Wednesday, August 29, 2007

Η συμφιλίωση με το θάνατο και τη ζωή

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 25/8/2007)



«…Η χαιρεκακία στο χώρο της δουλειάς είναι ένα ψυχικό τέχνασμα για να μη νιώθεις εκατό τοις εκατό νεκρός. Επιπλέον, το σούσουρο είναι πάντα χρήσιμο στις εφημερίδες…»



Ένα καυκασιανό χαλί να θέτει τα όρια της ζωής της. Τα όρια του ψυχικού της κόσμου. Του οικογενειακού «παραδείσου» που χάθηκε, χωρίς δική της υπαιτιότητα. Η παιδική της ηλικία την έσπασε στα δυο. Ένας τοίχος έμεινε να χωρίζει το βίο και τα βιώματά της. Σαν σύγχρονη Περσεφόνη, η ομώνυμη ηρωίδα της Αμάντας Μιχαλοπούλου στο νέο της μυθιστόρημα, «Πριγκίπισσα Σαύρα», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, έρχεται αντιμέτωπη με την απώλεια της μητέρας της, τρία χρόνια μετά το θάνατό της. «…Μερικές φορές οι πιο απίθανοι άνθρωποι έρχονται και σκαλίζουν το κεφάλι σου και σε αναγκάζουν να θυμηθείς…»
Εκείνη διάσημη συγγραφέας, η Θεώνη Πολυδούρη, που «τεμάχισε» την ευτυχία και τη ζωή της, τον ίδιο της τον εαυτό, με το επώδυνο λογοτεχνικό «νυστέρι». Έχει αφήσει ανεξίτηλα ίχνη, όχι μόνο στους φανατικούς αναγνώστες της, μετά την «αναχώρησή» της, αλλά πάνω απ’ όλα στη ζωή της κόρης, του γιου, του πρώην άντρα και της μικρούλας εγγονής της. Η σκιαγράφηση του ψυχισμού της αυταρχικής Θεώνης Πολυδούρη –που δεν ήξερε να εισπράξει την αγάπη των γύρω της ούτε και να τη δώσει αυτή την αγάπη στους πιο δικούς της ανθρώπους- από την Αμάντα Μιχαλοπούλου μου θύμισε την ηρωίδα του Κισλόφσκι από την Μπλε ταινία του, τη Ζουλύ –που ενσάρκωσε η Ζιλιέτ Μπινός στην κινηματογραφική οθόνη-, η οποία, μετά το χαμό του άντρα και της κόρης της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, ζούσε κάπου ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, ανάμεσα στην ανυπαρξία και την ύπαρξη, ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος, ανάμεσα στην απάθεια και τη δημιουργία. Την ίδια έντονη ατμόσφαιρα αυτής της υπνωτισμένης δυστυχίας μου μετέφερε και η ελληνίδα δημιουργός. «…αν πονέσεις μια φορά, αναγνωρίζεις όλους τους πόνους…»

Στο μυθιστόρημά της η Μιχαλοπούλου ξεδιπλώνει ένα βιβλίο μέσα στο βιβλίο, εν είδει χειρογράφου της νεκρής συγγραφέως. Ιδιαίτερα μελαγχολική και καταθλιπτική η γραφή αυτού του βιβλίου μέσα στο βιβλίο, καθώς επιχειρεί με το ύφος να προσδώσει όλα εκείνα τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά που αποτελούσαν το ψυχογράφημα εκείνης της γυναίκας που διέλυσε την οικογένειά της πρώτα κι ύστερα στον εαυτό της, προκειμένου να διατρανώσει μέσα της την αποτελεσματικότητα της συγγραφικής της περσόνας-ιδιότητας-ιδιοσυγκρασίας. «…Αφού δεν έχεις χαρακτήρα, τουλάχιστον ας έχεις τη συσκευασία ενός χαρακτήρα…» Έχω την αίσθηση πάντως ότι θα μπορούσε να έλειπε ένα τμήμα του ή θα μπορούσε να ήταν πιο συμπυκνωμένο, κι ας αποτελεί κατά κάποιον τρόπο τον πυρήνα του συνολικού βιβλίου.
Εν γένει, στήνει μια ιστορία η λογοτέχνης που θέλεις να παρακολουθήσεις την πλοκή της μέχρι τέλους κι ας είναι στιγμές στιγμές εξωπραγματική. Μεταφυσικά στοιχεία εναλλάσσονται με υπαρξιακά αδιέξοδα της σύγχρονης ζωής, ψυχολογικές προεκτάσεις λαμβάνουν διαστάσεις θρίλερ, αλλά με έναν κομψό τρόπο που ζυγιάζει την εξέλιξη της ιστορίας με τα νοήματα που θέλει να «κρύψει» ή να αποκαλύψει στον αναγνώστη η συγγραφέας. Οι ήρωες φαίνεται να έχουν μια κοινή συνισταμένη: την αδυναμία να αποχαιρετίσουν εγκαίρως και κατάλληλα το παρελθόν τους, τον πρότερο εαυτό τους, τις συνθήκες της προηγούμενης ζωής τους, τα πρόσωπα που συνιστούσαν αυτό το βίο που έφυγε, καθώς δεν στάθηκαν αρκετά «τυχεροί» ή ικανοί να το πράξουν. «…Οι τρελοί στο δρόμο…μήπως είναι επιστροφές; Μισοκαμένες ασφάλειες;…»

Η δημιουργός ξέρει να φτιάχνει επιτυχημένα μυθιστορηματική ατμόσφαιρα, χρησιμοποιώντας πολύ ρεαλιστικές περιγραφές, ιδιαίτερα λεπτομερείς, πολύ ελκυστικές για κάποιον να τις ανακαλύπτει αναγνωστικά, ιδίως σε ό,τι αφορά την καθημερινότητα μιας οικογένειας, τους δεσμούς εκείνους πρακτικής ζωής ανάμεσα σε ένα ζευγάρι, ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά, ανάμεσα στα παιδιά. Η θητεία της ως αρθρογράφου στον Τύπο βοήθησε τη συγγραφέα επίσης να αναπαραστήσει πειστικά το περιβάλλον –ζωής και εργασίας, με τις κοινωνικές τους προεκτάσεις- και το χαρακτήρα του μεσόκοπου δημοσιογράφου, του Σταμάτη, τις αγωνίες του, τη συναισθηματική κρίση που δεν αποφεύγει και την κατάρρευση που καραδοκεί. «…Εκείνος το είχε μάθει στην εφημερίδα…Εγώ το είχα μάθει στο σπίτι. Η αυτοσυγκράτηση ήταν η μόνη τακτική που απέδιδε όσο ζούσα με τη μητέρα…»
Εκείνο που μου κάνει εντύπωση στο βιβλίο, είναι ότι δεν τακτοποιούνται τα πάντα στο τέλος μαγικά, κι ας έχει τόσο μεταφυσική χροιά. Το ανοιχτό τέλος που επιλέγει η συγγραφέας, είναι απολύτως ταιριαστό. «…Σ’ έναν ιδανικό κόσμο, οι άνθρωποι θα έπρεπε ν’ ανακαλύπτουν και να κατέχουν αυτό που τους έλειπε πάντα…» Στο μυθιστόρημα «Πριγκίπισσα Σαύρα» -να σημειώσω ότι είναι πολύ διαφωτιστικά και χρήσιμα για τον αναγνώστη τα αποσπάσματα του Αντόρνο στην προμετωπίδα του βιβλίου, κάτι σαν πυξίδα, οδηγός πλεύσης να «διαβάσεις» πίσω από την ιστορία- εμφανίζεται η ζωή του ανθρώπου σαν «πίστες»-στάδια παιχνιδιού που πρέπει να περάσεις επιτυχημένα. «…Πήρα το σχήμα που μου έδωσες, πήρες το σχήμα που σου έδωσα. Και χαθήκαμε βαθιά μέσα στον εαυτό μας, στις ενοχές μας…»
Να τα καταφέρεις καλά στην κάθε πίστα της κάθε ηλικίας και στη συνέχεια να κατορθώσεις να «αποχαιρετήσεις» αποτελεσματικά μέσα σου* να συμφιλιωθείς με εχθρούς και φίλους, νεκρούς και ζωντανούς, εαυτό και άλλους, για να μπορέσεις να πας παρακάτω. Στη ζωή που σε περιμένει. Στη ζωή που οφείλεις να θέλεις να είναι ζωή. Και τίποτα λιγότερο ή περισσότερο. Γιατί υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να ξεφύγεις από τα όρια-νήματα του καυκασιανού χαλιού που έχει οριοθετήσει την «ανθρωπινότητά» σου, τις αντοχές σου, τη δύναμή σου να δίνεις και να παίρνεις αγάπη.

Monday, August 27, 2007

Σκοτάδι


από γκρίζα σκόνη. Τα καλύπτει όλα. Την ψυχή και το σώμα αυτής της χώρας.
(Τα σχόλια εδώ είναι κλειστά (ο χρόνος λίγος και η στάχτη πολύ). Σας παραπέμπω στο κείμενο του Λεφτέρη Μπαρδάκου. Τα λέει όλα και πολύ καλά μάλιστα)

Thursday, August 23, 2007

Ιριδίζουσα θάλασσα


Φως εκ φωτός


Παραλία




"Οδοιπόρα" άνθη


Καθρέφτισμα


Τροπικός του φωτός


Ν' αράξουμε και ν' αλλάξουμε μια στάλα




Περίπατος


Thursday, August 16, 2007

Η τρυφερότητα της στιγμής

Καπνός από την Πεντέλη που καίγεται. Κέντρο της πόλης παραδομένο στην γκριζάδα της απουσίας. Σκουπιδοτενεκέδες να χάσκουν μισογεμάτοι απλώνοντας την ευωδία τους. Κάτι ξεχασμένες σιδεριές με πορτοκαλί φωσφωρίζουσες λωρίδες για έργα που προεκλογικά ανακινήθηκαν. Η παρακείμενη οικοδομή με σκουπισμένα μπάζα να σου κρύβει τον ήλιο με το μπετόν αρμέ. Και εκεί στην άκρη του σπασμένου πεζοδρομίου, μια ζαρντινιέρα με λίγη πρασινάδα, αφημένη στη σκόνη του δρόμου.
Ο άντρας με το μελαμψό κορμί που τον κοιτούν κάποιοι καχύποπτα μπας και θέλει να τους πουλήσει τίποτα, περνάει με ένα μπουκάλι πλαστικό και πάει κατά το φυτό. Αδειάζει το νερό με επιμέλεια, με τρυφερότητα. Το ξεπλένει, το ποτίζει. Το κοιτάζει γαληνεμένος μέσα από τα ολόλαμπρα καθαρά του μάτια.
Γαλήνεψα κι εγώ με την τρυφερότητα ενός άνδρα απέναντι σε μια πρασινάδα. Μια στιγμή.

Wednesday, August 08, 2007

Απομεσήμερο

Μια βόλτα στο φως που λείπει καμιά φορά.
Ένας ορίζοντας.
Με τις ανηφόρες και τις κατηφόρες του.
Ένα βλέμμα από τη σκιά που εμμένει.
Χρόνια.
Με τέρματα που δεν έλαχαν.
Χωρίς ζητωκραυγές.
Μόνο με μεσημεριανούς ψιθύρους.
Από τη σκιά.
Ψιθύρους για το φως.
Και τον ορίζοντα
με το τέρμα του.
Σοκάκι το απομεσήμερο
που θα διαβείς.
Με ησυχία μυρμηγκιών
και σαματά των τζιτζικιών.
Άρχισε να ξεφορτώνεις
εδώ τη σιγαλιά σου.
Θα ακουστεί.
Απομεσήμερο.
Με φως.
Από τη σκιά.

Tuesday, August 07, 2007

"...Εγώ το ξέρω τι ποθείς: ειδικό βάρος στις λέξεις σου..."

(Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι το 14ο κεφάλαιο από το τελευταίο βιβλίο του Θανάση Τριαρίδη, με τον τίτλο "Ich bebe-όταν οι αμαξάδες μαστιγώνουν τ' άλογα" που βρίσκεται ολόκληρο δημοσιευμένο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.triaridis.gr/ichbebe/)


Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe

14


Δικαίωσις, 1928




Πήγε, που λες, άγγελος Κυρίου στον Καρυωτάκη
εκείνην την εικοστή του Ιουλίου του είκοσι οχτώ,
την ώρα που ο ποιητής μας είχε κιόλας γυμνωθεί,
έτοιμος πια να μπει στη θάλασσα και να πνιγεί.

«Αδελφέ μου, έρχομαι από τον Ασπρογένη τον Πατέρα» του 'πε,
«για να σου δώσω την Αιώνια Ζωή και το Μέγα Έλεος.
Βγάλε από τον νου σου τον πνιγμό και κάθε άλλη αμαρτία
και σκέψου την κοινωνία των πιστών,
εκεί όπου σωζόμαστε όλοι μαζί χάρη στην αγάπη Εκείνου…
Έτσι θα έρθεις κι εσύ στο Τάγμα των Δικαίων –
εκεί η μιαρή μελαγχολία σου θα γίνει χαρά
και Σεραφείμ και Χερουβείμ θα ψέλνουν Αλληλούια»

Δεν έπεισαν τα λόγια του τον ποιητή τον τζάτζα·
τον κοίταξε με το σταχτί το μάτι του
κι έπειτα τον στόλισε κανονικά:
«Ξεφορτώσου μας, άγγελε Κυρίου –
σε προτιμώ ως Ζέφυρο στους πίνακες του Μποτιτσέλι,
να γέρνεις από το βάρος της λαγνείας, έτοιμος για χαμό οριστικό.
Την Αιώνια Ζωή σου κράτα την για σένα
και το Μέγα Έλεος καλύτερα να μη σου πω τι να το κάνεις.
Γύρνα στον Ασπρογένη σου, λοιπόν,
και μη μου ζαλίζεις τον έρωτα με τους Δικαίους,
γιατί σφόδρα βιάζομαι να γράψω
τις ε ν τ υ π ώ σ ε ι ς ε ν ό ς π ν ι γ μ έ ν ο υ».

Κι ευθύς μπήκε στη θάλασσα,
αφήνοντάς τον σύξυλο τον άγγελο
να τον κοιτά σαν βλάκας.
Πάλεψε μανιασμένα για να πνιγεί –
μα δεν είναι εύκολο να καταφέρεις κάτι τέτοιο·
βουλιάζεις στο νερό μα το στόμα σου γυρεύει την επιφάνεια.
Μετά από δέκα ώρες τον ξέβρασε το κύμα στην ακροθαλασσιά,
γεμάτον με οργή για την ανημποριά του.

Δεν παραιτήθηκε – αυτό δα έλειπε:
όλη τη νύχτα έγραφε το τελευταίο του σημείωμα,
έπειτα φόρεσε κοστούμι και γραβάτα.
Σαν άνοιξαν τα μαγαζιά πήγε στο οπλοπωλείο
κι αγόρασε τα απαραίτητα – μήτε καν πρόφαση
είχε σκεφτεί να πει του οπλοπώλη·
κι έπειτα πήγε στην παραλία, κάτω από τον ευκάλυπτο –
τον γνωστό ευκάλυπτο που θροΐζει στις αλέες.

Τότε φάνηκε ο διάβολος ο ίδιος
με τα κέρατα τα σουβλερά, με τα κόκκινα μάτια
και τα λοιπά αξεσουάρ του.
Κι ευθύς τον άρχισε στο μπούρου μπούρου
και του 'ταξε – αχ και τι του 'ταξε:

«Εγώ δεν είμαι σαν τον άγγελο Κυρίου,
να σου λέω για Τάγματα Δικαίων,
αγάπη του Πατέρα και μπλα μπλα.
Εγώ το ξέρω τι ποθείς:
ειδικό βάρος στις λέξεις σου,
ρίγη λελογισμένης παραφοράς στις καταλήξεις σου –
ίσα για να αναστατώνονται ελαφριά οι κυρίες–
και προπαντός αυτή τη λάμψη που κάνει τους στίχους
να μην ξεχνιούνται, να μην τους παίρνει το αεράκι,
αθανασία εξασφαλισμένη, γκαραντί.
Και υποχρέωση καμιά – απλώς θα 'σαι δικός μου».

Στον βρόντο πήγαν κι οι κουβέντες του διαβόλου·
ο Καρυωτάκης ήσαν και πάλι βιαστικός,
είχε γεμίσει ήδη το πιστόλι και ετοιμάζονταν:
«Άμε στην τρούπα σου, μπαρμπαδιάβολε,
σε προτιμώ στα ποιήματα του Μποντλέρ
θλιμμένο κι αχαλίνωτο, γιομάτο γαλάζια θλίψη·
σήμερα με φλόμωσες στις μπούρδες…
Κι όσα μου λες για το ειδικό βάρος των λέξεων
εγώ τα έχω γραμμένα κανονικά –
εγώ μονάχα θέλω την παρουσία μου
κ ά π ω ς ν α β α ρ α ί ν ε ι.»

Και μια και δυο πυροβολήθηκε στην καρδιά,
σωριάστηκε καταγής, τα χέρια στην κοιλιά,
το ψάθινο καπέλο θαρρείς προσκέφαλο,
έτοιμος πλέον για να τον βγάλουνε
τη γνωστή φωτογραφία της χωροφυλακής
με τα μισόκλειστα μάτια –
έτοιμος η παρουσία του να βαρύνει
πρώτη φόρα σε τέσσερων τον ώμο
και τα λοιπά και τα λοιπά.

Και φρένιαζαν οι άγγελοι και οι διαβόλοι
που φάγανε το σούπερ ζαρτ
από τον τζάτζα τον ποιητή.