Tuesday, September 16, 2008

Επί θυμώ αλληγορία

Δεν έχεις βρει καμιά μεγαλύτερη κινητήρια δύναμη από την ίδια την επιθυμία. Την επί θυμώ φλόγα που φτιάχνει κανείς μέσα του, τρίβοντας πέτρες ή ξυλαράκια -ό,τι του βρίσκεται, βρε αδερφέ- τα πιο ευτελή υλικά του, δηλαδή. Τι μπορείς να τα κάνεις άλλωστε τα ισχνά ξύλα και τις μικρές κοφτερές πέτρες; Ε, άντε να χτίσεις κάνα ετοιμόρροπο σπιτάκι να στεγάσεις τη φλόγα σου, όπως λέγαμε παραπάνω ή και να τη θάψεις ακριβώς εκεί, ή άντε με τα χίλια ζόρια -για πολλά ζόρια μιλάμε- να τα βασανίσεις τόσο τα άμοιρα τα υλικά που στο τέλος θα σου δώσουν μια τόση δα φωτίτσα. Ικανή όμως να σε ζεστάνει μέσα σου και να φωτίσει το βλέμμα σου. Μέχρι εδώ καλά είμαστε.
Μετά άμα θέλεις να φτιάξεις καμιά μεγάλη πυρκαγιά που να κάψει κι άλλο κόσμο -άστο πυρομανής έγινες- θα σου στοιχίσει την ίδια τη θαλπωρή της μικρής σου φωτιάς που άναψες με τόση επιμέλεια, πόθο και χαρά μεγάλη* α, και πόνο και δάκρυα και χρόνο απροσμέτρητο. Γι' αυτό να έχεις πάντα μαζί σου αναπτήρα. Μην το ξεχνάς. Κι ας μην καπνίζεις. Το ΄λεγε στο "Spy Game" και ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Αναπτήρα για να ταϊζεις τη φλόγα σου. Πώς αλλιώς περίμενες να ζεσταίνεται το μέσα σου; Με τις πυρκαγιές των άλλων; Όχι, βέβαια! Αυτές σε καίνε μέσα-μέσα, σε τσουρουφλίζουν και τρέχα να γιάνεις μετά από τα εγκαύματα...
Για καιρό αναζητούσες καλούς προσκόπους που ήξεραν να ανάβουν φωτιές με το τίποτα. Τούς δήλωνες το θαυμασμό σου ανεπιφύλακτα κι εκείνοι για αντάλλαγμα σου δώριζαν κάτι από την τέχνη τους. Κάποτε έμαθες να ανάβεις φωτιά, για την επιβίωσή σου, βρε παιδάκι μου -τόσο κόπο είχε κάνει ο κακομοίρης ο Προμηθέας, το νου σου μη και τον προδώσεις, τα συκώτια του έδωσε για πάρτη σου στους γύπες- αλλά πάντα πρέπει να προσέχεις τις διαστάσεις της. Ύστερα συνάντησες μάτια που ήθελαν να ακούσουν γι' αυτό το πυρ το εξώτερον που διάλεξες για θερμαντική ύλη της ζωής σου και θεώρησες πρέπον και καθήκον και σωστό να πάρεις τα κλαδάκια και τις πετρούλες σου να τους δείξεις την τεχνική. Αλλά η Τέχνη σου; Ποια είναι η Τέχνη σου;
Η Τέχνη σου, λοιπόν, είναι η επιθυμία. Αυτή είναι η Τέχνη της ζωής και της ευτυχίας και της αθανασίας: να θες. Άμα δεν θες, "σωριάσου πρηνής" και καθαρίσαμε όλοι. Ούτε φωτιές ούτε πυροσβεστικές ούτε σπίρτα ούτε αναπτήρες ούτε φυσικά αλληγορίες. Άλλοι θα αγοράζουν για σένα. Και θα σε πουλανε. Χαλαρά.
Επιθύμησε και θύμωσε, αλλιώς δεν κάνεις δουλειά. Επιθύμησε και θα 'ρθει η καημένη η φλογούλα -δεν έχει κι άλλη επιλογή- και θα ανάψει εκεί δα μπροστά σου. Πρόσεχε να διατηρήσεις τον έλεγχο, μην σε κάψει, γιατί αυτή προθέσεις δεν έχει. Μόνο τις επιθυμίες σου έρχεται να υπηρετήσει ωσάν τζίνι του λυχναριού* του δικού σου, ντε, λυχναριού που σε φωτίζει τις μέρες και τις νύχτες που σκύβεις πάνω απ' τα βιβλία σου, άλλοτε μόνος, παγωμένος, λυπημένος, απηυδισμένος, απογοητευμένος και άλλοτε πυρακτωμένος, τραγικός ήρωας σωστός της γραφής και της ανάγνωσής σου, φλογερός δημιουργός του πυρός. Επιθύμησε ίνα σωθείς. Α, και άμα δεν έχεις αναπτήρα, ζήτα από το διπλανό σου. Κι άμα είναι μάγκας σαν και τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ, θα είσαι πολύ τυχερός. Άμα δεν είναι, τρέξε μέχρι το περίπτερο. Ε, άμα είναι κι εκείνο κλειστό, άντε σπίτι, πάρε χαρτί και μολύβι και τρίψε το ξύλο με την πέτρα, μπας κι ανάψει η φωτιά.


*****Αφιερωμένο εξαιρετικά στους "κλέφτες αναπτήρων" και τα "θύματά" τους, δηλαδή στους φίλους εκείνους που γράφουν ή απλώς το επιθυμούν και τελευταία με συναντάνε και ψάχνουν γι' "αναπτήρα." Το βλέπω στα μάτια τους. Ξέρετε ότι δεν καπνίζω πια, αλλά μια επιθυμία την έχω: μία επί θυμώ αλληγορία, τι στο καλό, δεν μπορώ να την γράψω;