ταξίδι, η διαδικασία, η νίκη ή ήττα, με τους χυμούς και την αρμύρα τους, με τη γλύκα και την πίκρα, με τα κέρδη και τις απώλειες.

Friday, March 07, 2008

Monday, March 03, 2008

Ο Σεφέρης διαβάζει Σεφέρη

Ανταποκρίνομαι στο κάλεσμα της εαρινής συμφωνίας, γιατί είναι για καλό σκοπό. Ελπίζω να αγιάσει και τα μέσα μας...

Για το Σεφέρη δεν θα γράψω σοφίες ούτε θα αντιγράψω τις σοφίες άλλων, παρά θα μοιραστώ μαζί σας μια χαρά μου (όχι μόνο να διαβάζω Σεφέρη αλλά και να τον ακούω) κι αυθαιρεσία στη γραφή κατά την ξεροκεφαλιά μου: όταν έπεσε, τυχαία, στα χέρια μου ένα cd με τίτλο και περιεχόμενο "Ο Σεφέρης διαβάζει Σεφέρη" κι άκουσα τον ποιητή να βάζει τις δικές του παύσεις, τα δικά του νοηματικά σταματήματα, τους δικούς του εμφαντικούς τονισμούς στις λέξεις και τις αράδες, ένιωσα μια συγκίνηση μεγάλη.
Η βαθιά ασθμαίνουσα φωνή του είναι μια από τις φωνές μέσα μου και την ακούω στις ανηφόρες της ζωής και του τόπου τούτου που σαν να τις ξεχνάει τις ανηφόρες, μόλις ανέβηκε σε αμάξι και αερόπλανο και τραμ και βαπόρι και λεωφορείο* τις ξεχνάει τις ανηφόρες τις δικές του και των ανθρώπων που ζουν πατώντας τα χώματα και τα μπετά του* τις ξεχνάει τις ανηφόρες και τους ανθρώπους του ξεχνάει, εκείνους που καλλιεργούν τα χωράφια του, που κλαδεύουν τα δέντρα του, που προσκυνούν τον ήλιο του, που βαθιά μέσα τους ζει μια ψυχή ασθμαίνουσα σαν και τη φωνή του Σεφέρη: τους μετ-ανάστες του, τις ανάσες του μετά του.

Μαύρο χιούμορ και ποπ κουλτούρα σε ένα μυθιστόρημα μυστηρίου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 1/3/2008)


«…Οι ασθενείς μου είναι αγχώδεις, σφιγμένοι εξαιτίας των νευρώσεών τους. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τον διανοητικό κόσμο τους. Είναι ένας εφιάλτης. Ο Μπόουι τους προσφέρει μία πνοή οξυγόνου. Τους αποδεικνύει ότι δεν κινδυνεύει η ζωή μας όταν ανοιγόμαστε στους άλλους, δείχνει τη δύναμη των λέξεων και της μουσικής σε ανθρώπους που έχουν πάψει να επικοινωνούν…»



Μία ψυχίατρος που κατά τη δική της ομολογία διέπραξε «το χονδροειδές σφάλμα» να αναμείξει επαγγελματική και ιδιωτική ζωή. Αν μπορούμε να μιλάμε για σφάλμα ή καλύτερα για εγκληματική έμπνευση* ή μήπως όχι; Άλλωστε «κάθε έγκλημα έχει τον αυτουργό του, όπως σε αυτές τις σχολικές ασκήσεις όπου πρέπει να συνδέσει κάποιος το υποκείμενο και το ρήμα». Η Μαριάν, η πρωταγωνίστρια στο μυθιστόρημα της Pascale Rerroul, με τίτλο «O γιατρός συνιστά David Bowie» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νεφέλη, σε μετάφραση από τη Μαριλένα Καρρά, είχε μια φαεινή ιδέα –που διόλου φαεινή δεν αποδεικνύεται τελικά: να πάει μια ομάδα ψυχοθεραπείας ασθενών της στο ρωμαϊκό αμφιθέατρο της Νιμ για να παρακολουθήσουν όλοι μαζί μια συναυλία του Ντέιβιντ Μπόουι. «…Ορισμένα άτομα, που τα τρέλανε η ζωή, αποφάσισαν να αποτρελαθούν: θέλουν να θεραπεύουν τους τρελούς…»

Και οι έξι περιπτώσεις των ασθενών της που συγκροτούν αυτή την ιδιόμορφη ομάδα, στην ουσία δύο άτομα με μανιοκαταθλιπτικές ψυχώσεις, μία με ανορεξία, μία μυθομανής, ένας με παράνοια και ένας με σχιζοφρένεια, δεν κατορθώνουν με τίποτα να συγχρωτιστούν για να καταφέρει να λειτουργήσει πάνω τους η ομαδική ψυχοθεραπεία. «…Λένε ότι στο σχολείο το επίπεδο πέφτει. Στο νοσοκομείο συμβαίνει το αντίθετο, αν κρίνω από την ποιότητα των ασθενών μου: ο ένας πιο τρελός, αλλά και πιο επινοητικός από τον άλλον…» Μέχρι τη στιγμή, βέβαια, που η ψυχίατρος επιχειρεί –απονενοημένα, όπως φαίνεται- να τους δημιουργήσει μια κοινή εμπειρία, ώστε να έχουν αναμνήσεις για να μπορούν να συμμετέχουν πιο ενεργά στις θεραπευτικές συνεδρίες.

«…Η ιδέα ήταν ότι μία βραδιά με τον Μπόουι έπρεπε να αποδείξει την αξία της. Ότι όφειλε να ξεκινήσει ως συλλογικός εφιάλτης, πριν μεταβληθεί σε ιδιωτικό όνειρο…» Η υπόθεση του βιβλίου ξεκινά, στην πραγματικότητα, από τη στιγμή που αυτή η ομαδική εμπειρία της συναυλίας εξελίσσεται σε έναν πρώτης τάξεως εφιάλτη: την εξαφάνιση αρχικά και την ανακάλυψη του πτώματος, στη συνέχεια, ενός αγοριού του Ντίλαν . «…οι περισσότεροι ασθενείς μου κουβαλούσαν μέσα τους νεκρά πράγματα, όλων των ηλικιών και όλων των ειδών…»

Η σκοτεινή αυτή ιστορία παρουσιάζεται από τη συγγραφέα με τέτοιο σαρωτικό χιούμορ, σαρκασμό και ειρωνεία που ο αναγνώστης αναρωτιέται αν μπορεί να γελά ή να μειδιά με ένα τόσο σοβαρό θέμα. Η σφριγηλή γραφή, ο γρήγορος ρυθμός του κειμένου που δεν σε αφήνει να πλήξεις –ούτε καλά καλά να σκεφτείς ποιος μπορεί να είναι ο δολοφόνος, γιατί τελικά πρόκειται για ένα μοντέρνο μυθιστόρημα μυστηρίου- είναι από τα μεγάλα ατού της Pascale Ferroul, η οποία ευτύχησε στα ελληνικά, να μη χάνεται το μπρίο και η δυναμική της γραφής της. Αν και η συγγραφέας χρησιμοποιεί κλισέ άλλωστε είναι δημοσιογράφος η ίδια και είναι αρκετά δύσκολο πάντα για ένα δημοσιογράφο να απαλλαγεί από αυτά- είτε ιδεολογικά είτε της καθημερινότητάς μας, κατορθώνει να τα μεταχειριστεί με τέτοιον τρόπο, ώστε τα μεταστρέφει απολύτως και αφήνει τον αναγνώστη να απολαύσει όλα εκείνα τα διανοητικά άλματα που οδηγούν σε ευφυολογήματα-κοσμήματα που ξεκουράζουν στο ξετύλιγμα της πλοκής.

Το εύρημα αυτό με τη μουσική και την καλλιτεχνική οντότητα του Ντέιβιντ Μπόουι σίγουρα το απολαμβάνουν ιδιαίτερα οι θαυμαστές του, καθώς το χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά στην εξέλιξη της ιστορίας της η Pascale Ferroul. «…Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Μπόουι τους έβγαζε όλους εκτός εαυτού, με την κυριολεκτική έννοια του όρου, σε τέτοιο βαθμό ώστε άρχιζε να σχηματίζεται μπροστά στα μάτια μου ένα αληθινό μικρό πλήθος από αγνώστους…» Η συγγραφέας η οποία έχει ήδη γράψει δύο ακόμη αστυνομικά μυθιστορήματα και έχει τιμηθεί κιόλας ως πρωτοεμφανιζόμενη το 2004, κρατάει αναμφισβήτητα την αγωνία του αναγνώστη μέχρι και την τελευταία αράδα του κειμένου. Καταφέρνει να παγιδέψει τον αναγνώστη της, χρησιμοποιώντας το αρκετά δύσκολο και δυσλειτουργικό στην αφήγηση πρώτο πρόσωπο, αλλάζοντας όμως την ταυτότητα του αφηγητή κάθε φορά. Με το παιχνίδι των ταυτοτήτων πετυχαίνει να διατηρήσει το ενδιαφέρον μέχρι κυριολεκτικά το τέλος. Έχει τη δυνατότητα, αφού αξιοποιεί το έμψυχο δυναμικό της ομάδας ψυχοθεραπείας, τη Λιζ, την Πάολα, τη Νόρα, τον Ετιέν, το Μάρτιν και το Ρισάρ και φυσικά την ίδια την ψυχίατρο Μαριάν. «…η αγάπη για τα παιδιά μας είναι ένα αδιέξοδο. Η αγάπη για τα παιδιά μας στρέφεται εναντίον μας διότι μας υπαγορεύει να τα βοηθούμε να μας ξεπεράσουν. Αυτός είναι ο αδυσώπητος κανόνας…»

Αυτό που κερδίζει ο αναγνώστης είναι διασκέδαση και ψυχαγωγία από το εν λόγω μυθιστόρημα, χωρίς να στερείται λογοτεχνικότητας το κείμενο, αν και προσπαθεί και το καταφέρνει να μοιάσει στον τίτλο του και να είναι ποπ το ανάγνωσμα, όπως και ο Ντέιβιντ Μπόουι. Το σάουντρακ του βιβλίου ανήκει εύλογα στον ίδιο καλλιτέχνη, όπως και το νευρώδες τέμπο της γραφής, πολλώ δε μάλλον το εντυπωσιακό και ανατρεπτικό τέλος του βιβλίου που κερδίζει στην κόψη του νήματος τον τίτλο του μυθιστορήματος μυστηρίου, αφού στην εκπνοή του κειμένου, κόβει πραγματικά την ανάσα του αναγνώστη, αν και τον αφήνει κάπως μετέωρο με την μεταμοντέρνα επιλογή της λήξης της ιστορίας.