Friday, September 28, 2007

Τι να σου προσφέρω να γράψεις;

Κοιτούσε από μακριά τη λευκότητά τους.
Τα μαύρα στίγματα άφηναν το νου να τρέχει.
Η καρδιά βογγούσε να αντέξει το τέλος.
Τα μάτια ιρίδιζαν τη γνωστή τους ειρωνεία.
Η φαντασία είχε κερδίσει το έδαφος όλο.
Τι να σου προσφέρω να γράψεις;

Sunday, September 23, 2007

Στην κόψη της ζωής και του θανάτου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 22/9/2007)

«…Λένε ότι οι γυναίκες βλέπουν όνειρα όπου κινδυνεύουν αυτοί που είναι στην προστασία τους κι οι άντρες όνειρα όπου κινδυνεύουν οι ίδιοι…»




Είναι από κείνα τα βιβλία που η αγριότητά τους τραμπαλίζεται συνεχώς με την αυτοφυή τρυφερότητα της βαθιάς ανθρωπιάς. «…Προς ποια κατεύθυνση λοξοδρομούσαν συνήθως οι χαμένοι;…» Από τη μία φοβάσαι, αγχώνεσαι, κουράζεσαι, αηδιάζεις ακόμα από τις εικόνες της φρίκης, καθώς είναι ανάγνωσμα και η φρίκη αναδύεται από μέσα σου, από τις λέξεις που φτάνουν στο στέρνο σου –δεν είναι ταινία τρόμου να κλείσεις τα μάτια κι επιδερμικά να απαλλαγείς από το κακό- και από την άλλη σου έρχονται δάκρυα στα μάτια από τη γλύκα που επιζεί, από την ομορφιά της αγάπης που επιβιώνει, από τη σκληρή τρυφερότητα που σου προεξοφλεί ότι δεν θα είσαι πια ίδιος, μετά το πέρας της ανάγνωσης ενός βιβλίου σαν κι αυτό. «…Άμα είσαι σε επιφυλακή συνέχεια σημαίνει ότι όλο φοβάσαι;…»
Το μυθιστόρημα «Ο δρόμος» του Κόρμακ ΜακΚάρθυ που απέσπασε για φέτος το βραβείο Πούλιτζερ και κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Αύγουστου Κορτώ (ο οποίος φοβάμαι ότι στην προσπάθειά του να προσδώσει ρυθμό και ποιητικότητα στο ελληνικό κείμενο, σε ορισμένα σημεία «λοξοδρόμησε» εις βάρος της αναγνωστικής απόλαυσης και διευκόλυνσης), σε φτάνει στα όριά σου ως αναγνώστη και ως ανθρώπου. Μακρόσυρτες περιγραφές επαναλαμβανόμενων τοπίων να απλώνονται μπροστά στην πορεία ενός πατέρα και του μικρού του γιου προς τη θάλασσα* ίσως τη σωτηρία που δεν είναι διασφαλισμένη για κανέναν. Η στάχτη κυριαρχεί. Και η καμένη γη. Έτυχε να διαβάσω το βιβλίο μετά την τραγωδία των καταστροφών από τις πυρκαγιές στη χώρα μας και αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο συγκινησιακό τοπίο που δημιούργησε σε μένα η γραφή του αμερικανού δημιουργού. Είδα την καταστροφή που περιγράφεται στο βιβλίο, να είναι τόσο κοντά… «…Τα ελέη ενός αφανισμένου κόσμου…».

Ένας πατέρας, ο γιος και ο θάνατος. Τρεις λέξεις αρκούν για να «πουν» όλη την υπόθεση. Σύμφωνα με τους κινηματογραφιστές, αυτή είναι και η επιτυχημένη «συνταγή» για το σενάριο μιας καλής ταινίας: να μπορείς να την αφηγηθείς με τρεις λέξεις. Το κείμενο πάντως είναι «ενοχλητικό», σε «ξεβολεύει» από τη μακαριότητα της ανάγνωσης, το περιεχόμενό του σε αναγκάζει να «ξυπνήσεις» και να σκεφτείς μετά για το μέλλον του κόσμου. Είναι το περιβάλλον Αποκάλυψης που περιγράφει ο ΜακΚάρθυ. «…Εκεί που δεν μπορεί να ζήσει άνθρωπος ούτε θεός θα προκόψει ποτέ…» Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στο μικρούλη γιο του συγγραφέα, η γέννηση του οποίου βρήκε τον πατέρα του σε μεγάλη ηλικία, πράγμα που τον έκανε να γράψει αυτή την ιστορία ανιχνεύοντας τη σχέση με το γιο του, αλλά και το μέλλον που προφανώς τον φοβίζει για το παιδί του, αλλά και την αγωνία για τη δική του τυχόν αθέλητη απουσία, κι όλα αυτά περιβεβλημένα με το ζεστό και δυνατό μανδύα της πατρικής αγάπης.
«…Το ‘χε νιώσει ξανά αυτό το αίσθημα, πέρα απ’ το μούδιασμα και την αδράνεια της απελπισίας. Ο κόσμος όλος να συρρικνώνεται γύρω από έναν ωμό πυρήνα μίζερων υπάρξεων. Τα ονόματα όλων των πραγμάτων ν’ ακολουθούν τα πράγματα στη λήθη. Χρώματα. Ονόματα πουλιών. Φαγώσιμα. Στο τέλος τα ονόματα πραγμάτων που τα νόμιζες αληθινά. Πιο εύθραυστα απ’ ό,τι τα θεωρούσε. Πόσα να ‘χαν άραγε ήδη χαθεί; Η ιερή φράση με κουρεμένες τις αναφορές της κι ως εκ τούτου με λειψή πραγματικότητα…» Την ώρα που διαβάζεις το μυθιστόρημα, δεν σε αφήνουν οι έντονες εικόνες του να σκεφτείς κανένα άλλο επίπεδο ανάγνωσης. Μόνο εκείνο που σε χτυπάει δυνατά στο στομάχι, το απέξω. Εκ των υστέρων, έχεις το χρόνο να δεις ότι δεν είναι απλώς ένα μελλοντολογικό θρίλερ. Θα ήταν πολύ απλό και λίγο για να είναι μόνο αυτό. Είναι μια ιστορία που πέρα από τα ανθρώπινα αισθήματα σε οριακές καταστάσεις επιβίωσης, τότε που ο άνθρωπος γίνεται ζώο για να εξασφαλίσει το ύστερα, σκιαγραφεί -με πολύ στάχτη- την υπέρτατη υπαρξιακή αγωνία.
«…Σηκωνόταν κι έστεκε όρθιος παραπατώντας μες στο κρύο αυτιστικό σκοτάδι με τα χέρια τεντωμένα για ισορροπία όσο οι υπολογισμοί του λαβυρίνθου στο κρανίο του έβγαζαν με ζόρι τα πορίσματά τους. Πανάρχαιο χρονικό. Ν’ αναζητάς το κατακόρυφο…Σαν το πελώριο εκκρεμές στη στρογγυλή του αίθουσα να γράφει τροχιές μες στις απέραντες ημερήσιες κινήσεις του σύμπαντος που λες γι’ αυτές ότι δεν έχει ιδέα κι ωστόσο σίγουρα κάτι ξέρει…» Σ’ αυτό το δρόμο που επιλέγει ο δημιουργός να πορευτεί η φαντασία του, ακροβατεί ανάμεσα στην αγριότητα των ενστίκτων και τη θαλπωρή της αγάπης, πραγματευόμενος ζητήματα και διλήμματα ζωής και θανάτου* με τόλμη πάντως, όσο κι αν σοκάρεται ο αναγνώστης. Και σοκάρεται αναμφίβολα. «…Όταν δεν σου ‘χει μείνει τίποτ’ άλλο κατασκεύαζε τελετουργίες με το τίποτα και δίνε τους την πνοή σου…» Η τραγωδία της ανθρώπινης φύσης, το τέλος δηλαδή που το φέρει στα κύτταρά του το άτομο από τη στιγμή της δημιουργίας του ήδη, σ’ αυτό το βιβλίο μπορεί να ορίζεται ακόμη και ως λύτρωση μπροστά σε ένα χειρότερο σενάριο: την εξαθλίωση, την αναξιοπρέπεια και τη βεβήλωση εντέλει αυτού του ίδιου του θανάτου.

Monday, September 17, 2007

Δρόμοι ζωής

Πάλι η καλή μάγισσα ήρθε και μας ακουμπά με το ραβδί της. Για δείτε εδώ, για να βοηθήσουμε όλοι, γιατί όπως λέει και η Μάτζικα, "πρέπει να σηκώσουμε τα μανίκια". Μήπως κι αλλάξουμε μια στάλα τη ζωή στο δρόμο εκεί έξω, λέω εγώ ή έστω τη ζωή μέσα μας, δηλαδή την ελπίδα μας να αφήσουμε ν' ανθίσει.
Και μόνο η επίσκεψη στο Μπαζάρ σε ανταμείβει. Φεύγεις λίγο πιο γεμάτος μέσα σου, αλλά ελαφρύς σαν πούπουλο. Είναι η αβάσταχτη ελαφρότητα της ζεστασιάς και της αγάπης.
Και φέτος θα έρθουμε, Μάτζικα, δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το αγοράκι που μας ξενάγησε στο Μπαζάρ πέρυσι...Αλλά φέτος θα μαγειρέψω κιόλας.

Ο ήχος της αγάπης και της ανθρωπιάς

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 15/9/2007)

«…Χιλιάδες άλλα παιδιά είναι το ίδιο αβοήθητα –ή και περισσότερο. Το ίδιο και μέσα μας, μέσα σε σένα και σε μένα, κρύβονται δύο μικρά αγοράκια. Τα ακούς; Νιώθεις γι’ αυτά συμπόνοια; Αυτή είναι η βενζίνη μας, το μόνο πράγμα που σε κρατάει όρθιο…Μερικά παιδιά είχαν ψυχή γεροντάκου με ένα λεπτό λούστρο παιδισμού. Ο μικρός που είχε μπροστά του ήταν τουλάχιστον χιλίων διακοσίων χρόνων, είχε έναν τόνο σαν τα μεγάλα κομμάτια του Μπαχ…»




Ένα ασυνήθιστο μυθιστόρημα που σε κρατάει με την ιδιόμορφη πλοκή του και την ιδιαζόντως γοητευτική του αφήγηση σε εγρήγορση μέχρι το τέλος. Ένα «βιβλίο βιβλίο», όπως συνηθίζω να λέω τον τελευταίο καιρό για εκείνα τα αναγνώσματα που σου προσφέρουν μεν μια άλλη οπτική για τον κόσμο, την ψυχή του και τα πράγματα γύρω μας, αλλά χωρίς να σε ξεχνούν εσένα, αναγνώστη, που θέλεις και μια ιστορία για να περιπλανηθείς με ενδιαφέρον σε άλλες διαδρομές και εντάσεις που δεν βρίσκεις στην καθημερινή σου ζωή. «…το σύστημά της είχε έναν ήχο σαν μοτέρ που δεν μπορεί να ησυχάσει, συνεχίζει να δουλεύει μέχρι να καεί. Ήταν ο ήχος χάρη στον οποίο αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον οι ντεσπεράδος της ζωής…»
Πρόκειται για «Το σιωπηλό κορίτσι», το μυθιστόρημα του Πέτερ Χόε που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση Σωτήρη Σουλιώτη. Είναι ένα βιβλίο που παρά τις 487 σελίδες του το διάβασα μέσα σε λίγες ώρες, γιατί δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς από την παράξενα ελκυστική γραφή του Χόε. Δημιούργησε ένα μυστήριο ο δανός συγγραφέας που αναγκάζει τον αναγνώστη να το παρακολουθήσει μέχρι και την τελευταία σελίδα, στα πρότυπα σύγχρονου μεταφυσικού θρίλερ, αλλά έχει να σου πει τόσα πολλά πράγματα για την ανθρωπιά, την αγάπη, την αθωότητα, την ελπίδα, την ομορφιά, την παιδική ψυχή, τη μουσική και τη μουσική της ζωής που θες να ρουφήξεις εντελώς όλη αυτή τη θετική θεώρηση του κόσμου και της ύπαρξης –όχι γλυκανάλατη, αλλά όμορφα αισιόδοξη, σε περνάει μέσα από το κακό και την καταστροφή και τη μοναξιά για να σε βγάλει στο φως, και ποιο φως; εκείνο το ισχνό των «λευκών νυχτερινών» τοπίων της πατρίδας του που εξαρτάται από σένα αν θα το δεις κι αν θα το μεγεθύνεις μέσα σου. Η επιλογή εναπόκειται φυσικά στη διακριτική ευχέρεια του αναγνώστη. «…Ο Κίρκεγκορ είχε πει κάπου ότι όλοι οι άνθρωποι είναι πολυκατοικίες, αλλά κανείς δεν ανεβαίνει στο ρετιρέ…»
Το βιβλίο αποπνέει με ένα μεγαλειώδη τρόπο σεβασμό για τα παιδιά, την εύθραυστη φύση της ηλικίας τους, για τις γυναίκες, για τους ηλικιωμένους* σεβασμό προς τη ζωή και την ομορφιά της, σεβασμό για του όποιου είδους ιδιαιτερότητα, και όχι με το μελό δικό μας μεσογειακό τρόπο, αλλά με μια κατηγορηματικότητα που δεν επιδέχεται αμφισβητήσεις. «…σε ένα ευρύτερο πλάνο όλοι βρισκόμαστε στην άκρη. Η μόνη διαφορά είναι ότι κάποιοι βρίσκονται περισσότερο στην άκρη από κάποιους άλλους…»
Ο ήρωας του Χόε, ο Κάσπερ, είναι ένας κλόουν από το τσίρκο που διαθέτει την ιδιότητα να ακούει τα πάντα. Στη μέση ηλικία. Μοιάζει ξοφλημένος. Χρωστάει παντού χρήματα. Η εφορία τον κυνηγά. Και ξαφνικά έρχεται ένα άλλο νόημα στη ζωή του: η μορφή ενός κοριτσιού που τον επισκέπτεται συχνά και τον αναγκάζει να το αναζητήσει, καθώς κάποιοι άγνωστοι το έχουν απαγάγει.«…Το Κρατικό Νοσοκομείο έμοιαζε με γκρίζο τσίρκο στημένο στα παρασκήνια του Κάτω Κόσμου. Αιτία ήταν η ανασταλτική επίδραση που ασκούσαν οι λευκές κουρτίνες, η γυμνότητα των ανθρώπων, οι ένστολοι υπάλληλοι κι ακόμα οι ιεραρχίες, οι ρόλοι, το πλήθος στιλβωμένο ατσάλι. Επικρατούσε ο ήχος της παρουσίας ενός αόρατου μηχανισμού, η γεύση της αδρεναλίνης στο σάλιο, η αίσθηση του ορίου…» Εκείνα τα στοιχεία που εντυπωσιάζουν, εκτός από την ικανότητα του Χόε να τροφοδοτεί την αγωνία του αναγνώστη, είναι οι πρωτότυπες περιγραφές που επιλέγει να δώσει ο συγγραφέας και η αφηγηματική δεινότητα που τις ξετυλίγει. «…Τα μάτια της ήταν ευρύχωρα. Θα μπορούσε να καθίσει μέσα τους με όλο του τον πόνο και θα είχαν ακόμα χώρο…» Το χιούμορ δεν λείπει επίσης, «…Η γυναίκα είναι θάλασσα, ακόμα κι αν φοράς μπρατσάκια και σωσίβιο, η πιθανότητα να πνιγείς είναι μεγάλη…», σε όλες του τις διαστάσεις «…Το πρόβλημα με το θυμό εναντίον του Θεού είναι ότι δεν υπάρχει κάποιος πιο ψηλά στην ιεραρχία για να κάνεις τα παράπονά σου…».

Η γεύση του ανεκπλήρωτου έρωτα





(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 15/9/2007 και η φωτογραφία αποτελεί εξαιρετική λεπτομέρεια από το υπέροχο σπίτι που με φιλοξένησε για λίγες μέρες το καλοκαίρι)

Μια νουβέλα κομψή και τρυφερή ξεδιπλώνει ο Γενς Κρίστιαν Γκρένταλ πίσω από τον τίτλο «Βιρτζίνια» (εκδόσεις Πόλις, μετάφραση Λύο Καλοβυρνάς), εκείνο το είδος του καπνού που αφήνει στα χείλη τη γλυκόπικρη υφή του παρελθόντος χρόνου. Μια εφηβεία που στιγματίζεται για δύο ανθρώπους από τη μεταξύ τους συνάντηση αρχικά, αλλά και την αναπάντεχη επίδραση που μπορεί να έχει ένας πόλεμος που «βρέχει» πιλότους από τον ουρανό. «…Κάθε νύχτα περίμενε τα αεροπλάνα. Δεν φοβόταν, ήξερε ότι δεν θα έριχναν βόμβες εδώ, που είχε μόνο παραλίες, φιορδ και σκόρπια σπίτια…Ήταν ένας πόλεμος πλασμένος από ήχους, φωνές στο ραδιόφωνο και φήμες στο δρόμο, σειρήνες από τις στέγες και τον μακρινό βόμβο των αεροπλάνων που έρχονταν από το πέλαγος…»
Με γλυκύτητα και δεξιοσύνη που αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη, ο συγγραφέας ξετυλίγει το κουβάρι των αναμνήσεων ενός μοναχικού πια ηλικιωμένου άνδρα από ένα καλοκαίρι της εφηβείας του που έμελλε να σημαδέψει τα αισθήματά του για πάντα. «..Το αγόρι δεν επέτρεπε στον εαυτό του να κοιτάζει τη νεοφερμένη περισσότερο από λίγα δευτερόλεπτα κάθε φορά. Εάν ήξερε εκ των προτέρων τι βλέμμα θα του έριχνε, οι χειρότεροι φόβοι του θα είχαν επιβεβαιωθεί…» Η νοσταλγία για την αθωότητα που περιέβαλε την ψυχή του αγοριού απέναντι στο κορίτσι-μυστήριο της πρώτης νιότης του, κάνει τον αναγνώστη να νομίσει ότι πρόκειται απλώς για μια ιστορία αγάπης που δεν εξομολογήθηκε και δεν ευοδώθηκε ποτέ. Αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Ο Γκρένταλ κατορθώνει να συμπυκνώσει μέσα στο σύντομο κείμενό του, το φόβο των ενοχών που μπορούν να σε κρατήσουν μακριά ως φυσική παρουσία απ’ αυτό που κουβαλάς πάντα στην ψυχή σου ως ανάμνηση, το φόβο απέναντι στην ίδια τη ζωή, το φόβο να αναλάβει κανείς την απόλυτη ευθύνη του εαυτού του. «…Έπρεπε να κάνει κάτι γιατί, ακόμα κι αν τα έκανε χειρότερα, θα ήταν προτιμότερο από το να μην κάνει τίποτα…»
Τα γηρατειά έρχονται μαζί με την απραγία της ηλικίας να επιχειρήσουν να «ξαναδιαβάσουν» τη ζωή που έφυγε και να «διορθώσουν» τα λοξοπατήματα για τα οποία μάλλον δεν βρίσκει κανείς ποτέ συγχώρεση από τον ίδιο του τον εαυτό. «…Αν και τα χρόνια περνούν πιο γρήγορα όταν γερνάς, οι μέρες γίνονται ατέλειωτες και απαιτητικές με τρύπες που πρέπει να τις αποφεύγεις…»

Thursday, September 13, 2007

Άσκηση ισορροπίας


Μετά την Κυριακή...Το άααλλο Σάββατο...


Κάθε Σάββατο η ίδια ιστορία. Αθέατη από τα μάτια του τηλεοπτικού ειδώλου της κοινωνίας. Αθέατη από τα φιμέ τζάμια της εξουσίας.
Άνθρωποι αξεδιάλυτοι από τα σκουπίδια. Κάτω στα τσιμέντα. Μέσα στην κουφόβραση του μεσημεριού, στην τσίκνα των σουβλατζίδικων, στον ιδρώτα της συνεχούς μετακίνησης. Και στο χέρια ένα ευρώ. Να γίνει η συναλλαγή. Κάποιος να χαμογελάσει και να πάει στο διπλανό φούρνο να πάρει ένα κομμάτι ψωμί. Για το παιδί του.
Δεν πρόκειται περί γραφικότητος.
Δεν είναι γραφικότητα η φτώχεια.
Είναι πραγματικότητα. Αέναη.
Το άλλο Σάββατο που θα έχει "μιλήσει η κάλπη" και θα έχει "κερδίσει η Δημοκρατία" και θα έχει "διατρανωθεί ο διάλογος σε υπέρτατο κοινωνικό αγαθό",
τούτες οι σκιές θα περιφέρονται ακόμη στους δρόμους του άστεως. Χωρίς αγαθά. Και δεν θα είναι καμιά νουάρ σκηνή ταινίας.
Θα είναι η σκηνοθεσία της ζωής με όλο το ζόφο που δεν έχει χώρο για μελό.
Όταν πεινάς, όταν κρυώνεις, όταν φοβάσαι, τι να σου κάνει το μελό;
Δεν σε χορταίνει, δεν σε ζεσταίνει, δεν σου δίνει ελπίδα.
Το άλλο Σάββατο, πάλι θα δώσω ραντεβού μαζί τους στη γωνία του δρόμου. Θα με περιμένουν, ό,τι κι αν έχω ρίξει στη σχισμή της κάλπης. Θα με περιμένουν με μαύρο σταυρό για την ψυχή και το πιο πλατύ χαμόγελο του κόσμου. Και θα με σταυρώσουν περισσότερο μ' αυτό.
Γιατί η φτώχεια χαμογελά και χαίρεται και υπάρχει κι ανθίζει. Μετά την Κυριακή αυτό θα είναι εκεί, για όποιον θέλει να το δει. Όπως είναι εκεί, χρόνια τώρα. Μετά την κάθε εκλογική Κυριακή. Το άααλλο Σάββατο. Το άλαλο.

Monday, September 10, 2007

Τα ανίσχυρα ψεύδη του Αμερικανικού Ονείρου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 8/9/2007)

«…Όπως καθόταν εκεί, δεν ήταν παρά ένα από κείνα τα απίστευτα όμορφα παιδιά που βγαίνουν απ’ τους σωρούς της κοπριάς πόλεων σαν και τη δική μας, ένα από κείνα τα παιδιά που προορίζονται για έναν γρήγορο γάμο, ένα παιδομάνι και μια απότομη κατάρρευση όταν τριανταπενταρίζουν…»



Ένας άντρας. Στο χείλος της καταστροφής. Βαδίζει την οδό της απωλείας. Δεν έχει να χάσει τίποτε άλλο παρά τον εαυτό του. Τα άλλα, αυτά που του θυμίζουν ποιος ήταν, τα έχει ήδη απωλέσει: γυναίκα, παιδί, λεφτά, ευτυχία και αθωότητα, φυσικά. «…Πιάνεσαι απ΄ ό,τι βρεις…»
Είναι έτοιμος να φορτωθεί τις αμαρτίες ενός κόσμου ολόκληρου - ραγισμένου, που δεν θέλει πολύ για να γκρεμιστεί σαν πύργος από τραπουλόχαρτα και ψεύδη- που καταρρέει, προκειμένου να ανοικοδομήσει, μόνος του εννοείται, αυτός ο κόσμος, το όνειρό του, αυτό το αμαρτωλό Αμερικανικό Όνειρο. «…Δεν ξέρω πώς βρέθηκα σ’ αυτή την πλευρά της ζωής. Στ’ αλήθεια δεν ξέρω…Αντάλλαξα τις ανατολές για τις δύσεις…», ομολογεί ο Λόρενς, ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, «Χαμένες ψυχές», του Michael Collins, που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη.
Ένας Ιρλανδός που γράφει για την αμερικανική ψυχή, διατρέχοντας τα δεινά της κοινωνίας της με κινηματογραφική πιστότητα. Και θέλει αντοχές αυτό αναμφίβολα. Αλλά στην περίπτωση του Michael Collins, αυτό έχει λυθεί, αφού ο ίδιος μαραθωνοδρόμος, μάλλον με τον ίδιο τρόπο που τρέχει, φαίνεται να ξεδιπλώνει και την πλοκή του βιβλίου του. Μου θύμισε το θέμα που διαπραγματεύεται ο Collins και το οποίο μόνο επιφανειακά μοιάζει με σενάριο μιας συνηθισμένης αμερικανικής ταινίας μυστηρίου, ένα απόσπασμα από το βιβλίο του William Carlos Williams, «The Great American Novel» (1923), «…Όρθιοι στην αφρισμένη κορφή του μαρασμού, όπως η Αφροδίτη στο κύμα της, γυμνοί όπως εκείνοι, μα γυμνοί νοήματος –αφού πρόκειται για την επιστροφή: Να επιστρέφουν! Από τους άγριους που κυνηγούν αρκούδες φτάσαμε στα τουφέκια και στο κανόνι. Από τους Χαλδαίους που συμβουλεύονται τα άστρα πέσαμε στην κοιλιά του τηλεσκόπιου. Από μεγάλοι δρομείς εξελιχτήκαμε σε ομιλητές μέσω καλωδίων. Αλλά το φρόνημά μας ευημερεί! Κανονικό μπουμ!…»
Ο ιστός του μυθιστορήματος περιλαμβάνει μια σειρά από φόνους που συμβαίνουν ακριβώς την πιο ακατάλληλη στιγμή για τον ήρωα, αυτόν το γραφικό χαμένο, μόνο και έτοιμο να διαφθαρεί αστυνομικό, προκειμένου να καλύψει τα οικονομικά του χρέη, αλλά κι εκείνα τα άλλα τα χρέη της ζωής του που αποτυπώνονται στο βλέμμα του γιου («…Όλοι θέλουμε κάποιος να βλέπει τι κάνουμε, να ξέρουμε ότι μας φροντίζουν…») που δεν συναντά πια, γιατί χρωστάει τη διατροφή …αλλά και στη φιγούρα εκείνου του τρίχρονου νεκρού κοριτσιού που ανακαλύπτει ο αστυνομικός μια νύχτα του Χάλοουιν, σε μια αντιπροσωπευτικά αμερικανική κλειστή κοινωνία μιας επαρχιακής πόλης παραδομένης στην παρακμή* όχι μόνο στον οικονομικό μαρασμό, αλλά και στην ψυχική κατάρρευση που εκδηλώνεται ανάγλυφα στο άφθονο φθηνό αλκοόλ που διαποτίζει τα κορμιά των χαμένων αυτών ψυχών και στη διαύγεια που στερούνται, επιμένοντας να βλέπουν την πορεία τους μέσα από την πραγμάτωση αυτού του περιβόητου Αμερικανικού Ονείρου. «…Δεν αναζητούσαμε την αλήθεια τελικά, αλλά τον μύθο…»
«…Είχα διαβάσει κάπου ότι δύο μπορούν να κρατήσουν ένα μυστικό, μονάχα αν ο ένας είναι νεκρός…» Ο ίδιος ο Λόρενς, ο αστυνομικός, θα δεχθεί να συμμετάσχει σε μια άτυπη συμφωνία συγκάλυψης του αποτρόπαιου αυτού εγκλήματος, χωρίς να υποψιάζεται στο ελάχιστο, την τραγωδία που κρύβεται πίσω από τι θολές ενδείξεις που του δίνονται για να πέσει αρκετή στάχτη στα μάτια του και να μην κατορθώσει να δει ούτε και ο ίδιος την πραγματική εκδοχή των θλιβερών συμβάντων. «Έτσι καταλήξαμε να ζούμε και να πεθαίνουμε, πίσω από μάσκες…» Οι προσωπικοί του δαίμονες τον τυφλώνουν. Η δυστυχία του απλώνεται σαν ηθελημένη αιθαλομίχλη που τον εμποδίζει να ανακαλύψει τον πραγματικό ένοχο, αλλά οι τύψεις του είναι ισχυρότερες και η εναντίωση της δικής του «χαμένης ψυχής» ικανή να ανατρέψει την «έτοιμη αλήθεια» που του προσφέρουν. «…Κοιτάζει στην ιστορία και άντρες πετυχαίνουν σπουδαία πράγματα κάτω από τις χειρότερες συνθήκες παλεύοντας ενάντια στους δαίμονές τους…»
Από την πάλη με το χειρότερο εαυτό του, ο Λόρενς κατορθώνει να βγει νικητής, από την άποψη ότι έχει ανοιχτά πια τα μάτια του να δει τα ανίσχυρα ψεύδη της αμερικανικής οικονομικής ευμάρειας. «…Η μεγαλύτερη αξίωση που είχε προβάλει η πόλη μας έως τότε να κατακτήσει τη φήμη βασιζόταν στο ότι ήμασταν μία από τις πιο στερεότυπες κοινότητες της Αμερικής, ένας υπέρβαρος λευκός πληθυσμός από λάτρεις των πρόχειρων γευμάτων, μια δοκιμαστική περιοχή για τις μεγαλύτερες εταιρείες τροφίμων. Ήμασταν το συλλογικό υποσυνείδητο. Κάθε μέρα διαμορφώναμε αυτό που οι συμπατριώτες μας Αμερικανοί θα έβρισκαν αργότερα στα ράφια τους…» Ο συγγραφέας σε αυτό το πεδίο κάνει μια πολύ εύστοχη πλάγια κριτική σε όλα αυτά που συνιστούν τα δεινά της σύγχρονης αμερικανικής κοινωνίας κι έχουν να κάνουν με την υπερκατανάλωση, τη διαστρέβλωση της πραγματικότητας από τα ΜΜΕ, τη βία και την προβολή της στην τηλεοπτική αρένα, τον ψυχαναγκασμό της επιβολής της επιτυχίας και της αυτόματης περιθωριοποίησης των losers, αλλά και την επικοινωνιακή επιβίωση της πολιτικής. «…Η πολιτική μπορεί να είναι απελπιστικά κοινότοπη. Μπορούσες να νικήσεις μ’ ένα στοιχειώδες λογοπαίγνιο…»
Ο Collins δεν κομίζει κάτι εντελώς διαφορετικό ή εξολοκλήρου καινούριο στη θεώρηση της Αμερικής από τη σκοπιά του Ευρωπαίου, αλλά έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να αφηγείται την ιστορία του, να ξεδιπλώνει το μυθιστόρημα, σαν δρομέας μεγάλων αποστάσεων που βιώνει τη μοναξιά, την εξερευνά, την τεμαχίζει, την ανασυνθέτει –ακριβώς σαν τον αστυνομικό Λόρενς- που μαγνητίζει τον αναγνώστη του να τον παρακολουθήσει μέχρι τέλους. Και φυσικά δεν μένει παραπονεμένος, αφού οι ανατροπές καραδοκούν στο μυθιστόρημα, όπως και στην ίδια τη ζωή. «…Κάνουμε τρομερά πράγματα από ανάγκη, για να επιβιώσουμε…».

Monday, September 03, 2007

Γεννιέμαι, γίνομαι και … «πεθαίνω σαν χώρα»


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 1/9/2007)

«…Ότι είναι σκέτη δειλία αν οι άνθρωποι συνεχίζουν να είναι αυτό που τους έτυχε σ’ αυτή τη μεγάλη τόμπολα. Ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερο εγχείρημα απ’ το να δημιουργείς έναν άνθρωπο…Εκείνες τις μέρες το Μπουένος Άιρες δεν μπορούσες να το περιγράψεις: μία πόλη που δεν ήταν αυτό που ήταν, γιατί κάθε μέρα προσπαθούσε να γίνει κάτι άλλο. Μία πόλη που ήταν αυτό που γινόταν κάθε στιγμή…Το Μπουένος Άιρες ήταν ένα προαίσθημα, ένα παραλήρημα. Το Μπουένος Άιρες εκείνες τις μέρες ήταν το πιο παρόν μέλλον…»




Μήπως θυμάστε εκείνη την περίεργη ιστορία που διαδραματίστηκε στην Αθήνα πριν λίγο καιρό, με πρωταγωνιστή κάποιον άγνωστο ο οποίος με κινηματογραφικό τρόπο έκλεψε ένα θρυλικό κοστούμι της Κάλλας από σχετική έκθεση και μετά από λίγες μέρες το επέστρεψε με επίσης παράδοξο τρόπο, μέσω ταχυδρομείου μέσα σε ένα κουτί βιντεοκασέτας; Θα μπορούσε κάποιος να ερευνήσει περαιτέρω την υπόθεση και να γράψει ένα μυθιστόρημα, έτσι δεν είναι; Μια ιστορία που να βασίζεται σε ένα πραγματικό γεγονός. Όπως σχεδόν όλες.
Ε, λοιπόν, ο Μαρτίν Καπαρρός, δημοσιογράφος και συγγραφέας από την Αργεντινή, διάλεξε μια πιο εντυπωσιακή κλοπή, αυτή του πασίγνωστου πίνακα του Λεονάρντο ντα Βίντσι, Μόνα Λίζα, από το Λούβρο στις 22 Αυγούστου του 1911. Πάνω σε μια αληθινή ιστορία βάσισε ένα καταπληκτικά δομημένο μυθιστόρημα που δεν περιορίζεται με κανέναν τρόπο στην εντυπωσιακή απάτη ενός από τους μεγαλύτερους κλέφτες έργων Τέχνης όλων των εποχών, Eduardo de Valfierno –όπως τον καταγράφει και το περιοδικό Forbes στις στήλες του- αλλά ξεδιπλώνει την οδυνηρή οδύσσεια ενός ανθρώπου που αναγκάζεται να χάσει και να επανεφεύρει τον εαυτό του –σαν την Αργεντινή, μια χώρα που γεννιόταν στις αρχές του 20ου αιώνα. Το βιβλίο με τίτλο «Το άλλο πρόσωπο της Τζοκόντας», το οποίο κατέκτησε το βραβείο PLANETA ARGENTINA 2004, κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση Ιωάννας Συρίγου.
Η απόδοση του αργεντίνικου τίτλου «Valfierno» στα ελληνικά μάλλον ατυχής μοιάζει, αφού παραπέμπει σε καταστάσεις «Κώδικα ντα Βίντσι» από τις οποίες το βιβλίο απέχει μακράν, ενώ και αστοχίες στην επιμέλεια της μετάφρασης, όπως στη σελίδα 56 που η κλητική πτώση «πάτερ» χρησιμοποιείται και στην ονομαστική και στην αιτιατική, συνιστούν και τα μοναδικά μειονεκτήματα της έκδοσης για τα οποία μπορεί κανείς να γκρινιάξει, αν τα αντιληφθεί.
Κατά τα άλλα, ο αναγνώστης απολαμβάνει την ιδιαίτερη γραφή του Μαρτίν Καπαρρός με ενδιαφέρον που δεν εξαντλείται στο πότε και πώς θα συμβεί η κλοπή και η εν συνεχεία απάτη που διαβάζει στο οπισθόφυλλο. Το εξαίσιο εύρημα της εξιστόρησης της ζωής του ίδιου του κλέφτη στο συγγραφέα και δημοσιογράφο –μένεις με την εντύπωση ότι συνέβη πραγματικά, μπορεί και να συνέβη λοιπόν, αυτή η αμφιβολία είναι και η γοητεία του μυθιστορήματος- αφήνει περιθώρια στο συγγραφέα να χειριστεί την καλοκουρδισμένη αφήγησή του με γοητευτικά ενορχηστρωμένη μαεστρία που ανοίγει και τα επίπεδα της ανάγνωσης του μυθιστορήματος. «…Γιατί είστε τόσο δημοσιογράφος που δεν μπορείτε να δείτε πιο πέρα απ’ τη μύτη σας, κύριε δημοσιογράφε;…» Πίσω από το αινιγματικό μειδίαμα της Τζοκόντα, κρύβεται το αινιγματικό μειδίαμα της ίδιας της ζωής (συνήθως πικρά διφορούμενο) απέναντι στον ήρωα του βιβλίου, τον Βαλφιέρνο. Ακολουθούμε την περιπέτεια της ζωής του σε πρώτο πρόσωπο μεν, αλλά αναπλασμένη έτσι μέσα από τη δική του ματιά και αφήγηση, που το τρίτο μάτι του αποστασιοποιημένου μυθιστοριογράφου έχει κάνει εξαιρετική δουλειά. «…Η ιστορία των ανθρώπων είναι η ιστορία των διηγήσεων που έπλασαν για να κάνουν λιγότερο σκληρή την ανοησία: για να πιστέψουν πως όλα έχουν κάποιο νόημα…»

Έτσι, με την κατηγορηματικότητα της υποκειμενικότητας του πρωταγωνιστή («…Για να δούμε αν μπορούμε να συμφωνήσουμε σε κάτι, δημοσιογράφε: δεν θέλω να πω. Εγώ, όταν θέλω να πω κάτι, το λέω…»), ο Καπαρρός κατορθώνει να αναπαραστήσει όχι μόνο το Μπουένος Άιρες των αρχών του προηγούμενου αιώνα, αλλά να δώσει ιδιαίτερο βάρος και βάθος στο ψυχικό τοπίο του ήρωα που αναγκάζεται να αλλάζει μάσκες και ταυτότητες με ένα και μοναδικό σκοπό: την επιβίωση* την επιβίωση στο σκληρό κόσμο της πραγματικότητας. «…μία ζωή είναι έργο μόνο όταν την πλάθει κάποιος…» Αναγκάζεται έτσι να φιλοτεχνήσει το έργο Τέχνης της ίδιας του της ζωής και να αφήσει και τα ανεξίτηλα ίχνη του στην ιστορία, ακόμα κι αν πρόκειται μόνο για μια κλοπή κι απάτη, αλλά δεν μιλάμε για μια οποιαδήποτε κλοπή ή απάτη. Μιλάμε για την αρπαγή της Τζοκόντα «…αυτό που έγραψε ο Σταντάλ για τον Άγιο Παύλο: ότι ήταν ο πραγματικός καλλιτέχνης, ένας άνθρωπος που επισκίαζε το έργο του…»
Ο ήρωας περνάει δια πυρός και σιδήρου κυριολεκτικά και δεν έχει πολλές επιλογές: ή να επιζήσει αλλάζοντας το δέρμα του σαν χαμαιλέοντας ή να πεθάνει επιτόπου, ρίχνοντας την ασπίδα του. Άλλωστε η Belle Epoque αγαπούσε κάθε έναν που αποφάσιζε να γίνει ρίψασπις, αρκεί φυσικά να ήταν καλλιτέχνης. Αλλά εδώ ο απλός άνθρωπος εξωθείται στο να γίνει καλλιτέχνης της ίδιας της ζήσης του, κρατώντας ένα πολύ ισχυρό όπλο, την πιο επικίνδυνη δίκοπη λεπίδα που μπορεί ανά πάσα στιγμή να σου γλιστρήσει από το χέρι και να σου κόψει τις φλέβες: τη φαντασία. «…Η φαντασία που αρκείται στον εαυτό της, δοκιμάζει μια ακραία ηδονή…» Αλλά και μπορεί να γίνει μια αδιαπέραστη από τα πυρά του εχθρού πανοπλία: με τη φαντασία καταφέρνει ο πρωταγωνιστής να αντέξει τη φυλακή και τα δεινά της. «…Η φυλακή δεν είναι παρά μία σμίκρυνση των δυνατοτήτων στο ελάχιστο δυνατό…» Καθώς η φαντασία δεν έχει ποτέ αδύνατο, μόνο απεριόριστα δυνατά τα οποία είναι έτοιμα να ανοιχτούν μπροστά μας σαν ατέρμονοι ορίζοντες. «…Μήπως τελικά μας νοιάζουν μόνο τα πράγματα που κινδυνεύουν πάντα να εκραγούν;…»


Και αποδεικνύεται ότι ακριβώς αυτή η εμμονή στο φανταστικό, στο αδύνατο από τη μία θα λυτρώσει τον ήρωα χαρίζοντάς του καταρχάς μια ζωή κι ύστερα ίσως αν όχι μια καλύτερη ζωή, μια ζωή που επεδίωξε, και από την άλλη θα τον υποδουλώσει, κλεισμένο κάτω από αλλεπάλληλες μάσκες που πρέπει να ξεφλουδίσει –έστω λίγο πριν το τέλος της ζωής του- για να βρει τον εαυτό του ή τον εαυτό που υπήρξε. «…Ένας άντρας μπορεί να αντιμετωπίζει τον πατέρα του σαν μονοπάτι ή σαν βάρος* και τα δύο μαζί θα ήταν πλεονασμός…»
Το στέρεο ψυχογράφημα που χτίζει ο Καπαρρός για τον ήρωά του, κάνει τον αναγνώστη να συμπάσχει με τον πρωταγωνιστή. «…Υπάρχουν θάνατοι που διαρκούν μία ζωή× άλλοι είναι πιο σύντομοι, πιο κοφτεροί…» Και ίσως του αφήνει και τον «αέρα», το χώρο να σκεφτεί το δικό του εαυτό που γεννήθηκε και γίνεται όπως ο ίδιος θέλει κι επιδιώκει. «…Οι συνηθισμένοι άνθρωποι είναι αυτοί που δεν ξέρουν να χειριστούν τη μνήμη τους…»
Η μνήμη είναι το μεγάλο «εργαλείο» του συγγραφέα να ανασυνθέσει μιαν ολόκληρη ζωή. Είναι και το «κλειδί» για τον αναγνώστη να παρακολουθήσει μια υπόθεση απάτης, καταρχάς απέναντι προς τον ίδιο τον εαυτό του απατεώνα. Όπως «…το προνόμιο της ευτυχίας συνίσταται στο να ακυρωθεί ο χρόνος…», έτσι και ένας θρυλικός απατεώνας στήνει το μύθο του πάνω στη μεγάλη απάτη που έστησε πότε εις βάρος και πότε υπέρ του ειδώλου του στον καθρέφτη, ακυρώνοντάς το. «…κανείς δε θα μπορούσε να τα πιστέψει όλα αυτά, φυσικά. Αλλά αυτή ήταν, ίσως, η προϋπόθεση των ιστοριών που αξίζουν τον κόπο…»