Wednesday, February 06, 2008

Στη γειτονιά μου την παλιά...

(Αφιερωμένο εξαιρετικά στη Σούλα και την κυρά Βαγγελιώ που ταλαιπωρούνται αυτόν τον καιρό και τις σκέφτομαι)



Όταν άνοιξα αυτό το μπλογκ ούτε λεφτά ήθελα να βγάλω ούτε να εκδώσω βιβλία ούτε να εκμεταλλευτώ το διαδίκτυο για κανένα άλλο όφελος παρά ένα και πολύ σημαντικό: να νιώσω ότι γειτνιάζω με κάποιους -όπως μου συνέβαινε παλιά στο μικρό χωριό μου- και μπορώ να μιλήσω μαζί τους σαν άνθρωπος για τα μικρά τα καθημερινά αλλά και τα άλλα τα μεγάλα, αλλά πάντα ανθρώπινα. Εξακολουθώ να μην θέλω να βγάλω λεφτά ή να κερδίσω οτιδήποτε άλλο από το διαδίκτυο παρά ένα: να βρίσκω την παρηγοριά ότι υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που νοιάζονται για τους άλλους, το γράφουν και το δείχνουν αυτό. Βέβαια, διάλεξα τη λογοτεχνία ως δίαυλο αυτής της επικοινωνίας, γιατί αυτό αγαπώ περισσότερο στη ζωή μου.

Η λογοτεχνία με συνδέει με τη Σούλα και την κυρά Βαγγελιώ και τον κύριο Πρέσβη. Το ίδιο πάθος, με τους γείτονες που μας έχουν σταθεί παραπάνω από γείτονες στους θανάτους και τις χαρές, στις καλημέρες και τις καληνύχτες μας. Σήμερα, μιλούσα με τη μαμά μου στο τηλέφωνο που φυσικά η γυναίκα ουδεμία σχέση έχει με τα ιστολόγια και τις λογοτεχνίες και τα τοιαύτα, και μου είπε "Η Σούλα σε διαβάζει στο ίντερνετ. Και μου είπε ότι κάθε φορά που θέλει να δει τη γειτονιά της, μπαίνει στο μπλογκ σου-πώς το λες, βρε παιδάκι μου αυτό- και μαθαίνει τα νέα από τη γειτόνισσα". Η Σούλα ζει στο Πορτοχέλι πια κι εγώ στην Αθήνα.

Ο συνδετικός μας κρίκος και η βάση μας παραμένει το πατρικό μας σπίτι, η γειτονιά μας, εκεί που ζουν μόνοι οι γονείς μας. Οι δικοί της γονείς, η κυρά Βαγγελιώ και ο κύριος Πρέσβης, διαβάζουν λογοτεχνία και ξέρουν να μιλούν τόσο όμορφα γι' αυτή. Παλιά δάνειζαν βιβλία στην αχόρταγη βιβλιοφάγο γειτόνισσά τους. Τους το χρωστάω αυτό. Και δεν το ξεπληρώνω, έτσι για να έχω ανοιχτούς λογαριασμούς μ' αυτούς τους τόσο όμορφους ανθρώπους.

Η Σούλα ήταν μεγαλύτερη από μένα. Την κοιτούσα να παίζει στο δρόμο "σκα σκα" -το θυμάται κανείς αυτό το παιχνίδι με το τραγουδάκι;-, ερχόταν και μου μάθαινε καμιά φορά κι εμένα. Εγώ ταμπουρωμένη από μικρή στο μπαλκόνι μου, ατένιζα από εκεί πάνω τους πάντες. Σπάνια κατέβαινα να αναμειχθώ μαζί τους, αν και αυτό επιθυμούσα πάντα. Ίσως, βέβαια, αν έπαιζα τότε εκεί κάτω μαζί τους, σήμερα να μην έγραφα γι' αυτό, να μη σήμαινε για μένα τίποτε πια, παρά ένα ξεχασμένο παιδικό παιχνίδι.

Την εφηβεία της Σούλας κατάλαβα πρώτα παρά τη δική μου. Ο Παπακωνσταντίνου έπαιζε στη διαπασών στη γειτονιά και ήξερα ότι κάποτε θα ακολουθούσα κι εγώ. Αργότερα ήρθαν οι σπουδές της, ο γάμος της. Ήμουν εκεί. Αυτή τα έκανε όλα νωρίτερα, άνοιγε το δρόμο για τους άλλους.
Αλλά υπήρχε ένας δρόμος που όσο κι αν τον άνοιγε κι αυτή και η κυρά Βαγγελιώ και ο κύριος Πρέσβης -τίτλος τιμής που του ανήκει δικαιωματικά, παρόλο που τον απέδωσε μόνος του στον εαυτό του και μετά εμείς τον υιοθετήσαμε ευχαρίστως-, δεν τους ακολούθησε ποτέ κανείς σ' αυτόν, γιατί φαίνεται δεν ήταν ικανός. Ο δρόμος να φτάνουν στην ψυχή μας και να λέμε ότι σαν την Βαγγελιώ και τη Σούλα και τον κύριο Πρέσβη κανείς δεν μας έχει σταθεί.

Ένα Πάσχα που πενθούσαμε τον έναν παππού, κλειδωμένοι σπίτι μας, η κυρά Βαγγελιώ με τη Σούλα χτύπησαν την πόρτα να φέρουν φαγητό. Μόνο εκείνοι το σκέφτηκαν, μόνο εκείνοι το έκαναν.
Αν μια νύχτα το φως σου καίει, θα χτυπήσει το τηλέφωνο να σε ρωτήσουν, αν είσαι καλά ή κάτι σου συμβαίνει. Αν μια μέρα δεν σε δουν στο σπίτι σου, θα χτυπήσει το τηλέφωνο να δουν τι κάνεις. Γείτονες.

Αυτό μου λείπει εδώ στην Αθήνα. Το νοιάξιμο για τον άλλον. Το να ξέρει ο διπλανός αν ζεις ή αν πεθαίνεις.

Στη γειτονιά μου την παλιά έχω κάτι φίλους που μου χτυπούν την πόρτα με αγάπη και χαίρομαι που αυτό το μπλογκ κατορθώνει να με φέρνει μια στάλα πιο κοντά τους, χωρίς φανφάρες, κούφια λόγια και ψεύτικες υποκριτικές καλοσύνες.

Η χειροποίητη γειτονιά που με μεγάλωσε δεν θα πεθάνει, αν δεν τη αφήσω.
Η κυρά Σοφία που με κρατούσε σπίτι της και δάκρυζε μαυροφορεμένη για το χαμένο της γιο και με άφηνε μικρούλα να φάω αμύγδαλα που έσπαγε για τα κόλλυβα, μέχρι να αρρωστήσω, και όλο ρωτάει τα νέα μου.
Στη γειτονιά μου έχει πάντα ανθρώπους.


Υ.Γ. Αν υπάρχει κανείς από το Μπαζάρ των Δρόμων Ζωής που αγόρασε τα βαζάκια με το τουρσί μου, θα μου πει, αν τρώγονταν και ήταν της προκοπής;

22 comments:

Maria Iribarne said...

Μπα, π' ανάθεμά σε, μ' έκανες κι έκλαψα!

scalidi said...

Πανάθεμά με, τα ίδια μου λέει κι η αδερφή μου, ότι κάνω τους ανθρώπους να κλαίνε με μια κουβεντούλα, πανεύκολα. Βέβαια, θα ήθελα να τους έκανα να γελάνε, αλλά... ας όψεται η μελό ιδιοσυγκρασία μου :)))) Ελπίζω να είσαι καλύτερα ήδη Μαρία.

Εαρινή Συμφωνία said...

Αν ήξερες πόσα μου θύμισες από την παιδική μου ηλικία και τις γειτονιές (της Νέας Φιλαδέλφειας, της Νέας Ιωνίας, της Εύβοιας) με αυτό το κομμάτι...

scalidi said...

εαρινούλα, χθες που γυρνούσα σπίτι, είδα δυο γυναίκες στο εσωτερικό μιας εισόδου πολυκατοικίας να συζητούν και μου θύμισαν τη γειτονιά μου που μαζεύονταν τα βραδάκια του καλοκαιριού όλες οι γυναίκες στις αυλές και κουβεντιάζανε και λέγαν τους καημούς και τα προβλήματά τους, μοιράζονταν τις χαρές και τις λύπες τους.
Είχα τόσες πολλές εικόνες στο μυαλό μου που μου ήταν αδύνατο να συγκεντρωθώ να γράψω κάτι. Κι αυτό που έγραψα ήταν το ελάχιστο.

Maria Iribarne said...

Καλύτερα είμαι, τις περισσότερες φορές με το που θα βγάλω κάτι από μέσα μου σχεδόν συνέρχομαι(ή κατορθώνω και το βγάζω από μέσα μου επειδή έχω αρχίσει να συνέρχομαι; Αυτά είναι υπαρξιακά ερωτήματα του στιλ η κότα έκανε το αβγό ή το αβγό την κότα!).
Όσο για τα τουρσιά, εγώ αγόρασα τρόφιμα από τους τελευταίους και δεν τα θυμάμαι - άρα κάποιοι τα πήραν. Το ερώτημα είναι ποιοι;;; Τι λες, στήνουμε μιαν αστυνομική νουβέλα "το μυστήριο των τουρσιών" :-))

Кроткая said...

τι όμορφο Σκαλιδάκι, τι τυχερή που είσαι.

δε θα πεθάνει, άμα δεν την αφήσουμε να πεθάνει, αλήθεια είναι αυτό.

Εδώ στο Βέλγιο που ζω εγώ, το ίδιο συμβαίνει. Συζητούσα με μια κοπέλα που μου έλεγε ότι οι γονείς της ζούσαν στα πεζοδρόμιά τους, κουβέντιαζαν με τους γείτονες στις πόρτες -τώρα πια όχι. Και αυτά σε μια μεγαλούπολη σαν τις Βρυξέλλες ε?

Ζω σε μια πολυκατοικία, όπου η πλειονότητα είναι ηλικιωμένοι, και με όλα τα στραβά και τις ιδιτροπίες τους, μου αρέσει που με καλημερίζουν και που τους βρίσκω να κουβεντιάζουν στηνν είσοδο όταν επιστρέφω από το γραφείο...

abttha said...

σταυρούλα, αυτό το ποστ είναι όλα τα λεφτά!

έχει τόσα κομμάτια,
έχει τόσα πολλά,
που δεν ξέρω τι να πρωταπαντήσω.

θ'αρχίσω, μάλλον χωρίς να τελειώσω, με το συλλογικό:
τα φώτα του σπιτιού και μια νύχτα, και το τηλεφώνημα. το πένθος και το φαγητό.
δυο πράματα θα πω:
πέθανε ο θιός μου ο σεραφείμ μεγάλο σάββατο, τον έθαψαν στο χωριό του τη βελαώρα ανήμερα το πάσχα.
κανένας μα κανένας σε όλο το χωριό δε σούβλισε. τραγούδι δεν ακούστηκε όλη την ημέρα από πουθενά...
ο αδελφός μου είναι γιατρός έχει μια δουλειά με πολύ τρέξιμο. έχει μηχανή εδώ και χρόνια. ένα πρωί έξι η ώρα, στο πάρκιν σχεδόν, πτώμα στην κούραση, η μηχανή πέφτει και τον παίρνει από κάτω. αδύνατον να σηκωθεί. έρχεται λίγο πιο κει, στο πάρκιν, να παρκάρει, ένας τριαντάχρονος με το αυτοκίνητό του. ο αδελφός μου, αιωνίως χαζοχαρούμενος, χαμογελάει και τον ικετεύει δείχνοντάς του τη μηχανή, να τον βοηθήσει να κάνει λίγο πιο κει τη μηχανή για να ξεμπλοκάρει το πόδι του.
ο νεαρός τον βλέπει, κάνει πίσω, παίρνει το αυτοκινητάκι του, και θυσιάζεται να μην παρκάρει εκεί, ώστε να μη βοηθήσει.
ερημιά. κανείς.
σε κάποια φάση περνά ένα πολυτελές αυτοκίνητο με ιατρικό σήμα, κι έναν ηλικιωμένο μέσα. ο αδελφός μου κάνει σήματα. ο τύπος σταματάει, κατεβαίνει, έρχεται, και διερωτάται πώς να βοηθήσει. με τη βοήθειά του, που δεν είναι απλή για την ηλικία του, ο αδελφός μου καταφέρνει να ξεμπλοκάρει το πόδι του...
μη μου πείτε πως ο ηλικιωμένος γιατρός δε φορτώθηκε τις ευλογίες του ουρανού ολόκληρου, μέσα από την αγωνία ενός κυριολεκτικά μόνου ανθρώπου...

alef said...

Σκαλιδάκι, θα μπορούσε να είναι και η... απάντηση στην δική μου πρόταση ευτυχίας! Με το βαθύ και τρυφερό και σκληρό στην ευαισθησία του κείμενό σου με πήρανε τα κλάματα, αλλά παντού μπορεί ν' ευτυχήσει (όπως και ν' αγιάσει) κανείς, ε? Σε μας σε περιμένει πρόσκληση αγάπης κι ευτυχίας, αναβιώνοντας - όσο γίνεται- τη γειτονιά που σου λείπει, ναι? Φιλί

scalidi said...

Μαρία, μου συνέβη το ίδιο προσφάτως, για σκέψου...
"Το μυστήριο των τουρσιών", ε; Ξέρω γω, άμα έχω όρεξη θα γράψω καμιά Μικρή ιστορία και αν έχεις διάθεση κι αντοχές κι εσύ, θα ήταν ωραίο να το επιχειρήσεις κι εσύ να μας γράψεις κάτι αντίστοιχο :)))))

scalidi said...

Κροτ, πόσο σε καταλαβαίνω... Έχω την εικόνα μπροστά μου με τα παππουδάκια να φλυαρούν, πόση ανάγκη έχουν να μιλήσουν...

scalidi said...

Αχ, άμπτχα, τι μου έγραψες... ΜΟυ θύμησες την απόλυτη σιγή από εκατοντάδες ανθρώπους, δείγμα μεγάλης τιμής για τον παππού μου τον Μανώλη,στην κηδεία του. Κιχ δεν ακούστηκε, σαν να μην ήταν κανένας εκεί και η εκκλησία ήταν φίσκα.
Με τον αδερφό σου μου θύμισες τι είχα πάθει εγώ μια νύχτα που χάλασαν τα τηλέφωνά μου, μόλις είχα μετακομίσει στο σπίτι που ζω, με είχαν ληστέψει και μόλις αντίκρυσα το διαρρηγμένο σπίτι, άκουσα με το ασανσέρ να ανεβαίνει κάποιος και του ζήτησα να τηλεφωνήσω. Με έβαλε 3 το πρωί μέσα στο σπίτι του, ενώ δεν ηξερε τίποτα για μένα.Προηγουμένως τον είχα συναντήσει τον άνθρωπο να αλλάζει το λάστιχο του αυτοκινήτου του σε ένα δρόμο λίγο πιο κάτω και η διεστραμμένη φαντασία μου είχε σκεφτεί ότι μπορεί και να έκλεβε εκείνη την ώρα τα λάστιχα :) Τι ειρωνεία, ε; Οι ληστές ήταν άλλοι και με είχαν ληστέψει ήδη...

scalidi said...

Μην κλαις, βρε άλεφ, ένα κείμενο είναι, λίγες λεξούλες στη σειρά... Μέσα μου υπάρχουν τόσα πολλά περισσότερα που οι λέξεις δεν θα είναι ποτέ αρκετές ή κατάλληλες να τα αποδώσουν :)))))))))))

Τζων Μπόης said...

...λέξεις στη σειρά...
...μόνο αυτό είναι Σταυρούλα;
Λέξεις στη σειρά είναι και οι καταχωρήσεις για φαρμακεία στις εφημερίδες, αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα...

Τις καλησπέρες μου...και δεν είμαι ο μοναδικός σχολιαστής πλέον :) :) :)

scalidi said...

Είσαι μοναδικός έτσι κι αλλιώς, τζώνη, γιατί ακριβώς ήσουν και ο μοναδικός κυριολεκτικώς πριν :)
Μην υποτιμάς τα φαρμακεία, μας σώζουν τη ζωή :)
Ε, οι λέξεις μας σώζουν την ψυχή καμιά φορά μόνο :)))))))))))) Και τη δική μου καλησπέρα με πολλά χαμόγελα

ioeu said...

αυτά γράφεις και...επιβεβαιώνεις ότι η ανθρωπιά είναι πάντα ολοζώντανη
και η ευαισθησία
και η αλήθεια
και η αγάπη
δηλαδή
η ζωή

τα σέβη μου

scalidi said...

ioeu, δεν χρειάζεται να τα γράφω εγώ για να μείνει ζωντανή η ζωή είναι αφ'εαυτού της και με την αγάπη και με την αλήθεια και με την ευαισθησία...

Roadartist said...

Μου άρεσε πάρα πολύ το κείμενο σου, όλο το συναίσθημα που μου μετέδωσες.
Γι'αυτό ακριβώς ξεκίνησα και εγώ το blog μου. Γι'αυτό το συνεχίζω.
Με τέτοιους ανθρώπους θέλω να επικοινωνώ. Συμφωνώ απόλυτα σε ότι έγραψες.

Babis said...

Σταυρούλα, για μένα που είμαι χωριάτης αυτό το κείμενο με συγκίνησε αφάνταστα. Θυμήθηκα το χωριό μου, παρόλο που το πατρικό μου βρίσκεται μέσα στα περβόλια και το κοντινότερο σπίτι είναι στα τριάντα μέτρα. Πάντως νιώθω χαρούμενος που και εδώ στο Γαλάτσι που ζω έχω αρκετούς φίλους στου γειτονιά, και συχνά σταματάω στο δρόμο για κουβεντολόι.

Composition Doll said...

Χρώματα κι αρώματα μιας όμορφης ψυχής, της δικής σου!

:***

scalidi said...

Καλλιτέχνη του δρόμου, σήμερα κάνεις πολύ κρύο για να βγούμε σεργιάνι στις γειτονιές... :)

Μπάμπη, κι εγώ από χωριό είμαι :))))))) Χαίρομαι που έχεις γειτονιά κι εδώ.

Ντολάκι, της γειτονιάς μου τα χρώματα και τα αρώματα είναι :) Άσε λίγο τα εγκλήματα που μας έχεις πεθάνει...Κάτι πιο ειρηνικό και ήρεμο περιμένω. Μη μας ανάβεις τα αίματα στο ψοφόκρυο

Dimitris Athinakis said...

ανάβω τσιγάρο και πάμε πάλι...

scalidi said...

Το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία σας, αγαπητέ... :)