Tuesday, October 28, 2008

Περιπλάνηση στην «άγρια δύση» του μίσους και του ρατσισμού

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε το Σάββατο, 18/10/2008, στη Φιλολογική Βραδυνή)

«…Ήταν η συνείδηση ότι η προσπάθεια κάποτε δεν στέφεται με επιτυχία. Ότι κάποτε είναι καλύτερα να χαθείς στο δρόμο ξεκινώντας για ένα ανέφικτο ταξίδι παρά να μην ξεκινήσεις ποτέ. Και ότι κάθε άνθρωπος, ακόμα κι όταν είναι μόνος, έχει συνταξιδιώτη την ψυχή του…».
Τζόρτζιο Φαλέτι




Δύο βιβλία που αποκαλύπτουν τον πόλεμο που δέχεται η διαφορετικότητα, εν προκειμένω στη σύγχρονη Αμερική. Το ένα γραμμένο από έναν Ιταλό, τον Τζόρτζιο Φαλέτι, που βλέπει τις Ηνωμένες Πολιτείες μέσα από μια ιδιότυπη μεταφυσική που κατοικεί στις ρίζες της* το άλλο από τον Πέρσιβαλ Έβερετ, έναν αμερικανό που βλέπει εκ των έσω πώς διαμορφώνονται οι συνθήκες στην αμερικανική κοινωνία και που είχε εντυπωσιάσει με το μυθιστόρημά του «Το σβήσιμο». Και οι δύο παρουσιάζουν –ο καθένας από τη σκοπιά του και με τα δικά του φίλτρα και αντανακλαστικά- την ίδια όψη της προκατάληψης και του αποκλεισμού που βιώνουν οι άνθρωποι σε τοπικές κοινωνίες κλειστές και εχθρικές, μέσα από τα δικά τους κάτοπτρα.
«Η επιστροφή»
του Τζόρτζιο Φαλέτι που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση από τη Βέρα Δαμόφλη, είναι ένα μυθιστόρημα που ναι μεν φέρει στο μανδύα του και στον τρόπο που ξεδιπλώνεται η πλοκή την «ούγια» του αστυνομικού μυθιστορήματος, ωστόσο πρόκειται για ένα βιβλίο με έντονο το μεταφυσικό και το υπαρξιακό στοιχείο. «…Τον δίδαξε ότι ο θάνατος είναι η μοναδική βεβαιότητα που κατέχουμε, ακουμπισμένη σαν μεγάλο λευκό πουλί στον ώμο κάθε ανθρώπου. Και τώρα πετούσε ψηλά με τα φτερά εκείνης της μοναδικής βεβαιότητας…». Σε αδρές γραμμές η ιστορία αφορά έναν πιλότο ελικοπτέρου, τον Τζιμ Μακένζι ο οποίος κατατρύχεται από τις ξεχασμένες μέσα του καταβολές, τις ρίζες του, την καταγωγή του. Κατακτά όλα εκείνα που επιθυμεί ο σύγχρονος τέλειος καταναλωτικός άνθρωπος, αλλά δεν είναι ευχαριστημένος. Η ευτυχία είναι μακριά του. «…υπάρχουν τόποι και στιγμές όπου το χρήμα δεν χρησιμεύει σε τίποτα…». Για να την αναζητήσει, αναγκάζεται να επιστρέψει στο γενέθλιο τόπο του. Η κατάρα της καταγωγής που έχει ουσιαστικά αρνηθεί, του ινδιάνικου αίματός του, θα χτυπήσει –κυριολεκτικά- όχι μόνο εκείνον αλλά και τους άλλους. Ο χειρότερος εχθρός του θα αποδειχθεί ο ίδιος του ο εαυτός και θα πολεμήσει εναντίον του μέχρις εσχάτων. «…η δυσκολότερη συγγνώμη είναι εκείνη που ζητά κανείς απ’ τον εαυτό του…». Ο πολυπράγμων Φαλέτι που έχει ασχοληθεί και με την ηθοποιία αλλά και το τραγούδι, διαθέτει ένα έξυπνο εύρημα που αφορά τη μεταφυσική θεώρηση του κόσμου και το χρησιμοποιεί αποτελεσματικά στην εξέλιξη της ιστορίας του. Ταυτόχρονα, ανακινεί το ζήτημα της θέσης των Ινδιάνων στην αμερικανική Δύση και της αντιμετώπισής τους από τους πλούσιους λευκούς που βλέπουν τη γη των αυτοχθόνων σαν λεία έτοιμη ανά πάσα στιγμή να την κατασπαράξουν και να τη σκυλέψουν. Ο ρατσισμός είναι τόσο παρών και δραστικός κι ας μοιάζει υφέρπων και εννοούμενος, ώστε μπορεί να χτυπήσει ανεπανόρθωτα στην ίδια του την ταυτότητα το θύμα, στο λόγο της ύπαρξής του. Το μόνο σ’ αυτήν την κοινωνία την ερειπωμένη από ειλικρίνεια και ανθρωπιά, που καταργεί στα σίγουρα τις διακρίσεις και τις προκαταλήψεις και τα τείχη ανάμεσα στους ανθρώπους, δια παντός, είναι ο θάνατος και το αντίδοτό του: η αγάπη* που δεν αφήνει τη μνήμη και την καταγωγή να σβήσει. «…Η περίπτωση του Κάλεμπ ήταν από εκείνες τις ψευδαισθήσεις που κάθε άνθρωπος κουβαλά στην πλάτη του δίχως ν’ αντιλαμβάνεται ότι μεταφέρει έναν τρύπιο σάκο. Ο οποίος, παραδόξως γίνεται βαρύτερος καθώς με τον καιρό το περιεχόμενό του χάνεται στην πορεία. Έπειτα, μια μέρα παίρνει είδηση ότι ο σάκος είναι άδειος και πως η ζωή έχει φύγει…». Το μυθιστόρημα του Φαλέτι που αφορά την ταυτότητα, την αναζήτησή της, τη μνήμη και την καταγωγή, την επιστροφή στον αληθινό εαυτό και όχι στα κοινωνικά κακέκτυπα που προωθεί το χρήμα, ταυτίζει το Κακό με την απάρνηση του παρελθόντος και τη μαγική μυθοποίησή του.

Οι πληγές της βίας


Πιο άμεσος ο Πέρσιβαλ Έβερετ με λογοτεχνικά μέσα αξιοποιημένα στο έπακρο στο μυθιστόρημά του «Πληγωμένοι» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση από το Λύο Καλοβυρνας, στήνει μια ιστορία που «παγιδεύει» για τα καλά τον αναγνώστη. Στο τέλος χάνεις τη γη κάτω απ’ τα πόδια σου, όσο κι αν προσπάθησες να ιχνηλατήσεις το κλείσιμο που θα έδινε στην πλοκή ο συγγραφέας. Ο Έβερετ αφηγείται μια σχεδόν συνηθισμένη, για τα αμερικανικά δεδομένα, ιστορία φυλετικού μίσους, ωστόσο το πράττει με μαεστρία και καταπληκτική οικονομία. Ο πρωταγωνιστής μαύρος. Το θύμα γκέι. Οι θύτες νεοναζί. Οι γείτονες ινδιάνοι κτηνοτρόφοι. Το περιβάλλον ένα ράντσο στο Ουαϊόμινγκ. Ο αφηγητής και ήρωας είναι εκείνος που έχει εγκαταλείψει την αστική ζωή μετά το θάνατο της πολυαγαπημένης του γυναίκας. Βιώνει την απώλειά της με ένα βουβό και συνεχές πένθος, απέχοντας ουσιαστικά από τη ζωή, από τον έρωτα. Θα τον ξυπνήσει από τον προσωπικό, ιδιότυπο εγκλεισμό του στο παρελθόν η βία. Η βία που εμφανίζεται στη χειρότερη μορφή της, στην περιοχή. Και πληγώνει. Δημιουργεί καινούρια θύματα και θύτες. Πληγωμένοι από όλες τις μεριές οι ήρωες στην ψυχή και το σώμα τους αγωνίζονται να αγγίξουν με τα ακροδάχτυλά τους την αγάπη. Όποτε τους αφήνει η βία να ανασάνουν. Ο θείος Γκας, απομηχανής θείος, δίνει και τη λύση του δράματος. Ο συγγραφέας δεν έχει ούτε μια λέξη που να περιττεύει στην αφήγησή του, με ρυθμό –ίδιο με εκείνον που διασχίζει ο ήρωας την ταραγμένη και χιονισμένη νύχτα στα βουνά της άγριας αμερικανικής Δύσης- ξετυλίγει την ιστορία του, ξεσκεπάζοντας κακοφορμισμένες πληγές του ρατσισμού και τις προκατάληψης. Αλλά ο πόνος και ο θάνατος δεν κάνουν διακρίσεις ούτε με βάση το χρώμα ούτε με βάση τις σεξουαλικές προτιμήσεις* χτυπούν ανεξαιρέτως και πληγώνουν. «…Παντού είναι άγρια δύση…», όπως γράφει και ο Έβερετ.