Friday, November 23, 2007

"Μια στάση


στη διπλή γραμμή" του κόσμου. Γη και ύδωρ.
Πόσο αξίζει μία παράβαση του νόστου;

Thursday, November 22, 2007

Η βασίλισσά του


ήταν όνομα και πράγμα. Ρεγκίνα. Με "γκ" για να ξεχωρίζει από την άλλη τη λατίνα "reggina" που αγαπούσε τα ρόδα. Αυτοκίνητο δεν οδηγούσε και για μηχανάκι ήταν μεγάλος πια, δεν του πολυάρεσε. Άλλωστε χρειαζόταν χώρο για να κουβαλάει τα σύνεργά του και ήταν πολλά αυτά. Σχοινιά, σύρματα, λάστιχα, σκαλιστήρια, πριόνια, κλούβες πλαστικές, σακούλες, λιπάσματα, φυτοφάρμακα και ό,τι άλλο έβαζε ο νους του πιο εργατικού γεωργού που μπορεί κανείς να φανταστεί.
Γιατί αυτό ήταν ο μπαρμπα-Μανώλης ο Σκαλίδης ή χαϊδευτικά Καψαμπέλης ή Σκαλιδάκης ανάμεσα στους παλιούς αγαπημένους συγγενείς του σογιού. Τέτοιο σόι που συναντιέται συνήθως μόνο σε κηδείες και κλαίει από χαρά, γιατί βρέθηκε. Συναισθηματικό σόι εκείνο του παππού, το άλλο της γιαγιάς μάλλον τις σάρκες του τρώει χρόνια τώρα, και δεν μείνανε πολλοί από δαύτους. Χώμα γινήκανε πρόσφορο από κείνο που καλλιεργούσε με τόση επιμέλεια και προσήλωση όλη του τη ζωή ο παππούς ο Μανώλης. Το ο με ωμέγα. Παλιός Μανώλης, όχι από τους καινούριους με όμικρον. Κι εγώ τους Μανώληδες θα τους γράφω πάντα με ωμέγα. Για τον παππού. Γιατί τι είναι η γλώσσα, αν δεν είναι μνήμη;
Ο παππούς, λοιπόν, οδηγούσε τη ρεγκίνα του. Το τρίκυκλο όχημα με τη φαρδιά καρότσα που κουβάλαγε στα Νήπια της αδερφής μου, τσούρμο πιτσιρίκια κάθε μέρα στις 12.30 που σχολούσαν τα Νηπιαγωγεία και τα μοίραζε σπίτια τους. Την κόκκινη σιδερένια βασίλισσά του που ξεχώριζα από μισό χιλιόμετρο μακριά το θόρυβό της κι έβγαινα στο μπαλκόνι και προειδοποιούσα τη γιαγιά "Ο παππούς έρχεται, μην του φωνάξεις". Κι εκείνη πολύ που με άκουγε, έβγαινε έξω, καραδοκούσε στην άκρη της αυλής και του έμπηγε γοερά -πιο γοερά δεν γινόταν- παράπονα. "Πού είσαι, ρε άνθρωπε; Πού έχεις χαθεί από το πρωί; Έχω μαγειρέψει και το φαϊ έγινε μπούζι, εσύ δεν φάνηκες. Σε περιμένω να φάμε και νύχτωσε. Ε, δεν έχεις μυαλό, εσύ, θα ψοφήσεις στα χωράφια. Ρε αχαϊρευτε, εμένα δεν με σκέφτεσαι; Θα με πεθάνεις" κλασική η επωδός της, αλλά πέθανε εκείνος πρώτος για να μην την ακούει. "Σταμάτα ρε γιαγιά να του φωνάζεις. Σταμάτα πια". "Έλα, γυναίκα, στο περιβόλι ήμουνα. Σου έχω φέρει κάτι ζωχούς άλλο πράμα και πορτοκάλια. Βρήκα και τον καστανά στο δρόμο που ερχόμουνα κι έφερα για το βράδυ να ψήσουμε στη σόμπα" Τι να του πεις μετά του νοικοκύρη; Άμα μπορείς βρίσε τον. Η γιαγιά μπορούσε. Μέχρι κοντά και το τέλος που καταλάβαινε ότι θα μείνει μόνη. Κι έμεινε μόνη. Του είπε πόσο τον αγαπούσε, μόνο στο τέλος φυσικά δημοσίως. Μπορεί εκείνος να το ήξερε πάντα, γιατί πιο υπομονετικό άνθρωπο δεν έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Και αφού πέθανε ο παππούς, ένα χρόνο τώρα λείπει -τον περιμένουμε αργά τα απογεύματα, αλλά δεν έρχεται με την ρεγκίνα του να μας φέρει κάστανα- εκείνη αυτομάτως κατέβασε το διακόπτη και έχασε το μυαλό της.
Ο παππούς μου, λοιπόν, με αγαπούσε πολύ. Είχε τα πιο υγρά μάτια του κόσμου που είχαν δει πολλά και τα κληροδότησε τα ίδια και χειρότερα υγρά στον μπαμπά μου. Όταν ήμουν μικρό κοριτσάκι με άφηνε να του χτενίζω τα μαλλιά για να παίζω, τις δυο τρίχες που είχε στο κεφάλι του. Πριν πάω σχολείο ακόμη, ούτε νήπιο να φανταστείτε, επέμενε να μάθω να γράφω. Κι έμαθα. Αργότερα, όταν έφυγα από το χωριό για τας Αθήνας, μόλις είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν ευρέως τα κινητά, ο παππούς αγόρασε πρώτος κινητό. Πρώτος κι από μένα. Τις Κυριακές το πρωί -για να μη με ενοχλήσει άλλη μέρα, μόνο άμα ήθελε πολύ να μου μιλήσει- με έπαιρνε τηλέφωνο. Σαν να ακούω τη φωνή του. Δεν θα ξεχάσω ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή μου που είχε αφήσει. "Ρούλα μου, εγώ ο παππούς σου είμαι". Ήταν αυτό που λέει το τραγούδι, ρωτούσε για τη νύχτα και τη μέρα μου και φυσικά την καριέρα μου. Άνθρωπος της Κατοχής, φοβόταν για το μέλλον και δούλευε γι' αυτό πολύ σκληρά. "Πόσος είναι ο μισθός σου τώρα; Περνάς καλά; Πήρες αύξηση;" Μόνο ο παππούς τα ρώταγε αυτά. Κανένας άλλος.
Για τον κήπο του παππού τι να πω. Λες κι από ειρωνεία απίστευτη, αυτός ο κήπος μόλις έλειψε ο παππούς ανθίζει με μια άγρια οργιώδη χαρά. Να θυμίζει την παρουσία που δεν είναι πια δίπλα μας. Να θυμίζει το καλλιεργητή και ιδιοκτήτη του που τον λάτρευε.
Ο παππούς εκείνο που αγαπούσε πολύ ήταν τα ΑΠΟΘΕΜΑΤΑ. Από κάθε πράγμα. Όλα τα έπαιρνε πολλά για ώρα ανάγκης. Στο σούπερ μάρκετ και τα μαγαζιά πήγαινε κι αγόραζε ό,τι καινούριο έβγαινε στην αγορά για να το δοκιμάσει. Μα, με εκείνο που με τροφοδοτούσε μονίμως, ήταν μπαταρίες για το μαγνητοφωνάκι μου. Με γέμιζε κιλά από δαύτες. Έχω ακόμη να σκεφτείτε κι ας έχουν λήξει. Πρέπει να τις πάω για ανακύκλωση αλλά δεν μου κάνει καρδιά. Οι μπαταρίες του τελείωσαν.
Ρούλα μου, έλα, σου πήρα μπαταρίες. Ο παππούς σου.
Στη μνήμη του

Monday, November 19, 2007

Ειρωνεία και αλληγορία του δρόμου...


...εκεί που η ταμπέλα, στη ρωγμή του τοίχου, τονίζει ότι τα δικά της τα πτηνά τραγουδούν και προφανώς μελωδικά, την παρακολουθούν άλαλα περιστέρια που άντε να κρώξουν ή να γουργουρήσουν το πολύ, λίγο παραπάνω...

Friday, November 16, 2007

Για τα …αόρατα ουράνια τόξα της ψυχής μας

«…Σήμερα, όλοι βιάζονται να ψωνίσουν ουράνιο τόξο σε τιμή ευκαιρίας. Κι επειδή δεν έχουν υπομονή, εξαπατούν τους εαυτούς τους. Ξεχνούν ότι, για να δεις το ουράνιο τόξο, πρέπει πρώτα ν’ αντέξεις τη βροχή…»



Τον ξέρω τον Πίπικ. Το Μόισε Πίπικ. Τον ήρωα του μυθιστορήματος «Το αγόρι στην αποβάθρα» του Στέφανου Δάνδολου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Τον ξέρω καλά αυτόν τον πιτσιρίκο. Όπως κι εσείς τον ξέρετε καλά, ίσως καλύτερα απ’ ό,τι φαντάζεστε. Τον συναντάτε συχνά στο ανήλιαγο στενό κανενός δρόμου, στο φανάρι έξω από το τζάμι του αυτοκινήτου σας, καμιά φορά και στο είδωλό σας απέναντι στον καθρέφτη.

Είναι το παιδί μέσα σας. Με τη σκληρότητα και την τρυφερότητα που κουβαλάει ένας ανθρωπάκος αυτής της ηλικίας. Το θέμα είναι άμα τον βλέπετε κιόλας. Γιατί μπορεί να τον αντικρίζετε, αλλά να παραμένει απροσπέλαστος και αδιερεύνητος όπως και το συναίσθημα της λύπης. «…Καμιά φορά, όσοι είναι πολύ ευαίσθητοι, αισθάνονται και λίγο πεθαμένοι. Και τότε νιώθουν κάπως αόρατοι…» Αυτό το βιβλίο ιχνηλατεί το ταξίδι της κάθε ψυχής προς τη θλίψη και την επιστροφή της από το χιονισμένο αυτό τοπίο. Είναι η συνεχής επανεφεύρεση του εαυτού μας που αναζητά εναγωνίως το κουράγιο να ξαναβρεί το δρόμο της ίδιας του της καρδιάς. Και το παιδί μέσα μας πορεύεται πάντα απ’ αυτή την οδό της αλήθειας, της αθωότητας, της αγνότητας, της βαθιάς αγάπης για τη ζωή και το φως, χωρίς δισταγμούς και παλινδρομήσεις, όσο πληγωμένο κι αν είναι. Βρίσκει τη δύναμη μέσα του να λιώσει τα χιόνια της ψυχής του, τα ολόδικά του χιόνια και τελικά να ξεπεράσει τις προσωπικές του Ιντιφάντες –που εδώ ο ήρωας ταυτίζει και με τις κοινωνικές, πολιτικές και θρησκευτικές Ιντιφάντες του βίου της βίας που διάγουμε. «…κανένας δε νοιάζεται πραγματικά, όλοι κοιτάζουνε την πάρτη τους. Κι όσο για το δρόμο, εκεί τα πράγματα είναι ακόμα πιο ζόρικα…»

Ο συγγραφέας, με φόντο το σύγχρονο ασφυκτικό αστικό τοπίο των μεταναστών, παίρνει το ρυθμό του δρόμου και με γλώσσα που ξεδιπλώνεται σαν μια ιδιότυπη χιπ-χοπ ανάσα, θέλει να σου πει κοφτά πέντε πράγματα για το μίσος, την αγάπη, το θάνατο, τη ζωή και τον πόλεμο που τα συνοδεύει στην πορεία του καθενός ξεχωριστά στην ιδιωτική του ζωή, αλλά και στον ρου της ανθρωπότητας εν γένει. Δεν διαλέγει τυχαία την Ιντιφάντα και το Άουσβιτς ο δημιουργός. Είναι το κύριο βαθύτερο χαρακτηριστικό των ηρώων του και από προηγούμενα βιβλία του, άλλωστε. Οι «δικοί του» Εβραίοι τίθενται στο λογοτεχνικό του στόχαστρο με νέο μανδύα. Ίσως είναι αυτό που λέει και ο αλγερινός μυθιστοριογράφος Γιάσμινα Χάντρα σε ένα βιβλίο του: «…Ο Εβραίος γεννήθηκε ελεύθερος σαν τον άνεμο, απόρθητος σαν την έρημο της Ιουδαίας. Παρέλειψε να οριοθετήσει την πατρίδα του σε σημείο που παραλίγο να του την πάρουν απ’ τα χέρια, επειδή για πολύ καιρό πίστευε πως η γη της επαγγελίας ήταν πάνω απ’ όλα εκείνη όπου δεν υπήρχε κανένας τοίχος που να εμποδίζει το βλέμμα του να φτάνει πιο μακριά απ’ τις κραυγές του…» Αυτή πρέπει να είναι η ίδια αίσθηση για την ελευθερία –μέσα και έξω- και για την αδιάκοπη αναζήτησή της, που διαπερνά το Δάνδολο ως άνθρωπο, ίσως, και προφανώς τον χαρακτηρίζει απολύτως ως συγγραφέα. «…Ειδικά άμα ήσουνα κωλοευαίσθητος όπως εγώ, ήτανε φοβερή άμυνα να σε περνάνε για φονικό όπλο…»
Αυτή τη φορά ο συγγραφέας επιλέγει ένα παιδί σε πρώτο πρόσωπο να αφηγηθεί την ιστορία του. Κάνει χαριτωμένα παιχνίδια διακειμενικότητας με έργα της παγκόσμιας κλασικής λογοτεχνίας, όπως συνηθίζει, και η ηλικία του ήρωά του τον αναγκάζει να γίνει ευρηματικός στον τρόπο που στήνει τις εικόνες του και το σκηνικό της δράσης. Το βιβλίο διαθέτει επίπεδα ανάγνωσης βαθύτερα από την προφανή τραγική παιδική ιστορία του μικρού Πίπικ, για τον αναγνώστη, φυσικά, που θα θελήσει να τα αναζητήσει. Η μεταφυσική γίνεται εδώ όχημα για να ειπωθούν όχι τα «μετά τον θάνατον», αλλά τα φλέγοντα της τωρινής ζωής. Ο πιτσιρικάς του μυθιστορήματος σε παίρνει από το χέρι, σου δίνει το φτυαράκι του και σε αναγκάζει να ξεχιονίσεις την ψυχή σου, αν το επιθυμείς και το έχεις ανάγκη. Αλλιώς, χαίρεσαι την ανάγνωση ενός βιβλίου που με την υφέρπουσα γλυκιά μελαγχολία του, σου επιβεβαιώνει συνεχώς τις απέραντες λιακάδες του μυαλού σου.


Thursday, November 15, 2007

Επιλογή


VII
"Θα μάθουμε μαζί να σωπαίνουμε* ο ένας θα διδάξει στον άλλο τη διάκριση του ανθρώπου αγνάντια στη μυστική πνευματική τροφή του, εκείνο το δυσκατάληπτο σεβασμό προς τα μελλούμενα, που κι οι δυο αγνοούμε. Ο καθένας μας από κάποιο καιρό στοχάζεται την περιωπή του άλλου, κι όταν ακόμα ο νους του πέφτει κάθετα στον εαυτό του* λογαριάζει τον άλλο, γιατί ο άλλος, ο αναντικατάστατος άλλος, πλημμυρίζει τη σκιά όπου το είναι μας περνάει θερμαίνει με την παρουσία του μια ατμόσφαιρα που, αλλιώς, δε θα άχνιζε τέτοιαν ευθυμία τέτοια μετρημένη αναπαμένη χαρά. Κι εσύ οφείλεις να το ξέρεις* μόνοι μας σκάβουμε τη χαρά, αλλά απροκάλυπτη και ιλιγγιώδη σαν άβυσσο!"


Γ. Σαραντάρης, "ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ", 1936


Tuesday, November 13, 2007

Μασάει ο αμνός το "πλαστικό";

Έχω μια μεγάλη πίστη στη ζωή μου: ότι η ανάγκη -η πάσης φύσεως ανάγκη- μπορεί να γεννήσει ωραία πράγματα στην Τέχνη ως επί το πλείστον, αλλά και στην καθημερινή ζωή που ξέρει να αναπνέει από την Τέχνη, μαζί με την Τέχνη και συνήθως ανταποδοτικά και για την Τέχνη. Δηλαδή, έχω τη βεβαιότητα ότι η μεγάλη ιδέα -αυτή η φαεινή, βρε παιδί μου, που καμιά φορά σε βρίσκει ακόμα και στον ύπνο σου- στο μυαλό του συγγραφέα, του επιστήμονα, του μουσικού, του ποιητή, του στιχουργού, έρχεται,
όταν πεινάς -γιατί δεν έχεις πια να φας-,
όταν διψάς -γιατί στέρεψαν οι ουρανοί και δεν βρέχουν ύδωρ ψυχής και σώματος-,
όταν δεν έχεις λεφτά
-γιατί τελειώσανε στην τσέπη σου και εσύ δεν πήρες ένα κομμάτι ψωμί μ' αυτά τα τελευταία, όπως όφειλες απέναντι στο ένστικτο της αυτοσυντήρησής σου, αλλά πήγες και τα έκανες ένα ζευγάρι μαύρες λουστρινένιες μπότες καθότι θηλυκό, ένα βιβλίο ακριβό, καθότι τρελός αναγνώστης, ένα σιντί, καθότι τρελός ακροατής, ένα ακριβό λινό πουκάμισο, καθότι κοκέτης ανήρ, ένα τέλος πάντων κάτι περιττό, καθότι άνθρωπος και ουχί απλό ζώον-,
όταν αναγκάζεσαι επίσης από την πιο φυσική ανάγκη του κόσμου, αν με εννοείτε, -παλιά δημοσιογραφική συμβουλή για να σου έρθει στο μυαλό κάτι που ξεχνάς ή ιδέα που δεν έρχεται ή άτιμη έμπνευση που δεν σε επισκέπτεται λέει να πας στην τουαλέτα (δουλεύει απολύτως η συμβουλή, δοκιμασμένη). Εξακουλουθώ να σας πηγαίνω με τους συνειρμούς μου μέσω Δραπετσώνας (θα καταλάβετε παρακάτω) στο προκείμενο: η ανάγκη είναι πολύ μεγάλο πράγμα για την ψυχή, κάτι σαν τη σωτηρία της. Και δη για τη λαϊκή ψυχή. Εκείνη που ανασαίνει από μουσικές και τραγούδια που ξεκινούν από το αίσθημά της και καταλήγουν στο ίδιο της το αίσθημα, με ένα φωτεινό μεσοδιάστημα που ονομάζεται αγία λαϊκή τέχνη. Εκείνο που χαρακτηρίζει την αμιγώς λαϊκή τέχνη, είναι η βαθιά αγάπη για τον άνθρωπο και η καλή πρόθεση να παράσχει παρηγοριά στα βάσανά του, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. (Μπορεί ο Νίκος Ξανθόπουλος να μην μιλούσε στη δική μου παιδική ψυχή, πριν χρόνια, αλλά η γιαγιά μου που αναγνώριζε τα βάσανά της σ' αυτό που ενσάρκωνε ο ίδιος ο ηθοποιός -σχηματικά αναφέρω το παράδειγμα- έκλαιγε με μαύρο δάκρυ.)
Θέλω να πω η λαϊκή τέχνη είναι πάντα χειροποίητη. Ξεκινά από την καρδιά και το μυαλό του ταλαιπωρημένου Ενός που θέλει να εκφράσει τον καημό του και καταλήγει μέσα πάλι από το χέρι του Ενός στα στόματα, στα αυτιά και τα χέρια των Πολλών που βλέπουν τον εαυτό τους να καθρεφτίζεται. Εξακολουθώ: η λαϊκή τέχνη είναι χειροποίητη. (Ακόμη και οι μικρές βιοτεχνίες που κατασκευάζουν αντικείμενα εγχώριας λαϊκής τέχνης -και πλήρως εμπορευματοποιημένης- και αμφιβόλου γούστου, ακόμη κι αυτές στις μέρες μας απασχολούν εργαζομένους που δουλεύουν με τα χέρια τους).
Και αν παρατηρείτε, τα αντικείμενα λαϊκές τέχνης δεν μπορεί να είναι ΠΛΑΣΤΙΚΑ. Είναι πήλινα, είναι μάλλινα, είναι ασημένια, είναι τσίγκινα, αλλά πλαστικά δεν είναι. Κι ας ζούμε βουτηγμένοι μες στο πλαστικό, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας: από το φαγητό μας μέχρι τη μουσική μας. Τον τελευταίο καιρό, αναρωτιέμαι όλο και συχνότερα για το τι αξίζει σε όλα τα επίπεδα. Θα χρησιμοποιήσω τη μουσική για να εξηγήσω πάλι τι θέλω να πω, αφού η αφορμή γι' αυτό το κείμενο μου δόθηκε από ένα ηχητικό στιγμιότυπο κυρίως. Η ατιμωτική εξίσωση όλων με όλα με δυσκολεύει να διακρίνω τη λαϊκή ποιότητα στη μουσική. Και όταν λέω λαϊκή ποιότητα, εννοώ αυτό που πηγάζει από τα σπλάχνα ενός ανθρώπου και απευθύνεται και καταλήγει πάλι εκεί, βαθιά στην ψυχή του.
Αν είσαι στην Κηφισίας τι θα ακούς από τα ξέσκεπα αυτοκίνητα; Υπάρχει περίπτωση να ακούς Μπιθικώτση, Θεοδωράκη και "Μέρα Μαγιού που μίσεψες"; Ε, δεν υπάρχει και πολύ μεγάλη. Τι να πει στον άνθρωπο με τα δέκα κινητά ο στίχος; Την ώρα που έφυγε ένα sms; Ή μήπως τη μέρα που έχασε ένα μεγάλο επιχειρηματικό deal; Κι έτσι ανθεί το πλαστικό, καταναλώνεται από τους αμνούς κι ανακυκλώνεται από μια κοινωνία που αναρωτιέμαι ποιος είναι ο λαός της. Και φαντάζομαι επειδή το πλαστικό λιώνει, κάποια στιγμή θα εξαφανιστεί το ρημάδι. Προς το παρόν το μασάμε ωσάν μαστίχα, θα το φτύσουμε, πού θα πάει;
Όσο για τη Δραπετσώνα, έτυχε την Κυριακή το βράδυ να βρεθώ σε ένα λεωφορειάκι εκεί χαμηλά στη Θηβών προς Καμίνια, με τίγκα τους οικονομικούς μετανάστες μας, τους βιοπαλαιστές ενός κόσμου που παραδόξως παραμένει αφανής -αναρωτιέμαι στις τόσες εκλογές των τελευταίων μηνών εθνικές και εσωκομματικές τους είδε κανείς; μπα, ποιος να τους δει- και χωρίς τη δική του φωνή δυνατή να ακούγεται, ο οδηγός σφύριζε το "Μέρα Μαγιού που μίσεψες" και λικνίζονταν όλοι στις στροφές του δρόμου, με κυρτωμένα κορμιά από την κούραση και τη βιοπάλη, με μάτια φωτιά να καίνε από την απελπισία αλλά και την άγρια χαρά της χειροποίητης ζωής που κοστίζει πιο πολύ από το πανάγαθο πλαστικό των ημερών. Οι ανάσες εδώ μυρίζουν ανθρωπίλα. Το πλαστικό δεν αναμασάται. Είπαμε, η ανάγκη είναι ο καλύτερος σύμβουλος να αναπνέεις τη ζωή, και την αξία της, και την ποιότητά της. Κάνε υπομονή και το πλαστικό θα λιώσει και θα τελειώσει...

Monday, November 12, 2007

Εκείνος που ζωγράφισε το πικρό παραμύθι του κόσμου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 20/10/2007)

«…Κομμάτι δύσκολο να προσδιορίσει τι γύρευε από τα πινέλα του. Αλλά δεν ήθελε να μείνει καρφωμένος σ’ ένα μονοδιάστατο καλλιτεχνικό επίπεδο, Ποθούσε να δώσει το μοναδικό και το υπερούσιο, την ύπαρξη μαζί και την ανυπαρξία στις μορφές του την αγνή πνευματική έξαρση και τη δύναμη της αντίστασης στην οποιαδήποτε δουλοσύνη…»

(The tears of St. Peter,1603-1607,Oil on canvas102 x 84 cmHospital de San Juan Bautista de Afuera, Toledo)


Ο Πάμπλο Πικάσο τον θεωρούσε «πατέρα» του στη ζωγραφική. Ο Πωλ Σεζάν είχε δεχθεί πρώτος τις επιρροές του, ως πρόδρομος του κυβισμού ο ίδιος. Ο Νίκος Καζαντζάκης έγραψε βιβλίο για να εκφράσει τον απεριόριστο θαυμασμό του. Ο Τζάκσον Πόλοκ επηρεάστηκε κι αυτός από το έργο του. Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε δέχθηκε κι εκείνος την επίδρασή του, αλλά στην ποίησή του. Όλα αυτά στον 20ο αιώνα μόνο. Γιατί, πριν, είχε αγνοηθεί από τους ομότεχνούς του σχεδόν για τέσσερις αιώνες, και μόνο ουμανιστές και διανοούμενοι είχαν παραδεχθεί και «διασώσει» τη μεγαλοπρέπειά του. Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος έμελλε να ζήσει για πάντα, μέσα από την πνοή που είχε εμφυσήσει στην ίδια του τη δημιουργία που βοούσε «ελευθερία».
Τη μυθιστορηματική του βιογραφία με τίτλο «ΕΛ ΓΚΡΕΚΟ, Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ –Η ζωή του σαν μυθιστόρημα» έγραψε ο αείμνηστος Δημήτρης Σιατόπουλος και κυκλοφόρησε πάλι –συμπληρωμένο και στην τελική του μορφή- από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, με πρόλογο του Γιάννη Σμαραγδή, ο οποίος και βάσισε το σενάριο της ταινίας του που παίζεται αυτές τις μέρες στις κινηματογραφικές αίθουσες, πάνω σ’ αυτό το έργο. Το έργο αυτό του Δημήτρη Σιατόπουλου είχε παρουσιαστεί αρχικά ως πλατύ θεατρικό κείμενο, σε πολλές συνέχειες στο ραδιόφωνο το 1975. Αργότερα, αναπλασμένο και τεκμηριωμένο δημοσιεύτηκε στη Βραδυνή σε καθημερινές συνέχειες, από 16 Μαϊου ως 16 Αυγούστου 1976. Το 1977 εκδόθηκε σε βιβλίο και την επόμενη χρονιά, το 1978, τιμήθηκε με το Πρώτο κρατικό βραβείο λογοτεχνίας.
Το 1978, τη χρονιά που εγώ γεννιόμουν, αυτό το έργο βραβεύθηκε. Ως ελάχιστο φόρο τιμής στο Δημήτρη Σιατόπουλο, διευθυντή της Φιλολογικής Βραδυνής (από το 1976 έως το 1987, μετά τη συνταξιοδότηση, δηλαδή, του ιδρυτή της Μπάμπη Κλάρα), γράφω 29 χρόνια μετά τούτο το κείμενο, για τη γραφή του και για τη μεγάλη ετούτη μορφή του Ελ Γκρέκο που αποφάσισε εκείνος να ιστορήσει το ταλέντο, τη ζωή και το έργο του. «…Δε γυρεύει να ομορφήνει τη ζωή με τη ζωγραφική του, που ‘ναι πιότερο θρησκευόμενη. Ούτε να καλυτερέψει την αγιοσύνη με παχουλές αρχοντοπαναγιές και καλοθρεμμένα Χριστόπουλα, που ζωγραφίζουν στη Δύση. Θέλει να εικονίσει την αλήθεια…»
Με ωραία γλώσσα, βαθιά λογοτεχνική, ο Δημήτρης Σιατόπουλος αφηγείται το βίο και την ιστορία, τα πάθη και το ενδότερο πάθος του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου για το πνεύμα και την ομορφιά του. Με χρώμα* ό,τι ακριβώς είναι και η ζωγραφική. «…Με τίποτα υλικό δεν αδερφωνόταν. Εκεί, στο μισοσκότεινο σπήλιο, θαρρούσε πως αντάμωνε την αληθινή λύτρωση. Μακριά από φως κι από λόγια. Από χρώματα που κραύγαζαν κι αδυναμίες που τυραγνούσαν…» Η ζωή του μεγάλου δημιουργού αναπλάθεται συνολικά. Ακολουθεί ο αναγνώστης τα χνάρια του από το γενέθλιο τόπο της Κρήτης, στη Βενετία που ζυμώθηκε με τις επιδράσεις της Ιταλικής Αναγέννησης η τέχνη του, μέχρι τη Μαδρίτη και το Τολέδο -της Ιεράς Εξέτασης- όπου και καταξιώθηκε και βγήκε αλώβητο το έργο του Ελ Γκρέκο μέσα από τις πύρινες γλώσσες του σκοταδισμού και του θρησκευτικού φανατισμού. «…από την ψυχή του λαού αναβλύζει ένα μυστηριακό φως. Αρκεί να ‘χεις μάτια να το ιδείς. Έρχεται απ’ τ’ ανθρώπινα βάθητα κι ανυψώνεται δραματική αποκάλυψη κι ακτινοβολία. Ένα φως που εντός του ορχιούνται η άπραγη ψυχή και η σάρκινη λεπτομέρεια της ζωής, με τις σοφές πρωτεϊκές της αισθήσεις…»
Ο αναγνώστης παρακολουθεί ανάγλυφα και ζωντανά να ξεδιπλώνεται μπροστά του όχι μόνο ο καλλιτέχνης Ελ Γκρέκο, αλλά και ο άνθρωπος Δομήνικος Θεοτοκόπουλος. Εκείνος με την αδυναμία για το ωραίο φύλο. Οι γυναίκες της ζωής του που καθόρισαν και το ρουν της καλλιτεχνικής του εξέλιξης, διαδραμάτισαν μείζονα ρόλο είτε ως άμεση ή έμμεση επίδραση στην πυρετική του ενασχόληση είτε ως ακέραια αντίδραση στις δικές τους προτιμήσεις. «…Ο καλλιτέχνης είναι μια ευθύνη. Μια ευαίσθητη χορδή που ο ήχος της εκφράζει την πολυτάραχη ζωή. Και φτάνει βαθιά στις καρδιές…» Την καλλιτεχνική φύση του Θεοτοκόπουλου αποδίδει στο ακέραιο ο Δημήτρης Σιατόπουλος στο βιβλίο του αυτό, προκρίνοντας συχνά και τη βαθιά ερμηνεία του έργου του που έλαβε χώρα κυρίως στη διάρκεια του περασμένου αιώνα. «…Παραβιάζω τη φύση, για να την εκφράσω. Παραβαίνω τους κανόνες της ύλης, για να δώσω μέσα στο καλλιτέχνημα τις διαστάσεις του πνεύματος…»
Όλες οι περίοδοι της καλλιτεχνικής δημιουργίας του Ελ Γκρέκο έχουν μελετηθεί κι αναλυθεί ιδιαίτερα στο βιβλίο, με το συγγραφέα να αναπαριστά πειστικά –ακόμη και στο ύφος της γλώσσας που βάζει το στόμα των ηρώων του να ομιλείται- την κάθε εποχή με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. «…Μ’ ενδιαφέρει κάθε τι που γλιτώνει τον άνθρωπο από το άλεσμα του καιρού…»
Και γλίτωσε από το αλέτρι του χρόνου ο Θεοτοκόπουλος, υπηρετώντας τον ουσιαστικό ανθρωπισμό, σμίγοντας την υψηλή τεχνική της ζωγραφικής που είχε αναπτυχθεί στη Δύση με το ανεξίτηλο στον καιρό υπόστρωμα του πλούσιου ψυχισμού και της πνευματικότητας της Ανατολής. «..Η αλήθεια του κόσμου δε βρίσκεται στα ψυχρά ερέβη του απείρου, αλλά στον πυρίκαυστο χώρο της καρδιάς μας…» Μια καλλιτεχνική ψυχή που αγωνίστηκε να διατηρήσει την αυτονομίας της, κυνηγώντας την ελευθερία ψυχής και σώματος, για κείνον και την Τέχνη του, για κείνον και την πατρίδα του την Κρήτη υπό βενετσιάνικη κατοχή τότε, για κείνον και τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, ιδίως εκείνον του μέλλοντος. «…Αλίμονο στις καρδιές που θέλουν κλειδιά για ν’ ανοίξουν…» Αφήνοντας ξεκλείδωτη τη δική του καρδιά και κυριαρχώντας στα πινέλα και τα χρώματά του με όλη του την κρητική ψυχή, έμπασε μέσα σ’ αυτή κι εμάς, λαθραία* να μάθουμε να κοιτάμε τον κόσμο από μέσα προς τα έξω, χωρίς να χάνουμε τη φρεσκάδα της ανθρωπιάς και την παιδικότητα που χρειάζεται η ελπίδα μας για να επιβιώνει. «…Αιώνια παιδιά οι καλλιτέχνες. Δε μεγαλώνουν. Μπορεί να γεράζουν μέσα στον αγώνα της δημιουργίας, όμως μένουν άγουροι…»

«Η ποίηση αποτελεί σήμερα μια κιβωτό»


(Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 13/10/1007)



Ο χρόνος ως μονάδα μέτρησης της σιωπής, της ωραιότητας και του ονείρου* μέσα από το ποιητικό κάτοπτρο. Με κοινή συνισταμένη και του ψιθύρου και της ομορφιάς αλλά και του οράματος, την ίδια τη δύναμη της «λοξής» ματιάς που επιβάλλει η ποιητική θεώρηση του κόσμου και της ζωής, τουλάχιστον έτσι όπως παρουσιάζεται στον «καινό διαιρέτη» (Εκδόσεις Νεφέλη), ένα ποιητικό αφήγημα, όπως θέλει να το αποκαλεί ο δημιουργός του, Γιάννης Ευθυμιάδης.



Με το πρώτο ποιητικό σας εγχείρημα, με το χαρακτηριστικό τίτλο «ΣΤΙΓΜΑ», προφανώς επιζητούσατε να συστηθείτε, να δώσετε το δικό σας στίγμα για την ενασχόλησή σας με την ποίηση. Για το δεύτερο έργο σας, «καινός διαιρέτης», ποια είναι η προσωπική σας πρόθεση, η επιδίωξή σας; Τι επιχειρείτε να εκφράσετε με τη δεύτερη συλλογή σας;

Πράγματι, το «ΣΤΙΓΜΑ» ήταν μια αυτοσύσταση. Θα έλεγα ότι έδινε, ηθελημένα ή αθέλητα, το στίγμα της ποιητικής μου και των ποιητικών μου προθέσεων. Με τον «καινό διαιρέτη», που ξεκίνησε να γράφεται πριν ακόμη εκδοθεί το ΣΤΙΓΜΑ, θέλησα να καταθέσω μια πιο στέρεη τοποθέτησή μου πάνω στο ποιητικό φαινόμενο καθαυτό. Ο «καινός διαιρέτης» αποτελεί μια σύνθεση, όχι συλλογή ποιημάτων. Θα τον χαρακτήριζα «ποιητικό αφήγημα». Το ποιητικό υποκείμενο αφηγείται την ανακάλυψη του εαυτού του και του κόσμου μέσα από την ποίηση ως σύλληψη, ως γραφή, ακόμη και ως βίωμα. Και, πιστέψτε με, πρόκειται για οδυνηρή ανακάλυψη, αν σκεφτεί κανείς ότι αποτελεί έναν νέο, έναν «καινό» προσδιορισμό της αλήθειας και της ομορφιάς.

Οι καταβολές και οι επιδράσεις σας από το Σεφέρη και τον Ελύτη είναι έντονα ανιχνεύσιμες. Πόσο δύσκολο είναι για έναν ποιητή σήμερα να βρει την απολύτως δική του «φωνή» και να αρθρώσει το λόγο του πρωτότυπα και φυσικά με θάρρος;

Οι ποιητικές καταβολές μας αποτελούν σχεδόν βιολογικές «εγγραφές». Όσοι προηγήθηκαν είναι ο καθρέφτης μας και συνάμα το αντίπαλο δέος. Ο Σεφέρης και ο Ελύτης καθόρισαν πράγματι όχι μόνο τον τρόπο που γράφουν ποίηση οι ποιητές μετά απ’ αυτούς αλλά και τον τρόπο ανάγνωσης της ποίησης. Στη λογοτεχνία συμβαίνει, ξέρετε, ό,τι και στη σχέση των παιδιών με τους γονείς. Θαυμάζεις τον πρόγονο και παλεύεις συνάμα να τον ξεπεράσεις. Ο ποιητικός λόγος, πολύ περισσότερο των δημιουργών που εκτιμάς και σέβεσαι, εγγράφεται και περνάει στην ποίησή σου ασυνείδητα. Κι εκεί αρχίζει ο μεγάλος αγώνας της «ενηλικίωσης», το αιώνιο στοίχημα να αρθρώσεις τον δικό σου λόγο. Πρέπει να περάσεις από τη φάση της απόρριψης, για να ανακαλύψεις πολλά χρόνια μετά ότι διέγραψες την ίδια ακριβώς διαδρομή, με τη μόνη διαφορά ότι ανανέωσες, έστω και λίγο – αν το αξιώθηκες – τον κώδικα. Το «πρωτότυπα» και το «με θάρρος» θα τα συναιρούσα σε μία κουβέντα: αληθινά.

Να σας πω ότι στο «ΣΤΙΓΜΑ» έμεινα με την αίσθηση ότι η δική σας υποκειμενικότητα υπερτερούσε σε σχέση με τον «καινό διαιρέτη», που μου άφησε την εντύπωση ότι σαν να εγκλωβιστήκατε σε έναν ιδιότυπο «ακαδημαϊσμό» που εμποδίζει τρόπον τινά το αίσθημα και τη συγκίνηση να περάσει στον αναγνώστη. Ποιο είναι το βαθύτερο κίνητρο της ποιητικής σας έκφρασης εν γένει;

Χαίρομαι που το «ΣΤΙΓΜΑ» σας άφησε αυτή την εντύπωση. Είναι αλήθεια ότι, παρά τις εμφανείς ποιητικές καταβολές του, είχε την αφέλεια και την αυθορμησία ενός νέου ανθρώπου που δεν συνειδητοποιεί τα μεγέθη με τα οποία αναμετριέται. Στην ποίηση ξεκινά κανείς από την απόλυτη αλαζονεία και καταλήγει στην άκρα ταπείνωση. Ο «καινός διαιρέτης» αφηγείται μια πορεία αυτοσυνειδησίας και συνεπώς οφείλει να σταθεί αντικειμενικότερα απέναντι στο ποιητικό φαινόμενο. Το συναίσθημα στην ποίηση, ιδίως όταν γίνεται αυτοσκοπός, μπορεί να οδηγήσει σε ολισθηρούς δρόμους. Η ποίηση πρέπει να εκφράζει την αλήθεια. Από την αλήθεια θα γεννηθούν η συγκίνηση και το αυθεντικό συναίσθημα.

Ακούμε τόσο συχνά το περί χαλεπού καιρού για την ποίηση στις μέρες μας. Το συμμερίζεστε εσείς και πού το αποδίδετε;

Χαλεπούς καιρούς περνάει η ίδια η ωραιότητα. Και η ποίηση μαζί της. Ο ποιητικός λόγος, περισσότερο κι από την πεζογραφία, απαιτεί την αμέριστη συμμετοχή όχι μόνο του δημιουργού αλλά και του αποδέκτη. Οι σημερινές ταχύτητες αποκλείουν μια τέτοια προσέγγιση. Πιστεύω πως η ποίηση αποτελεί σήμερα μια κιβωτό. Μέσα στην τύρβη διασώζει αξίες δημιουργίας, επικοινωνίας με την τέχνη, με την ίδια τη ζωή. Όταν όλη η σημερινή παραφορά καταλαγιάσει, η ποίηση θα έχει διασώσει την αλήθεια του καιρού μας. Είναι πολύ δύσκολο να γράφει κανείς ποίηση στις μέρες μας. Η ίδια η ποιητική γραφή σήμερα αποτελεί μια επαναστατική πράξη.

Αντιγράφω από τη Μαρίνα Τσβετάγιεβα: «Ο ποιητής μπορεί να κάνει μόνο μία προσευχή: να μην καταλαβαίνει το απαράδεκτο –κάνε να μην καταλαβαίνω, για να μην παρασύρομαι… κάνε να μην ακούω, για να μην πρέπει να απαντάω… Η μόνη προσευχή του ποιητή είναι η προσευχή να είναι κουφός». Τι λέτε εσείς γι’ αυτό; Είναι η απομόνωση και η μοναξιά μια ικανή ή αναγκαία προϋπόθεση, για να γράψει ο λογοτέχνης;

Ο ποιητής βιώνει την απόλυτη μοναξιά αλλά με έναν εντελώς ιδιότυπο τρόπο. Ζει μέσα στην καρδιά της πραγματικότητας, θρέφεται απ’ αυτήν και την ίδια στιγμή γίνεται ένας αναχωρητής. Δίπλα στον θόρυβο, στην αναταραχή, όταν όλα γύρω του σφύζουν από ζωή, αυτός κλείνεται σε μια εσωτερική αταραξία. Αυτό του είναι απαραίτητο για να μπορεί ανενόχλητος να παρατηρεί την εξωτερική μεταβολή και να την αφομοιώνει. Ο ποιητής πρέπει μόνος πολλές φορές να αναδημιουργήσει το σύμπαν, ένα ολόδικό του σύμπαν, που θα μπει και θα το κατοικήσει πρώτος αυτός. Κι ύστερα, αν το καταφέρει, θα το κατοικήσουν κι άλλοι μαζί του.

Μιλήστε μου για την ποίηση και τους δημιουργούς που εσείς θαυμάζετε. Τι θεωρείτε ότι στάθηκε για σας καταλυτική επιρροή;

Προσπαθώ πάντα να απομονώνω το έργο από τον δημιουργό του. Θέλω να πω μ’ αυτό πως πιστεύω σε μια σχεδόν μοιραία δύναμη ενός και μόνου στίχου που αρκεί να δικαιώσει στη συνείδησή μου ακόμα κι έναν ελάσσονα ποιητή. Καθένας έχει γεννηθεί για να πει κάποια λόγια. Άλλος λιγότερα, άλλος περισσότερα. Η ποιητική συνέχεια φτιάχνει ένα ατέλειωτο, ευτυχώς, ποίημα που φτάνει ως τον καιρό μας. Με αυτή τη λογική με συγκινούν ιδιαίτερα και οι ποιητές της γενιάς μου, όχι μόνο με το έργο τους, την αξία του οποίου άλλωστε θα κρίνει ο καιρός και η αγάπη των ανθρώπων, αλλά κυρίως με την αγωνία τους για την συνέχεια της ποίησης.