Monday, November 10, 2008

"Ich bebe"

"Το πρωινό της 3ης Ιανουαρίου του 1889 στην πλατεία του Καρόλου Αλβέρτου στο Τορίνο ένας αμαξάς μαστιγώνει το άλογό του – όπως συνήθως. Ο περαστικός Φρειδερίκος Νίτσε ορμάει κλαίγοντας και αγκαλιάζει τον λαιμό του ζώου· αμέσως μετά σωριάζεται καταγής. Ήταν, λένε, το σημείο μηδέν της διανοητικής κατάρρευσης –ή του ολοκληρωτικού επαναπροσδιορισμού– του Γερμανού φιλοσόφου, έντεκα χρόνια πριν τον βιολογικό του θάνατο, τον Αύγουστο του 1900.
Τρεισήμισι χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1892, ο Νίτσε βρίσκεται παράλυτος στο κρεβάτι του και βυθισμένος (;) στην ασυνειδησία: όταν η μητέρα του τον ρωτάει, κατά τη συνήθειά της, «με αγαπάς;» επιμένει να της απαντάει αντί για Ich liebe (σε αγαπώ) την φράση Ich bebe (που σημαίνει τρέμω). Λανθάνουσα γλώσσα ενός σβησμένου νου – ή κάτι άλλο;". Για την έντυπη έκδοση του βιβλίου του Θανάση Τριαρίδη "Ich bebe* όταν οι αμαξάδες μαστιγώνουν τ' άλογα" που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τυπωθήτω.

Παραθέτω ένα αγαπημένο απόσπασμα από το βιβλίο, το κεφάλαιο 32:


32

Ο Φραγκίσκος και τα μυρμήγκια


Αγάπαγε πολύ, που λες, τα μυρμήγκια ο Φραγκίσκος

(κι όλα, βέβαια, τα ταπεινά της πλάσης),

που κάποτε αποφάσισε να τα φιλήσει.

Έπεσε μπρούμυτα, λοιπόν, σε μια μυρμηγκοφωλιά

κι άρχισε να τα φιλάει τα μυρμήγκια,

«ευλογημένα να 'σαστε, μυρμήγκια μου» έλεγε και ξανάλεγε,

και δώσ' του να χώνει το πρόσωπό του στη γη.


Και μαζεύτηκε κόσμος γύρω του και τον κοιτούσε

κι όλοι τον θαύμαζαν για την ταπεινότητά του –

και τη φτιάχνανε κιόλας τη νέα ιστορία

που θα έκανε τον γύρo της Τοσκάνης,

τον γύρο ολόκληρου του κόσμου.


Κι όταν τέλειωσε,

σηκώθηκε ο Φραγκίσκος

κι ούτε που το κατάλαβε τι είχε γίνει –

που τα μυρμήγκια ήσανε λιωμένα πάνω στα χείλη του,

λιώμενα πάνω στο πιγούνι του,

λιωμένα από το πάθος της αγάπης του.