Monday, December 29, 2008

"This bloody something"

Κάποιος άφησε στο cd player τα λόγια της Μόνικα να αιωρούνται. Στη μουσική. Του δωματίου μου. Ερήμην μου.

Του χαρτοκιβωτίου μου. Η ακμή. Χέρια ήρθαν από μακριά για να τη συναντήσουν. Με κόπο. Παραπάνω απ' την ευχή.
Κι ευλαβικές τηλεφωνικές φωνές που αναγγέλλουν. Ερήμην μου.

Πορτοκαλιά τριαντάφυλλα ήρθαν από κείνον που δεν μπορούσε να τα στείλει. Κανονικά. Ερήμην μου.

Αγιοβασίληδες στους οποίους πιστεύω. Κι έρχονται σε ανύποπτο χρόνο. Απλόχερα. Γι' αυτούς πετάω τη σκούφια μου. (Ο άλλος δεν υπάρχει απλώς. Το ξέρω από μωρό. Δεν μεγάλωσα με την πάρτη του, την απάτη του. Και με φοβάται. Μην τον αποκαλύψω. Στέκεται μακριά. Κάθε Πρωτοχρονιά. Τον βλέπω και του γελάω, μ' ένα αόρατο δάκρυ. (Και) του χρόνου.)

Δεν έχουν λευκά γένια και μαλλιά. Δεν φορούν καν κόκκινα, αλλά γίνονται τόσο άνθρωποι που κάποτε αγιάζουν τους άλλους. Δεν τους λένε καν Βασίλη. Ξύπνα, Βασίλη!
Η αυλή απέτυχε. Δεν ήσουν του διαλείμματος. Ελλείμματος. Χτυπάει το κουδούνι για μέσα. Θα μετρηθούμε απ' την αρχή. Διαμετρήματος. Μόνο εσύ δίνεις σημασία. Στην πεταλούδα που πετάει στο τζάμι και συντρίβεται από απελπισία.
Έξω. Στους άλλους. Σημασία. Μασημένη απληστία. Μέσα. Μην χάσεις. Σκόνη από τον εαυτούλη σου. Θα γλιστρήσεις στην αδιαφορία σου. Στην αμέτοχη μετοχή σου. Φαλίρισες και σε νοιάζει η σπασμένη σου μύτη. Η μόστρα. Η τζαμαρία σου. Πολύ φασαρία για το τίποτά σου.
Χωρίς στολίδια φέτος. Το δέντρο σου αφύλαχτο. Στραβοπατάει σαν και σένα. Η μικρή έσερνε το ακορντεόν. Άσσος Οντεόν η ζωή. Δεν είναι σινεμά. Ούτε ανταλλαγή. Στη μέση τα χαρτιά μου. Αλλαγή. Άσσος. Τέλειωσε το μελάνι. Γράψε τις λέξεις σου. Απαλλαγή. Τα ρέστα μου. Τα βλέπω. Είναι πιο πολλά απ' όλα σου τα κέρδη. Στα χαρίζω.
"This bloody something". Φωτεινή επιγραφή.
Ανοιχτό. Λόγω διαγραφής. Χρεών.
Ανοιχτό. Λόγω ζημιών.
Το τζάμι που ράγισε, βλέποντας την πεταλούδα να έρχεται πάνω του.
Δάκρυσε κι έσπασε. Διζ μπλάντι σάμθινγκ.
Από γραφή.


*****Καλή Πρωτοχρονιά!
****Να βρείτε χρόνο να πάτε να δείτε στο Εθνικό στη Νέα του Σκηνή, το "Ρομπέρτο Τσούκο". Δυνατό, έντονο κείμενο, καλοκουρδισμένη σκηνοθεσία. Θα σας ταράξει. Κάτι μου έλειπε από ορισμένους από τους νέους ηθοποιούς, που το είχε ξεχειλίζον ο γεροντότερος σε ηλικία -και μόνον- αναμεταξύ τους, Γιάννης Βογιατζής: Πάθος. Διζ μπλάντι σάμθινγκ στο βλέμμα, που κάνει τη διαφορά. Αυτό, αν το είχαν όλοι, θα απογειωνόταν η παράσταση, γιατί της αξίζει.
***Δείτε και την "Ανταλλαγή", με την Αντζελίνα Τζολί. Άλλο έργο για να ταραχτείτε με το αληθινόν της υπόθεσης και μόνον...

Tuesday, December 23, 2008

Καλά Χριστούγεννα

θα έλεγα κανονικά
και θα το εννοούσα.
Ευχές θα έδινα
και θα τις πίστευα.
Κανονικά.
Αλλά η μικρή κουβαλά το ακορντεόν.
Είναι βαρύ και τη λυγίζει.
Κλαράκι στον άνεμο του πλήθους
με δυο χρυσές κοτσίδες.

Ναι, κυρία από τις χαμογελαστές,
φοράει μωβ σκούφο.

Ταιριάζει στις περιγραφές. Κανονικά.
Τελικά είναι πιο μικρή απ' ότι σας έλεγα.
Αυτό μπορεί να μην με κάνει πειστική.
Γίνομαι λίγο γραφική και περιγραφική.
Ας την αφήσουμε τότε να παγώνει έξω
αμόρφωτη και με το χέρι απλωμένο.
Κανονικά. Πιο πάνω ζητιανεύει η μάνα της,
η αδερφή της, δεν ξέρω ποια,
δεν ξέρω πια
μ' ένα μωρό.
Καροτσάκι αδειανό.
Για τις ανάγκες του έργου.
"Μα, χρειάζεται εισαγγελική εντολή.
Δεν μαζεύουμε παιδιά απ' το δρόμο.
Έχουν και γονείς".



Αγγελική εντολή.
Να μείνει ένα παιδάκι στο δρόμο...
Κανονικά.
Καλά Χριστούγεννα.
Κανονικά.


Δώρον
άδωρον.
Κανονικά.

Καλά Χριστούγεννα.



Monday, December 22, 2008

Στο Ζάππειο μια μέρα...

περιπατούσα.

Το Σάββατο που μας πέρασε, δεν πήγα για ψώνια.


Κατέβηκα στο κέντρο, αλλά όχι στο καλά φυλασσόμενο από τα ΜΑΤ χριστουγεννιάτικο δέντρο.


Πήγα στην εκπληκτική έκθεση που διοργανώνεται για τα 70 χρόνια ελληνικού ραδιοφώνου, στο Ζάππειο.










Ο περίπατος ήτο περίφημος, καιρού βοηθούντος και επιτρέποντος.

Δεν στριμώχτηκα στην Ερμού και δεν βλαστήμησα την ώρα και τη στιγμή που βγήκα από το σπίτι μου.


Αντιθέτως.
Απόλαυσα ένα μεσημερο-απόγευμα, κάνοντας ένα ταξίδι ουσιαστικό στο χρόνο και τη σύγχρονη ιστορία αυτής της χώρας, μέσα από το διασωθέν πλούσιο οπτικοακουστικό υλικό του Κρατικού Ραδιοφώνου. Χίλια μπράβο και συγχαρητήρια στους διοργανωτές.

Έφυγα μαγεμένη και συγκινημένη.



Ο χρόνος μου δεν πήγε χαμένος, ίσα-ίσα ένιωσα όχι απλή νοσταλγία για τις εποχές που δεν έχω ζήσει άλλωστε, αλλά αισθάνθηκα ότι ξαναβρήκα ανθρώπους -άλλους τους θυμήθηκα και άλλους μόλις που τους γνώρισα- από το παρελθόν να με εμπνεύσουν. Ιδίως αυτές οι πρώτες γυναίκες που ασχολήθηκαν με το ραδιόφωνο, την ώρα που οι υπόλοιπες της ηλικίας τους τηγάνιζαν ψάρια και έπλεκαν πουλόβερ -φαντάζομαι ότι και οι ίδιες το έκαναν αυτό σπίτι τους- εκείνες έκαναν ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ.

Ευγενέστατοι οι άνθρωποι της εισόδου μας κατατόπισαν για την έκθεση και μας έδωσαν mp3 με τα ηχητικά ντοκουμέντα και αποσπάσματα που αντιστοιχούσαν στο οπτικό υλικό που ήταν στη διάθεσή μας. Συγκινητικά όμορφη εμπειρία. Μας πήρε περίπου δυόμιση ώρες η περιήγησή μας αυτή στο παρελθόν και τη μουσική και την πολιτική και την ιστορία.

Το πιο όμορφο ξάφνιασμα, το σύνηθες στιγμιότυπο που βιώνω συχνά στη ζωή μου, λες και γίνεται κάτι μόνο για μένα, ήταν ο σεκιουριτάς που εμφανίστηκε από το πουθενά, πλησίασε το πιάνο τη στιγμή που ήμουν μόνον εγώ στο σημείο αυτό της αιθούσης και έπαιξε καταπληκτικά ένα κομμάτι στο πιάνο... Μόνο για μένα.


Αν και με πονεμένο πόδι, έκανα κουράγιο να μη χάσω τίποτα από την έκθεση. Μακάρι να είχε καμία καρεκλίτσα πού και πού στην αίθουσα για να μπορεί να ξαποσταίνει ο κουρασμένος ταξιδιώτης...


Ξεκουράστηκα για λίγο σε μια ξύλινη σκαλίτσα-έκθεμα που τη χρησιμοποιούσαν παλιά για ηχητικά εφέ.


Στην έξοδο πήρα ολόκληρη την έκθεση στο σπίτι μου, μέσα σε ένα λευκώμα και ένα cd με 20 ευρώ. Η είσοδος στην έκθεση είναι δωρεάν.

Ο περίπατος στους κήπους του Ζαππείου όπου κάτι κοτσονάτα παππουδάκια έπαιζαν σκάκι, παρακαλώ σε ειδικά τραπεζάκια, και η ομορφιά των ηχητικών στιγμιοτύπων θα σας ανταμείψουν. Μην χάσετε την έκθεση. Απλώνεται ζωντανά στα αυτιά και στα μάτια σας η τελευταία 70ετία της χώρας και του πλανήτη.

Το ηλιοβασίλεμα στην έξοδο μας ξεπροβόδισε με χάρη.



Στο Σύνταγμα στέκονταν παραταγμένοι μπλε και πράσινοι ένστολοι.

Πιάστηκε η αναπνοή μου και η ψυχή μου από το φόβο και την ασχήμια.

Η άλλη όψη της ίδιας άπολις πόλης.

Το ανεξίτηλο ίχνος της Ιστορίας στην ποιητική δημιουργία

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 20/12/2008)

«Προχώρα με την τέχνη μέσα από τις πιο μύχιες στενωπούς του εαυτού σου. Και άσε τον εαυτό σου ελεύθερο»,
Paul Celan

Το δραματικό αποτύπωμα του Ολοκαυτώματος έχει σφραγίσει την ποίηση του Πάουλ Τσέλαν. Αναπόφευκτα. Και ανεξίτηλα. Η προσωπική του τραγική ιστορία αναδύθηκε μέσα από την Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η καλλιτεχνική του προσωπικότητα σημαδεύτηκε από την καταγωγή του, το διωγμό, το θάνατο των δικών του, την επιβίωσή του που τον βάραινε ενοχικά πάντα και φυσικά την αυτοχειρία του. Η ποίησή του, οι λέξεις του φέρουν την Ιστορία σε κάθε του φθόγγο. Για τον ίδιο «η γλώσσα δεν γεφυρώνει μόνο την απόσταση με τον κόσμο, αλλά και με τη μοναξιά». Και η δική του μοναξιά ήταν ασήκωτη.
Το βιβλίο του John Felstiner με τον τίτλο «paul celan-ποιητής, επιζών, εβραίος», η βιογραφία του ποιητή που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Νεφέλη, σε μετάφραση της Ιωάννας Αβραμίδου –μια πολύ φροντισμένη και τεκμηριωμένη έκδοση- αποκαλύπτει με τρόπο που αρμόζει στο έργο και το βεληνεκές του Πάουλ Τσέλαν τις πτυχές του βίου του που πορεύθηκαν παράλληλα με τη λογοτεχνική του δημιουργία. Πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν εξιστορεί ή απαριθμεί απλώς γεγονότα και έργα. Ο συγγραφέας John Felstiner, καθηγητής αγγλικής και εβραϊκής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, επιχειρεί μια κατάδυση στο βαθύτερο νόημα της ποίησης του Τσέλαν. Μαζί του ο αναγνώστης που τον ακολουθεί σ’ αυτό το ταξίδι, δεν έχει παρά να βγει κερδισμένος –για να μην πω αναβαπτισμένος- από την έμπνευση που του παρέχει η δύναμη της ελπίδας για την Ελπίδα, αλλά και για την Τέχνη, όπως αποπνέεται από την απόφαση του Τσέλαν να δημιουργήσει. Παρά την τραγωδία που βίωσε. Αυτός και η Ευρώπη.

Η σπαρακτική του φωνή «πρέπει να υπάρξουν και πάλι αναγνώστες», ακούγεται σε κάθε περίπτωση που τα λόγια εμφανίζονται λιγοστά μπροστά στην ανθρώπινη τραγωδία και θηριωδία. Ο αφανισμός ανθρώπου από άνθρωπο. Η ανθρωπινότητα για να επιζήσει απευθύνεται στην Τέχνη και τη Δημιουργία. Και η Ποίηση ανταποκρίνεται. Η δική του ποίηση καταφέρνει να διασώσει την ανθρωπιά και την ομορφιά και την αλήθεια, περνώντας μέσα από τα συρματοπλέγματα των στρατοπέδων συγκεντρώσεως. «…Για τον Τσέλαν, το ωραίο είναι δηλητηριώδες…», καταγράφει ο βιογράφος του. Η ομορφιά και η αλήθεια παίρνουν άλλο νόημα. Είναι πια ζήτημα απολύτου επιβίωσης. Για τον ποιητή πρωτίστως, για τους επιζώντες του Ολοκαυτώματος και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και για το μέλλον που καραδοκεί. «…Ένα αληθινό ποίημα πρέπει να επιλέγει τον πιο δύσβατο δρόμο…», συνεχίζει ο John Felstiner.
Γόνος γερμανόφωνων Εβραίων από το ανατολικό τμήμα της Αυστριακής Αυτοκρατορίας, γεννήθηκε στο Τσέρνοβιτς της Μπουκοβίνα, που λίγο πριν το 1920, χρονιά που ήρθε στη ζωή ο Τσέλαν, περιήλθε στην κατοχή της Ρουμανίας. Πάουλ Άντσελ το πραγματικό του όνομα. Προτίμησε αργότερα τον αναγραμματισμό του. «…αναζητώ την ταυτότητα στην ετερότητα, διατηρώντας την ιδιαίτερη ταυτότητά μου…», ομολογεί ο ίδιος. Έζησε τη σοβιετική και τη γερμανική κατοχή, τα καταναγκαστικά έργα, τον αφανισμό των γονιών του από τους ναζιστές και την επάνοδο των Ρώσων το 1944. Στη συνέχεια βρέθηκε στο Βουκουρέστι και τη Βιέννη, αλλά το 1948 κατέληξε στο Παρίσι, όπου και άργησαν πολύ να αντιληφθούν τον ποιητή που ζούσε και δημιουργούσε εντός των συνόρων τους.

Ο Τσέλαν αγκιστρώθηκε στη μητρική του γλώσσα. Ήταν η σανίδα σωτηρίας του και το τραγικά ειρωνικό πέρασμά του στην αθανασία της λογοτεχνίας. Δεν απαρνήθηκε τη μητρική του γλώσσα, παρόλο που ήταν η ίδια με αυτή των διωκτών του και δολοφόνων της οικογενείας του. Η κουλτούρα του κεντροευρωπαϊκή, ποτισμένη από την αγάπη του για γνώση και γλωσσομάθεια, αλλά και βαθιά ριζωμένη στο γερμανοεβραϊκό πολιτισμό της Μπουκοβίνα. Η εμβληματική «Φούγκα του Θανάτου» είναι η ποιητική αποτύπωση του πιο ζοφερού κεφαλαίου της ευρωπαϊκής ιστορίας. Σε μια εποχή που το νόημα και η ελπίδα έμοιαζαν αδύνατον να βρεθούν για τους βαθιά πληγωμένους επιζήσαντες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, «…Ο Τσέλαν ισχυρίζεται ότι είναι αδύνατον να αποδοθεί με τη λογική το πραγματικό (πρωταρχικό) νόημα των λέξεων». Γι’ αυτό πλάθει ένα ποιητικό έργο που κάποτε μπορεί να χαρακτηρίζεται ερμητικό ή σκοτεινό, αλλά έχει ακριβώς αυτό το στόχο: να κινητοποιήσει το πνεύμα που βρίσκεται μεταξύ του Εγώ και του Εσύ. Απευθύνεται σε κάθε πιθανό αναγνώστη, όπως αναφέρει και ο βιογράφος του, και διαπνέεται ακριβώς από την αίσθηση αυτή του ανθρώπου που αντίκρισε την καταστροφή, τον άγγιξε η καταστροφή, του κατέστρεψε κιόλας μέσα του ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του, αλλά δεν επέτρεψε ο ίδιος ο ποιητής στην καταστροφή να αφανίσει την Τέχνη του, την αλήθεια του, τη φλόγα της δημιουργίας. Πήρε στα χέρια του τη ζωή του και την ποίηση, τόσο πολύ μάλιστα που αποφάσισε να την αφαιρέσει κιόλας όταν πίστεψε ότι «…είναι καιρός να είναι καιρός…». Η πολυσημία του έργου του για κείνον ήταν απλώς στιγμές ρεαλισμού.
Οι κατηγορίες λογοκλοπής από την Κλαιρ Γκολ και οι φήμες που τις συνόδευσαν, στάθηκαν μαζί με την πικρία που ένιωθε για τη γερμανική λογοτεχνική σκηνή, οι σταγόνες που ξεχείλισαν το ποτήρι της ψυχολογικής του κατάστασης. Η κατάθλιψη είναι εδώ. Και θα στοιχειώσει την τελευταία σχεδόν δεκαετία της ζωής του. Μέχρι το 1970 που θα δώσει εκείνος τέλος στη ζωή του, γύρω στις 20 Απριλίου, κοντά στο Πάσχα, οπότε σε μια ύστατη κίνηση εξαγνισμού από το κακό που σημάδεψε την ύπαρξή του, πήδηξε από τη γέφυρα του Σηκουάνα και αφέθηκε να πνιγεί, παρόλο που ήταν δεινός κολυμβητής. Για την ποίησή του, το τέλος της φυσικής του παρουσίας επεφύλαξε μια καλύτερη τύχη, αφού ο μύθος του Πάουλ Τσέλαν είχε και την πρέπουσα έξοδο, την απόλυτη προσήλωση και αφιέρωση, αφού κι εκείνος θεωρούσε την προσήλωση σε ένα ποίημα ως «τη φυσική προσευχή της ψυχής».

Wednesday, December 17, 2008

"...εγώ, κορίτσι μου, είμαι μια χαρά να κλαις τον άλλονε, λοιπόν, το φουκαρά..." *


Έξω θα βρέξει, μα κοιμήσου εσύ.
Χώσου λίγο πιο βαθιά στο καβούκι.
Λίγο ακόμα. Είναι στεγνά και ζεστά.
Μη βγεις θα κρυώσεις. Το ζακετάκι σου.
Κοίτα μη φτερνιστείς
και πετάξουν οι πεταλούδες στην Κολομβία
και ανθίσουν οι κερασιές στην Ιαπωνία.
Το νου σου. Όχι, εκεί.
Ως εδώ και μη παρέκει.
Ούτε επέκεινα.
Μπροστά στα μάτια σου.
Αλλά εσύ βλέπεις μόνο αγγελάκια κι αστέρια.
Τα άλλα δεν λάμπουν,
δεν είναι χρυσός.

Εκεί, λοιπόν, να μην κοιτάξεις
γιατί θα τυφλωθείς από το μαύρο

κάρβουνο
κοίτα μην πνιγείς από τις αναθυμιάσεις
του εορταστικού σου πνεύματος
πνεύματος, απνεύματος

τον μαύρο
που ξαποσταίνει ξαπλωμένος
στο παγκάκι
σαν να κρατάει την κοιλιά του
κι άμα πονάει;
και τα μάτια του καρφώνονται στην καρδιά
μαχαίρι
τον βλέπεις, δεν τον βλέπεις

αλλά πού να δεις;
θα κρυώσεις, σκεπάσου, μην αλλάξεις πλευρό

σε λίγο θα βρέξει, αλλά δεν είσαι εσύ που κοιμάσαι
στα χαρτόνια
στον Πειραιά, έξω στο λιμάνι,
με τα σκυλιά γι' αγκαλιά
την πιο σίγουρη ανθρωπιά
των σκυλιώνε

γιατί απ' ανθρώπους χορτάσανε.

Πιο φουκαράς από σένανε γίνεται;

Βρέχει, πια.



*Απόσπασμα από τραγούδι του Λουκιανού Κηλαηδόνη (αν θυμάμαι καλά το στίχο, συνήθως παρακούω και παραποιώ τα λόγια στα τραγούδια, διόλου ηθελημένα)

Tuesday, December 16, 2008

Επαιτεία

Μαζί με τη μικρή με το ακορντεόν
προστέθηκε ο παππούς με το οξυγόνο
πιο κάτω η ισχνή γυναίκα, μια μπουκιά,
πίσω από τη μαντίλα προβάλλουν δυο μάτια
φοβισμένα στο σκοτάδι, αυτή δεν απλώνει το χέρι της

και ακόμη πιο πέρα
ο ανάπηρος στο καροτσάκι
στην ευθεία ενός δρόμου

και στο ενδιάμεσο
μια μαυροφορεμένη
που κουτσαίνει
αλλά σου φαίνεται
δεν

και η γνωστή έξω από το σούπερ μάρκετ
τώρα έγκυος και πάλι
ανυπολόγιστες φορές
τη βλέπεις να μεγαλώνει από ένα παιδί στο δρόμο
με χούφτα προτεταμένη
και φωνή που θέλεις να κλείσεις την ένταση
για να περάσεις από κει

εεεπ!
αιτία

Monday, December 15, 2008

Δεν είναι ποίημα ούτε ρητό

Και η αναμαλλιασμένη μικρή
με το ακορντεόν στα χέρια
και σήμερα. Στη γωνία.
Παίζει μόνο την ίδια νότα. Σου είπε άλλος.
Λες κι αν έπαιζε ολόκληρη συμφωνία
θα ήταν καλά στη γωνία. Άλλως
τε είχε χαθεί την Πέμπτη και την Παρασκευή.
Τηλεφώνησες αδαής εκεί που
λένε ότι χαμογελάνε τα παιδιά
και νόμισες πως λύθηκε το θέμα.
Ηλιθίως.
Περιμένεις αύριο.
Να δεις αν θα 'ναι ακόμη στη γωνία. Τιμωρία.
Δεν είναι ποίημα ούτε ρητό.
Ένα παιδάκι. Μόνο.
Κι έκανες ότι λένε οι καλές κυρίες των ιδρυμάτων και των οργανισμών.
Δεν έδωσες λεφτά παρά τροφή.
Δεν εξέθρεψες το δυνάστη ή γονιό της
παρά σαν καλό παιδί αυτής της κοινωνίας πήρες τηλέφωνο επωνύμως.
Το όνομα μας μάρανε. Α, δίνεις το δικό σου, αλλά δεν σου δίνουν το δικό τους.
Πολιτική του οργανισμού. Καλώς, θα συναινέσεις. Μπας και σωθεί ένα παιδί.
Θα σωθεί;
Για να δούμε αύριο τι θα ξημερώσει η γωνία...
Αγωνία.
Αγονία. Μιας ολόκληρης κοινωνίας απέναντι στα παιδιά της.
Αγάπης αγώνας άγονος.
Πιο άγονος δεν γίνεται.
Και δίπλα στη μικρή τα ΑΤΜ να βγάλουμε χρήμα. Να βάλουμε χρήμα.
Μόνο ανάληψη αγάπης δεν έχει να κάνουμε η κάρτα.
Σκάρτα.
Δεν είναι ποίημα ούτε ρητό.
Πραγματικό. Άμα το αντέχεις.
Αλλιώς πες πως είναι ένα κείμενο σε ένα μπλο(γ)κ και καθάρισες.
Μια ιστορία που φαντάστηκες. Και καλά.
Καλύτερη δεν βρήκες;
Η πλοκή ανύπαρκτη.
Το στυλ κοινότοπο.
Το ύφος μελό.
Άσε στην άκρη το καταγγελτικό.
Και ο χαρακτήρας κενός.
Η μουσικότητα πεζή.
Σου λέω δεν είναι ποίημα ούτε ρητό.
Παρά ένα παιδί.
Μόνο.
Πραγματικό.

Thursday, December 11, 2008

Ζήτω που καήκαμε

Η φουρνάρισσά μου από την Αλβανία είναι. Έφυγε από κει για να έρθει εδώ που ήταν καλύτερα μου λέει. Και χώνει στη ζούλα μελομακάρονα μέσα στη σακούλα με το ψωμί. "Κλαίει η ψυχή μου για τη χώρα κι ας είμαι εδώ μια ξένη εγώ". Ήρθε στα 18 της, πριν ξεσπάσουν εκεί οι ταραχές. Αλλά ακόμα ξένη την κάνουμε να αισθάνεται. Καμιά δεκαριά χρόνια μεγαλύτερή μου, μητέρα η ίδια, βγάζει το μητρικό της φίλτρο και την υπέροχη ευγένειά της σε μένα -και σε πολλούς που αισθάνεται ότι έχουν ανάγκη, ανάγκη ανθρωπιάς-, μια επίσης ξένη σε αυτή την πόλη.
Το πρόβλημα είναι ότι έγινε μια χώρα που κλαίει η ψυχή όλων όσων ζουν στα όριά της. Πλην ίσως τριακοσίων; Πλην Λακεδαιμονίων. Πάνω που πηγαίναμε να πειστούμε να περιμένουμε στις ουρές αγόγγυστα, ωσάν ευρωπαίοι ή αμερικανοί, να πάρουμε κι άλλα δάνεια, να βγάλουμε κι άλλες πιστωτικές, να τρέξουμε να καλύψουμε το απέραντο κενό μέσα μας, την έλλειψή μας, τη φτώχεια του πνεύματός μας, τη μακαριότητά μας, την απαιδεία μας και την απάθειά μας, κάτι έγινε, ΜΙΑ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ, βρε αδερφέ, κι εξήγηση δεν δόθηκε. Θα λάμψει η δικαιοσύνη. Και θα κερδίσει η δημοκρατία. Αναμφίβολα.
Καμένα τώρα τα καταστήματα των τραπεζών και των εμπορικών άντε να βρούμε παρηγοριά... Άντε να βρούμε απάγκιο χριστουγεννιάτικα. Μας κάψανε και το δέντρο, ρε παιδιά. Γίναμε και ρεντίκολο στον κόσμο. Μας ξεμπροστιάσανε τα παιδιά έξω στους ξένους. Έτσι, δεν γίνεται πάντα; Στην οικογένεια που πάσχει, που πεθαίνει, τα ζωντανά της μέλη επιχειρούν την ύστατη έξοδο και δείχνουν την παθογένειά της. Μόνο που σε συζητάει μετά ο κόσμος. Και χάνει η μόστρα σου και πάει ο τουρισμός σου. Άσε άμα μπλέξει και το παιδί με κακές παρέες και ναρκωτικά. Ζήτω που καήκαμε.
Κι έχω και το τζιπ σταθμευμένο στη γωνία πάνω στη ράμπα για ανάπηρους, βιάζομαι μη με γράψουνε, αλλά γραμμένους τους έχω όλους. Καλά που ανοίξανε τα καινούρια εμπορικά κέντρα και όλο και κάπου θα χωθούμε να περάσει η ώρα, να μην προλαβαίνουμε τίποτα. Εκτός κι αν απολυθούμε και αύριο βγούμε στην ανεργία. Άς όψεται η κρίση. Και τα χρυσά αυγά που κάνανε τα golden boys. Κάποιος πρέπει να τα σπάσει τα αυγά για να φτιάξει ομελέτα. Αναδυόμενη δυστυχία. Και ανάπτυξη. Βιάζομαι μη χάσω την επένδυση. Ρακένδυτη ψυχή.
Κατά τα άλλα, μάθε παιδί μου γράμματα, αλλά γράμματα αγράμματα. Κείνα που θα σου εξασφαλίσουνε πτυχίο-ευτυχίο, διαβατήριο ευδαιμονίας, κοινωνικής αναγνώρισης και φέρε μου τίτλους να καμαρώνω. Ανάπηρα γράμματα παπαγαλιστά. Να επαναλαμβάνεις μετά από μένα. Μην σκεφτείς ποτέ πριν από μένα. Σκάσε και φέρε βαθμούς. Πληρώνω και φροντιστήριο. Άριστα. Φέρε μου τίτλους. Μόνο η τηλεόραση θα σε σώσει. Μην ανοίξεις βιβλίο. Και τα καλύτερα θα σου 'χω αγορασμένα. Ρουχαλάκια μάρκες. Να φαίνεσαι στον κόσμο πρώτος. Σαν κι εμένα. Κι ας μην είσαι τίποτα. Σαν και μένα. Τον καθένα. Τον κανένα. Μάρκες, αγόρι μου, κορίτσι μου. Μάρκες. Όχι τον Μάρκες. Πού να τον έχω ακουστά; Σε ποιο κανάλι τον δείξανε; Τι ώρα; Α, δούλευα, αγάπη μου. Συγγνώμη, μάνα. Όχι, δεν προλαβαίνω να σε δω. Στην κηδεία σου και σ' αυτή ζήτημα είναι άμα προλάβω. Όχι, ρε μάνα, δεν θα σε βάλω στο γηροκομείο. Βασίλισσα θα σ' έχω στο σπίτι σου με την ξένη γυναίκα που θα πληρώνω μαύρα να σε ξεπροβοδίσει. Κοίτα μην την πολυβλέπει η γειτονιά κι έχουμε φασαρίες με αλλοδαπών και τέτοια. Δεν είμαστε γι' αυτά. Εμείς είμαστε για τα άλλα. Τα μακριά και μεγάλα.
Όχι, ρε παιδί μου. Άσε με. Έχω δουλειά. Κάποιος πρέπει να δουλεύει σ' αυτό το σπίτι για να χαλάς εσύ. Και σε χάλασα, αγάπη μου. Αντί για αγκαλιά κι αγάπη σου προσφέρω χειραψίες, άμα γίνεις μάνατζερ και στέλεχος να ξέρεις να χαιρετάς. Χαιρέτα μου τον Πλάτωνα. Α, και χτυπήματα στον ώμο. Φιλικά. Στο Δημόσιο, αδερφοί μου. Στο Δημόσιο. Μια θεσούλα να χωθείς, αγόρι μου. Εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί. Αλλά πιο φτωχοί γίνεται; Δεν γίνεται.

Tuesday, December 09, 2008

Σήμερα, μια άλλη χώρα

με ρωγμές.
Ορατές. Πια. Σε όλους.
Όχι μόνο στα τζάμια που καθρεφτίζουν την κατάντια μας.
Αυτά έχουν σπάσει. Δεν ξέρω πού θα δούμε τον εαυτόν μας.
Ποιο καθρεφτάκι θα διαλέξει ο καθένας;
Ή μήπως έσπασε κι αυτό και θα πάψει να μας λέει ψέματα;

Δυστυχώς, μόνη βεβαιότητα παραμένει το σπασμένο κλωναράκι με το όνομα Αλέξανδρος.

Όσο καίγεται η Αθήνα, η μικρή παραμένει στη γωνία με το ακορντεόν στα χέρια.
Στο περιθώριο.
Ένα παιδί.
Στην άκρη.

Δεν ξέρω τίποτα.
Μόνον αυτό.



Monday, December 08, 2008

Χαμένα

Το Σάββατο, περάσαμε όλη μας την ημέρα στα Εξάρχεια, με αφορμή το Μπαζάρ των Δρόμων Ζωής. Ήταν ένας μουντός καιρός που τον ράγιζαν μια στάλα τα ατέλειωτα γέλια μας. Επανέλαβα αρκετές φορές τα κλεμμένα από τις γιαγιάδες λόγια "σε καλό να μας βγουν τόσα γέλια". Ε, καμιά ώρα μετά που γυρίσαμε σπίτι, δεν μας βγήκαν. Θα μπορούσαμε να είμαστε εμείς στη γωνία εκείνη, μπορεί να είχαμε περάσει και λίγο πριν από κει. Αλλά δεν είμαστε. Ήταν ένα παιδί.
Τα γέλια πάγωσαν, όπως είχαν παγώσει και το πρωί του Σαββάτου που ανηφορίζαμε στην Τοσίτσα πίσω από το Πολυτεχνείο και βλέπαμε τα παιδιά ξαπλωμένα στο γρασίδι να τρυπιούνται, χαμένα.

Το ηλιοβασίλεμα ενός κυνικού

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 6/12/2008)

«…Το Εδιμβούργο δεν είναι υπεράνω ρατσισμού –οι πολωνοί εργάτες δέχονται επιθέσεις. Η μπλούζα λάθος ποδοσφαιρικής ομάδας μπορεί να θεωρηθεί υπεραρκετή πρόκληση…».



Μια αστυνομική ιστορία. Με ανοιχτό τέλος για την τύχη των πρωταγωνιστών της. Το δολοφόνο τον αναζητά ο αναγνώστης μαζί με τον επιθεωρητή Ρέμπους, μέχρι και τις τελευταίες σελίδες του μυθιστορήματος. Η ατμόσφαιρα αυτή που αρμόζει σε ένα βιβλίο μυστηρίου. Ομιχλώδης ως προς την εξέλιξη της υπόθεσης, προκειμένου να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι και την έσχατη λέξη του.

Ακριβώς όπως ταιριάζει στον επιθεωρητή Ρέμπους, με την ιδιαίτερη αγάπη για τη μουσική και το εκλεπτυσμένο γούστο (ακούει Τζόνι Κας και προτιμά τα βινύλια από τα σιντί) και, την οξυδέρκεια, την παρατηρητικότητα, τη δίψα για την ανακάλυψη της αλήθειας, τη συνεχή ανάγκη να κινείται σε ένα ανασφαλές κι επικίνδυνο περιθώριο κοντά στους κανόνες, αλλά συχνά έξω και πέρα απ’ αυτούς, αλλά για την προάσπισή τους τελικά. Η καριέρα του δημοφιλούς ντετέκτιβ δύει φυσικά, ως επακόλουθο μιας γεμάτης σταδιοδρομίας. Δύει, όμως; Μπορεί να είμαστε κοντά στο φθινόπωρό της, αλλά δύσκολο να πούμε, αν όντως ήρθε ο χειμώνας για τον ίδιο τον πρωταγωνιστή. Ο συγγραφέας προτιμά να μας κρατήσει σε αναμμένα κάρβουνα.

Λίγες ημέρες πριν αποστρατευτεί ο επιθεωρητής, στο τελευταίο και πιο πρόσφατο μυθιστόρημα «Τελευταίο τραγούδι για τον Ρέμπους» του Ίαν Ράνκιν που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Κονταξάκη, κι ενώ προσπαθεί να συμμαζέψει τις εκκρεμότητές του και τους παλιούς του λογαριασμούς –ένας απ’ αυτούς ο πιο σημαντικός, δεν λέει να κλείσει με τίποτα, αυτός με τον κακοποιό κι αιώνιο εχθρό του, Κάφερτι- με τη συνάδελφό του Σίβον Κλαρκ και επίδοξη αντικαταστάτριά του, βρίσκεται και πάλι στη μέση του κυκλώνα: όταν ένας ρώσος ποιητής βρίσκεται δολοφονημένος, την ίδια ώρα που βρίσκεται στην πόλη του Εδιμβούργου μια αντιπροσωπεία ρώσων επιχειρηματιών. «…Εδώ που τα λέμε, έχει σχηματιστεί ολόκληρη ουρά απ’ αυτούς που δεν διαβάζουν ποίηση…». Η συγκυρία περιλαμβάνει το θάνατο, πραγματικό γεγονός, προσφάτως από πολώνιο-210 του Λιτβινένκο. Το κύκνειο άσμα του ο Ρέμπους θα αναγκαστεί να το χορέψει «φλερτάροντας» και πάλι με τον αιώνιο εχθρό του Κάφερτι που βρίσκει τρόπο, καταλαμβάνοντας τη μερίδα του λέοντος της εγκληματικότητας στη σκοτσέζικη πρωτεύουσα, να μπερδεύεται στο πόδια του. «…Δεν μπορείς να διαλέξεις την οικογένειά σου, σκέφτηκε από μέσα του, μπορείς όμως να διαλέξεις τους εχθρούς σου…». Τα πράγματα σκουραίνουν κι άλλο για την ομάδα του Ρέμπους, όταν ένας ακόμη άνθρωπος βρίσκεται νεκρός. Κι αυτός συνδέεται με έναν ευρύ κύκλο ατόμων που όλοι στο μυαλό του αναγνώστη, μπορεί να είναι οι δολοφόνοι. Η συσχέτιση των δύο εγκλημάτων περιπλέκει την κατάσταση.


Η Σίβον Κλαρκ έχει τον πρώτο λόγο στις έρευνες, αφού ο Ρέμπους παραμερίζεται ως σύντομα συνταξιοδοτούμενος, αλλά τα νήματα τα κινεί και πάλι εκείνος, μοιραία. «…Είχε πολύ καιρό να φορέσει τη στολή της αρχιφύλακα, αλλά η δουλειά της δεν ήταν απ’ αυτές που τις δηλώνεις πάντα έτσι απλά. Σε παρέες όπου είχε βρεθεί, πάντα κάποιοι ένιωθαν άβολα όταν μάθαιναν τι δουλειά έκανε. Το ίδιο κι όταν έβγαινε ραντεβού…». Τα χρόνια εμπειρίας που κουβαλά στην πλάτη του και η ικανότητά του να κλέβει την παράσταση, ακόμη κι όταν είναι έτοιμος να αποχαιρετίσει τις περιπέτειες, αφήνουν τη στάμπα του. Ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να τον λατρέψει, ακόμη και να ταυτιστεί μαζί του, ενώ δεν έχει κανένα στοιχείο εξωτερική περιγραφής του ήρωά του, όπως άλλωστε συνηθίζει ο Ράνκιν: να μην δίνει στοιχεία εξωτερικών χαρακτηριστικών των πρωταγωνιστών του. Δίνει τόσο πλούσια, όμως, τον ψυχισμό τους και την ιδιοσυγκρασία τους που μαγνητίζει τον αναγνώστη. Ο τρόπος που χειρίζεται το σασπένς, είναι επίσης δεξιοτεχνικός. Αν και είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται αργά και χορταστικά, κρατάει την αγωνία για την έκβαση της υπόθεσης, ακολουθώντας την κλασική συνταγή για το ξεδίπλωμα μια αστυνομικής υπόθεσης.

Η πόλη του Εδιμβούργου κι εδώ πρωταγωνιστεί, αφού αισθάνεται ο αναγνώστης ότι τριγυρνά κι εκείνος στους δρόμους της πόλης, χάρη στις πειστικές περιγραφές του Ράνκιν. Εκείνο το στοιχείο που συναγωνίζεται την αστυνομική πλοκή, είναι η σημασία που κατέχει για τον ήρωα, το Ρέμπους, η εξουσία, η αρχή, η δύναμη. Αν και αυτός εκπροσωπεί την αστυνομική αρχή, απεχθάνεται την ισχύ και την εξουσία και φυσικά τα πρόσωπα από τα οποία αυτή εκπορεύεται ή απλώς χρησιμοποιείται. Δεν έχει σε υπόληψη καμία μορφή εξουσίας. «…Το θέμα με την ανέλιξη, Σιβ, είναι ότι, σε κάθε σκαλί που ανεβαίνεις, περιμένει ένας ακόμα κώλος για φίλημα…», λέει κάποια στιγμή προς τη συνεργάτη του. «…Μερικοί φίλοι στα κατάλληλα πόστα και οι συμφωνίες κλείνονταν, οι μοίρες αποφασίζονταν…». Η διαφθορά είναι αυτό που έχει πολεμήσει σε όλη του τη ζωή. Αλλά δεν στερεύει. Η συνεχής διαπλοκή της με την εξουσία και την πολιτική την κρατά ακμάζουσα και κρυμμένη συχνά από την κοινή θέα, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα. Ο Ρέμπους όμως ζητά απαντήσεις. «…Πιστεύω ότι βρισκόμαστε εδώ για κάποιο σκοπό. Και δεν πρόκειται να τον μάθουμε ποτέ αν δεν κάνουμε ερωτήσεις…». Δεν ικανοποιείται με κάτι λιγότερο. Ζητά την αλήθεια, χωρίς να είναι υπέρμαχος της ειλικρίνειας. «…Η ειλικρίνεια είναι το παν- αν μπορείς να προσποιηθείς ότι είσαι ειλικρινής, ποιος σε πιάνει…». Αν και τα μπαρ –οι ναοί της εξομολόγησης ελέω αλκοόλ- είναι το αγαπημένο σκηνικό του Ράνκιν να τοποθετεί τον ήρωά του. Τι σόι ντετέκτιβ θα ήταν αν δεν κινούνταν ευέλικτα ανάμεσα στις γραμμές αυτού του «υπόκοσμου-υπέρκοσμου», όπως λέει κι ο ίδιος; «…Τα μπαρ των ξενοδοχείων είναι ιδανικά. Γνωρίζεις αγνώστους εκεί και τους λες την ιστορία της ζωής σου αυτά τα είκοσι-τριάντα λεπτά που είσαι μαζί τους. Είναι απίστευτο τι λένε οι άνθρωποι σε τελείως αγνώστους…».

Ο κουρασμένος βετεράνος, ο λαβωμένος και μοναχικός αυτός άνθρωπος, ο ευφυής και κυνικός Ρέμπους, δεν έχει και πολλές διεξόδους στη ζωή του. Το φθινόπωρο της ζωής και της σταδιοδρομίας του τον καλεί να ρίξει τα φύλλα, να παραδώσει τα όπλα. Αλλά πώς θα μείνει ζωντανός; Ίσως σώζοντας τον ορκισμένο εχθρό του; Ποιος ξέρει; Ίσως μόνο ο Ίαν Ράνκιν να ξέρει ή ίσως ούτε κι αυτός ακόμα. Το ηλιοβασίλεμα πάντως πλησιάζει και με το «Τελευταίο τραγούδι για τον Ρέμπους», απλώς διακρίναμε τις πρώτες ανταύγειες του στον ορίζοντα.


Friday, December 05, 2008

Μην ξεχνιόμαστε...


Η χαρά που θα πάρετε, όσοι επισκεφθείτε το Μπαζάρ, είναι ανυπολόγιστα μεγαλύτερη απ' αυτή που νομίζετε ότι δίνετε...
Ραντεβού εκεί.



Thursday, December 04, 2008

Και

η μικρή κάτω.
Στη γωνία.
Και σήμερα.
Με το παιδικό ακορντεόν στα χέρια.
Μποφόρ.
Δένουν, λέει, τα πλοία στα λιμάνια.
Άγκυρα στα μικρά της δάχτυλα
τούτα τα πλήκτρα.
Μην την αρπάξει ο αέρας.



Wednesday, December 03, 2008

Στην αποβάθρα

Χλιαρή ημέρα, ζεστή και υγρή και μια μουντή συννεφιά. Διόλου ακεφιά. Μια μικρούλα με τους γονείς της. Χρυσά μαλλιά σε δυο κοτσίδια. Γαλάζια μάτια. Ροζ μπουφάν. Και γέλια. Ατέλειωτα. Με τον μπαμπά της. Το παντοτινό αντικείμενο της αγάπης της. Εκείνος φορτωμένος με το λάπτοπ, τα βάρη της καθημερινότητας. Η μαμά δίπλα να ενορχηστρώνει τη χαρά τους. Ανάλαφρη. Γαργαλιούνται και είναι σαν να γαργαλάνε με ευτυχία όλο το άγνωστο πλήθος γύρω τους. Στο τρένο.
Στο διπλανό κάθισμα, ένας σοκολατένιος μικρούλης. Με μάτια που σκίζουν την ομίχλη του πρωινού. Λαμπερά όσο κι η τεράστια αγάπη που ακτινοβολούν. Τους κοιτάζει και γελάει κι εκείνος με την ευτυχία τους. Γελάει κι ο μπαμπάς του. Δίπλα η μαμά με μαντίλα χρωματιστή και τζιν παντελόνι τιτιβίζει με τη διπλανή της. Στο χωριό μου φοράνε ακόμα μαντίλες οι γυναίκες, όταν πάνε για τις δουλειές στα χωράφια. Αυτές μου φέραν στο μυαλό, τώρα θα μαζεύουν ελιές.
Στην άλλη νοητή πλευρά της αποβάθρας, σκέφτομαι και το μωρούλι που έζησε δίπλα στους νεκρούς του γονείς στη Βομβάη, θρηνώντας μέσα στα αίματα...

Monday, December 01, 2008

"Ανθισμένες κερασιές"

Πρόκειται για μια ταινία βαθιά συγκινητική. Ποίημα. Για τη ζωή και το θάνατο. Για την ελευθερία να εκφράζουμε την ψυχή μας. Για την ανάγκη του δυτικού κόσμου να βγαίνει λίγο από τα τετράγωνα περιγράμματά του και να κοιτάζει τον εαυτό του στο καθρέφτισμα της παλιάς Ανατολής. Άπω.
Ένα ζευγάρι στη Γερμανία. Εκείνος ένα χρόνο πριν τη σύνταξη. Εκείνη υποταγμένη στην αγάπη τους. Με αφοσίωση. Εκείνη θα μάθει ότι ο άντρας της έχει πολύ λίγο καιρό ζωής. Μόνο που θα πεθάνει πρώτη. Και τότε εκείνος αποφασίζει να την γνωρίσει, κάτι που δεν είχε τολμήσει να κάνει σε όλη τους την κοινή ζωή.
Είχα καιρό να κλάψω στο σινεμά. Είχα καιρό να δω και τους άλλους γύρω μου να κλαίνε. Σε μια γεμάτη αίθουσα.
Μια ταινία γεμάτη συμβολισμούς. Κι ανθρωπιά. Αξίζει έστω και μια φορά στη ζωή μας να σταθούμε ν' αγναντέψουμε τις ανθισμένες κερασιές... Μέσα μας, γύρω μας, απέξω μας, στο πλάι. Εκεί απέναντι.

Η ξανακερδισμένη λογοτεχνία της ανθρωποκεντρικής σκέψης

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 29/11/2008)

«…Οι μελανιασμένες Νύμφες βγαίνουν στην ακροποταμιά – φωνάζουν τα συνθηματικά του ανάποδου ανέμου, φωνάζουν τα συνθηματικά της νοσταλγίας, της παράταιρης θλίψης, της λανθασμένης θάλασσας. Στις μελανιές τους, στο πυρωμένο κάρβουνό τους, στην απελπισία των ρυτίδων τους, στην αντίστροφη κόψη της αγάπης τους θα βρει το στερνό του καταφύγιο ένα χαμένο μωρό Ιρακινών ή Κούρδων, που το πήρε ο ποταμός Έβρος…»

Είναι ένας σύγχρονός μας συγγραφέας του οποίου το έργο αποτελεί αρραγές «φίλτρο» μπροστά στην ανοησία του κόσμου, τις κούφιες κουβέντες του σιναφιού, τη μικρόψυχη αντιμετώπιση της λογοτεχνίας αποκλειστικά ως βιβλιοπαραγωγής και την αποδέσμευση τόσο συχνά –και εκ του πονηρού φυσικά- της μυθοπλασίας από τη διανόηση και τη σοβαρή φιλοσοφική θεώρηση του κόσμου. Ο Θανάσης Τριαρίδης. Ο λογοτέχνης αυτός, λοιπόν, πέρα από το ότι κατέχει την τέχνη του, αφού από το πρώτο του κιόλας μυθιστόρημα «Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα» (Εκδόσεις Πατάκη, 2000) έδειξε να έχει κατακτήσει ολοκληρωμένα τα μέσα που είχε στη λογοτεχνική του διάθεση, κάνει ένα βήμα παραπέρα.
Ένα σημαντικό βήμα παραπέρα: ενσωματώνει με έναν έντονα βιωμένο τρόπο όλο το λογοτεχνικό παρελθόν του 20ου αιώνα –σίγουρα της ελληνικής δημιουργίας, αλλά και σε ευρύτερο βάθος χρόνου της ευρωπαϊκής αναγέννησης και πολιτισμένης σκέψης- σε μια γραφή που ταιριάζει στις συνθήκες και τους όρους του 21ου αιώνα. Ο Τριαρίδης, την ώρα που ομότεχνοί του ασθμαίνοντας τρέχουν να προλάβουν το τρενάκι της κενής βιβλιοπαραγωγής, αποδεικνύεται κατάφωρα καινός, εισαγάγοντας στη σύγχρονη δημιουργία μια –αυτονόητα ζητούμενη- προβληματική που παραδόξως απουσιάζει: της ανθρωπινότητας. Αλλά άμα είσαι απασχολημένος να γράψεις βιβλία –για το εγώ σου- ξεκομμένα από την ανθρώπινη ολότητα, οικουμενικότητα, πώς να δεις μετά τον άνθρωπο; Και τα βάθη του; Και τα ύψη του; Και τα τάρταρά του;
Ο Θανάσης Τριαρίδης, φτάνει σε χωράφια «επικά» της αναζήτησης της ελευθερίας και των ορίων του ανθρώπου, της ύπαρξής του, μέσα από τη λογοτεχνία, την ίδια ώρα που άλλοι διαγκωνίζονται -να αποδώσουν στον ίδιο τους τον εαυτό την ιδιότητα του συγγραφέα ή του λογοτέχνη ή του ποιητή- διεκδικώντας ένα ξεροκόμματο φαιδρής κι ανάπηρης δημοσιότητας ή μια σαχλή διάκριση αναμεταξύ τους οι λογοτεχνίζουσες περσόνες. Και ο κόσμος έξω καίγεται. Κυριολεκτικά. Και ο Τριαρίδης κάνει το αυτονόητο για ένα λογοτέχνη που δεν ξεχωρίζει τη διάνοιά του από την ποιητική του έκφραση και δημιουργική οντότητα: βλέπει τη φωτιά που καίει τον κόσμο και δεν την μπερδεύει με τα φλας των κοινωνικών σχέσεων. Αυτονόητο; Ρίχνει την -άμετρα κάποτε- ταλαντούχα λογοτεχνική του ματιά σ’ αυτή τη φωτιά και άλλοτε καίγεται και ο ίδιος, άλλοτε σβήνει τη φωτιά –στη ψυχή- των άλλων.
Εκτός συναγωνισμού –μου επιτρέπει, για να μην πω, μου υπαγορεύει την αμετροέπεια το ίδιο του το έργο- από την ηλικιακή γενιά του που ακόμα προσπαθεί να αποδείξει κάτι (Δεν ξέρω τι. Ούτε σε ποιον. Ίσως ότι αξίζει να εκδίδεται και να διαβάζεται), ο Τριαρίδης φέρει στη λογοτεχνική του ταυτότητα κάτι από τη δίψα για ελευθερία και την έντονη υπαρξιακή αγωνία του Καζαντζάκη* κάτι από την κοσμοπολίτικη ψυχαναλυτική ματιά του Εμπειρίκου* κάτι από την απλότητα και την κλασική παιδεία του Καβάφη* κάτι από την ειρωνεία του Καρυωτάκη* κάτι από τη θρησκευτικότητα της ψυχής του Ντοστογιέφσκι* κάτι από το μαγικό ρεαλισμό του Μάρκες –άνετα τον λες Μάρκες των Βαλκανίων για τα πρώτα του έργα (το προαναφερθέν μυθιστόρημα, αλλά και τα αφηγήματα:
«Το τρυφερό μαχαίρι του Πέτρο Μπόλε» (Πατάκης 2002), «Η παγωμένη καρδιά των ευτυχισμένων ανθρώπων» (Πατάκης 2002), «Το χαραγμένο σιτάρι» (Πατάκης 2002), «Η μουγγή καμπάνα» (Πατάκης 2003). Και όλα αυτά χωρίς τυμπανοκρουσίες. Πληθωρική προσωπικότητα ο ίδιος, δεν χωράει σε κανέναν χώρο, κανένα περίγραμμα, κανένα δοσμένο κύκλο. Μόνο που έχει ένα ισχυρό οπλοστάσιο: την παράδοση της ευρωπαϊκής κουλτούρας εμπεδωμένη τόσο καλά μέσα του, στη στάση του ως ανθρώπου και λογοτέχνη, που τον διαχωρίζει σαφέστατα από εκείνους που στρέφουν το βλέμμα τους στην Αμερική και τη λογοτεχνική της ύπαρξη για να δουν τον εαυτό τους και τους άλλους. Εκ τέτοιας αντανακλάσεως δεν καταδέχεται να πει την ιστορία του ο Τριαρίδης, εκτός κι αν πρόκειται για κανένα μεγάλο αναγεννησιακό πίνακα ζωγραφικής που αφήνει εκεί να καθρεφτιστεί η αγωνία του.
Αφορμή για να γραφτεί τούτο το κείμενο είναι η έντυπη έκδοση- γιατί τα βιβλία του υπάρχουν ολόκληρα και ελεύθερα από πνευματικά δικαιώματα στο διαδίκτυο- ενός βιβλίου που αναρτήθηκε το 2007 στην ιστοσελίδα του και κυκλοφορεί τώρα στα βιβλιοπωλεία από τις Εκδόσεις Τυπωθήτω. Πρόκειται για το «Ich bebe* όταν οι αμαξάδες μαστιγώνουν τ’ άλόγα, ανιστόρηση του τρόμου μου», ένα βιβλίο στο οποίο αναμετράται ο συγγραφέας με τη νιτσεϊκή σκέψη που στοίχειωσε τόσο το έργο του Καζαντζάκη. Γραμμένο με κατατετμημένη δομή -πέρα από την πλοκή αλλά όχι πάνω απ’ αυτή, αφού οι επιμέρους ιστορίες διαθέτουν πλοκή και μάλιστα ανεστραμμένη των πραγματικών γεγονότων, λοξή πλοκή-, με ιστορίες-κάτοπτρα του ίδιου κατακερματισμένου καθρέφτη, το εν λόγω έργο ειρωνεύεται τον ίδιο τον Υπεράνθρωπο του Νίτσε. Φωτίζει από παράδοξες, «παρεκκλίνουσες» λογοτεχνικές γωνιές την ανθρώπινη αδυναμία, την ανημπόρια μας να αντέξουμε το τέλος.
Ε
υφυής η σύλληψη της ιδέας από τον Τριαρίδη, άλλωστε αυτό που χαρακτηρίζει τη σκέψη του, είναι η ικανότητά του να είναι αναλυτικός και ταυτόχρονα να ανασυνθέτει λογοτεχνικά την πραγματικότητα με τρόπο πρωτότυπο, διαφορετικό, υποταγμένο στη δική του φιλοσοφική θέαση του κόσμου και των πραγμάτων. Η βιοθεωρία και η κοσμοθεωρία του -που ευτυχώς μέχρι τώρα ταυτίζονται και γι’ αυτό τον κάνουν απόλυτα συνεπή άνθρωπο και λογοτέχνη- καθοδηγούν την τέχνη του και όχι το αντίστροφο. Το κανένα Εγώ που ξεπροβάλλει από το έργο του Τριαρίδη, αναδεικνύει τον άνθρωπο, τα μέσα του προβλήματα που προβάλλονται σε κλίμακα μεγέθυνσης στην κοινωνία, τα στεγανά και τις ανισορροπίες του που έχουν τις ρίζες τους στην προκατάληψη και την εξουσία. Μιλά για τον κάθε ένα συντριμμένο άνθρωπο ξεχωριστά. Σε αντίθεση με τα τόσα συγγραφικά στραμπουληγμένα Εγώ γύρω μας που καταβαραθρώνουν την ανθρωπιά στο βωμό τάχα μου της λογοτεχνίας. Γι’ αυτό και τα βιβλία του Τριαρίδη ξεχωρίζουν από το σωρό, ακτινοβολούν υγιή αμφιβολία, καλοδουλεμένη λογοτεχνία που συνδέει το πρώτο μισό του 20ου αιώνα με τις απαρχές του 21ου στην ελληνική δημιουργία, δομημένα σε ένα προσωπικό πλέγμα ανθρωποκεντρικής φιλοσοφίας και διανόησης. Μιλάμε για μια ξανακερδισμένη λογοτεχνία. «..Να μην το συζητάμε, να μην το καταλάβουμε, να μην το βιώσουμε. Να φωνάξουμε αστυφύλακες και ψυχιάτρους για κάθε ενδεχόμενη παρεκτροπή, φιλοσόφους και ποιητές να μας μιλήσουν για το χαρούμενο μέλλον, για τη χαρούμενη εξέλιξη, για τη μεγάλη Εποχή. Ένα μπιμπερό στο ντορβαδάκι μιας πεθαμένης γυναίκας στον ποταμό Έβρο δεν σημαίνει τίποτε… Αχ, να σκεφτούμε ένα παραμύθι. Ας πούμε, μια κόκκινη κλωστή δεμένη…».


Thursday, November 27, 2008

Και του …σαλονιού

Χαρτί τσαλακωμένο. Δέντρα ρημαγμένα για πέντε λέξεις σκαλισμένες. Στην αφή. Απευθύνονται. Με πίεση το στυλό πατάει στο μελάνι του. Η γραμμή συνεχίζεται πάνω στο λευκό καναπέ. Μίνιμαλ. Τραπεζάκι. Στριμωχτό. Να χωράνε κι οι άνθρωποι. Πολλοί. Με το ζόρι. Μάξιμαλ. Φαίνεται. Δεν είναι. Πολλοί. Ίσον. Κανένας. Ακριβές σοκολάτες. Λειώνουν για χάριν γούστου. Άγουστου. Ακριβές παρλάτες. Τελειώνουν για χάριν σιωπής. Δήθεν. Η μυρωδιά ασφυκτική. Καλές κολόνιες. Καλύτερα στο δρόμο. Αέρας. Εδώ λείπει. Μαζί και το φως. Επιδεικτικά. Σαλονάκι. Όχι από τριανταφυλλιά, τρόπαιο ελληνικής ταινίας. Οξιά. Οξύτητας μετρίας. Οι άνθρωποι. Δεν απευθύνονται. Ευθύνονται. Στη θέα. Μόνο γι’ αυτή νοιάζονται. Όχι, δεν έχει θέα. Μόνο θέαση. Τηλεθέαση. Από κοντά. Πληκτικά. Φλιτζάνι αδειασμένο. Με κατακάθι. Χαμόγελα. Αγκάθι. Αποστείρωση μυαλού. Στείρωση πνεύματος. Μάξιμαλ ψέματος. Μίνιμαλ φλέγματος. Α, και τα παπούτσια. Λένε αλήθεια. Από συνήθεια. Τα χέρια μαζεμένα. Καθώς πρέπει. Κατά πού να ρέπει; Το χαρτί παραπαίει. Στο χάσμα. Ανάμεσα. Εν τω μεταξύ. Μένει η γραμμή. Μελάνι. Ποιο καλαμάρι στύφτηκε; Καλαμαράδες. Ο βυθός είναι πολύς και δύσκολος. Στην επιφάνεια με τους φελλούς. Με τους πολλούς. Οξύνους. Σαλονάκι οξιάς. Ουχί τριανταφυλλιάς. Το πάθος κοστίζει. Μέσα. Άχθος. Έξω πλήθος. Ω, τι ήθος! Τζίφος. Το χαρτί παραπαίει. Στο χάσμα. Ανάμεσα. Εν τω μεταξύ. Μένει η γραμμή.

Wednesday, November 26, 2008

Του λιμανιού

Περαστικός στο λιμάνι. Περαστικά. Όλες οι φυλές του κόσμου. Του μέσα κόσμου. Στη γωνία στημένοι οι απέξω απ' όλα. Ζητάνε. Ή πουλάνε. Και σ' αγοράζουν. Ξεπουλάνε. Το χρόνο. Να αποκτήσουν ρευστό. Ο χρόνος δεν ρέει. Σταματά. Διαβάτης σε φανάρι. Τα ταξί σε πατάνε. Στον Πειραιά. Τι να σου πούνε τα τραγούδια του. Φτερωτοί οι πεζοί περνούν. Πάνω στα πατημένα παπούτσια τους. Τα ξεχειλωμένα. Και στις γόβες τις ξεφλουδισμένες στην άκρη. Κάθετες αχτίδες κόβουν φέτες τη στιγμή. Σε μια κλωστή. Βαβούρα. Της ζωής. Σιωπηλά μάτια. Και οσμές. Της φυγής. Λιμάνι για λίγο. Και μετά μπαρκάρισμα. Ξεμπάρκαρα, μπάρμπα. Το αλάτι υπερίπταται. Κολλάει στα μαλλιά. Αρμυραίνει τα μυαλά. Το νερό αιωρείται. Ελπίδα. Σε κάθε δρόμου. Τον ορίζοντα. Στο ανήλιαγο στενό. Ο παπάς διώχνει τη νεαρή ζητιάνα. Με το μωρό. Στην αγκαλιά. Εκμεταλλεύεσαι το παιδί. Λέει. Τη ραπίζει με λέξεις. Στα μαρμάρινα σκαλοπάτια. Μέσα τα κεριά καίνε. Οι φλόγες.Τα κέρματα κυλάνε στο παγκάρι. Και τα δάκρυα στα πρόσωπα. Οι φλόγες. Αρμυρές στάλες. Μετάνοια. Χωρίς. Καλά που δεν άναψες κερί. Καλά που δεν έριξες. Ρευστό. Του λιμανιού. Ο Ποσειδώνας έχει λουφάξει. Ο Άγιος Νικόλας αποστρέφει το βλέμμα. Ριπή οφθαλμού.

Monday, November 24, 2008

Η σκληρή τρυφερότητα της μοναξιάς

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο, 22/11/2008)

"…Όμως οι καρδιές των μικρών παιδιών είναι ευαίσθητα όργανα. Ένα κακό ξεκίνημα σ’ ετούτο τον ντουνιά μπορεί να τις λυγίσει και να τους δώσει σχήματα παράξενα. Η καρδιά ενός πληγωμένου παιδιού μπορεί να ζαρώσει τόσο που να μείνει για πάντα σκληρή και βλογιοκομμένη σαν το κουκούτσι του ροδάκινου. Ή, πάλι, μπορεί ν’ αφορμίσει και να πρηστεί έτσι που καταντά βάρος αβάσταχτο, μυγιάγγιχτη και πονεμένη…"



Ύφος καθαρό και στέρεο. Στιλ που ξεχωρίζει από των υπολοίπων της γενιάς της
στην Αμερική. Τρυφερή σκληρότητα και αιχμηρή απαλότητα αποπνέουν οι ιστορίες της. Θεματολογία που φαίνεται να ψάχνει παντού τις ρίζες της μοναξιάς. Της μοναξιάς με τους άλλους και χωρίς τους άλλους. Ίσως γι’ αυτό είχε πει ότι το γράψιμο για κείνη ήταν η αναζήτηση του Θεού. Σχετικά σύντομο το έργο της, άφησε χώρο σε κάποιον σαν τον Άρθουρ Μίλερ να μη διστάσει να την χαρακτηρίσει ελάσσονα συγγραφέα.
Ύπαρξη ταλαιπωρημένη από τις ασθένειες. Με πληγές. Στις αποσκευές της ζωής της είχε έναν αποτυχημένο -καθώς και οι δυο τους διατηρούσαν ομοφυλοφιλικές σχέσεις- εις διπλούν (παντρεύτηκαν μεταξύ τους δύο φορές) γάμο με τον -επίσης ματαιωμένο- συγγραφέα και τελικά αυτόχειρα Reeves McCullers, από τον οποίο πήρε και το όνομά της. Προσωπικότητα που έκανε τον Μπουκόφσκι να γράψει ένα ποίημα για κείνη. Στενοί της φίλοι ήταν ο Τρούμαν Καπότε και ο Τενεσί Ουίλιαμς. Η Lula Carson Smith. Το κανονικό της όνομα. Γνωστή ως Carson McCullers.
Ταλαντούχα. Καταρχάς στο πιάνο. Πήγε στο φημισμένο Τζούλιαρντ άλλωστε, για να σπουδάσει τη μουσική που αγαπούσε, αλλά αποφάσισε να γίνει συγγραφέας. Και έγινε. Ο Γκράχαμ Γκριν της αναγνώρισε ότι μετά τον Ντ. Χ. Λώρενς, μόνο αυτή και ο Φώκνερ διέθεταν γνήσια ποιητική αισθαντικότητα. Την προτιμούσε ο ίδιος, και από τον Φώκνερ και από τον Λώρενς, γιατί δεν προσπαθούσε να περάσει κάποιο «μήνυμα» με τα κείμενά της. Ο Γκορ Βιντάλ επίσης ξεχωρίζει τον ταλέντο και τη γραφή της.
Οι εκδόσεις Κέδρος μόλις επανεξέδωσαν το βιβλίο της «Η μπαλάντα του λυπημένου καφενείου», που είχε γράψει το 1951 και το οποίο είχε βγει το 1969 και πάλι από τον Κέδρο σε μετάφραση Μένη Κουμανταρέα. Όπως αναφέρει ο ίδιος στον πρόλογό του, άλλαξε ελάχιστα σημεία από την πρώτη μετάφραση, μόνον εκείνα που του φαίνονταν παλιομοδίτικα ή κράτησε ορισμένα απ’ αυτά, ακριβώς για να διακρίνεται η πατίνα του χρόνου. Η πρόζα της McCullers σε οδηγεί να την ακολουθήσεις σε μια εντελώς παράδοξη ιστορία που ωστόσο κρύβει τόση μοναξιά, τρυφερότητα, σκληρότητα και δοκιμασία που σε απορροφά αναγνωστικά.
Κεντρική ηρωίδα της η Δεσποινίς Αμέλια. «…Μόνο με τους ανθρώπους η Δεσποινίς Αμέλια δεν ένιωθε άνετα. Τους ανθρώπους, εκτός κι αν είναι άβουλοι ή άρρωστοι πολύ, δεν μπορείς να τους πάρεις στα χέρια και μέσα σε μια νύχτα να τους αλλάξεις σε κάτι που ν’ αξίζει και ν’ αποδίδει περισσότερο…». Μια αντρογυναίκα που ζει στον αμερικανικό Νότο και ξέρει να επιβάλλεται απολύτως στο μικρόκοσμό της. Φιλοχρήματη και ρωμαλέα. Δεν διστάζει να πιάνεται στα χέρια με άντρες δυνατότερούς της και να τους νικάει. Στο παρελθόν της χάσκει η τρύπα ενός αποτυχημένου γάμου που τον αποσιωπούν άπαντες. Ξαφνικά στη ζωή της μπαίνει ένας καμπούρης νάνος. Και την αλλάζει. Προς το καλύτερο. «…Υπάρχει ένας τύπος ανθρώπου με μια ιδιότητα που τον κάνει να ξεχωρίζει από τ’ άλλα, τα πιο συνηθισμένα ανθρώπινα πλάσματα. Ένας τέτοιος άνθρωπος κατέχει ένα ένστικτο που συνήθως το βρίσκει κανείς μόνο στα μικρά παιδιά* το ένστικτο να επικοινωνεί άμεσα και ζωτικά με τον κόσμο γύρω του…».
Με την παράδοξη σχέση του μαζί της, η ψυχή της μαλακώνει κι αφήνεται. «…καλύτερα να ζεις παρέα με τον χειρότερο εχθρό σου παρά ν’ αντιμετωπίζεις τη ζωή μόνος…». Ένα μέρος του σπιτιού της μετατρέπεται σε καφενείο όπου βρίσκει καταφύγιο η πληγωμένη εξωτερικά μορφή του νάνου και η ακατανόητη από τους υπολοίπους σχέση τους. Το καφενείο στήνεται σχεδόν από μόνο του μπροστά στα μάτια των κατοίκων –με την σιωπηρή τους συναίνεση και συγκατάθεση, με την απρόσμενη συμμετοχή τους- της περιοχής που συχνάζουν στο μαγαζί της Αμέλια και οικοδομείται πάνω στην ανάγκη τους να βρεθούν μαζί. Και ίσως να μοιραστούν σιωπηλά μια λύπη. «…Γιατί η ατμόσφαιρα σ’ ένα καφενείο που σέβεται τ’ όνομά του συνεπάγεται τούτες τις ιδιότητες: σύμπνοια, γαστρονομικές απολαύσεις και μια κάποια ευθυμία και χάρη στη συμπεριφορά…».
Εκείνο όμως που ενώνει την Αμέλια και το νάνο είναι η συμφορά. Η συμφορά που κουβαλούν και οι δυο στη ζωή τους. Όσο κι αν ακουμπά ο ένας τη ζωή του στον άλλον, δεν μπορεί να σβήσει το Κακό που φέρουν κι οι δυο τους από άλλες πλευρές, αλλά το φέρουν και είναι το ίδιο. Στην προκειμένη περίπτωση δεν κερδίζει το καλό και η αγάπη και η συμπόνια και η κατανόηση και η ανθρωπιά, αλλά το κακό. «…Ποτέ άλλοτε οι άνθρωποι δεν αφήνουν τους εαυτούς τους τόσο αδέσμευτους και παράτολμα ευτυχισμένους παρά σαν διαγράφεται στον ορίζοντα κάποια πιθανότητα γι’ αναταραχή ή συμφορά…».
Και ο παράδεισος που έφτιαξαν οι αλλόκοτες τούτες λογοτεχνικές φιγούρες, εκπίπτει. Από μόνος του. Κι όσο κι αν φρόντισαν οι ήρωες ο ένας τον άλλον κι αν νιώσανε αγάπη μεταξύ τους, (γιατί ακόμη και «…Τα πιο αλλόκοτα πλάσματα μπορεί να γίνουν αντικείμενο αγάπης…Ένας καθ’ όλα μέτριος μπορεί να γίνει η αιτία μιας αγάπης άμετρης, άσωτης και ωραίας σαν τα δηλητηριασμένα κρινάκια του βάλτου…η αξία και η ποιότητα του έρωτα ορίζεται μόνο από εκείνον που αγαπά…»), έρχεται το αδηφάγο παρελθόν και τα τινάζει όλα στον αέρα. Έτσι για να επιβεβαιώσει τα στερεότυπα. Για να ειρωνευτεί την τύχη των ανθρώπων. Για να παίξει με την τρωτότητά τους. «…Μα η ανθρώπινη ζωή δεν είναι κοστολογημένη* σου δίνεται τζάμπα και παίρνεται πίσω δίχως να πληρώσεις. Σαν τι ν’ αξίζει άραγε;…». Για να ακονίσει τις διαφορές και τις διαφορετικότητές τους και να τους εγκαταλείψει μόνους και πληγωμένους, σαν και τη λύπη. Που όσα καφενεία κι αν στήσει κανείς, με όσους κι αν τη μοιραστεί, αν θέλει εκείνη, μπορεί να τον νικήσει δια παντός. «…Ενόσω έτρωγε, ένα δάκρυ κατρακύλησε στα λερά του μάγουλα -μα δεν ήταν παρά ένα ρετάλι δάκρυ και που δεν αξίζει να γίνεται λόγος…».
Διαβάζοντας το βιβλίο, χωρίς να ξέρει τίποτα ο αναγνώστης για τη ζωή της συγγραφέως, εισπράττει στο ακέραιο τα ψυχικά τοπία που την ταλάνιζαν και στα οποία περιπλανιόταν. Μαθαίνοντας πέντε εξόφθαλμες πληροφορίες για τη ζωή της, μπορεί να αντιληφθεί τις αντιστοιχίες του έργου της με την ίδια. Για να εκτιμήσει το ταλέντο της, αρκεί να αφεθεί στις λέξεις της, στη μοναξιά που αναδύουν, στην ευθύτητά τους που τρυπάει τον αναγνώστη σαν περίστροφο που βάλλει γυρισμένο προς τον ίδιο με ένα μαξιλάρι ανάμεσά τους.



Wednesday, November 19, 2008

Το κύμα


Ξεπλυμένη πόλη.
Τα σιντί διώκουν
περιστέρια
κι
αστράφτουν κακεντρεχώς.
Πιτσουνάκια να ξεπαστρέψουμε πάση θυσία.

Ανέμελα εκείνα περιπατούν
εις τα μπαλκόνια
όταν εσύ δεν είσαι εκεί.
Η αγάπη ανθεί ερήμην σου.
Α, ναι φερομόνες.
Ας πάψεις να φέρεις.
Μόνες οι τέντες ανεμίζουν, μόνες.

Γαλάζιο φόντο.
Κάποιος ανακατεύει τις νερομπογιές.
Νέφη και ήλιοι.
You and your monkey.
Monk.
Ink.
Ζωγράφος.

Ζω.
Γράφω.

Κάτω πατημένα φύλλα. Φθινοπώρου.
Πάνω στάλες. Σε λίγο κι εκείνες κάτω.
Σπλαπ.
Up.
Το κύμα φλαπ.
Ρίπτει.
Κύβος
όπου δεν πίπτει
ράβδος.


Monday, November 17, 2008

Στη μνήμη του Γιώργου Κοίλιαρη

Όταν σβήνουν οι αυτόπτες μάρτυρες των σφαγών, των πολέμων και των τραγωδιών, ο κόσμος γίνεται χειρότερος κατά μια αλήθεια. Αυτή η αλήθεια του Γιώργου Κοίλιαρη ήδη χάσκει μόνη της χωρίς τη φωνή, την παρουσία του, τη δημοσιογραφική του οντότητα.
Θυμάμαι ότι τον παρακολουθούσα πριν πολύ καιρό στην κρατική τηλεόραση να βρίσκεται στην Εθνική Οδό και να περιγράφει μια έξοδο των Αθηναίων, μια συνηθισμένη έξοδο των Αθηναίων, αυτή την τόσο συνηθισμένα αιματηρή έξοδο. Αυτόν τον άλλο πόλεμο. Τον πόλεμο όχι των άλλων, το δικό μας. Δεν έχω δει μεγαλύτερη σοβαρότητα σε ρεπορτάζ, πληρότητα και δυναμική.

Χάσαμε έναν αυτόπτη μάρτυρα της φρικαλεότητάς μας, της απανθρωπιάς και της μνήμης τη στιγμή που γεννιέται.

Friday, November 14, 2008

Άνθρωποι ανοιχτά βιβλία

Είναι κάτι άνθρωποι ανοιχτά βιβλία. Μιλάς τρεις ώρες μαζί τους και είναι σαν να έχεις διαβάσει όλο το νόημα της ζωής που δεν χωράει σε κανένα βιβλίο. (Μην το ψάξεις και μην το γράψεις, μόλις το διάβασες. Δεν μπορείς να το αναλύσεις. Ούτε να το εξηγήσεις. Στερέψανε οι λιγοστές σου λέξεις.)
Ξεδιπλώνουν την προσωπική τους αφήγηση και νιώθεις τόσο ανίσχυρος μπροστά στην πραγματικότητά τους, την αλήθεια τους. Δεν σου αφήνουν περιθώρια να κάνεις τις παιδιάστικες αλχημείες σου και να χτίσεις τον προσωπικό τους μύθο. Το έχουν κάνει εκείνοι για τον εαυτό τους. Πολύ καλά. Και κοιτάς τους άλλους γύρω, εκείνους με τις κομματιασμένες φτιαχτές αφηγήσεις και είναι να τους λυπάσαι. Μαραγκιασμένοι μέσα στις φτωχές τους λέξεις. Κι εσύ μαζί σ' αυτούς κάποτε, μπορεί και πάντα.
Οι άνθρωποι ανοιχτά βιβλία με τα φωτεινά μυαλά και τα απροσποίητα λόγια, λοιπόν, γκρεμίζουν τους άλλους από τον καλό τους θρόνο, εκείνο το χάρτινο παραγεμισμένο περίτεχνα από μιζέρια και θλίψη και ψευτιά. Και απεριόριστες συμβάσεις. Πολύ εύκολα. Πολύ απλά. Πολύ καλά. Με μια αλήθεια γραμμένη με άλφα μικρό, γιατί είναι δική τους, ολόδική τους και μαζί όλου του κόσμου, γι' αυτό δεν μπορεί να τους την πάρει κανείς. Ούτε κι εσύ να την πάρεις να την κάνεις βιβλίο. Γιατί είναι ζωή. Κι αλήθεια. Και τρέλλα με δύο λ. Μια ολόκληρη αλφαβήτα. Συγκινητικά σφυρηλατημένη -με ειρωνεία, χιούμορ και πολύ γέλιο, ακόμη και μακάβριο- σε λευκόχρυσο...


*****Για τη χθεσινή βραδιά, στον Τάκη, τον πιο ευφυή μάγκα άνθρωπο που ξέρω. Ανοιχτό βιβλίο. Με ένα χιούμορ που καρφώνεται στην καρδιά σαν μαχαίρι και σε κάνει να γελάς μέχρι δακρύων. Μάλιστα, Κύριε.

Thursday, November 13, 2008

Κοίτα απ' το παράθυρο

την πανσέληνο να βγαίνει μέσα απ' τα στόρια.
Σήκω από την καρέκλα και τρέχα να την προλάβεις.
Δεν είναι τόσο μωβ ο ουρανός
ούτε τόσο χρυσή η σελήνη
σαν και χθες.
Δεν είναι
τόσο
κοντινό
το φεγγάρι.
Μα μια
φωτογραφία.
Με κακή μηχανή τραβηγμένη.
Μόνο για να σε σηκώσει από τη θέση σου.
Μόνο για να αναρτήσει τα μάτια σου στο θόλο.
Και να ξανακοιτάξεις στο μέσα ουρανό με γαλήνη.
Αλαφιασμένη σαν ξεχασμένη ευθύνη η φεγγαράδα
πλανήθηκε στον ορίζοντα τόσο μεγάλη να την δεις ακόμα κι εσύ πίσω απ' τα κενά και τις λέξεις στο χάρτινο story.


Wednesday, November 12, 2008

συναισθηματική αρωγή

Είναι κάτι άνθρωποι κομμένα δέντρα
για κάψιμο στο τζάκι
των άλλων

πυρ

και μανία
να τους ζεστάνουν μέχρι αηδίας
να ψήσουν στη θράκα
από τα μέλη τους, τα συναισθήματα.
Χωρίς συνθήματα.
Τα μέλη τους τα συναισθήματα.

Άμα σε ρωτήσουν τι έκανες,
να πεις μόνο
"συναισθάνθηκα τον κόσμο μέχρι βλακείας"
.
Α, κι άφησες και μια χούφτα στάχτη.
Μην το 'χεις άχτι.

Μούσκεψε το κούτσουρο μπας και γλιτώσεις.
Μπορεί και να βρέξει.
Αν στρέξει.


Monday, November 10, 2008

"Ich bebe"

"Το πρωινό της 3ης Ιανουαρίου του 1889 στην πλατεία του Καρόλου Αλβέρτου στο Τορίνο ένας αμαξάς μαστιγώνει το άλογό του – όπως συνήθως. Ο περαστικός Φρειδερίκος Νίτσε ορμάει κλαίγοντας και αγκαλιάζει τον λαιμό του ζώου· αμέσως μετά σωριάζεται καταγής. Ήταν, λένε, το σημείο μηδέν της διανοητικής κατάρρευσης –ή του ολοκληρωτικού επαναπροσδιορισμού– του Γερμανού φιλοσόφου, έντεκα χρόνια πριν τον βιολογικό του θάνατο, τον Αύγουστο του 1900.
Τρεισήμισι χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1892, ο Νίτσε βρίσκεται παράλυτος στο κρεβάτι του και βυθισμένος (;) στην ασυνειδησία: όταν η μητέρα του τον ρωτάει, κατά τη συνήθειά της, «με αγαπάς;» επιμένει να της απαντάει αντί για Ich liebe (σε αγαπώ) την φράση Ich bebe (που σημαίνει τρέμω). Λανθάνουσα γλώσσα ενός σβησμένου νου – ή κάτι άλλο;". Για την έντυπη έκδοση του βιβλίου του Θανάση Τριαρίδη "Ich bebe* όταν οι αμαξάδες μαστιγώνουν τ' άλογα" που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τυπωθήτω.

Παραθέτω ένα αγαπημένο απόσπασμα από το βιβλίο, το κεφάλαιο 32:


32

Ο Φραγκίσκος και τα μυρμήγκια


Αγάπαγε πολύ, που λες, τα μυρμήγκια ο Φραγκίσκος

(κι όλα, βέβαια, τα ταπεινά της πλάσης),

που κάποτε αποφάσισε να τα φιλήσει.

Έπεσε μπρούμυτα, λοιπόν, σε μια μυρμηγκοφωλιά

κι άρχισε να τα φιλάει τα μυρμήγκια,

«ευλογημένα να 'σαστε, μυρμήγκια μου» έλεγε και ξανάλεγε,

και δώσ' του να χώνει το πρόσωπό του στη γη.


Και μαζεύτηκε κόσμος γύρω του και τον κοιτούσε

κι όλοι τον θαύμαζαν για την ταπεινότητά του –

και τη φτιάχνανε κιόλας τη νέα ιστορία

που θα έκανε τον γύρo της Τοσκάνης,

τον γύρο ολόκληρου του κόσμου.


Κι όταν τέλειωσε,

σηκώθηκε ο Φραγκίσκος

κι ούτε που το κατάλαβε τι είχε γίνει –

που τα μυρμήγκια ήσανε λιωμένα πάνω στα χείλη του,

λιώμενα πάνω στο πιγούνι του,

λιωμένα από το πάθος της αγάπης του.


Η τέχνη της λογοτεχνικής έκστασης

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο, 8/11/2008)

«…Ονομάζω απόλαυση κάθε αίσθηση που η ψυχή προτιμά να γευθεί μάλλον παρά να μη γευθεί ( Μοπέρτιος). Ονομάζω πόνο κάθε αίσθηση που η ψυχή προτιμά να μη δοκιμάζει παρά να δοκιμάζει. Επιθυμώ να κοιμηθώ καλύτερα παρά να αισθάνομαι αυτό που περνάω; Καμιά αμφιβολία, είναι πόνος. Επομένως, οι επιθυμίες του έρωτα δεν είναι πόνοι, αφού, προκειμένου να ονειροπολήσει με την ησυχία του, ο ερωτευμένος φεύγει από πολύ ευχάριστες συντροφιές. Με το χρόνο οι απολαύσεις του σώματος ελαττώνονται και οι πόνοι αυξάνονται. Για τις απολαύσεις της ψυχής αυτές αυξάνονται ή ελαττώνονται με τον χρόνο, ανάλογα με τα πάθη* για παράδειγμα, κάποιος που μελετά επί έξι μήνες αστρονομία, καταλήγει να του αρέσει περισσότερο η αστρονομία…Οι πόνοι της ψυχής ελαττώνονται με το χρόνο…»
.




Ολόκληρο, κοτζάμ, Σύνδρομο φέρει το όνομά του. Stendhal. Για την ακρίβεια, όχι το κανονικό του όνομα (Marie-Henri Beyle), μα το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο. Εκείνος που προσβάλλεται από το Σύνδρομο, είναι αυτός που από υπερβολική έκθεση στην ομορφιά της Τέχνης παθαίνει ταχυπαλμία, ζαλίζεται, χάνει τον προσανατολισμό του, βλέπει ακόμη και παραισθήσεις. Αυτή την ψυχοσωματική αντίδραση την περιέγραψε πειστικά ο ίδιος στο ταξιδιωτικό του βιβλίο για τη Ρώμη, τη Νάπολη και τη Φλωρεντία το 1817, γράφοντας για το πώς ένιωσε μπροστά στα φρέσκο του Τζιότο, Έκσταση από την Τέχνη, δηλαδή.
Αν του συνέβησαν όλα αυτά βλέποντας μόνο έργα τέχνης, είναι εύλογο το τι έπαθε όταν ερωτεύτηκε ένα ζωντανό έργο τέχνης. Μια γυναίκα. Και καλά μέχρις εδώ. Πες ότι έζησε την έκστασή του, τον έρωτά του και συνήλθε. Δεν ήταν τόσο απλό όμως το θέμα στις αρχές του 19ου αιώνα, για τον χοντρούλη φιλότεχνο συγγραφέα που δεν μπορεί να χαλιναγωγήσει το πάθος του για την Μετίλντ, Βισκοντίνι (το πατρικό της όνομα) και Ντεμπόβσκι το όνομα του ανδρός της, παντρεμένη γυναίκα με δύο παιδιά, πληγωμένη και απογοητευμένη από το γάμο της. Ο παθιασμένος και αδέξιος Σταντάλ χάνει την εύνοιά της και καταβάλλεται πια από το Πάθος του. Διέξοδο θα βρει στο χαρτί και το μελάνι του. Όπως απέδειξε και ο χρόνος, αυτά δεν τον πρόδωσαν όσο ο ίδιος του ο εαυτός που παρέλυε από θαυμασμό μπροστά στο αντικείμενο του πόθου του, της Μετίλντ, με αποτέλεσμα να το χάσει δια παντός. Η Τέχνη του ήταν η σωτηρία του και το 1822 παραδίδει στην κοινή θέα του αναγνωστικού κοινού ένα έργο εμπνευσμένο από την ερωτική του απελπισία, βουτηγμένο στην προσωπική του ιστορία, αλλά αποκαθαρμένο απολύτως από αυτή. «Περί έρωτος». Μπερδεμένος κι ο ίδιος το ονομάζει πότε μονογραφία, πότε δοκίμιο, πότε βιβλίο ιδεολογίας. Στην ουσία είναι ο έρωτάς του μετενσαρκωμένος σε γραφή. Για να κρύψει από τους άλλους το δικό του θέμα, ως κάλυψη θα χρησιμοποιήσει την εξαγωγή γενικών συμπερασμάτων και αποφθεγμάτων από μια τόσο ειδική και ατομική και ξεχωριστή υπόθεση. Στην επιστήμη αυτό μπορεί να ισοδυναμεί και με θάνατο. Στη λογοτεχνία είναι απλώς αναπόφευκτο της μυθιστορηματικής δημιουργίας.
Φυσικά, ποτέ κανένα βιβλίο δεν έδωσε λύση στο ερωτικό προσωπικό «δράμα» κάποιου. Ούτε και το «Περί έρωτος» δίνει. Αλλά αυτό που εκφράζει το βιβλίο από κάθε του ικμάδα είναι ακριβώς αυτή η αδυναμία του ερωτευμένου να ερμηνεύσει το «δράμα» του, τον πόνο του, τη χαρά του την απόλαυσή του. Γι’ αυτό και πρόκειται περί μυθιστορήματος* μοντέρνου και ασυνήθιστου για την εποχή του. Οι μπερδεμένες προσωπικές αλήθειες του Σταντάλ μπορεί να βρίσκουν καμιάν ακρούλα να αράξουν στην ψυχή κάποιου ερωτευμένου, αλλά δεν είναι αυτές από μόνες τους η δύναμη του κειμένου, αλλά φυσικά ο απαράμιλλος τρόπος που τις παρουσιάζει. Ιδίως αν σκεφτούμε την εποχή που έγραψε έτσι. Όπως σημειώνει και ο ίδιος, δεν κατακρίνει ούτε εγκρίνει, αλλά απλώς παρατηρεί.
Μπορεί το «Περί έρωτος» να μην θεωρείται και να μην είναι τελικά το αριστούργημά του, αλλά βεβαίως είναι ένα κείμενο που διαβάζεται άνετα και ευχάριστα σήμερα. Είναι ανάλαφρο, αν και το θέμα του –και η αρχική πρόθεση του συγγραφέα- ουδεμία σχέση με το ελαφρό έχει. Ακόμη και την οποιαδήποτε διάθεση μελό ο συγγραφέας τη διασκεδάζει, αν και ένας πραγματικά ερωτευμένος και απελπισμένος δεν νομίζω να ενδιαφέρεται για τίποτε άλλο παρά για την παραμυθία που ψάχνει. «…Η ονειροπόληση του έρωτα δεν μπορεί να καταγραφεί…Αν την καταγράψεις, τη σκοτώνεις για κείνη τη στιγμή, επειδή πέφτεις στη φιλοσοφική ανάλυση της απόλαυσης* και τη σκοτώνεις ακόμη πιο σίγουρα για το μέλλον, διότι τίποτα δεν παραλύει τη φαντασία όσο η προσφυγή στη μνήμη…». Από την άλλη, αυτές οι γενικευμένες αλήθειες του ερωτοχτυπημένου Σταντάλ που βύθιζε το πρόβλημά του κάτω από το λογοτεχνικό μανδύα, δεν είναι και πολύ μακρινές από το σήμερα. Οι αντιστοιχίες με τη σύγχρονη εποχή είναι εύκολες και απλές. «…4ον Ο ματαιόδοξος έρωτας. Η τεράστια πλειονότητα των ανδρών, στη Γαλλία κυρίως, επιθυμεί και έχει κάποια γυναίκα της μόδας, όπως έχει ένα ωραίο άλογο, πράγμα απαραίτητο για τη χλιδή ενός νέου. Και όταν η ματαιοδοξία κολακεύεται με κάποιον τρόπο ή θίγεται με κάποιον άλλο, γεννά και συγκινήσεις…».
Το «Περί έρωτος» κυκλοφορεί σε μια νέα μετάφραση της Έφης Κορομηλά (με εισαγωγή πολύ κατατοπιστική και ενδελεχείς σημειώσεις δικές της) από τις εκδόσεις Πατάκη. To είχα διαβάσει στην παλαιότερη έκδοση του Εξάντα και σε μετάφραση του Γιάννη Παλαιολόγου – εκείνος ο κομψός «δερματόδετος» τόμος με τη μικρή γραμματοσειρά που χωράει στη μία παλάμη, με τον κόκκινο υφασμάτινο σελιδοδείκτη, που προσδίδει μια αίσθηση ιεροτελεστίας σχεδόν και μιας άλλης «ερωτικής θρησκευτικότητας» στην ανάγνωση του βιβλίου, ιδίως αν πρόκειται για κάποιον επιρρεπή αναγνώστη στα σύνδρομα και τα πάθη εκείνα του Σταντάλ, παραμένει αισθητικά στην προτίμησή μου, χωρίς αυτό να καταργεί τη δουλειά της νέας μετάφρασης και έκδοσης που μάλλον ενδείκνυται για μελέτη του βιβλίου, λόγω της μεγάλης γραμματοσειράς και του όγκου του τόμου.