Thursday, January 31, 2008

Κλικ

"Read every day something no one else is reading.
Think every day something no one else is thinking.
It is bad for the mind to be always a part of a unanimity."

Christopher Morley

Monday, January 28, 2008

«Γράφω περισσότερο με τους κανόνες της μουσικής παρά του συντακτικού»

(Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε το Σάββατο 26/1/2008 στη Φιλολογική Βραδυνή)

Σε ακμές μαγειρικές και συγγραφικές ακροβατεί με χάρη –όχι με την παραδοσιακή πένα, αλλά με το πληκτρολόγιο του υπολογιστή της- η Βίβιαν Ευθυμιοπούλου, κατά τον κόσμο του Διαδικτύου ο «Αθήναιος» (http://www.greekgastronomer.com/). Η ανδρική αυτή περσόνα, στους διαδρόμους των προσωπικών ιστολογίων, έγινε γνωστή όχι μόνο για τον ιδιαίτερο τρόπο γραφής της που μπερδεύει αρμονικά -και απολαυστικά για τον αναγνώστη- τη γαστρονομία μέσα στα «χωράφια» της κοινωνικής και πολιτικής ανάλυσης, τη λογοτεχνία, τη μουσική και την αρχαιολογία με τη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική, αλλά και για το ότι πίσω από τον αλαζόνα αυτό εστέτ μεσογειακό μάγειρα που καυτηριάζει πτυχές του σύγχρονου life style και την επικαιρότητα, κρύβεται μια εξαιρετικά ευφυής και καλλιεργημένη νέα γυναίκα. «…τις φράουλες σπίτι συνήθως τις τρώω πασπαλισμένες με μαύρο πιπέρι, μια γεύση που αποτελεί τη συνισταμένη της κοσμοθεωρίας μου σε πολλά πράγματα. Δε μου αρέσουν τα άκρα, αλλά με εξιτάρουν οι κόψεις… Εκεί που σταματούν τα όρια ή η επικράτεια του ενός και αναλαμβάνει το άλλο. Η φράουλα με το πιπέρι βρίσκεται στην κόψη της γλύκας με την αψάδα του πιπεριού, της φρεσκάδας του φρούτου με τη γήινη γεύση του μπαχαρικού, του κόκκινου με το μαύρο…»Τα κείμενά της κέρδισαν φανατικούς αναγνώστες στη διαδικτυακή της διεύθυνση, προσφέροντας αναγνωστική τέρψη ακόμη και σε κείνους που δεν είχαν καμία σχέση με την κουζίνα και τις υψηλές θερμοκρασίες που αναπτύσσονται εντός της. Μια επιλογή από τις ιστορίες της αυτές εκδόθηκε από τον Πατάκη και κυκλοφορεί υπό τον τίτλο «ΑΘΗΝΑΙΟΥ ΒΟΡΒΟΡΥΓΜΟΙ-Ιστορίες γεύσεων ενός μεσογειακού μάγειρα» σε εικονογράφηση ευρηματική και μοντέρνα του Μανώλη Ζαχαριουδάκη. Τον Αθήναιο τον γνώρισα κάπου εκεί στις αρχές του 2006 περιηγούμενη κι εγώ στα ιστολόγια. Κατάφερε να με συγκινήσει πολλές φορές μ’ αυτόν το χαρακτήρα του εβραϊκής καταγωγής άθεο είρωνα μάγειρα που είχε πλάσει και που βούταγε τα χέρια του στη λογοτεχνία με την ίδια ευκολία, κομψότητα και κοφτερή κριτική ματιά που ανακάτευε τα υλικά των φαγητών στις κατσαρόλες του. Κι όλα αυτά με ένα χιούμορ που κατορθώνει να απαλύνει ή να οξύνει τις λεπτομέρειες αυτές της καθημερινής πραγματικής μας ζωής που μας θυμίζουν πόσο άνθρωποι είμαστε ή οφείλουμε να είμαστε.
Το πιο συγκινητικό για μένα αναγνωστικά ήταν ότι οι ιστορίες της έστεκαν το ίδιο δυναμικές για την ψυχή και το μυαλό τυπωμένες στο αμείλικτο χαρτί. Ο Αθήναιος δεν είχε χάσει τίποτα από τη σφριγηλή του προσωπικότητα και ξέφευγε από την άκρη της σελίδας να χαμογελά με ένα λοξό μειδίαμα για όλη αυτή την ακόλαστη μαγειρική που ζούμε όλοι και λέγεται πολύ απλά: ζωή. «…Εάν κάτι την «έδινε» στο μεγάλο Πλάτωνα, αυτό ήταν σίγουρα οι μάγειροι. Από τη μία, αναγνώριζε το πολυεπίπεδο και πολυσχιδές του επαγγέλματος, αλλά, από την άλλη, τους κατηγορούσε ότι προήγαν την ακολασία…»


Τι είναι ο δικός σας σύγχρονος «Αθήναιος», λοιπόν, λογοποιός, παραδοξογράφος, δειπνολόγος, ερανιστής ή ποικιλογράφος;

Μάλλον τίποτα απ' όλα αυτά. Ο σύγχρονος Αθήναιος είναι ένας άνθρωπος που παρατηρεί τον κόσμο μέσα από «το παράθυρο της κουζίνας του» τους ανθρώπους και την ελληνική κοινωνία μέσα από την κουζίνα του κι ενώ μαγειρεύει.
Ο ιστορικός Αθήναιος συγκέντρωνε πληροφορίες συνειδητά, στη δική μου περίπτωση κάτι τέτοιο απλά προκύπτει εξάλλου η εποχή που ζούμε προσφέρει άπειρες δυνατότητες για πρόσβαση στην πληροφορία. Αναρωτιέμαι πώς θα έγραφε ο Αθήναιος αν είχε στη διάθεσή του και το διαδίκτυο πέρα από τις βιβλιοθήκες της εποχής του...

Κοινό συστατικό όλων των ιστοριών γεύσεων του μεσογειακού αυτού μάγειρα που δημιουργήσατε την περσόνα του, είναι η συγκίνηση που προκαλεί στους αναγνώστες του. Ποιες υπόγειες διαδρομές ακολουθεί ένα καλά μαγειρεμένο φαγητό, μια επιτυχώς εκτελεσμένη συνταγή, με μια καλά γραμμένη ιστορία;


Νομίζω πως και τα τρία που απαριθμείτε απαιτούν αφενός αρκετό χρόνο και αφετέρου σεβασμό προς αυτούς που τα προσφέρεις. Έπειτα, κακά τα ψέματα και η μαγειρική και το γράψιμο τελειοποιούνται με τη συνεχή εξάσκηση πάντως σίγουρα δεν εκβιάζονται. Το λέω αυτό γιατί παρατηρώ πως στις μέρες μας τόσο το μέτρο της καλλιέργειας όσο και της κοινωνικότητας κάποιου ανθρώπου κρίνεται και από την ικανότητά του να γράφει αλλά και να μαγειρεύει καλά. Σε όσους προσεγγίζουν αυτές τις δύο ενασχολήσεις έτσι, απαντώ πως σε αυτή την περίπτωση και τα δύο είναι υπερτιμημένα. Ζεις μια χαρά και χωρίς να γνωρίζεις να γράφεις ή να μαγειρεύεις.


Έχετε ένα ερώτημα στο βιβλίο: «Πόσο μαθαίνουμε τον εαυτό μας τρώγοντας;». Εγώ θα σας ρωτήσω, πόσο καλά μαθαίνουμε τον εαυτό μας μαγειρεύοντας, αλλά και γράφοντας μια ιστορία;


Θα ήθελα να απαντήσω μόνο για τον εαυτό μου γιατί ως μαγείρισσα αγαπώ τις συνταγές μαγειρικής και απεχθάνομαι τις...συνταγές ζωής. Τόσο με τη μαγειρική, όσο και με το γράψιμο ανακάλυψα τις αντοχές μου και την υπομονή που έχω. Επίσης μου δόθηκε η ευκαιρία να επανεκτιμήσω το παρελθόν μου και να «κλείσω τα τεφτέρια» υποθέσεων που είχαν μείνει εκκρεμείς από την άλλη, πάρα πολλά πράγματα μας δίνουν την ευκαιρία να στοχαστούμε πάνω στον εαυτό μας και να έρθουμε πιο κοντά στο να τον γνωρίσουμε.


Η γαστρονομία είναι μία μόνο πτυχή σας, οι άλλες είναι η αρχαιολογία, η πολιτική, η επικοινωνία, η αγάπη για τη λογοτεχνία. Τη σύνθεση όλων αυτών απολαμβάνουμε στα κείμενα του Αθήναιου, χωρίς να παραλείψω και την προτίμηση στην κλασική μουσική. Αυτός ο εστέτ χαρακτήρας, πόσο ενταγμένος αισθάνεται στην κοινωνία;


Κανείς άνθρωπος και ποτέ δεν μπορεί να ταυτίζεται πλήρως με όλα τα μέλη της κοινωνίας και πιστεύω ότι είναι χαμένος κόπος και χαμένος χρόνος το να προσπαθείς να γίνεσαι αρεστός στους άλλους. Κατά καιρούς έχω βρει αρκετούς συνοδοιπόρους, δεν έχω αισθανθεί ποτέ αποκλεισμένη ακόμη κι αν κάποια από τα γούστα μου -όπως αυτό της μουσικής για παράδειγμα- δεν ταυτίζεται με το γούστο της πλειοψηφίας. Όμως, πρέπει να παραδεχτώ πως ένιωσα πολύ άνετα στην ευρύτερη ψηφιακή κοινωνία του διαδικτύου όπου ανακάλυψα αρκετούς ανθρώπους με τα ίδια γούστα και τις ίδιες αξίες και αντιμετωπίζω με περίσκεψη όσους δηλώνουν ότι δεν βρίσκουν ανθρώπους να τους καταλαβαίνουν. Αν συμβαίνει αυτό τότε κάτι λάθος κάνουν εκείνοι και όχι οι άλλοι που δεν τους καταλαβαίνουν, αυτού του είδους οι πόζες όχι μόνο δεν με αφορούν αλλά με εκνευρίζουν κιόλας.

Στον πρόλογο του βιβλίου ξεκαθαρίζετε ότι βασιστήκατε στη λογοτεχνία για να αντιγράψετε τον «αντρικό τρόπο» στη γραφή των κειμένων σας. Ποιοι λογοτεχνικοί ήρωες σας επηρέασαν ή σας ενέπνευσαν και γιατί φυσικά τους ξεχωρίσατε;


Είχα την τύχη να γεννηθώ σ' ένα σπίτι γεμάτο βιβλία και ήταν τέτοια η αγάπη μου γι’ αυτά που οι γονείς μου όταν ήθελαν να με τιμωρήσουν για κάποια σκανταλιά που είχα κάνει, μου απαγόρευαν να διαβάζω εξωσχολικά βιβλία για ένα χρονικό διάστημα γιατί ήταν το μόνο πράγμα που μου στοίχιζε πραγματικά. Από μικρή θαυμάζω δύο τύπους ανδρικών ηρώων που φαινομενικά βρίσκονται ο ένας στον αντίποδα το άλλου. Από τη μια, τον αγγλοσάξωνα τζεντλμαν, με τους άψογους τρόπους, το περίφημο αγγλοσαξωνικό χιούμορ και το φλέγμα. Από την άλλη με συγκινεί εξίσου ο χεμινγουαιϊκός ήρωας που μπλέκει σε περιπέτειες, ερωτεύεται με πάθος, ταξιδέυει και απολαμβάνει τη ζωή. Ο Αθήναιος είναι βασικώς ο Τομ Τζόουνς του Χένρυ Φήλντινγκ αλλά έχει και τις στιγμές ενός Ντάρσυ από το «Περηφάνεια και Προκατάληψη». Έχει τις εμμονές ενός Χήθκλιφ αλλά άνετα θα μπορούσε να δώσει τη ζωή του για ένα σκοπό, αν όχι για τον Ισπανικό Εμφύλιο όπως οι ήρωες του Χέμινγουαίη πάντως σίγουρα για τη Δημοκρατία και την Ελευθερία. Αυτά ως προς τον «σκελετό» πάνω στον οποίο χτίζεις ένα ήρωα, γιατί στην πραγματικότητα με συγκινεί η πολυπλοκότητα ενός Πρίγκηπα Μίσκιν, ενός Νίκολας Ούρφε (από τον «Μάγο» του Τζων Φάουλς) ή ο ημίτρελος καθηγητής Κιν που ζει απομονωμένος στη βιβλιοθήκη του (από την «Τύφλωση» του Ελίας Κανέτι).


Πόσο δύσκολο ήταν να συνθέσετε ή να «ανακαλύψετε» το δικό σας προσωπικό ύφος στη γραφή και ποιοι ήταν οι περιορισμοί που σας έθετε το ανδρικό φύλο του αφηγητή;

Είμαι επαγγελματίας κειμενογράφος και από την αρχή αποφάσισα να υιοθετήσω στο γράψιμό μου τον «προφορικό» λόγο. Στην πορεία σκέφτηκα να γράφω εφαρμόζοντας περισσότερο τους κανόνες της μουσικής που έχω σπουδάσει παρά του συντακτικού και νομίζω ότι αυτό ήταν καθοριστικό στη δημιουργία του διαφορετικού στυλ που όλοι οι αναγνώστες διέκριναν. Αν πρέπει να αναφέρω ένα περιορισμό που μου έβαλε η ανδρική περσόνα αυτός ήταν η έκφραση συναισθήματος. Ένιωθα ότι πρέπει να συγκρατούμαι λίγο σε αυτό γιατί ακόμη κι όταν οι άντρες εκφράζουν συναισθήματα το κάνουν με τρόπο εντελώς διαφορετικό από τις γυναίκες, στη συνέχεια διαπίστωσα πως αυτό δεν είχε καμία σημασία και το σημαντικότερο είναι να γίνει δεκτό από την πλευρά του πομπού και του δέκτη ένα σύστημα συμβάσεων. Κρίνω λανθασμένη την αγωνία αρκετών συγγραφέων στην αληθοφάνεια. Στην πραγματικότητα αυτό δεν έχει καμία σημασία.


Υπάρχει κάποια αντιστοιχία του πώς γράφετε με τον τρόπο που μαγειρεύετε;


Μαγειρεύω πολύ πιο πειθαρχημένα απ' όσο γράφω στο μπλογκ μου όμως μαγειρεύω και γράφω με την ίδια φροντίδα και την ίδια έννοια γι’ αυτούς που θα φάνε ή θα διαβάσουν αυτά που έχω μαγειρέψει με τον ένα ή τον άλλον τρόπο. Πάντως και τα δύο απαιτούν πολύ μεγάλη πειθαρχία που προς το παρόν επιδεικνύω μόνο στη μαγειρική. Ξέρετε, πιστεύω ότι σημαντικό μέρος αυτού που λέμε «ταλέντο στο γράψιμο» είναι η ικανότητα να πειθαρχείς και να δουλεύεις. Αν δεν μπορείς να δουλεύεις πάνω στην ικανότητα που έχεις, τότε αυτόματα γίνεσαι λιγότερο ταλαντούχος.


Γιατί επιλέξατε να είναι άντρας ο άνθρωπος που γράφει και σχολιάζει την επικαιρότητα αλλά και την καθημερινότητα του σύγχρονου αστού μέσα από συνταγές;


Έψαξα πολύ για να βρω ένα γυναικείο ψευδώνυμο που να συνδέεται με τη γαστρονομία και την ιστορία της αλλά απλά, δεν υπήρχε κάτι τέτοιο. Έπειτα, ήθελα πολύ να γράφω ως Αθήναιος. Έτσι αρχικά τουλάχιστον το φύλλο μου το υπέβαλλε το ιστορικό πρόσωπο Αθήναιος. Στη συνέχεια, όταν άρχισα να γράφω πιο προσωπικά, ανακάλυψα ότι ως άνδρας είχα μεγαλύτερη δυνατότητα να γράφω ορισμένα πράγματα με μεγαλύτερη ελευθεριότητα και χωρίς να παρεξηγηθώ. Έτσι κι αλλιώς, οι κουζίνες είναι ανδροκρατούμενοι χώροι και οι λίγες γυναίκες που εργάζονται στους χώρους αυτούς είναι και λίγο ...αντράκια.


Αισθάνεστε ότι οι γυναίκες που γράφουν κάποτε αδικούν τον ίδιο τους τον εαυτό, παρασυρόμενες από στερεότυπες ευαισθησίες που τους αποδίδονται; Θέλατε να τις αποφύγετε;


Δυστυχώς ναι. Θέλω κάποτε να διαβάσω ένα μυθιστόρημα στο οποίο η ηρωίδα θα έχει κοινωνικές έννοιες, πολιτική άποψη, υπαρξιακές ανησυχίες ως άνθρωπος και όχι ως γυναίκα που ασχολείται νυχθημερόν με κάποιον άντρα που δεν της δίνει σημασία, ακόμη κι αν το κοινό συχνά αντιμετωπίζει με καχυποψία τέτοιες ηρωίδες. Δεν είναι τυχαίο που γυναίκες συγγραφείς που θαυμάζω απεριόριστα και είχαν έντονη κοινωνική και πολιτική παρουσία, όπως η Άϊρις Μέρντοχ για παράδειγμα, δημιούργησαν αξεπέραστους ανδρικούς και όχι γυναικείους χαρακτήρες.

Τι διαβάζει, τι γράφει και τι προτείνει να μαγειρέψουμε αυτή την εποχή ο Αθήναιος; Και φυσικά τι τον ενοχλεί περισσότερο από την γαστριμαργική καθημερινότητα των νεοελλήνων;


Αυτή την περίοδο δεν γράφω τίποτε και ακόμη δεν έχω αποφασίσει αν θα καθίσω να γράψω κάτι άλλο αν και θα συμμετάσχω στο Hotel Διαδίκτυο των εκδόσεων Πατάκη. Όσον αφορά στη μαγειρική, αυτή την περίοδο μαγειρεύω για τους φίλους μου που μου έλειψαν γιατί η επαγγελματική μου ενασχόληση με την Μπιενάλε της Αθήνας με είχε απορροφήσει πλήρως.
Αν κάτι με ενοχλεί στη γαστριμαργική καθημερινότητα είναι το πόσο λίγες είναι οι απαιτήσεις του κόσμου και η ευκολία με την οποία επιλέγει το φαστ φουντ και το ντελίβερυ ως τρόπο ζωής.

Wednesday, January 23, 2008

Η τρυφερότητα

της εικόνας, του χρώματος, του φωτός και της ανθρωπιάς έρχεται όλη και σωρεύεται μαζί με την αλήθεια και την πίκρα και τη θλίψη του βλέμματος των προσωπογραφιών του. Είναι η ζωγραφική του Πάνου Φειδάκη. Έρχομαι από την έκθεση έργων του στο Μουσείο Φρυσίρα στην Πλάκα που γίνεται στη μνήμη του και θα διαρκέσει μέχρι τις αρχές του Μάρτη.
Εγώ τον Πάνο Φειδάκη δεν τον γνώριζα, ώσπου είδα μια φορά την εκπομπή ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ στην Ετ1 και το ζωγράφο -πριν τον προλάβει ο θάνατος που τον κυνηγούσε- να φιλοτεχνεί μπροστά στην κάμερα μια προσωπογραφία του Βιζυηνού και να μιλά για τον τρόπο που δούλευε τα θέματά του. Συγκινήθηκα και εντυπωσιάστηκα τόσο πολύ που γύρεψα να μάθω γι' αυτόν τον καλλιτέχνη. Έμεινε στο μυαλό μου το χέρι του που ζωγράφιζε και η σχεδόν ντροπαλή του φιγούρα μπροστά στον καμβά.
Όταν τον είδα να ζωγραφίζει είπα ότι έτσι εγώ θέλω να γράφω: απλά και τρυφερά και ήσυχα και να απευθύνομαι στην ανθρωπιά και την ανθρωπινότητα που λέει και ο Θανάσης Τριαρίδης. Αυτός είναι ο πιο άγριος τρόπος να σπάσεις του κανόνες, για μένα.
Έφτιαχνε πορτρέτα στην Κέρκυρα κάποιο καλοκαίρι ο Φειδάκης, μπορεί και να έχετε ένα δικό σας από τα χέρια του, σχεδόν ερήμην σας.
Σχεδόν ερήμην σου, αιχμαλωτίζεσαι και από την ομορφιά της Τέχνης του.

Tuesday, January 22, 2008

Αλκυονίδες

μέρες -και νύχτες- που ζει κανείς, μάλλον δεν αντιλαμβάνεται ότι τις ζει, παρά μόνον αφού αυτές έχουν παρέλθει. Τώρα που σκοτείνιασε έξω, κατάλαβα πόσο ωραία ήταν η μεσημεριανή λιακάδα, αυτή η απαστράπτουσα που κάνει μπάνιο την ψυχή και την αφήνει να στεγνώσει το βράδυ στον ίσκιο.
Και όταν σε λούζει το φως δεν μπορείς να αρχίσεις να γράφεις αερολογίες ούτε να διαβάζεις αμπελοφιλοσοφίες.

Thursday, January 17, 2008

"Αντισταθείτε"

Από το "Μυθιστόρημα" του Γιώργου Σεφέρη,

Ποιήματα, Ίκαρος

Δ'


ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ

Και ψυχή
ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν
εις ψυχήν
αυτή βλεπτέον:
τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη.

Ήτανε καλά παιδιά οι σύντροφοι, δε φωνάζαν
ούτε από τον κάματο ούτε από τη δίψα ούτε από την παγωνιά,
είχανε το φέρσιμο των δέντρων και των κυμάτων
που δέχουνται τον άνεμο και τη βροχή
δέχουνται τη νύχτα και τον ήλιο
χωρίς ν' αλλάζουν μέσα στην αλλαγή.
Ήτανε καλά παιδιά, μέρες ολόκληρες
ίδρωναν στο κουπί με χαμηλωμένα μάτια
ανασαίνοντας με ρυθμό
και το αίμα τους κοκκίνιζε ένα δέρμα υποταγμένο.
Κάποτε τραγούδησαν, με χαμηλωμένα μάτια
όταν περάσαμε το ερημόνησο με τις αραποσυκιές
κατά τη δύση, πέρα από τον κάβο των σκύλων
που γαβγίζουν.
Ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν, έλεγαν
εις ψυχήν βλεπτέον, έλεγαν
και τα κουπιά χτυπούσαν το χρυσάφι του πελάγου
μέσα στο ηλιόγερμα.
Περάσαμε κάβους πολλούς πολλά νησιά τη θάλασσα
που φέρνει την άλλη θάλασσα, γλάρους και φώκιες.
Δυστυχισμένες γυναίκες κάποτε με ολολυγμούς
κλαίγανε τα χαμένα τους παιδιά
κι άλλες αγριεμένες γύρευαν το Μεγαλέξαντρο
και δόξες βυθισμένες στα βάθη της Ασίας.
Αράξαμε σ' ακρογιαλιές γεμάτες αρώματα νυχτερινά
με κελαηδίσματα πουλιών, νερά που αφήνανε στα χέρια
τη μνήμη μιας μεγάλης ευτυχίας.
Μα δεν τελειώναν τα ταξίδια.
Οι ψυχές τους έγιναν ένα με τα κουπιά και τους σκαρμούς
με το σοβαρό πρόσωπο της πλώρης
με τ' αυλάκι του τιμονιού
με το νερό που έσπαζε τη μορφή τους.
Οι σύντροφοι τέλειωσαν με τη σειρά,
με χαμηλωμένα μάτια. Τα κουπιά τους
δείχνουν το μέρος που κοιμούνται στ' ακρογιάλι.

Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη.

***********************************************************************************


(Απαντώ στην πρόκληση-πρόσκληση της Εαρινής Συμφωνίας και με τη σειρά μου καλώ
τη georgia,
την alexandra,
το λεφτέρη,
το αρμυρίκι
και το γεώργιο χοιροβοσκό
να συμμετάσχουν, αν το επιθυμούν)

Monday, January 14, 2008

Η αναζήτηση της ελευθερίας στα οροπέδια του κρόκου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 12/1/2008)

Το χρώμα του κρόκου, ένα υποκίτρινο με μια παράξενη ένταση, δεν απέχει πολύ –αφού απόχρωσή του είναι- από το χρώμα του μίσους, σύμφωνα με την ιδιότυπη «γλώσσα» των ανθέων. Και στη χρωματολογία, που παραδέχεται το κίτρινο στην αρνητική του όψη ως το χρώμα της δειλίας και της καταστροφικής κυριαρχίας, αλλά και στο μυθιστόρημα της Γιασμίν Κράουθερ, με τίτλο «Άρωμα Σαφράν», που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση από την Κώστια Κοντολέων, το άνθος του κρόκου, με την ιδιαίτερη απόχρωση του κίτρινου, κρύβει στη μυστηριώδη και ξωτική του όψη μια πικρή και δυσβάσταχτη αλήθεια.

Ένα κακό που έχεις τις ρίζες του βαθιά στη δειλία των ανθρώπων που έχουν θωρακίσει τη ζωή τους με προκαταλήψεις και αδυνατούν να πορευτούν απαλλαγμένοι από τον αιματηρό ζυγό τους. «…Αλλά το Μεζαρέ σημαίνει από μόνο του κάτι –μικρό θαύμα- κι έχει το δικό του μερίδιο στα αστέρια που ξεφυτρώνουν από τη γη το σούρουπο. Είναι ένας τόπος προκαταλήψεων, αν και οι άνθρωποί του είναι ευσεβείς πιστοί…» Το βιβλίο της Κράουθερ δυστυχώς εμφανίζει μια θλιβερή επικαιρότητα πολύ συχνά, αφού ξεδιπλώνει –όσο μπορεί απαλά, τρόπον τινά «ανώδυνα» και υπαινικτικά από τη μία, αλλά κατηγορηματικά από την άλλη- το δράμα του να γεννηθεί κανείς γυναίκα σε μια χώρα όπως το Ιράν και ακόμη χειρότερα να θέλει να έχει την, αυτονόητη για μας, ελευθερία βούλησης να διαμορφώσει τη ζωή της. Η συγγραφέας, με σεβασμό για τη μουσουλμανική θρησκεία και για τις παραδόσεις του τόπου από τον οποίο κατάγεται και η ίδια, στήνει ένα μυθιστορηματικό ιστό που ξεμπροστιάζει τη σκληρότητα των ανθρώπων που παραμένουν προσκολλημένοι σε ένα εθιμικό, κατ’ ευφημισμόν, δίκαιο τόσο καταφανώς άδικο. Και το πετυχαίνει αυτό πολύ καλά η δημιουργός, καθώς αντιπαραβάλλει την ιδιαίτερη ομορφιά αυτών των τοπίων, εξωτερικών των οροπεδίων του Ιράν, αλλά και ψυχικών, των αθώων ανθρώπων που ζουν εντός τους, με την αγριότητα των φορέων των θεοκρατικών προκαταλήψεων και την αδίστακτη επιβολή της ισχύος τους. «…Ο θυμός δεν έχει επιστροφή. Ένα χαστούκι δεν μπορεί να ξεγίνει. Μερικές προσβολές δε γίνεται ποτέ να τις πάρεις πίσω. Τρυπώνουν μέσα σου, όσο κι αν μετανιώσεις γι’ αυτές, μέχρι να συμβεί κάτι τρομερό…»

Η βία φωλιάζει στο χαρακτήρα της μίας κεντρικής ηρωίδας, της Μαριάμ, η οποία έχει πέσει θύμα της στην εφηβεία της με τον πλέον ειδεχθή και αποτρόπαιο τρόπο, αλλά και εμφανίζεται να χτυπά σαν κύμα οδύνης την κόρη της Σάρα από μια σειρά τυχαίων γεγονότων. Η σχέση τους δικαιολογημένα κλονίζεται, η πρώτη φεύγει για το Μεζαρέ, μια περιοχή στα βορειονατολικά της ιρανικής επικράτειας που φέρει στην ομορφιά του το αινιγματικό χρώμα του κρόκου που καλύπτει τις πεδιάδες του Χορασάν και η δεύτερη μένει στο Λονδίνο να παλεύει με τους καλά κρυμμένους δαίμονες της μητέρας της. Η Μαριάμ ανακαλεί στη μνήμη της όλο το ζοφερό παρελθόν που της στοίχειωσε τη ζωή και προσπαθεί να το ξορκίσει, καλώντας την κόρη της στα χνάρια μια διαδρομής που κρύβει πολύ μίσος.

Αν καταφέρει εκείνη, η εγκλωβισμένη στην τραυματική της εμπειρία Μαριάμ, να συγχωρέσει το παρελθόν της που ενσαρκώνεται ολάκερο στη φιγούρα του πεθαμένου πια πατέρα της, ίσως να κατορθώσει και η κόρη της να της συγχωρέσει την πέτρινη προσωπίδα που κάλυψε για μια ολόκληρη ζωή τον ανομολόγητο πόνο της. «…Τον είδα που με κοίταζε με μια πρωτοφανή, αγχωμένη, γεμάτη έγνοια αγάπη, λες και υπήρχε φόβός ότι θα έσπαγα σε χίλια κομμάτια στην πρώτη λάθος λέξη του. Είχα δει τον πατέρα μου αρκετές φορές να κοιτάζει τη μάνα μου με τον ίδιο ακριβώς τρόπο…»

Το μυθιστόρημα της Κράουθερ είναι ένα οδοιπορικό αναζήτησης της προσωπικής ελευθερίας και προσπάθειας αποτίναξης της βαθιάς λύπης από τις ψυχές των ηρώων της. Είναι ένα ταξίδι προς τη συγχώρεση και την ανεύρεση της παρηγοριάς. Είναι μια παραμυθητική γραφή που παρασύρει τον αναγνώστη στα χιονισμένα βουνά της Ανατολής και στις ολάνθιστες με σαφράν πεδιάδες της, περνώντας τον μέσα από τις Συμπληγάδες της βίας και της καταπίεσης. «…υπάρχουν πολλές μορφές ελευθερίας, και η καθεμιά έχει το τίμημά της: ελευθερία ν’ αγαπήσεις, να ταξιδέψεις, ν’ ανήκεις κάπου. Για κάθε μορφή ελευθερίας που επιλέγουμε, θα πρέπει να θυσιάσουμε κάποια άλλη…»

Το φόντο της ιστορίας είναι μια περιήγηση μαγευτική στα ομορφότερα χρώματα κι αρώματα που -τι τραγική ειρωνεία!- περιβάλλονται από μια δαιμονοποίηση του ωραίου, του σωματικού, του ειλικρινούς, του ανθρώπινου και όλος αυτός ο επίγειος παράδεισος παραμένει μακρινός –απρόσιτος να τον γευτούν- οι ίδιοι του οι γηγενείς κάτοικοι. Απαγορευμένος καρπός είναι και η αγάπη μεταξύ δύο ανθρώπων, ο έρωτάς τους, η ένωσή τους που δεν επήλθε ποτέ. Αυτός ο ανολοκλήρωτος έρωτας είναι που θα σπρώξει τη Μαριάμ –φύση ανήσυχη, φιλομαθή και ανεξάρτητη- στην άκρη του γκρεμού. Και θα νεκρώσει μέσα της το πιο σημαντικό κομμάτι για μια γυναίκα: την ιερότητα της θηλυκότητάς της. Η αυτοδιάθεση του κορμιού της θα παραβιαστεί, ο ψυχισμός της θα κρέμεται πάντα από την κλωστή της ευπάθειας του θύματος και θα ζήσει μια ολόκληρη ζωή βασισμένη στην ανομολόγητη βαναυσότητα που υπέστη. Με ηθικό αυτουργό τον ίδιο τον ισχυρό πατέρα της. Η δύναμή του θα την συντρίψει και θα την αναγκάσει να εκπατριστεί. Ο επαναπατρισμός της θα είναι μια ανάγνωση της ζωής της από την αρχή. Με πολύ φόβο και πάθος. Ακριβώς όπως κρατάει κανείς τους εύθραυστους στημόνες του κρόκου.

Το νησάκι μου

(Για τον Τζων Μπόη που του το υποσχέθηκα την Παρασκευή.)
Στραβός είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε;

Thursday, January 10, 2008

Ντεφορμέ

Ξεκίνησα να αναβαθμίσω και να ανακατασκευάσω το μπλογκ μου αυτή την εβδομάδα, μέσα στο πλαίσιο της γενικότερης αναδόμησης, μωρέ και ανοικοδόμησης να πω μέσα θα πέσω, που επιχειρώ και πάλι. Και είδα πόσο ντεφορμέ είμαι κι εγώ και το μπλογκ, βλέποντας παλιότερα κείμενα και σχόλια. Από την άλλη, για να παρηγοριέμαι, θυμάμαι ότι οι πιο χρήσιμες περίοδοι της ζωής μου ήταν εκείνες που εγώ ήμουν ντεφορμέ και δεν μπορούσα να αποδώσω αυτό που θα ήθελα.
Δεν πειράζει.
Υπερασπίζομαι μέχρι τέλους το δικαίωμα του οποιουδήποτε να είναι ντεφορμέ. Ακόμη και για τους ποδοσφαιριστές το νιώθω αυτό κι ας ασκούν
στους καημένους τόση κριτική και χλεύη τα πλήθη.
Ζήτω οι χαμηλοί και ήσυχοι ρυθμοί, ζήτω τα χαμηλά κέρδη, ζήτω η ξεκούραση, ζήτω τα αργόσυρτα βήματα.
Ζήτω.

Tuesday, January 08, 2008

Οι βιβλιοπώλες μου

Εκείνοι πωλούν τα βιβλία. Εγώ αγαπώ τα βιβλία. Ο κοινός παρανομαστής υπάρχει, αλλά δεν σημαίνει ότι πάντα αγαπώ αυτούς που πουλάνε τα αντικείμενα του αναγνωστικού μου πόθου. Ο πρώτος πρώτος βιβλιοπώλης της ζωής μου, όπως τουλάχιστον θυμάμαι, -έχει πεθάνει πια- μπορούσε να ικανοποιήσει τις ελάχιστες ανάγκες της παιδικής μου ηλικίας, χωρίς καν να παρέμβει. Άπλωνα το χεράκι μου, ψηλό παιδί ήμουν, έφτανα τα πρώτα κλασικά λογοτεχνικά βιβλία στα χαμηλά ράφια του στριμωχτού βιβλιοπωλείου του και τα πήγαινα στο ταμείο. Λίγο αγαθός και αργοκίνητος ήταν νομίζω. Σε κάτι τεφτέρια και ύστερα κομπιουτεράκια κατέγραφε τις πωλήσεις του, αργότερα ήρθε η ταμειακή μηχανή, αλλά όταν ήρθε αυτή, έφυγε εκείνος δια παντός απ' τη ζωή. Κρίμα. οι απόγονοι πουλάνε λούτρινα ζωάκια πια.

Το Γυμνάσιο σήμανε και αλλαγή συνηθειών, τόσο αναγνωστικών όσο και αγοραστικών. Ευτυχώς. Ανακάλυψα έναν παράδεισο που θα τον έχανα λίγα χρόνια μετά μόνο. Ο παράδεισός μου λεγόταν "Η φωλιά του βιβλίου". Ναι, μεν ήταν μια τρύπα κι αυτό το χρυσοφόρο για τους ιδιοκτήτες του μαγαζάκι, αλλά αυτό το "φωλιά" δεν του πήγαινε, βρε παιδάκι μου. Ποιος το σκέφτηκε; Κανένας θηρευτής; Ε, γι' αυτό έγινες κυνηγός βιβλίων. Ο βιβλιοπώλης αυτός στάθηκε μεγάλος αρωγός του έργου μου κατά την εφηβεία. Καταρχάς, από κείνον αγόρασα όλα -και ήταν παρά πολλά τα άτιμα- τα βιβλία των Αγγλικών μου. Γι' αυτό με συμπάθησε. Ήμουν σίγουρη πηγή κέρδους. Γι' αυτό κι εγώ τον "εκμεταλλεύτηκα" στο έπακρο. Του παρήγγελνα αβέρτα βιβλία εκμάθησης της Αγγλικής, προκειμένου να μου φέρνει αγόγγυστα τις παραγγελίες της κλασικής λογοτεχνίας και οποιασδήποτε σύγχρονης έπεφτε στην περιορισμένη αναγνωστική μου αντίληψη.

Αχ, πώς τη νοσταλγώ εκείνη την περιορισμένη αντίληψη! Δεν την κλόνιζε τίποτα. Ήταν πεντακάθαρη και κοφτερή σαν μαχαίρι. Ήρθε η αλλοτινή αμφιβολία και την έριξε κι αυτή από τον παράδεισό της. Καλύτερα. Θα προσπαθεί πάντα να τον κατακτήσει, όχι να τον κερδίσει άκοπα. Ο αγαπημένος μου ever βιβλιοπώλης φυσικά γνώριζε το όνομά μου και μόλις έμπαινα στη "φωλιά", σαν και κείνο το γεράκι των καρτούν με τα γυαλιά μέχρι τη μέση με φαντάζομαι τότε, μου απηύθυνε το λόγο πανηγυρικά "Γεια σας, δεσποινίς Σκαλίδη! Τι κάνετε; Τι έχουμε σήμερα; Πώς να σας βοηθήσω;" Εμ, νοσταλγώ και κείνο το "δεσποινίς" των 11 ετών μου που σήμερα έχει γίνει ένα αγενές και ειρωνικό "κοριτσάκι μου ή γλυκιά μου" από τους συναγοραστές μου στα καταστήματα. Και γλυκιά είμαι και κοριτσάκι, αλλά εσείς οφείλετε να με λέτε κυρία, όπως σας λέω κι εγώ κυρίους και κυρίες, αλλά τι τα θες; Εσύ θα συνετίσεις τον κόσμο ή μήπως εσύ θα τους κάνεις όλους ευγενείς; Άστα, βρε δεσποινίς, να πάνε...Εσύ είσαι αλλού νυχτωμένη, στα βιβλία. Κι εκεί το σαβουάρ βιβρ ακόμη το βρίσκεις, έστω σε μια Τζέιν Ώστιν.

Από εκεί που παρήγγελνες τον Καζαντζάκη σου στα 14 σου και κατέφθανε με καρδιοχτύπι δικό σου από τας Αθήνας στο φτωχικό αναπλιώτικο μαγαζάκι, τώρα είσαι στα λαμπερά μέγαρα τα γεμάτα βιβλία και θες να γυρίσεις επειγόντως 15 χρόνια πίσω. Να βγεις έξω στον καθαρό αέρα. Να αποφύγεις τον τεχνητό συνωστισμό των γιορτών. Να βρεις τα βιβλία εκείνα που αξίζουν στην πρώτη σειρά και όχι κρυμμένα στις αποθήκες. Να αγγίζουν τα βιβλία εκείνοι που τα πουλάνε σαν βιβλία, με το σεβασμό που τους πρέπει, και όχι σαν παλιόρουχα β΄διαλογής που κι εκείνα ψυχούλα έχουν.
Άλλο έμπορας, άλλο βιβλιοπώλης. Όποιος το κατάλαβε, μένει χαραγμένος με αγάπη στη μνήμη των απανταχού βιβλιόφιλων, ενώ οι άλλοι ανακυκλώνονται στον κάλαθο της λήθης. Αγαπημένοι μου βιβλιοπώλες, καληνύχτα!

Αναμετάδοση

από το γήπεδο του Λεφτέρη Μπαρδάκου, καθώς ο δικός του αγώνας με τις λέξεις είναι πολύ διασκεδαστικός και αιχμηρός. Κάθομαι στον πάγκο της δικής μου ομάδας και απολαμβάνω το δικό του εορταστικό παιχνίδι.

Monday, January 07, 2008

Sunday, January 06, 2008

Πρόταση-Αναγέννηση

Το 2007 ήταν μια χρονιά που ως επί το πλείστον δεν είχε να μου φέρει κάτι συγκλονιστικά καινούριο, μόνο κατάφερε να υπογραμμίσει τα παλιά και μάλιστα με μελανά χρώματα, ώστε να τα συνειδητοποιήσω βαθιά και να εξαναγκαστώ επιτέλους να τα αποφύγω, γιατί με χαλάνε. Στη λογοτεχνία και στη ζωή. Συχνά αυτά τα δύο δεν απέχουν πολύ.
Ωστόσο, υπήρξα τυχερή αναγνωστικά, γιατί ήρθα σε γνωριμία βαθιά και καταλυτική με το λογοτεχνικό έργο του Θανάση Τριαρίδη. Και το θεωρώ ευλογία για την αναγνωστική μου ματιά, την όποια κριτική μου ικανότητα αλλά και για την ψυχή μου.
Ήταν κάτι σαν γάργαρο νερό που απομάκρυνε από μέσα μου και από γύρω μου τα ασήμαντα και με έκανε να νιώσω λίγο πιο ελεύθερη ή τουλάχιστον να αποζητώ να είμαι λίγο πιο ελεύθερη από τα ανούσια και τους επιτήδειους της ασημαντότητας. Κάτι σαν μια μικρή προσωπική Αναγέννηση.
Ο Θανάσης ζει στη Θεσσαλονίκη, αλλά αποφάσισε να έρθει στην Αθήνα για έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα κύκλο διαλέξεων που αφορά φυσικά την Αναγέννηση.
Στις παρακάτω διευθύνσεις μπορεί όποιος θέλει να βρει σχετικές πληροφορίες: http://www.fournos-culture.gr/

Ο τόπος μου...




Wednesday, January 02, 2008

«Υποβάλλω τη γλώσσα σε βασανιστήρια από μικρό παιδί, έτσι ώστε να γίνει πειθήνιο άλογο»

(Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 29/12/2007)

«…Οι αρχαίοι θεοί υποσχέθηκαν στον άνθρωπο ένα: θάνατο μόνο. Και μέχρι τότε εσείς, μας παραγγέλνει, εσείς, Αγάπη. Ώσπου να έρθω…», αυτό ακριβώς το ολιγόλογο αλλά μεστό νοήματος απόσπασμα από το τελευταίο μυθιστόρημα του Παύλου Μάτεσι, με τίτλο «Αλδεβαράν» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, αποτελεί και το μεδούλι του εν λόγω έργου, το απολύτως «ωφέλιμο» που μπορεί να αλιεύσει κανείς απολαμβάνοντας την πολύχρωμη γλώσσα του έλληνα δημιουργού. Γιατί αυτή είναι που κυριαρχεί στο βιβλίο. Η γλώσσα. Αυτή κλέβει την παράσταση και από την υπόθεση και από τους χαρακτήρες του βιβλίου. Το χρωματιστό νήμα των λέξεων που πλέκει μεταξύ τους ο συγγραφέας σε ένα σύγχρονο -αλλά θα μπορούσε να είναι και εντελώς άχρονο- σκηνικό-μωσαϊκό, σε συνδυασμό με την αφήγηση που εναλλάσσεται ιλιγγιωδώς με τον εσωτερικό μονόλογο, σε ένα δυσδιάκριτο κάποιες φορές τρελό χορό, συνθέτουν και το ιδιότυπο λογοτεχνικό σύμπαν του συγγραφέα που τοποθετεί το μεταφυσικό αλλά και το φανταστικό στοιχείο εντός της πραγματικότητας. Η μνήμη, ο θάνατος, η ζωή και ο έρωτας αποτελούν τις νοηματικές εκείνες αγκαθωτές ακτίνες που διαπερνούν το βιβλίο, διαθλώντας την προσωπική πραγματικότητα των ηρώων του μυθιστορήματος στην ψυχή του αναγνώστη. Αν εκείνος διαθέτει το κατάλληλο κάτοπτρο.
Γιατί γράψατε αυτό το μυθιστόρημα; Ποιο ήταν το αρχικό κίνητρο, η δυνατή εκείνη ιδέα ή εικόνα ίσως που σας «ανάγκασε», να αφηγηθείτε αυτή την ιστορία;

Τίποτα δεν με «αναγκάζει». Πιστεύω πως «κίνητρο, στόχος ή εξαναγκασμός» οδηγούν σε αφελή ή πλαστά γραπτά. Από «ιδέα» πάλι, θα ξεκινήσει ένα κείμενο φιλοσοφικό, δοκιμιακό κλπ. Γράφω όταν το επιλέγω εγώ, και, κυρίως όταν με επισκέπτεται (ως Ευαγγελισμός) μια εικόνα. Η οποία, βαθμιαία, όπως οι αμοιβάδες, διχάζεται σε αρχή - μέση-τέλος, σε απλοϊκή μορφή αρχικά, αλλά έτσι έχω στη διάθεσή μου την «υπόθεση» του έργου, θεατρικού ή πεζογραφήματος. Βέβαια, βαθμιαία, η εικόνα αυτή διαφοροποιείται, εξελίσσεται. Εγώ την παρακολουθώ. Αλλά και εκείνη με παρακολουθεί, στον ύπνο μου. Αυτά κάπου επί έξη μήνες και μετά αρχίζει το γράψιμο.

Ο εσωτερικός μονόλογος των ηρώων σας ακολουθεί τη ροή μιας γλώσσας περίτεχνα ζωντανής που δεν χάνει την προφορικότητα και την έντασή της. Είναι αυτό το κρυμμένο παράλληλο σύμπαν της ύπαρξης του καθενός. Στην πραγματικότητα, στη ζωή των περισσότερων μένει για πάντα θαμμένη αυτή η ενδότερη φωνή. Στον κόσμο της λογοτεχνίας, εσείς αναλαμβάνετε να την «ξεσκεπάσετε». Υπάρχει κόστος προσωπικό για το συγγραφέα που «ακούει» αυτές τις φωνές και αποφασίζει να τις βγάλει σε κοινή ανάγνωση ή το αισθάνεστε ως ένα προνόμιο;

Τα πρόσωπα των έργων μου δεν εκφράζονται με τη γλώσσα, αλλά δια πράξεων και δράσης. Η γλώσσα οφείλει να διαθέτει την «ορθοέπεια» που παραγγέλνει ο Πρωταγόρας, δηλαδή «γλωσσική ορθότητα». Αυτό προϋποθέτει βασανισμό της γλώσσας εκ μέρους μου (την υποβάλλω σε βασανιστήρια από μικρό παιδί), έτσι ώστε να γίνει πειθήνιο άλογο κι εγώ καβαλάρης της, και να υπηρετεί την πράξη και τη δράση, στοιχεία που καταδηλώνουν τη φύση των ηρώων μου, αλλά, στο μεταξύ, η γλώσσα βρίσκει και λαθραίες ευκαιρίες να αυτό-επιδεικνύεται. Όσο για την «ενδότερη φωνή», αυτή, ουσιαστικά, είναι ο ψυχικός κόσμος του κάθε προσώπου του έργου. Και, μας το παραγγέλνει και ο Ηράκλειτος, η ψυχή είναι μία άβυσσος που, όσο και αν την περιτριγυρίσεις, δεν θα τη μάθεις ποτέ. Ακριβώς λοιπόν επειδή αυτή η άβυσσος είναι και άγνωστη και επίφοβη, γεμάτη ίσως από ασθένειες, τρέλα, και άλλα μη εξηγήσιμα, ο συγγραφέας, αναγκαστικά, πρέπει να είναι πνευματικά υγιής και ισορροπημένος για να αντέξει την κατάφυση σ’ αυτή την άβυσσο και να αλιεύσει ό,τι μπορέσει. Άτομα με πνευματική διαταραχή ή ανισορροπία, δεν είναι ικανά να γράψουν: αλλά να περιγράψουν τη δική τους πνευματική αστάθεια. Παρόμοια κείμενα δεν προορίζονται για τον αναγνώστη αλλά για ψυχίατρο- ή για τον Καιάδα.

Στο «Αλδεβαράν» ο θάνατος είναι ο τελικός προορισμός –όπως και στη ζωή- και στην υπόλοιπη διαδρομή ο ήρωας –με το όνομα του ψυχοπομπού- επιδιώκει μόνο την Αγάπη. Η αγάπη είναι το όχημα της ψυχής προς την ολοκλήρωσή της, αν μπορούμε να μιλάμε για κάτι τέτοιο;

Ο θάνατος είναι η φυσιολογική απόληξη της ζωής. Στο «Αλδεβαράν» ο θάνατος μάχεται με τον έρωτα. Νικούν και οι δύο. Ο έρωτας είναι ο ωραιότερος σύντροφος του ανθρώπινου σώματος. Όσο για τον θάνατο, ο Θέογνις λέει ότι είναι το «άριστον» για τον άνθρωπο. Και στους δύο μυθικούς νέους, τον Κλέοβι και τον Βίτωνα, (τα αγάλματά τους κατοικούν στο Μουσείο των Δελφών), όταν η μητέρα τους ζήτησε από τη θεά το «άριστον» για τα νεαρά παιδιά της, η θεά τους έκανε δώρο το θάνατο.

Το βιβλίο σας μου προκάλεσε μια βαθιά ενόχληση, όταν το διάβαζα. Με προκαλούσε. Όχι από τα θέματα σεξουαλικότητας ή ομοφυλοφιλίας που θίγονται, αλλά από τον τρόπο που παρουσιάζεται ο θάνατος ως πραγματικό γεγονός. Η ωμότητά του. Πώς αντιλαμβάνεστε εσείς το θάνατο; Και τι επιδιώκετε να πετύχετε στο βιβλίο, ως προς αυτό το θέμα;

Εγώ δεν επιδιώκω τίποτα. Γνωρίζω όμως, ως αναγνώστης, ότι τα πάθη των λογοτεχνών προσώπων είναι σε απολύτως υψηλότερο πυρετό απ’ ότι τα των καθημερινών ανθρώπων. Άλλωστε αυτό τους ζητάμε εμείς οι αναγνώστες. Στον «Αλδεβαράν», πάντως, ο θάνατος, κυρίως η «ετοιμασία» του νεκρού Μύρτου από τον Ερμή, εμένα μου φαίνεται βαθύτατα γαλήνιος, όπως τα επιτύμβια αγάλματα στο Αρχαιολογικό Μουσείο μας, από τα ευγενέστερα πράγματα που βγήκαν από χέρι ανθρώπου.

Από την παραδοξότητα της ιστορίας που πλάθετε –τόσο απίθανη που μπορεί να είναι και πραγματική, υποψιάζεται ο καχύποπτος αναγνώστης- αναβλύζει μια βαθιά ανθρωπιά, η ανάγκη να μην είναι και να μη νιώθει κανείς μόνος. Και η μεταφυσική χροιά που μεταχειρίζεστε, πετυχαίνει το ίδιο: να μιλήσει για το παρόν και τα κενά του παρά για το ύστερα και τις εικασίες που το αφορούν. Πώς σας αφορά εσάς η μεταφυσική;

Η ιστορία εδώ, η «υπόθεση του έργου», όχι, δεν είναι πραγματική. Την παράγει αποκλειστικά η φαντασία (με ελάχιστα πράγματα από την προσωπική ζωή του συγγραφέα), η οποία φαντασία είναι το κύριο όπλο, η κύρια πηγή άντλησης για τον συγγραφέα. Η μεταποίηση σε λογοτεχνία συμβάντων της προσωπική ζωής του γράφοντος μπορεί να είναι αυτοβιογραφία, ή λογοτεχνικό έργο, ή παρα-λογοτεχνία, η οποία και μας πολιορκεί εσχάτως.
Όσο για τη μεταφυσική: είναι πραγματικότης και αυτή, μέρος της πραγματικότητος, και όταν δέχεται να φιλοξενηθεί σ’ ένα κείμενο, φωτίζει και το κάνει καλόδεχτο. Δεν είναι κάτι «εκτός», είναι «εντός», έχει να κάνει με τον άνθρωπο, όχι με τις θρησκείες.

Θα ήθελα να μου πείτε δυο λόγια για τις δικές σας αναγνωστικές προτιμήσεις, αλλά και για τις λογοτεχνικές επιδράσεις οι οποίες θεωρείτε ότι σας καθόρισαν ως συγγραφέα.

Οι προτιμήσεις μου, κυρίως, είναι οπτικές και ακουστικές. Εικαστικές Τέχνες και Μουσική (έχω σπουδάσει Μουσική). Έχω έρθει αντιμέτωπος με τα μεγάλα έργα, σε Μουσεία της Ευρώπης, αλλά και στα ελληνικά. Και έχω την τρελή αίσθηση ότι ο Γκόγια π.χ. ζωγράφισε αποκλειστικά για μένα. Και ο Ούτσελλο. Και ο Μότσαρτ έγραψε τη μουσική που ήθελα εγώ. Μαζί τους και μεγάλοι συγγραφείς, Φώκνερ, Κάφκα, Λόπε ντε Βέγα. Μου χαρίζουν πιστοποιητικό υπάρξεως.