Monday, November 10, 2008

Η τέχνη της λογοτεχνικής έκστασης

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο, 8/11/2008)

«…Ονομάζω απόλαυση κάθε αίσθηση που η ψυχή προτιμά να γευθεί μάλλον παρά να μη γευθεί ( Μοπέρτιος). Ονομάζω πόνο κάθε αίσθηση που η ψυχή προτιμά να μη δοκιμάζει παρά να δοκιμάζει. Επιθυμώ να κοιμηθώ καλύτερα παρά να αισθάνομαι αυτό που περνάω; Καμιά αμφιβολία, είναι πόνος. Επομένως, οι επιθυμίες του έρωτα δεν είναι πόνοι, αφού, προκειμένου να ονειροπολήσει με την ησυχία του, ο ερωτευμένος φεύγει από πολύ ευχάριστες συντροφιές. Με το χρόνο οι απολαύσεις του σώματος ελαττώνονται και οι πόνοι αυξάνονται. Για τις απολαύσεις της ψυχής αυτές αυξάνονται ή ελαττώνονται με τον χρόνο, ανάλογα με τα πάθη* για παράδειγμα, κάποιος που μελετά επί έξι μήνες αστρονομία, καταλήγει να του αρέσει περισσότερο η αστρονομία…Οι πόνοι της ψυχής ελαττώνονται με το χρόνο…»
.




Ολόκληρο, κοτζάμ, Σύνδρομο φέρει το όνομά του. Stendhal. Για την ακρίβεια, όχι το κανονικό του όνομα (Marie-Henri Beyle), μα το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο. Εκείνος που προσβάλλεται από το Σύνδρομο, είναι αυτός που από υπερβολική έκθεση στην ομορφιά της Τέχνης παθαίνει ταχυπαλμία, ζαλίζεται, χάνει τον προσανατολισμό του, βλέπει ακόμη και παραισθήσεις. Αυτή την ψυχοσωματική αντίδραση την περιέγραψε πειστικά ο ίδιος στο ταξιδιωτικό του βιβλίο για τη Ρώμη, τη Νάπολη και τη Φλωρεντία το 1817, γράφοντας για το πώς ένιωσε μπροστά στα φρέσκο του Τζιότο, Έκσταση από την Τέχνη, δηλαδή.
Αν του συνέβησαν όλα αυτά βλέποντας μόνο έργα τέχνης, είναι εύλογο το τι έπαθε όταν ερωτεύτηκε ένα ζωντανό έργο τέχνης. Μια γυναίκα. Και καλά μέχρις εδώ. Πες ότι έζησε την έκστασή του, τον έρωτά του και συνήλθε. Δεν ήταν τόσο απλό όμως το θέμα στις αρχές του 19ου αιώνα, για τον χοντρούλη φιλότεχνο συγγραφέα που δεν μπορεί να χαλιναγωγήσει το πάθος του για την Μετίλντ, Βισκοντίνι (το πατρικό της όνομα) και Ντεμπόβσκι το όνομα του ανδρός της, παντρεμένη γυναίκα με δύο παιδιά, πληγωμένη και απογοητευμένη από το γάμο της. Ο παθιασμένος και αδέξιος Σταντάλ χάνει την εύνοιά της και καταβάλλεται πια από το Πάθος του. Διέξοδο θα βρει στο χαρτί και το μελάνι του. Όπως απέδειξε και ο χρόνος, αυτά δεν τον πρόδωσαν όσο ο ίδιος του ο εαυτός που παρέλυε από θαυμασμό μπροστά στο αντικείμενο του πόθου του, της Μετίλντ, με αποτέλεσμα να το χάσει δια παντός. Η Τέχνη του ήταν η σωτηρία του και το 1822 παραδίδει στην κοινή θέα του αναγνωστικού κοινού ένα έργο εμπνευσμένο από την ερωτική του απελπισία, βουτηγμένο στην προσωπική του ιστορία, αλλά αποκαθαρμένο απολύτως από αυτή. «Περί έρωτος». Μπερδεμένος κι ο ίδιος το ονομάζει πότε μονογραφία, πότε δοκίμιο, πότε βιβλίο ιδεολογίας. Στην ουσία είναι ο έρωτάς του μετενσαρκωμένος σε γραφή. Για να κρύψει από τους άλλους το δικό του θέμα, ως κάλυψη θα χρησιμοποιήσει την εξαγωγή γενικών συμπερασμάτων και αποφθεγμάτων από μια τόσο ειδική και ατομική και ξεχωριστή υπόθεση. Στην επιστήμη αυτό μπορεί να ισοδυναμεί και με θάνατο. Στη λογοτεχνία είναι απλώς αναπόφευκτο της μυθιστορηματικής δημιουργίας.
Φυσικά, ποτέ κανένα βιβλίο δεν έδωσε λύση στο ερωτικό προσωπικό «δράμα» κάποιου. Ούτε και το «Περί έρωτος» δίνει. Αλλά αυτό που εκφράζει το βιβλίο από κάθε του ικμάδα είναι ακριβώς αυτή η αδυναμία του ερωτευμένου να ερμηνεύσει το «δράμα» του, τον πόνο του, τη χαρά του την απόλαυσή του. Γι’ αυτό και πρόκειται περί μυθιστορήματος* μοντέρνου και ασυνήθιστου για την εποχή του. Οι μπερδεμένες προσωπικές αλήθειες του Σταντάλ μπορεί να βρίσκουν καμιάν ακρούλα να αράξουν στην ψυχή κάποιου ερωτευμένου, αλλά δεν είναι αυτές από μόνες τους η δύναμη του κειμένου, αλλά φυσικά ο απαράμιλλος τρόπος που τις παρουσιάζει. Ιδίως αν σκεφτούμε την εποχή που έγραψε έτσι. Όπως σημειώνει και ο ίδιος, δεν κατακρίνει ούτε εγκρίνει, αλλά απλώς παρατηρεί.
Μπορεί το «Περί έρωτος» να μην θεωρείται και να μην είναι τελικά το αριστούργημά του, αλλά βεβαίως είναι ένα κείμενο που διαβάζεται άνετα και ευχάριστα σήμερα. Είναι ανάλαφρο, αν και το θέμα του –και η αρχική πρόθεση του συγγραφέα- ουδεμία σχέση με το ελαφρό έχει. Ακόμη και την οποιαδήποτε διάθεση μελό ο συγγραφέας τη διασκεδάζει, αν και ένας πραγματικά ερωτευμένος και απελπισμένος δεν νομίζω να ενδιαφέρεται για τίποτε άλλο παρά για την παραμυθία που ψάχνει. «…Η ονειροπόληση του έρωτα δεν μπορεί να καταγραφεί…Αν την καταγράψεις, τη σκοτώνεις για κείνη τη στιγμή, επειδή πέφτεις στη φιλοσοφική ανάλυση της απόλαυσης* και τη σκοτώνεις ακόμη πιο σίγουρα για το μέλλον, διότι τίποτα δεν παραλύει τη φαντασία όσο η προσφυγή στη μνήμη…». Από την άλλη, αυτές οι γενικευμένες αλήθειες του ερωτοχτυπημένου Σταντάλ που βύθιζε το πρόβλημά του κάτω από το λογοτεχνικό μανδύα, δεν είναι και πολύ μακρινές από το σήμερα. Οι αντιστοιχίες με τη σύγχρονη εποχή είναι εύκολες και απλές. «…4ον Ο ματαιόδοξος έρωτας. Η τεράστια πλειονότητα των ανδρών, στη Γαλλία κυρίως, επιθυμεί και έχει κάποια γυναίκα της μόδας, όπως έχει ένα ωραίο άλογο, πράγμα απαραίτητο για τη χλιδή ενός νέου. Και όταν η ματαιοδοξία κολακεύεται με κάποιον τρόπο ή θίγεται με κάποιον άλλο, γεννά και συγκινήσεις…».
Το «Περί έρωτος» κυκλοφορεί σε μια νέα μετάφραση της Έφης Κορομηλά (με εισαγωγή πολύ κατατοπιστική και ενδελεχείς σημειώσεις δικές της) από τις εκδόσεις Πατάκη. To είχα διαβάσει στην παλαιότερη έκδοση του Εξάντα και σε μετάφραση του Γιάννη Παλαιολόγου – εκείνος ο κομψός «δερματόδετος» τόμος με τη μικρή γραμματοσειρά που χωράει στη μία παλάμη, με τον κόκκινο υφασμάτινο σελιδοδείκτη, που προσδίδει μια αίσθηση ιεροτελεστίας σχεδόν και μιας άλλης «ερωτικής θρησκευτικότητας» στην ανάγνωση του βιβλίου, ιδίως αν πρόκειται για κάποιον επιρρεπή αναγνώστη στα σύνδρομα και τα πάθη εκείνα του Σταντάλ, παραμένει αισθητικά στην προτίμησή μου, χωρίς αυτό να καταργεί τη δουλειά της νέας μετάφρασης και έκδοσης που μάλλον ενδείκνυται για μελέτη του βιβλίου, λόγω της μεγάλης γραμματοσειράς και του όγκου του τόμου.