Thursday, October 11, 2007

Για όσο απουσιάζω...

...σας αφήνω το σκουλαρίκι "μου", γραμμένο από την καλή μου δασκάλα Composition Doll... "Ξαναδιάβασε" ένα αγαπημένο μου τραγούδι, έτσι ακριβώς όπως θα ήθελα να το είχα κάνει εγώ, ακούστε τη...

Monday, October 08, 2007

Ένα οδοιπορικό στα χνάρια του Πιέρ Πάολο Παζολίνι

«...Εσύ ποιητή που δεν θέλεις/
να κρυφτείς πίσω από τα κλεισμένα μάτια,/
κοίτα, κοίτα καλά και πρόσεχε,/
είμαστε εμείς εκείνοι οι νεκροί που ζουν ακόμα...»
(Πιερ Πάολο Παζολίνι, 1922-1975)


Σαν Ρέμο, Ριβιέρα ντι Πονέντε, Γένοβα, Πορτοφίνο, Σάντα Μαργκερίτα, Ραπάλο, Λα Σπέτσια, Λέριτσι, Τσινκουάλα, Φόρτε ντέι Μάρμι, Βιαρέτζο, Τιρέντα, Λιβόρνο, Τοσκάνη, Λάτσιο, Φρέτζενε, Όστια, Νάπολη, Ίσκια, Κάπρι, Βάλο Λουκάνο, Μαρατέα, Συρακούσες, Πακίνο, Τάραντας, Ρόντι Γκαργκάνικο, Πεσκάρα, Σαν Μπενεντέτο, Ρίμινι, Σενιγκάλια, Κατόλικα, Πόρτο Κορσίνι, Βενετία, Τεργέστη.
Όλοι αυτοί οι προορισμοί διανυθέντες σε ένα καλοκαίρι. Εκείνο του 1959. Με ένα Fiat Millecento. Ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι ως ειδικός απεσταλμένος του περιοδικού Successo, το οποίο δημοσίευσε σε τρία συνεχόμενα τεύχη, "Το μακρύ ταξίδι της άμμου» και το ανέσυρε από τη λήθη του χρόνου ο δημοσιογράφος και φωτογράφος Φιλίπ Σεκλιέ. Μαζί με το ανέκδοτο υλικό του Παζολίνι από το εν λόγω ταξιδιωτικό ημερολόγιο, ο Σεκλιέ «έντυσε» με τις δικές του φωτογραφίες το διαφορετικό αυτό ντοκουμέντο, ακολουθώντας νοερά την ίδια γεωγραφική πορεία με το μεγάλο ιταλό δημιουργό και το παρέδωσε –τουλάχιστον για την ελληνική εκδοχή που τυπώθηκε στη Γαλλία, και κυκλοφορεί στη χώρα μας σε μία κάτι παραπάνω από εξαιρετική, αισθητικά, έκδοση από την Ηλέκτρα, σε μετάφραση Μπουμπουλίνας Νικάκη- στο αναγνωστικό κοινό, αποπνέοντας την αύρα του λόγου και των σκέψεων του 37χρονου τότε Παζολίνι που περιδιάβαινε με την ιδιαίτερη ματιά του την ακτογραμμή της Ιταλίας.
Στα δακτυλογραφημένα αλλά και χειρόγραφα κείμενα του Παζολίνι που παρατίθενται αυτούσια με φωτογραφική πιστότητα, βρίσκει κανείς όλη εκείνη την ανθρωπογεωγραφία ενός κόσμου που βγαίνει λαβωμένος μέσα από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και προσπαθεί να επιβιώσει στις νέες συνθήκες που κυοφορούνται.
Ιούνιος, Πορτοφίνο: «...Παύει η αταξία. Οι τιμές γίνονται απρόσιτες: απαγορευτικές για τους μικροαστούς και τους προλετάριους. Όλα είναι ξεκάθαρα, αμιγή: τα σπίτια, είτε λαϊκά είτε πολυτελή, στην πλειονότητά τους από την εποχή του Ουμβέρτου Α΄, συμπαγή σαν φρούρια. Διάφορα λουλούδια ακτινοβολούν με μεγαλοπρέπεια* ούτε το παραμικρό θαμπό ή μαραμένο πέταλο: βουκαμβίλιες και γεράνια φουντώνουν πάνω στους ψηλούς τοίχους και τις βεράντες, λες και κάποιος τα έχει βάψει. Υπέροχες βιολετί στρώσεις, λες και τις έριξε ελεύθερα κάποιος έξοχος καλλιτέχνης πάνω στο μπλε των αναρριχώμενων φυτών, τονισμένες με πορφύρα...»
Το 1959 είναι και η χρονιά που ο Παζολίνι θα γίνει διάσημος έξω από τα στενά όρια της χώρας του, μετά τη δημοσίευση του μυθιστορήματός του «Μια βίαιη ζωή». Αυτή η ίδια «αγριότητα» της αυθεντικότητας του δικού του βλέμματος προς τους ανθρώπους και τη ζωή τους, τόσο απαλή όσο και η άμμος που συνθέτει το αιχμηρό γυαλί, αποτυπώνεται και στο ταξιδιωτικό του αυτό ημερολόγιο –που φυσικά ξεσήκωσε αντιδράσεις στην Καλαβρία, τουλάχιστον, από εθνικιστικές φωνές της εποχής του, αποκαλώντας τον για ακόμη μία φορά εχθρό της πατρίδας του. Οι απεικονίσεις του Σεκλιέ αποδίδουν στις ασπρόμαυρες φωτοσκιάσεις τους και τη δυναμική της οπτικής (πότε στάζει πίκρα πότε μελαγχολία βαθιά και πότε ξεσηκώνει έναν ιδιότυπο διονυσιασμό) του σχετικά πρώιμου Παζολίνι.
Ιούνιος, Ριβιέρα ντι Πονέντε: «...Είναι ο παρδαλός χείμαρρος της ζωής, που έχει πάθει ασφυξία από την επιθυμία να υπάρχει, εδώ, στις υπέροχες παραλίες, ο καθένας ανάλογα με τις δυνατότητές του, να χαρεί το καλοκαίρι, να βάλει τα δυνατά του να είναι ευτυχισμένος, γνήσια ευτυχισμένος, να δει, να τον δουν, μέσα σε μια ερωτική γιορτή...»
Πρόκειται για μέρη που περιπλανήθηκε ο Βοκκάκιος, ο Ντ’ Ανούτσιο, ο Τόμας Μαν, ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε. Είναι η ακτογραμμή που συναντά κανείς τότε το Βισκόντι και την Γκρέτα Γκάρμπο, αλλά και το Φελίνι να γυρίζει μια σκηνή από την «Ντόλτσε Βίτα». Ένα ασπρόμαυρο φόντο για τη ζωή που σφύζουσα εναλλάσσεται μέσα από χρώματα και αποχρώσεις. Μια ασπρόμαυρη εποχή που σε λίγο καιρό θα έδινε τη θέση της στο απαστράπτον χρώμα της ερχόμενης ανθηρής δεκαετίας του ’60. Τότε που στο σελιλόιντ οι ήρωες έπαψαν σιγά σιγά να είναι ασπρόμαυροι κι οι ίδιοι φόρεσαν τα πιο λαμπερά τους χρώματα, απαθανατίζοντας στο πανί μια περίοδο θρυλική για τις τέχνες, τα γράμματα, τον κινηματογράφο και τη μουσική. Ήταν η Εδέμ που αναζητούσαν οι νέοι της εποχής του Παζολίνι. Τώρα, μπορούμε να το δούμε εμείς τουλάχιστον* ότι η Εδέμ είναι εκεί πίσω στο χρόνο. «...Φεύγουν –με το χρέος να είναι τεντιμπόηδες, που αντικαθιστά γα εκείνους το χρέος να είναι καλά παιδιά- προς την Εδέμ, για την οποία δεν ξέρουμε ούτε πού είναι ούτε τι είναι...»

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 6/10/2007)

Monday, October 01, 2007

Η αποθέωση της ζωής, μέσα από τη μέγγενη της Ιστορίας

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 29/9/2007)


«…Είναι όμως πολύ της μόδας οι διάφοροι λογοτεχνικοί κύκλοι κι οι εταιρείες. Οι ατάλαντοι σπεύδουν πάντοτε να ενωθούν με τις αγέλες, ό,τι και αν αυτές πρεσβεύουν, τον Σολοβιόφ, τον Καντ ή τον Μαρξ. Οι μοναχικοί άνθρωποι είναι αυτοί που αναζητούν την αλήθεια, αλλά και εκείνοι που απομονώνονται από όσους δεν την αναζητούν πραγματικά. Υπάρχει, άραγε, κάτι σε τούτον τον κόσμο που ν’ αξίζει την πίστη μας; Λίγα πράγματα. Νομίζω πως πρέπει κανείς να πιστεύει στην αθανασία, σ’ αυτό το ισχυρό συνώνυμο της ζωής…»



«…Μέσα μου είναι άνθρωποι χωρίς ονόματα
Δέντρα, παιδιά και σπιτικά
Όλοι τους μ’ έχουν κατακτήσει
Ετούτη είναι η δική μου νίκη.»

(Από το ποίημα του Γιούρι Ζιβάγκο, με τίτλο «Η ΑΥΓΗ»)



Η λέξη «zizn», το πρώτο συνθετικό του ονόματος Ζιβάγκο στα ρωσικά, σημαίνει, ζωή. Διόλου τυχαία. Ο συγγραφέας Μπόρις Πάστερνακ διάλεξε έτσι να ονομάζεται ο κεντρικός ήρωας αλλά και ολόκληρο το κορυφαίο μυθιστόρημα της ρωσικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα, «Δόκτωρ Ζιβάγκο» (το οποίο κυκλοφορεί εκ νέου στη χώρα μας από τις εκδόσεις Ποταμός σε μετάφραση Μαρίας Τσαντσάνογλου), ένας ύμνος στη ζωή και την επικράτησή της έναντι οποιασδήποτε ιστορικής συνθήκης, επανάστασης, περιορισμού και καταναγκασμού. Ένα βιβλίο που ξεπήδησε από της φλόγες των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, της Οκτωβριανής Επανάστασης και ενός αδούλωτου, βαθιά δημιουργικού καλλιτεχνικού πνεύματος του Πάστερνακ και έχει περάσει στην αιωνιότητα που επιζητούσε και ο ίδιος ο συγγραφέας για το έργο του.
Διαβάζοντας σήμερα, το μυθιστόρημα που του χάρισε και το Νόμπελ το 1958 –που εκείνος λόγω της απαγόρευσης του καθεστώτος της χώρας του δεν μπόρεσε να λάβει, αλλά 30 χρόνια αργότερα έφτασε στα χέρια του γιου του- νιώθεις ένα αεράκι φρέσκο να σε χτυπάει στο πρόσωπο. Η ιστορία ένας μεγάλου έρωτα, η χώρα -κατατρεγμένη όπως θα αποδειχθεί τριάντα χρόνια τουλάχιστον μετά- από την ίδια την Ιστορία που έγραψε με κόκκινο χρώμα κι ένας άντρας που σώζει ζωές και γιατρεύει σώματα, αλλά για να σώσει την ψυχή του γράφει ποιήματα. Ο Γιούρι Αντρέγιεβιτς. Κι η άλλη βασανισμένη ψυχή που εκείνος λάτρεψε, η Λάρα. «…Τα χέρια της τον γοήτευαν με τον ίδιο τρόπο που σε συνεπαίρνει μια υψηλή σκέψη…»
Η ερωτική ιστορία για να ηλεκτρίζει την ατμόσφαιρα του βιβλίου («…Από μέρα σε μέρα μπορεί να με δεις να πέφτω πάνω σου σα νιφάδα χιονιού…»), οι περιγραφές των τοπίων πρωτότυπες ακόμα και σήμερα – που όλα δεν έχουν ειπωθεί; Όχι, δεν έχουν ειπωθεί μ’ αυτόν τον τρόπο-, η ψυχοσύνθεση των ηρώων να ιχνογραφείται μέσα από ένα ανθρωπιστικό φίλτρο φιλοσοφικής θεώρησης του κόσμου, η πολιτική στο φόντο και στα παρασκηνιακά νήματα που κινούν τις ζωές των ανθρώπων. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να γράψει ο Πάστερνακ, όταν μεγάλωσε με το Ραχμάνινωφ, το Ρίλκε και τον Τολστόι, να μπαινοβγαίνουν, όταν ήταν μικρούλης, σπίτι του* όταν ο πατέρας του ήταν ζωγράφος και η μητέρα του πιανίστρια και ο ίδιος ένας ολοκληρωμένος μουσικός και προικισμένος ζωγράφος που σπούδασε Νομικά και Φιλοσοφία, αλλά προτίμησε σε όλη του τη ζωή να ακολουθήσει τη μούσα της ποίησης; Πώς θα μπορούσε αυτός ο καλλιτέχνης να αγνοήσει τον άνθρωπο, το άτομο, τις ιδιαιτερότητές του, όταν οι μάζες γύρω του δονούνταν από την Επανάσταση, σφαγιάζονταν τα αισθήματα και ο ανθρωπισμός θυσιαζόταν στο βωμό της ιδεολογίας; Δεν έκλεισε τα αυτιά του ούτε έκανε τα στραβά μάτια. «…Αυτό κάνει τη ζωή τόσο τρομακτική. Όχι οι εκκωφαντικές φωνές, οι αστραπές κι οι κεραυνοί, αλλά τα πλάγια βλέμματα, οι ψίθυροι της συκοφαντίας. Όλα στη ζωή είναι βρόμικα και διφορούμενα. Αρκεί να σε τυλίξει μια κλωστή σαν ιστός αράχνης κι ύστερα χάθηκε, όσο κι αν προσπαθείς να ξεφύγεις, το μόνο που θα καταφέρνεις είναι να μπερδεύεσαι περισσότερο. Οι δυνατοί εξουσιάζουν τους αδύναμους…»

Απολάμβανε μεν μια ιδιότυπη «προστασία» από τα πραγματικά πυρά του καθεστώτος, αλλά τα βιβλία του έκαναν χρόνια να εκδοθούν. Έτσι φυγάδευσε το μυθιστόρημά του «Δόκτωρ Ζιβάγκο» στην Ιταλία, όπου ο γενναίος εκδότης Φελτρινέλλι δεν υπέκυψε στις έξωθεν πολιτικές πιέσεις και εξέδωσε το βιβλίο του. Ευτυχώς. Αλλιώς θα είχαμε χάσει μια συνείδηση που, σφύζουσα κι οξυδερκής, είχε δει μακρύτερα από τους πολλούς. «…Τα γεγονότα δεν υπάρχουν από μόνα τους αν ο ίδιος ο άνθρωπος δεν προσθέσει σ’ αυτά κάτι δικό του, κάποια δόση ανθρώπινης ιδιοφυϊας, κάποιο παραμύθι…» Όπως και ο ίδιος είχε αποφανθεί, «ο συγγραφέας είναι ο Φάουστ της σύγχρονης κοινωνίας, η μόνη ατομικότητα που επιβιώνει στη μαζική κοινωνία. Οι ορθόδοξοι σύγχρονοί του τον βλέπουν στα τρελό». Ήταν εκείνος ο «τρελός» της δικής του εποχής που κατάφερε να περάσει στο μέλλον και στον αναγνώστη του μέλλοντος. Ήταν κι αυτός «εντός του μέλλοντός του».
«…σα να τον ρωτούσαν πόσο θα αργήσει ακόμα ο κόσμος να ‘ρθει στα συγκαλά του, πότε θα ξαναγυρίσει η ειρήνη και η τάξη στη ζωή τους…» Δεν είναι μόνο η μαεστρία που ενορχηστρώνει το μυθιστορηματικό του υλικό ο Πάστερνακ, δεν είναι μόνο ο τρόπος που διαχειρίζεται τη σκιαγράφηση της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας που έζησε στο πετσί του, δεν είναι μόνο η σοφή του μυθιστορηματική αποστασιοποίηση και το πάθος που ξεχειλίζει συνάμα στη γραφή του, είναι πάνω απ’ όλα, το ελεύθερο πνεύμα του* ο λοξός δρόμος που τράβηξε για να προχωρήσει προς το μέλλον* η ανάγνωση της ζωής ως υπέρτατη πολιτική πράξη ειλικρινούς αφοσίωσης απέναντι στην ίδια τη ζωή. «…Όσο η τάξη των πραγμάτων τούς επέτρεπε να ζουν με άνεση και να κάνουν, σε βάρος της πλειοψηφίας, όποια παραξενιά τούς κατέβαινε, κάθε βλακεία και εκκεντρικότητα της προνομιούχας αυτής μειοψηφίας εύκολα μπορούσε να περνιέται για πρωτοτυπία και για γνήσια συμπεριφορά. Η πλειοψηφία τούς ανεχόταν. Όταν όμως ο ταπεινός λαός ξεσηκώθηκε και τα προνόμια των λίγων καταργήθηκαν, πολύ γρήγορα όλοι οι πρώην επίλεκτοι έχασαν και το χρώμα τους και την αυτονομία της σκέψης τους, την οποία, καθώς φαίνεται, δεν είχαν πραγματικά κερδίσει…»
Στους βαρείς «χειμώνες», λοιπόν, της ανθρώπινης Ιστορίας, στις μελανές της σελίδες, στις δύσκολες ώρες με άλλα λόγια, ο Πάστερνακ προσέφερε ένα αποτελεσματικό καταφύγιο για τον άνθρωπο που δεν θέλει να χάσει την ανθρωπιά του. Του χάρισε με την τέχνη του ένα αναγνωστικό παρόν που κυριαρχεί η προαιώνια αγάπη για τη ζωή, για τη χαρά της ζωής, του καθενός ατόμου ξεχωριστά, και του κληροδότησε τις «μαγνητοταινίες» ενός ματωμένου και ζοφερού ιστορικού χρονικού, ιδωμένου μέσα από την τρυφερή ματιά ενός ιδιοφυούς καλλιτέχνη. «…Τώρα που είναι χειμώνας, κι όλα τριγύρω είναι ναρκωμένα, μπορεί κανείς να διαβάσει ευκολότερα το παρελθόν πάνω στα σημάδια από το χιόνι…»