Tuesday, July 31, 2007

Η ιδεολογία της μοναξιάς ή η μοναξιά της ιδεολογίας


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 28/7/2007)

«…Θα φύγω. Αποτολμώ κάτι που δεν κρύβω ότι με γεμίζει με κάποιο δέος, με την ανατροπή της κεντρικής έκφρασής μου εδώ και τόσα χρόνια. Επιλέγω να εγκαταλείψω κάτι άρρηκτα δεμένο με αυτό που θεωρώ τόσο σημαντικό στη ζωή μου, την εσωτερική μου ισορροπία. Το επιλέγω, με πλήρη συνείδηση για το τι διακινδυνεύω. Όμως η έλλογη διακινδύνευση είναι κι αυτή κομμάτι της ιδεολογίας μου, της ταυτότητάς μου…»




Την τριλογία του Νίκου Θέμελη, «Αναζήτηση», «Ανατροπή», «Αναλαμπή», τη διάβασα σε εποχή αναγνωστικής αθωότητας και την απόλαυσα, την ευχαριστήθηκα, δείχνοντας προτίμηση στην «Αναζήτηση» και σε κείνη την Ελένη της «Ανατροπής» του. Στάθηκαν, μπορώ να πω, ένας λόγος ακόμη για να θέλω να διαβάζω. Τότε δεν έγραφα γι’ αυτά που διάβαζα. Στην πορεία οι απαιτήσεις μου ως αναγνώστριας άρχισαν να αυξάνονται και για τα βιβλία που διάβαζα και για το πώς διάβαζα τα βιβλία. Και ο όγκος των διαβασμένων βιβλίων μεγάλωνε, μαζί με των αδιάβαστων. Κάπου εκεί στο διάκενο παράπεσε και το «Για μια συντροφιά ανάμεσά μας» που δεν το διάβασα.
Εκείνο που έμεινε απαράλλαχτο με τότε, είναι ο θαυμασμός μου για τα εξώφυλλα των βιβλίων του, άλλωστε αποτελούν δικά του έργα ζωγραφικής. Και κάτι ακόμη: ο τρόπος που τα διάβαζα τα βιβλία του, δηλαδή μονορούφι. Έτσι, έγινε και με το τελευταίο «Μια ζωή δυο ζωές» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Κι ας είχα να του «προσάψω» αυτή τη φορά του συγγραφέα και πάλι με βάση το γούστο μου. (Συγχωρείστε το προσωπικόν του πράγματος, αλλά έτσι είναι με τα βιβλία μου. Μου. Γίνονται δικά μου, από τη στιγμή που τα διαβάσω. Και απαιτώ κι απ’ αυτά κι από τους συγγραφείς τους. Και από μένα, να στραγγίξω την ουσία τους, όταν υπάρχει και αν υπάρχει, πέρα από την αναγνωστική απόλαυση.)
Η ξύλινη γλώσσα με ξένισε. (Παρατήρησα και κάτι εξόφθαλμες αβλεψίες της επιμέλειας: π.χ. «υπέρ του δέοντος», αντί «υπέρ το δέον», οι οποίες έχουν σημασία, αν σκεφτεί κανείς ότι τα βιβλία του Θέμελη έχουν δεκάδες χιλιάδες αναγνώστες.) Η υποβλητική ατμόσφαιρα απουσίαζε. Χαλαρό κείμενο, με κάτι εξάρσεις αποφθεγματικών αφορισμών για την πολιτική και την ιδεολογία, με ίχνη διδακτισμού. Η μοναξιά, μόνο, του συγγραφέα ή του ήρωα ήταν παρούσα. Δεν ήταν λίγο αυτό, αλλά υπάρχει σε τόσα βιβλία πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων και το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν εκτιμάται δεόντως. Δεν την περίμενα στο Θέμελη, που είχε ασχοληθεί τόσο με το παρελθόν και την πραγματολογική του χαρτογράφηση και την είχε κρύψει τόσο καλά από την κοινή θέα. Από την άλλη, κατέληξα ότι αυτό ήταν και το στοιχείο που εκτίμησα. «…Όμως με τις ιδέες μου ήμουν απελπιστικά μόνος. Μιλούσα σε κουφούς ή σε φίλους που απλώς με ανέχονταν και δεν ήθελαν να με προσβάλλουν…» Το θάρρος του να επιχειρήσει να την «πει» τη μοναξιά. Κι ας μην ήταν για μένα ελκυστικό το περιτύλιγμα: ακαδημαϊκός χώρος, κλασική μουσική, μεγαλοαστική ή νεοελληνική Αθήνα, ό,τι υπάρχει από τα δύο, κρίση ηλικίας των πενηντάρηδων, εξωσυζυγικές σχέσεις και τα άλλα «δαιμόνια».

Monday, July 30, 2007

Στους δρόμους της σκέψης και της φιλοσοφίας

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 28/7/2007)

Είναι γνωστό ότι στη Γαλλία τα παιδιά μαθαίνουν περισσότερα για την αρχαία Ελλάδα απ’ ό,τι τα δικά μας εδώ που κατάγονται από τα χώματα τούτα που πάτησαν πριν χιλιάδες χρόνια οι πρόγονοί τους. Υπήρξα ένα απ’ αυτά τα παιδιά που διδάχθηκαν για πρώτη φορά αρχαία ελληνική γραμματεία στην πρώτη τάξη του Λυκείου και μάλιστα ως «άγνωστο κείμενο». Αυτή την terra incognita, λοιπόν, κάποιοι την περιδιαβαίνουν και τη «διαβάζουν» με μεγαλύτερη ευκολία απ’ ό,τι συμβαίνει εδώ στην Ελλάδα, και την αποκωδικοποιούν ενίοτε με απολαυστικό τρόπο.
Σ’ αυτό το τελευταίο εμπίπτει το βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός, με τίτλο «Είναι τρελοί αυτοί οι σοφοί! (Σκηνές από την αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη)», σε μετάφραση Ειρήνης Μαρκίδη. Συγγραφείς του είναι φυσικά δύο Γάλλοι: ο ακαδημαϊκός και δημοσιογράφος στη «Le Monde», Roger-Pol Droit, και ο δημοσιογράφος στο «Nouvel Observateur», Jean-Philippe de Tonnac.
Το εγχείρημά τους αφορά μια προσπάθεια να χαρτογραφήσουν την αρχαία φιλοσοφία, χρησιμοποιώντας ως μέσο τους την παράθεση ανέκδοτων ιστοριών που αφορούν τους μεγάλους διανοητές του αρχαίου και τότε γνωστού κόσμου, με απλό και εύληπτο τρόπο. «…η φιλοσοφία την εποχή εκείνη συνιστούσε έναν ιδιαίτερο τρόπο ζωής…ένα μεγάλο μέρος της φιλοσοφίας δεν βρισκόταν μέσα στα βιβλία…» Συγκέντρωσαν έτσι όλες εκείνες τις αρκούντως διδακτικές, με τον τρόπο τους, ιστορίες και τις ανέπλασαν ελαφρώς μυθιστορηματικά, ώστε να γίνουν προσιτές στον αναγνώστη. «…Το να συναντήσεις στο δρόμο σου έναν αναζητητή της σοφίας σήμαινε ότι έβλεπες να ανοίγεται ένας δρόμος –μπροστά σε σένα μάλλον παρά μπροστά σ’ εκείνον…» Ξεχωρίζω από τα κείμενα δύο που εμένα μου άρεσαν ιδιαίτερα, εκείνο με τίτλο «Το σχολείο των δεματιών» που λέει πώς ο Δημόκριτος μύησε στις γνώσεις του τον Πρωταγόρα, καθώς και εκείνο με τίτλο «Να απαλλαγεί από το υγρό!» που αναπαριστά το τέλος του Ηράκλειτου, απόλυτα εναρμονισμένο με τη ζωή, την πίστη και τη φιλοσοφία του.
Απόλυτα επιτυχημένο το εγχείρημα των δύο συγγραφέων, καθώς κατορθώνουν να μεταφέρουν πολύ ζωντανά και εμπεριστατωμένα όλα εκείνα τα «ανέκδοτα» στοιχεία που αφορούν τη ζωή και τη δράση των φιλοσόφων. Στην έκδοση περιλαμβάνονται και μερικά βιογραφικά στοιχεία των σπουδαίων αυτών προσωπικοτήτων που σημάδεψαν τη σύγχρονη δυτική σκέψη. «…Ο φιλόσοφος, εραστής της γνώσης-σοφίας, ποτέ δεν θα γίνει γνώστης-σοφός. Πρέπει να αναζητά ασταμάτητα…» Μ’ αρέσει που αντιμετωπίζουν οι συγγραφείς τη φιλοσοφία ως ζωντανή οντότητα και δεν «φοβούνται» να τη φέρουν στη σύγχρονη πραγματικότητα εκλαϊκευμένη και σεβόμενοι φυσικά τη βαθύτερη ουσία της.«…Αυτοί που ξέρουν να διαβάζουν, δεν ξέρουν απαραίτητα και να ζουν…» Η ακολουθία λόγων και έργων των ανθρώπων εκείνων που χάραξαν τους δρόμους της αναζήτησης της σοφίας είναι το καλύτερο παράδειγμα για το σημερινό άνθρωπο. «…Η γνώση δεν ήταν μία αναρρίχηση, μία διαφυγή στα υψηλά. Ήταν ένας κύκλος, μία ελικοειδής κατάδυση, μία υπομονετική, απέραντη, πολύμορφη, αναζήτηση, για να συγκεντρώσει κανείς όλα τα δεδομένα πάνω στον κόσμο, πάνω σε όλες τις πλευρές του κόσμου, και να τα ταξινομήσει, να τα διευθετήσει, να τα παραβάλει, να τα επεξεργαστεί κάτω από το φως της λογικής…» Για να πορευτεί στις οδούς της σκέψης και να συνεχίσει να αμφιβάλλει με σθένος. «…Σύμφωνα με μαρτυρίες, όταν μία μέρα τον ρώτησαν τι είναι η ελπίδα, ο Αριστοτέλης απάντησε: “Είναι το να ονειρεύεται κανείς όντας ξύπνιος”…»

Έναν ίσκιο να ξαποστάσουμε...


με τα τζιτζίκια να στήνουν τον τρελό χορό της βουής τους
και το φως να παιχνιδίζει μέσα απ' τις γρίλλιες,
πώς να μην διαβάσεις αλλιώς τα βιβλία;
Πώς να μην αφεθείς στην καλή προαίρεση της φύσης;
Πώς να μην μαγευτείς από τις λέξεις που συλλάβισαν άλλοι για σένα;
Ένα τέτοιον "στοιχειωμένο" ίσκιο άπλωσε πάνω μου στις μέρες των διακοπών μου ένα αριστουργηματικό βιβλίο που διάβασα: "Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα" του Θανάση Τριαρίδη, εκδόσεις Πατάκη.

Tuesday, July 24, 2007

Νοσταλγία θερινής ραστώνης




Αρμυρή δροσιά


Οφθαλμαπάτη

Κατηφόριζα σε έναν αθηναϊκό δρόμο το μεσημεράκι και νόμισα ότι είδα μπροστά μου κατάρτια από πλοιάρια, αλλά ήταν μόνο κεραίες τηλεοράσεων και κάγκελα πολυκατοικιών. Είναι σαν τον διψασμένο στην έρημο που βλέπει τις οάσεις να ανοίγονται μπροστά του. Ε, παιχνίδια των ματιών ήταν, των παραθύρων της ψυχής που κοντά ένα μήνα τώρα παραθέριζαν δίπλα στη θάλασσα...

Monday, July 23, 2007

Ο παραμυθάς – «μηχανικός» του φανταστικού και της μυθοπλασίας


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 21/7/2007)


«…Η σύγχρονη «αποκατάσταση» του συγγραφέα περνά, κυρίως, μέσα από τα ίδια κείμενα που δεν είχαν καθόλου πείσει την παραδοσιακή κριτική. Δεν είναι ο Ιούλιος Βερν που άλλαξε, αλλά το βλέμμα που του ρίχνουμε…»


Ο Ιούλιος Βερν είναι καταγεγραμμένος στη μνήμη μου, όπως και για πολλούς φαντάζομαι, ως εφαλτήριο των πρώτων αναγνωστικών εμπειριών μου. Θυμάμαι θερινά μεσημέρια της παιδικής μου ηλικίας και χειμωνιάτικες μέρες και νύχτες εορτών και αργιών οι ήρωές του να πρωταγωνιστούν στη φαντασία μου και να διαπράττουν την πρώτη μυθιστορηματική ανάπλαση της πραγματικότητας γύρω μου. Γνώρισα τον κόσμο είτε πετώντας με αερόστατο* είτε ταξιδεύοντας στο κέντρο της γης* είτε περνώντας από ήπειρο σε ήπειρο παρέα με το Φιλέα Φογκ και τον Πασπαρτού* είτε ατενίζοντας τη γη από το φεγγάρι* είτε συντροφιά με τον δεκαπεντάχρονο πλοίαρχο σε μυστηριώδη νησιά* είτε περιπλανώμενη με το Μιχαήλ Στρογκώφ στις ρωσικές στέπες και τούνδρες. Ή τουλάχιστον έτσι νόμισα ότι γνώρισα τον κόσμο. Το βέβαιο είναι ότι μαγεύτηκα τόσο που ρίχτηκα στην αναγνωστική περιπέτεια της λογοτεχνίας -χάρη σε κείνον- με τέτοια καταδιωκτική μανία που ακόμη να την ξεπεράσω στο κατώφλι της ώριμης ζωής μου. Του οφείλω και κάποιους από τους βαθμούς της μυωπίας μου. Χρέη μου άνοιξε, με τη λογοτεχνία, ατελείωτα αυτός ο μεγάλος παραμυθάς του 19ου αιώνα που δεν θα κλείσω ποτέ. Και να σκεφτεί κανείς ότι δεν θεωρούσαν στις μέρες του τα έργα του λογοτεχνία ή έστω σοβαρή λογοτεχνία. «…Ο Ιούλιος Βερν ενσαρκώνει, αναμφίβολα, την πιο χαρακτηριστική περίπτωση απόσταση ανάμεσα στη φήμη (φήμη που διαρκεί) ενός συγγραφέα και την «επίσημη» λογοτεχνική του θέση…»
Ωστόσο ο αναγνώστης των ημερών μας ή ακόμη και ο αναγνώστης του 20ου αιώνα μόνο, που σεβόταν τον εαυτό του, είτε όφειλε να έχει περάσει από τις ατραπούς των ταξιδιών του Βερν είτε σήμερα απ’ αυτόν διαπλάστηκε στα πρώτα του διαβάσματα, ανεξίτηλα και αναπόφευκτα. Όταν με ρωτούσαν τι διάβαζα, πιτσιρίκι όταν ήμουν, με καμάρι απαντούσα «Ιούλιο Βερν, φυσικά». Και δεν το αμφισβήτησα αυτό ποτέ. Ακόμη και τώρα θα μπορούσα να τον κατατάξω άνετα στους αγαπημένους μου συγγραφείς. Χρειάστηκε να φτάσω ένα βήμα πριν την είσοδό μου στην τρίτη δεκαετία της ζωής μου για να καταρρίψω ένα μέρος ενός παιδικού ακόμη μύθου. Ο Βερν στην εποχή του δεν ήταν το απόλυτο που είχα εγώ από παιδί στο μυαλό μου, για τη λογοτεχνία. Στον καιρό του είχε αμφισβητηθεί –ή καλύτερα είχε αγνοηθεί από την επίσημη λογοτεχνική κριτική- όσο λίγοι. «…Η έλλειψη αυτή του «ψυχολογικού» και του «κοινωνικού» ήταν αισθητή στην εποχή του, σαν ελάττωμα που επιβεβαίωνε την περιθωριακή θέση του Ιουλίου Βερν στα λαϊκά και τα εκπαιδευτικά μυθιστορήματα…» Και για να το μάθω αυτό, έφτασα στα 29 μου χρόνια. Έπρεπε να πέσει στα χέρια μου μια βιογραφία του –«ΙΟΥΛΙΟΣ ΒΕΡΝ, ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΕΝΟΣ ΜΥΘΟΥ» του Lucian Boia, σε μετάφραση Άννας Δαμιανίδη που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Ηλέκτρα- για να το μάθω. Αλλιώς θα έμενα με τον παιδικό κι εφηβικό μου μύθο ακέραιο. Όχι, ότι άλλαξε μέσα μου η αίσθηση εκείνη που έχω ακόμη για τα βιβλία και τους ήρωές του ούτε ότι άλλαξε η γνώμη μου για την ομορφιά και την απόλαυση που μου παρείχε εκείνος απλόχερα στα πρώτα μου διαβάσματα. Ίσα-ίσα. Απλώς είδα τη θεώρηση που είχαν οι άλλοι για το έργο του μέσα στο πέρασμα του χρόνου και κυρίως οι σύγχρονοί του και «ταρακουνήθηκα». Η παιδική μου ματιά πήγε περίπατο, για να γίνω πιο σαφής. «…Αφού υπέφερε από την υπερβολική απλοποίηση, ο Ιούλιος Βερν κινδυνεύει να γίνει αφόρητα πολύπλοκος!…» Και τι δεν έχει ειπωθεί για το έργο του. Η βιογραφία στην οποία αναφέρομαι και από την οποία προέρχονται τα αποσπάσματα που παραθέτω, καταγράφει όλα εκείνα που καταμαρτυρούν φιλόλογοι και πάσης φύσεως ενδιαφερόμενοι ειδικοί στο έργο του. Γιατί για την προσωπικότητά του, ο ίδιος δεν είχε αφήσει περιθώρια να τον «δει» ο αναγνώστης του, να τον «ψάξει» με καμία ηδονοβλεπτική ή κουτσομπολίστικη διάθεση ως άτομο ούτε ο ιστορικός του μέλλοντος να τον σκιαγραφήσει με σαφήνεια αποκόπτοντάς τον από την εργογραφία του. «…Η φιλολογική προσέγγιση του έργου του Βερν την τελευταία δεκαετία μοιάζει να έχει έναν βασικό σκοπό: να αποδεσμεύσει τον Βερν από το «προπατορικό αμάρτημα» της λογοτεχνίας που προοριζόταν για εφήβους…»
Μ’ αρέσει που δεν άφησε τέτοια περιθώρια. Γιατί έτσι διαφυλάττει το λογοτεχνικό του μύθο στις καρδιές και το μυαλό όλων εκείνων των παιδιών που τον αγάπησαν, τον αγαπούν και θα τον αγαπούν. «…τον Ιούλιο Βερν δεν τον ενδιαφέρει η πραγματικότητα, αλλά η αληθοφάνεια που δεν είναι συχνά τίποτα περισσότερο από πετυχημένη μεταμφίεση του εξωπραγματικού…» Ο Ιούλιος Βερν κατάφερε να είναι μόνο το έργο του, πόσοι δεν θα ήθελαν άλλωστε να είναι στη θέση του; Όμως δεν αποδεσμεύθηκε –αδύνατο θα ήταν κάτι τέτοιο με τους θαυμαστές που απέκτησε στη ροή του χρόνου- και από τις άπειρες ερμηνείες που δόθηκαν για τις επινοήσεις του και τη λογοτεχνική ανάπλαση που ο ίδιος επιχείρησε. «…Αντί να φτιάξει τον κόσμο από την αρχή, ο Ιούλιος Βερν προτιμούσε να τον αποφεύγει, κι ήθελε να απομονώνεται όσο γίνεται καλύτερα, ακριβώς χάρη στην τεχνολογία…»
Σύμφωνα με την εν λόγω βιογραφία που παραθέτει στοιχεία εμπεριστατωμένα και βιβλιογραφία αρκούντως ικανοποιητική, ο Ιούλιος Βερν δεν υπήρξε κανένας «προφήτης» του καιρού του ούτε για την τεχνολογία που ήδη είχε αρχίσει να αναπτύσσεται ούτε για τις υπαρξιακές αναζητήσεις του καιρού του και των επερχόμενων γενεών. «…Παραμένει προσγειωμένος, του αρέσει να παίζει με την πραγματικότητα, και μάλιστα αρκετά τολμηρά, αλλά μόνο μαζί της. Ό,τι ξεπερνάει τις επαληθεύσιμες συντεταγμένες της ύπαρξης δεν τον αφορά…»
Ένας μεγάλος μυθοπλάστης ήταν που εκείνο το μόνο που υπηρέτησε επάξια ήταν η τέχνη του, κι ας μην του αναγνωρίστηκε όσο ζούσε αυτή η αξία. Το βέβαιο είναι ότι δημιούργησε χιλιάδες αναγνώστες, τους έπλασε, τους γαλούχησε με κάτι πολύ σημαντικό: την πίστη στην ισχύ της φαντασίας, την πίστη στη μαγεία του προσωπικού ονείρου και μύθου, την πίστη στο ακατόρθωτο που δεν είναι τελικά και τόσο ακατόρθωτο. «…Τα μυθιστορήματα του Βερν έχουν κάτι από τη μηχανική της ακρίβειας…» Δεν ξέρω τι θα λέγεται και τι θα γράφεται γι’ αυτόν μετά από χρόνια. Δεν ξέρω καν αν τα παιδιά μας θα διαβάσουν Ιούλιο Βερν, αν θα μαγευτούν από τις ίδιες ιστορίες που κατόρθωσαν να ταξιδέψουν και να μαγέψουν εμάς. Ξέρω μόνο ότι αυτός ο άξιος παραμυθάς, αυτός ο «μηχανικός» του φανταστικού, έχει συντροφέψει τόσο απόλυτα την παιδική κι εφηβική ηλικία τόσων πολλών παιδιών –βάζω και τον εαυτό μου μέσα-, έχει ακούσει την ανάσα τους να βαραίνει από την αγωνία και την ομορφιά του παραμυθιού που θα τον ζήλευαν όλοι οι ενήλικες του κόσμου.

«…Η ελευθερία είναι ευαίσθητο πράγμα…»




(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 7/7/2007)


«…Οι ανυπόμονοι είναι δυστυχείς, γιατί πάντα κάτι θέλουν και πάντα τους δίνεται ό,τι ακριβώς δεν θέλουν. Γι’ αυτό το λόγο η ευτυχία μπορεί να παραβληθεί με την ομορφότερη γυναίκα. Είναι μυστήριο. Θέλει μυαλό, πολύ μυαλό. Διότι, αν παριστάνεις ότι δεν τη λαμβάνεις υπόψη, αν παριστάνεις ότι δεν τη σκέπτεσαι, πέφτει λαχανιασμένη στα πόδια σου. Πονηριές, η ζωή θέλει πονηριές. Να την ξεγελάς όσο σε παίρνει. Να την ξεγελάς, να κοροϊδέψεις, αν χρειαστεί, ακόμα και τον εαυτό σου!…»



Είναι ένα βιβλίο που γράφτηκε το 1977. Έφτασε στη γλώσσα μας να μεταφερθεί μόλις φέτος, τριάντα χρόνια μετά. Αρκετός καιρός για να καταλάβεις αν η πατίνα του χρόνου έχει πέσει πάνω του με ευγένεια κι ευαισθησία ή αν το έχει καταπιεί. Αν δεν ήξερα πότε γράφτηκε, θα πίστευα ότι συνέβη μόλις, από ένα συγγραφέα που δοκιμάζει στην αφήγησή του νέους τρόπους.
Θα με ξεγελούσε άνετα ότι πρόκειται για ένα φρέσκο εγχείρημα το μυθιστόρημα με τίτλο «Το τέλος ενός οικογενειακού χρονικού» του Πέτερ Νάντας από την Ουγγαρία, που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση της Μανουέλα Μπέρκι. Είναι μια ιδιαίτερη γραφή, αφοπλιστική στη σύλληψη της διάρθρωσής της. Ένα μικρό παιδί με την παραληρηματική του σκέψη αφηγείται τη ιστορία της οικογένειάς του και το τέλος της, γιατί κάθε ιστορία έχει ένα τέλος, ιδίως όταν πρόκειται για την ιστορία της ζωής των ανθρώπων. «…Βλέπεις πόσο απαισιόδοξο ζώο είναι ο άνθρωπος; Νομίζει ότι ορίζει τη ζωή του ο ίδιος. Λες κι η ζωή είναι θέμα της δικής του βούλησης…»
Εικόνες εναλλάσσονται πότε αποπνέοντας απόλυτη τρυφερότητα, πότε σκληρότητα –σαν και κείνη των λαϊκών μεσαιωνικών θρύλων- και βοώντας μιαν τελεσίδικη μοναξιά, στα ενδότερα. Ο πιτσιρίκος αραδιάζει θραύσματα της καθημερινότητάς του, παρεμβάλλοντας κομμάτια της ζωής του εβραίου παππού του τα οποία ανακατεύει με βιβλικές ιστορίες και πρωταγωνιστές που προσγειώνονται από τη σφαίρα του μύθου μέσα στη διόλου γραμμική αφήγησή του. Δεν είναι εύκολη η ανάγνωση του βιβλίου του Νάντας, αλλά αποζημιώνει τον κοπιώδη και απαιτητικό αναγνώστη με εικόνες ονειρικές, από κείνες που μπορεί να βρει κανείς μόνο στα βιβλία, γιατί της γεννάει η αναπλασμένη πραγματικότητα, δηλαδή η βαθύτερη προσωπική αλήθεια του δημιουργού. «…Το παράξενο ήταν ότι, όταν περίμενα κάτι, αυτό δεν γινόταν ποτέ…»
Ο ρυθμός της αφήγησης είναι το μεγάλο ατού του βιβλίου, στη διατήρηση του οποίου στα ελληνικά, προφανώς, έχει συμβάλλει τα μέγιστα η μετάφραση. Οι εικόνες ξεπηδούν μέσα από τις λέξεις σαν να ανασύρει κανείς εκθέματα από το μουσείο της φαντασίας και των βιωμάτων του. «…Όταν περίμενα να συμβεί κάτι και δεν συνέβαινε, τότε άρχιζα να φοβάμαι. Φοβόμουν ότι από εδώ και πέρα όλα θα παρέμεναν έτσι…»
Ο Πέτερ Νάντας ο οποίος θεωρείται από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της πατρίδας του μαζί με τον Ίμρε Κέρτες, διαπλέκει αριστοτεχνικά στις γραμμές του την ιστορία του κεντρικού του ήρωα και της οικογένειάς του με την πολιτική κατάσταση της χώρας του στα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Χωρίς φυσικά να το κάνει αυτό πρόδηλα. Ίσα-ίσα το αφήνει να διαφαίνεται μέσα από την παιδική αφέλεια του ήρωά του, χωρίς ίχνος διάθεσης να γίνει διδακτικός ή να πολιτικολογήσει. «…Εκ προοιμίου, μην ψάχνεις για κανένα δίδαγμα. Οι ιστορίες είναι εφάπαξ λεπτομέρειες της ζωής, δεν περιέχουν διδάγματα…» Σ’ αυτά τα διδάγματα που δεν υπάρχουν, σύμφωνα με το συγγραφέα, σ’ αυτές τις λεπτομέρειες της ζωής στήνεται ο ιστός της ανθρωπιάς που τυλίγει όλο το βιβλίο, από λέξη σε λέξη. «…Όταν το πνεύμα χωθεί μέσα σε κάποια σάρκα αρχίζει να βρομάει…Ποιος όμως είναι ικανός να αντιληφθεί τα ίδια του τα λάθη;…Η ελευθερία είναι ευαίσθητο πράγμα…Οι πιο ανθεκτικοί είναι οι νεκροί μύθοι…»

«Ο συγγραφέας έχει έναν καημό, ένα μαράζι που το παλεύει σε όλη του τη ζωή»

(Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 14/7/2007)


«…Αυτό που είναι συγκλονιστικό, είναι ότι τα τελευταία χρόνια η «αστραδενή» κάνει μια δεύτερη καριέρα στα σχολεία, γιατί υπάρχουν αποσπάσματά της και στα βιβλία του Δημοτικού και στα βιβλία του Γυμνασίου. Τώρα, τα σχολεία είναι πολυ-πολιτισμικά. Μπαίνω σε τάξεις, λοιπόν, που τα μισά παιδιά ή και πάνω από τα μισά, δεν είναι ελληνόπουλα και διαβάζοντας τις περιπέτειες και τις δυσκολίες προσαρμογής που είχε ένα ελληνόπουλο στον τόπο του τον ίδιο, παρηγορούνται, επειδή περνάνε κι αυτά αντίστοιχες δυσκολίες…»



Βλέπει τους συγγραφείς ως άτομα που στην παιδική τους ηλικία πιθανόν να βίωσαν ένα σημαντικό έλλειμμα ή τραύμα για το οποίο στην υπόλοιπη ζωή τους ζητούν να παρηγορηθούν, με την παραμυθία που προσφέρει η λογοτεχνία. Με τη γραφή της η ίδια περιθάλπει πολλές παιδικές ψυχές με ζεστασιά, γλυκύτητα κι ευαισθησία και πάνω απ’ όλα αλήθεια, αλλά και συγκινεί τους ενήλικες αναγνώστες που την ακολουθούν πιστά σε κάθε της βήμα. Τελευταίο της βιβλίο που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, η συλλογή διηγημάτων «Φιλοδοξίες κήπου». Η Ευγενία Φακίνου μας μίλησε για τις ηρωίδες της, για τα υπαρξιακά αδιέξοδα των γυναικών που την απασχολούν στη γραφή της, για την αντιφατική σχέση του Έλληνα με το παρελθόν του, για τις προσωπικές της δηλαδή συγγραφικές εμμονές.



Έχετε ένα μοναδικό τρόπο να δημιουργείτε μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα στο βιβλία σας, είτε πρόκειται για κλειστοφοβικό αστικό περιβάλλον –κυρίως στα διηγήματά σας- είτε για την απλωσιά της ελληνικής περιφέρειας που τη βρίσκουμε περισσότερο στα μυθιστορήματά σας, μέσα από μια προσωπική ιδιότυπη διήθηση της μυθολογίας. Πώς επιλέγετε κάθε φορά να τοποθετήσετε χωροταξικά και χρονικά μια ιστορία;

Πάντα το θέμα είναι αυτό που με καθοδηγεί. Από τα έντεκα μυθιστορήματα, είναι αλήθεια ότι μόνο ένα είναι αστικό, η «Τυφλόμυγα». Όλα τα άλλα διαδραματίζονται στην ύπαιθρο χώρα, γιατί εγώ πιστεύω ότι εκεί είναι η καρδιά της Ελλάδας, εκεί ο άνθρωπος είναι εκτεθειμένος, είναι αυτός και τα συναισθήματά του και η σκιά του, γιατί δεν μπορεί να κρυφτεί. Στην πόλη κρύβεται εύκολα. Στα διηγήματα, στο τελευταίο βιβλίο που κυκλοφόρησε, «Φιλοδοξίες κήπου», με έκπληξη διαπίστωσα κι εγώ –γιατί αυτά είναι διηγήματα γραμμένα στη διάρκεια 25 ετών σχεδόν- ότι τα περισσότερα είναι της πόλης διηγήματα. Και επίσης με έκπληξη, είδα ότι ήταν πάρα πολύ προσωπικά.
Να εξηγήσω ότι γράφτηκαν κατόπιν παραγγελίας από διάφορες εφημερίδες ή περιοδικά ή κάποιες συλλογές που έγιναν, με διαφορά δυο-τριών ετών το ένα από το άλλο τις περισσότερες φορές. Τα είχα σχεδόν ξεχάσει κι εγώ, μέχρι που αποφάσισα να τα μαζέψω πέρυσι το καλοκαίρι και να γράψω και ένα, το τελευταίο στη σειρά, το ομότιτλο «Φιλοδοξίες κήπου» το οποίο είναι ένα πειραματικό κείμενο, θα το έλεγα, που αφορά στον Ε. Χ. Γονατά.


Θα ήθελα να μου μιλήσετε για τον Ε.Χ. Γονατά και την επίδραση του έργου του στη δική σας δημιουργία, καθώς το κείμενό σας για κείνον καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής, «Φιλοδοξίες κήπου».

Πριν φτάσω στο Γονατά, να πω λίγο την ιστορία: είχα από το ’80 την έμμονη ιδέα ότι, όταν βλέπουμε μία ταινία ή ένα ντοκιμαντέρ, το μάτι δεν προλαβαίνει να επεξεργαστεί όλες τις λεπτομέρειες και το μυαλό δεν έχει το χρόνο να επεξεργαστεί όλα τα νοήματα. Άρα τι θα συνέβαινε, αν πάγωνα την εικόνα, έκανα την περιγραφή του χώρου, έβαζα τα λόγια που λένε οι πρωταγωνιστές, αλλά παράλληλα και τα συναισθήματα που μου προκαλούσε η εικόνα που έβλεπα; Είχα, λοιπόν, μια μεγάλη συλλογή από βιντεοκασέτες από διάφορα πράγματα που έβλεπα στην τηλεόραση και με ενδιέφεραν. Από το ’98-’99, είχα επισημάνει το ντοκιμαντέρ αυτό για το Γονατά, γιατί μου άρεσε πάρα πολύ. Πέρυσι, το Μάρτη που το ξαναείδα, είπα ότι αυτό είναι και πάνω σ’ αυτό θα δουλέψω. Το έργο του Γονατά το γνώριζα, το εκτιμούσα ιδιαίτερα, αλλά με συγκίνησε και η προσωπικότητα του Γονατά, όπως έβγαινε μέσα απ’ αυτό το ντοκιμαντέρ της Εύας Στεφανή.

Ποια στοιχεία ήταν αυτά που σας συγκίνησαν;

Αυτή η αθωότητα. Αυτή η άλλη πραγματικότητα που είχε δημιουργήσει και ζούσε, διότι η κανονική πραγματικότητα τον πλήγωνε. Τον έβρισκα έναν πολύ ενδιαφέροντα χαρακτήρα. Όσον αφορά το έργο του, δεν έχω καμία συγγένεια, αλλά το εκτιμώ πάρα πολύ. Μου αρέσει ο υπερρεαλισμός του.

Στο διήγημα με τίτλο «Φασολάδα και μπιφτέκι», λέει η μικρή ηρωίδα σας κάπου: «…μ’ εκείνη τη διαστροφική ικανότητα που είχα να δραματοποιώ την πραγματικότητα, να την κάνω πρώτα παραμύθι και μετά να την αφομοιώνω, ένιωθα ότι θα ήθελα να ήμουν μέρος όσων είχα παρατηρήσει…» Είναι η δική σας φωνή εδώ; Πιστεύετε ότι αυτός είναι ένας από τους λόγους που γράφετε λογοτεχνία;

Ακριβώς. Αυτό το διήγημα είναι ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Έρως, Θέρος, Πόλεμος» που είναι η μυθιστορηματική εκδοχή της ζωής της μητέρας μου. Και βεβαίως είναι προσωπικό αφήγημα. Ναι, είχα διαπιστώσει από μικρή ότι διαρκώς παρατηρούσα, έφτιαχνα έναν μύθο πρώτα από αυτά τα στοιχεία της πραγματικότητας και θα ‘λεγα ότι μετά τα βίωνα. Νομίζω ότι αυτό είναι κοινό σε πάρα πολλούς συγγραφείς. Αυτό κάνουν άλλωστε, κάπου δεν χωράνε στην πραγματικότητα που βιώνουν και πρέπει να την ξαναζυμώσουν και να τη φέρουν στα μέτρα τους.

Από τα πρώτα σας βήματα, ήδη –με τη θρυλική «Ντενεκεδούπολη» και με τη «Αστραδενή» λίγο αργότερα- αγαπηθήκατε πάρα πολύ από το αναγνωστικό κοινό. Αισθανθήκατε ποτέ αυτό να σας πιέζει στις επιλογές σας; Νιώσατε να διαμορφώνεται η λογοτεχνική σας ταυτότητα και από τις προσδοκίες του κοινού ή ακολουθήσατε απολύτως τις προσωπικές σας ανάγκες κι επιθυμίες;

Νομίζω ότι κανένας πραγματικός συγγραφέας δεν επηρεάζεται από τη γνώμη του κοινού. Ο συγγραφέας έχει έναν καημό, έχει ένα μαράζι το οποίο το παλεύει σε όλη του τη ζωή. Κάθε φορά το θέμα που του ‘ρχεται πάντα έχει έναν κοινό παρανομαστή με κάποιο προηγούμενο, διότι μία έμμονη ιδέα είναι αυτή που διατρέχει όλο το έργο του κάθε συγγραφέα. Άρα λοιπόν, αυτό που με ενδιαφέρει είναι να προσεγγίσω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτό που έχω ως όραμα στο κεφάλι μου. Δεν με ενδιαφέρει την ώρα που γράφω, αν αυτό θα γίνει αποδεκτό ή το βαθμό που θα γίνει αποδεκτό. Για μένα μόνο, είναι τελείως προσωπικό. Είναι πολύ εγωιστική η πράξη της συγγραφής. Είσαι εσύ και το κείμενό σου, δεν είναι κανένας άλλος εκείνη την ώρα.

Όπως και η σχέση του αναγνώστη με το βιβλίο…

Ασφαλώς. Και είναι αυτή η μαγική αμφίδρομη σχέση συγγραφέα και αναγνώστη, αν συναντηθούν –διότι ο συγγραφέας έχει λάβει ως δέκτης κάποια μηνύματα από την κοινωνία, τα έχει επεξεργαστεί και μετά ως πομπός τα ξαναστέλνει στην κοινωνία. Αν, λοιπόν, ο αναγνώστης βρει κάτι που να τον αγγίξει ή βρει κάτι που τον είχε απασχολήσει ή τον απασχολεί και το πραγματεύεται το κείμενο που διαβάζει, και τον ικανοποιήσει, αυτή είναι και η επιτυχία του συγγραφέα.

Εσείς είστε ευτυχής απ’ αυτό…

Δεν μπορώ να πω.

Είπατε, προηγουμένως, ότι μια έμμονη ιδέα διατρέχει το έργο κάθε συγγραφέα. Έχετε εντοπίσει ποια είναι η δική σας έμμονη ιδέα;

Νομίζω ότι είναι δύο οι έμμονες ιδέες. Η μία είναι η σχέση που έχουν οι Έλληνες με την ιστορία τους και πώς αυτοπροσδιορίζονται, διότι από τη μια τους βλέπουμε να είναι περήφανοι για το ιστορικό παρελθόν και από την άλλη, πάρα πολύ εύκολα μπορούν να το αρνηθούν, προκειμένου να χαρακτηριστούν σύγχρονοι. Και η άλλη έμμονη ιδέα νομίζω ότι έχει να κάνει με τις γυναίκες. Με ενδιαφέρουν τα υπαρξιακά τους αδιέξοδα και ότι τα αισθηματικά τους αδιέξοδα. Με ενδιαφέρει πώς βιώνουν μία ζωή που πολλές φορές δεν την επέλεξαν και πώς μπορούν να ξεφύγουν απ’ αυτό, βελτιώνοντας πρώτα τη σχέση που έχουν οι ίδιες με τον εαυτό τους και μετά τη σχέση που έχουν με το περιβάλλον τους ή με την κοινωνία.

Δηλαδή, είναι σαν να επιχειρείτε να τους δώσετε φωνή, όταν δεν έχουν τη φωνή να μιλήσουν οι ίδιες;

Μπορεί να είναι κι αυτό. Μπορεί να έχω ακούσει πάρα πολλές βουβές φωνές και να με στοιχειώσανε και να θέλω να τους δώσω λόγο.

Στο πρώτο διήγημα της συλλογής, η Ιφιγένεια λέει: «Με την πλάτη στον τοίχο είμαι πάντα». Ο συγγραφέας είναι διαρκώς με την πλάτη στον τοίχο, με την έννοια ότι εκτίθεται ο ψυχισμός του σε κάθε έργο του που δημοσιοποιεί;

Μπορεί να τον κρύβει τον ψυχισμό του και να μην αποκαλύπτεται κάθε φορά. Δεν σημαίνει ότι αυτοβιογραφούμεθα διαρκώς. Εγώ το κάνω σχετικά περιορισμένα. Μπορεί να δανείζω στους ήρωες ή τις ηρωίδες μου προσωπικά μου στοιχεία, αλλά θα έλεγα ότι μόνο ένα βιβλίο ήταν αυτοβιογραφικό κι αυτό μέσα απ’ τη φωνή της κόρης προς τη μάνα στο «Έρως, Θέρος, Πόλεμος» και με μεγάλη μου έκπληξη είδα ότι και τα διηγήματα αυτά ήταν αυτοβιογραφικά. Στο διήγημα της Ιφιγένειας, αλλά και στο συγγενικό της Αριάδνης, περιλαμβάνεται τμήμα μιας σκέψης που είχα, ενός σχεδίου, να πιάσω ηρωίδες από τις τραγωδίες, αλλά να τις δω σε μια άλλη χρονική στιγμή ή, αν θες, φωτισμένες από μία άλλη γωνία. Να εξηγηθώ: την Ιφιγένεια τη θυμόμαστε όλοι ως παιδάκι, όταν πάει στην Αυλίδα, θυσιάζεται και φεύγει μέσα στο σύννεφο. Εγώ -επειδή έχω σπουδάσει ξεναγός και έχω κάνει πολλές ξεναγήσεις και στη Βραυρώνα είχα μαγευτεί, βλέποντας τη σπηλιά που έλεγαν ότι ήταν το σπίτι της Ιφιγένειας, ο τόπος κατοικίας της- λέω τι θα σκεφτόταν η Ιφιγένεια μεγάλη, γριά δηλαδή; Τι ανάκληση μνημών θα είχε; Μετά, την Αριάδνη όλοι τη θυμόμαστε να δίνει το κουβάρι στο Θησέα και μετά να την παρατάει αυτός στη Νάξο. Έχει συνέχεια, όμως, η ιστορία, διότι την Αριάδνη την παντρεύτηκε ο Διόνυσος, την έκανε θεά, αλλά υποψιάζομαι ότι αυτή θα θυμόταν πάντοτε αυτό τον άπιστο, το Θησέα.

Απόλαυσα τους εσωτερικούς μονολόγους της Ιφιγένειας και της Αριάδνης, στοιχεία των οποίων ανακαλύπτει κανείς και σε άλλα σας βιβλία, όπως για παράδειγμα στην «αστραδενή»...

Η Ιφιγένεια είναι ένα σύμβολο που έρχεται και επανέρχεται πολύ συχνά στα βιβλία μου, ως σύμβολο θυσίας για το καλό των άλλων. Η «αστραδενή» είναι μεταφορά της τραγωδίας της Ιφιγένειας στη σύγχρονη Ελλάδα, δηλαδή της δεκαετίας του ’70. Στη δεκαετία του ‘80, που έκανα περιοδείες με την «Ντενεκεδούπουλη», είχα δει να μένουν κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα πάρα πολλά μικρά παιδιά με τους παππούδες και τις γιαγιάδες, διότι οι γονείς ήταν στη Γερμανία, στο Βέλγιο κλπ. Και είχα καταλάβει ότι εκεί υπήρχε ένα πρόβλημα, δηλαδή αυτά τα παιδιά έμειναν μικρά εδώ, λίγο μεγαλύτερα πήγαν στη Γερμανία, ούτε τη Γερμανία μπόρεσαν να αισθανθούν πατρίδα, όταν μεγάλωσαν επέστρεψαν στην Ελλάδα, αλλά ούτε στην Ελλάδα πια μπόρεσαν να προσαρμοστούν. Μετά, υπήρχε ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα με την εσωτερική μετανάστευση και στην «αστραδενή» είναι η εσωτερική μετανάστευση μέσα από τα μάτια ενός παιδιού. Διότι κι εκεί, πάρα πολλά παιδιά έχασαν τη βολή τους, τους φίλους τους, τους δικούς τους, επειδή οι γονείς έψαχναν για μια καλύτερη ζωή, για ένα καλύτερο μέλλον. Αυτό που είναι συγκλονιστικό, είναι ότι τα τελευταία χρόνια η «αστραδενή» κάνει μια δεύτερη καριέρα στα σχολεία, γιατί υπάρχουν αποσπάσματά της και στα βιβλία του Δημοτικού και στα βιβλία του Γυμνασίου. Τώρα, τα σχολεία είναι πολυ-πολιτισμικά. Μπαίνω σε τάξεις, λοιπόν, -το να επισκέπτομαι σχολεία είναι κάτι που αγαπώ πολύ να κάνω- που τα μισά παιδιά ή και πάνω από τα μισά, δεν είναι ελληνόπουλα και διαβάζοντας τις περιπέτειες και τις δυσκολίες προσαρμογής που είχε ένα ελληνόπουλο στον τόπο του τον ίδιο, παρηγορούνται, επειδή περνάνε κι αυτά αντίστοιχες δυσκολίες.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά εκείνα των δύο γυναικείων αυτών μυθικών μορφών που σας γοητεύουν και σας παρακίνησαν να τα «αξιοποιήσετε» λογοτεχνικά;

Το ότι και οι δύο οδηγήθηκαν σε μία ζωή που δεν επέλεξαν. Δηλαδή η Ιφιγένεια, χωρίς να το θέλει, έγινε ιέρεια και έμεινε άγαμη σε όλη της τη ζωή, και άτεκνη, άφιλη και άπολις όπως λέει. Και η Αριάδνη, επίσης, οδηγήθηκε σε μια ζωή που δεν επέλεξε. Αυτό είναι που με συγκινεί πάντα: το ότι οι άνθρωποι πολλές φορές, τις πιο πολλές ίσως, δεν έχουν δυνατότητα επιλογής.

Κατά τη γνώμη μου, εκμαιεύετε από τον αναγνώστη σας το εσωτερικό του δάκρυ, τον προσωπικό του «αγκάθι» που τον αγκυλώνει. Πόσο δύσκολη είναι η διατήρηση της ισορροπίας για να μην κυλήσει κανείς στο εύκολο μελό; Πώς το αποφεύγετε;

Εγώ δεν νομίζω ότι το κάνω επίτηδες για να συγκινήσω τον αναγνώστη. Είναι η προσωπική συγκίνηση που έχω, καθώς γράφω, γιατί αυτούς τους ήρωες τους αγαπώ και τους πονώ. Και προσπαθώ να είμαι ειλικρινής και έντιμη απέναντί τους. Αν, λοιπόν, αυτά τα συναισθήματα τα δικά μου τα εισπράττει ο αναγνώστης, εκεί τότε οφείλεται η συγκίνηση η δική του.


Υπάρχει η άποψη ότι το μυθιστόρημα είναι κάτι σαν γάμος και το διήγημα μοιάζει με one night stand, όσον αφορά τη διαδικασία της γραφής. Πώς βλέπετε τη μικρή αλλά και την εκτενέστερη φόρμα; Ποιες είναι οι δυσκολίες τους για σας;

Εγώ σ’ αυτό που αναφέρατε, έχω κάθετες και οριζόντιες και πλάγιες αντιρρήσεις, δεν συμφωνώ δηλαδή καθόλου. Κάθε θέμα απαιτεί από το συγγραφέα του το ολοκληρωτικό του δόσιμο είτε είναι μικρή η φόρμα είτε είναι μεγάλη. Ο κόπος είναι ίδιος, απλώς είναι άλλοι οι κανόνες, όταν γράφεις ένα διήγημα και άλλοι, όταν γράφεις ένα μυθιστόρημα. Είναι διαφορετική η δομή και διαφορετικός ο χώρος στον οποίο θα αναπτύξεις το θέμα σου.




Να σας δροσίσω λιγάκι...

Καλώς σας βρίσκω όλους! Αυτό το ηλιοβασίλεμα μου έπλενε τα μάτια τόσον καιρό, είπα να το μοιραστώ μαζί σας...

Εισιτήριο «αλέ ρετούρ» για την …Κόλαση




(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στις 7/7/2007 στη Φιλολογική Βραδυνή)

Μια ιδιότυπη χαρτογράφηση του ρόλου που έπαιξε η μορφή του διαβόλου και το περιβάλλον στο φαντασιακό των καλλιτεχνών, δηλαδή οι αναπαραστάσεις της κόλασης –ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για τον καθένα- στην Τέχνη (τη δυτική τέχνη), από το 1300 μ.Χ. κι ύστερα, επιχειρεί στο πρώτο της βιβλίο, με τίτλο «Η ζωή μετά το διάβολο-Μια συνοπτική ιστορία της Κόλασης» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μαγικό Κουτί» η Μαρία Λεκάκη, η μία εκ των συνιδρυτών του νεότευκτου εκδοτικού οίκου.
Με σπουδές ιστορίας της Τέχνης στη Σορβόνη η νεαρή δημιουργός (γεννήθηκε το 1976) είναι η καθ’ ύλην αρμόδια για μια ξενάγηση στην καλλιτεχνική δημιουργία που χρησιμοποίησε ως κεντρική της ιδέα και άξονα την κόλαση, από την Αναγέννηση έως και τις μέρες μας.
Εφαλτήριο αυτής της ξεχωριστής περιήγησης, με αδρές γραμμές, στη ζωή, το έργο, τις επιρροές και φυσικά τη δική τους χάραξη νέων δρόμων στην ποίηση, τη ζωγραφική και τη γλυπτική από δημιουργούς που σημάδεψαν την ύπαρξή τους και την καλλιτεχνική τους υπόσταση με την ενασχόλησή τους με την τιμωρία, τον κολασμό, την κόλαση, αποτελεί η «Κωμωδία» του ποιητή Δάντη Αλιγκιέρι, αργότερα «Θεία Κωμωδία», όπως ονομάστηκε από το Βοκάκιο («Δεκαήμερο»).
Η Μαρία Λεκάκη ξεκαθαρίζει ότι το βιβλίο χαρακτηρίζεται από υποκειμενικότητα στη ματιά και τη θεώρηση του αντικειμένου του και δεν διαθέτει τη συστηματικότητα διατριβής. Κατά τον Βίτολντ Γκόμπροβιτς, μέσα από την υποκειμενικότητα μπορείς να είσαι αντικειμενικός. Ο τρόπος που χειρίζεται το υλικό της η Λεκάκη, είναι ελκυστικός και γοητευτικός. Η απλότητα και μεστότητά της σε κερδίζουν. Κοφτή γραφή, άμεση, σύγχρονη. Γλώσσα ολοζώντανη και παραστατική που δεν τρομάζει τον αναγνώστη με βαρύγδουπες αναλύσεις και κριτικές τοποθετήσεις γι’ αυτό που ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια του και είναι η ίδια η …κόλαση.
Διαβάζοντας το βιβλίο αποκτά κανείς μια πρώτη συνολική εικόνα για τη θέση που έλαβε στην καλλιτεχνική δημιουργία το αντίθετο του παραδείσου. Δεν πρόκειται για λογοτεχνικό έργο, αλλά για μια συγκεντρωτική εκλαϊκευμένη σκιαγράφηση της πορείας προς την καλλιτεχνική «εκμετάλλευση» και απόδοση της κόλασης μέσα στα τελευταία 700 χρόνια. Κάτι σαν οδηγός πλεύσης, πυξίδα ή για όποιον ελκύεται ιδιαίτερα από το βύθισμα στα σκοτάδια της, μοιάζει με εισιτήριο «αλέ ρετούρ» για την κόλαση και την εξερεύνησή της, γεμίζοντας τον αναγνώστη που θέλει να προβληματιστεί, με γόνιμα ερωτήματα. «…Τι συμβαίνει; Ο ρόλος του καλλιτέχνη αλλάζει; Δεν είναι πια ο διαφορετικός, αυτός που ξεχωρίζει, που βρίσκεται εκτός του κοινωνικού πλαισίου;…Τι συμβαίνει εντός των ορίων; Τι γίνεται ανάμεσά μας; Μέσα μας; Στο λιτό δωμάτιο, Κεκλεισμένων των Θυρών; Εντός του –ανύπαρκτου πια- συρματοπλέγματος; …Ποια μεταφυσική έχει αντικαταστήσει (ή θα αντικαταστήσει) την απώλεια απτού μεταφυσικού τόπου; Ποια η υπαρξιακή αγωνία που νιώθει ένας ανάμεσά μας; Εν τέλει: πώς λειτουργεί μια κοινωνία χωρίς Κόλαση;…Ίσως το πέρασμά μας από το σκοτάδι, από την Κόλαση, να οδηγεί στο φως.»Στα θετικά του βιβλίου λογίζονται η πολύ προσεγμένη αισθητικά έκδοση, το ευρηματικό εξώφυλλο, το κατατοπιστικό οπισθόφυλλο, αλλά και οι πολύ βοηθητικές –για όποιον θελήσει να εξερευνήσει περαιτέρω τα της κολάσεως στην Τέχνη- πηγές.