Wednesday, May 30, 2007

Η βο(υ)καμβίλια

Χθες, στο όμορφο μπλογκ του αρμυρικίου, με περίμενε ένα απρόσμενο δώρο: εξαιρετικές εικόνες από ένα λουλούδι που ενδύει γωνιές του τόπου μου, ναυπλιώτικες γωνιές. Το βραδάκι, βρεθήκαμε μια ωραία παρέα από κείνες που σε χαλαρώνουν απολύτως, να τρώμε και να πίνουμε κάτω από το θαμπό φεγγάρι μιας ζεστής από τα τσίπουρα νύχτας. Το αεράκι φυσούσε γλυκά. Μια φίλη ρώτησε απρόσμενα πώς το λένε εκείνο το λουλούδι που τα άνθη του στεφάνωναν το θάμπος του φεγγαριού. Βουκαμβίλια της είπα. Βοκαμβίλια σκεφτόμουν μέσα μου, όπως με είχε μάθει να το λέω ο παππούς.

(Η φωτογραφία είναι από αθηναϊκό δρόμο του κέντρου. Κάπου εκεί στην Ακαδημίας, απέναντι από τον Πατάκη, στο φανάρι)

Monday, May 14, 2007

Όσο υπάρχουν …βιβλία, υπάρχει ελπίδα…

(H συνέντευξη δημοσιεύτηκε στις 12/5/2007 στη Φιλολογική Βραδυνή)


«…Ξέρεις, το πρόβλημα του χώρου απασχολούσε κι απασχολεί συνεχώς όλους τους βιβλιόφιλους. Έχω σκεφτεί ένα σχετικό αξίωμα: Όσο χώρο και να ‘χεις, πάντα θα είναι μικρότερος από τα βιβλία σου. Τόσο στην καρδιά σου, όσο και στο μυαλό σου, και φυσικά, στο σπίτι σου…» (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ)





Με αφόπλισε ο απλός και ευθύβολος τρόπος που απάντησε στις ερωτήσεις μου. Στην πραγματικότητα τις «εξουδετέρωσε» και τις «καθάρισε», όπως πράττει και με τους λογοτεχνικούς του ήρωες, όταν χρειάζεται, στα βιβλία που γράφει. Είναι η ευκολία του αυτή να αντιτίθεται στη σοβαροφάνεια και να την υπονομεύει αποτελεσματικά. Κάνει το ίδιο και στα βιβλία του. Αποστάζει μόνο την ουσία και την απολύτως απαραίτητη πλοκή, χωρίς να πελαγοδρομεί σε προσωπικά αδιέξοδα, αντίθετα με την τάση πολλών νεοελλήνων δημιουργών.
Ο Δημήτρης Μαμαλούκας καταπιάστηκε με ένα απολύτως βιβλιοφιλικό θέμα, στο τελευταίο του βιβλίο «Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα» που κυκλοφόρησε μόλις από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, χρησιμοποιώντας το προσωπικό του μεγάλο ατού: την ισχυρή πλοκή και την αστυνομική περιπέτεια. Η μεγάλη του έννοια ήταν ο αναγνώστης και το πώς θα τον διευκολύνει να απολαύσει μια ιστορία μυστηρίου. Γι’ αυτό το τελευταίο, βγήκε ασπροπρόσωπος, καθώς καταφέρνει να κρατάει τον αναγνώστη του σε αγωνία μέχρι και το τέλος που επιφυλάσσει μια καινοτομία: στην ουσία θυμίζει τα extras από τα DVDs των ταινιών, καθώς πρόκειται για ένα τμήμα του βιβλίου περιορισμένο, το οποίο αποκρύπτεται από το βλέμμα του αναγνώστη, μέχρι και το πέρας της ιστορίας, για να προστεθεί στο τέλος ως περικοπή, με στόχο να ξεδιαλύνει και την παραμικρή λεπτομέρεια της υπόθεσης.
Ο Μαμαλούκας κλείνει το μάτι στον αναγνώστη του, όχι μόνο με τα παιχνίδια της δομής του κειμένου του, αλλά και με μικρά αποφθεγματικά «διαμαντάκια», στα οποία είναι φειδωλός, αλλά καίριος. «…Μόνο οι ματιές και οι σκέψεις είναι αθόρυβες…». Είναι παραμυθάς και δεν αποποιείται το χαρακτηρισμό – να σημειώσω ότι δια ζώσης είναι απαράμιλλος ο τρόπος που διηγείται, γι’ αυτό και πετυχαίνει να έχει ανάλογο ρυθμό και η λογοτεχνική του αφήγηση- , δεν είναι φιλοδοξία του να γίνει ο νέος Καζαντζάκης, αλλά προσγειωμένα θέλει να μπορεί να γράφει τις ιστορίες του, όπως δηλώνει. Μόνον αυτό.
«…Νιώθει πως το ένστικτο του λύκου, της επιβίωσης, τον έχει κυριεύσει σχεδόν ολοκληρωτικά. Νιώθει πως πρέπει να πολεμήσει για να σωθεί. Στην ανάγκη, να σκοτώσει…» Οι λογοτεχνικές του προτιμήσεις και καταβολές εντοπίζονται στο pulp αμερικανικό μυθιστόρημα (Ρέιμοντ Τσάντλερ, Χάμετ κλπ.), τους κλασικούς της αστυνομικής λογοτεχνίας, Κόναν Ντόυλ και Άγκαθα Κρίστι και εννοείται του αρέσει ο Στίβεν Κινγκ. Πέρα από τα θρίλερ, τις περιπέτειες και τις αστυνομικές ιστορίες, αγαπά τους ρώσους κλασικούς, όπως Ντοστογιέφσκι και Τσέχοφ, του αρέσουν οι ιστορίες του Έντγκαρ Άλαν Πόε, ο Μπωντλαίρ, ο Πρεβέρ, ο Καμύ και ο Σαρτρ, ο Χέμινγουέι και ο Μπουκόφκσι.
Με τη δική του γραφή, ο Δημήτρης Μαμαλούκας καταδύεται στο σκοτεινό ψυχισμό των χαρακτήρων που επινοεί, χωρίς να αφήνει απέξω τις δικές του εμμονές: γρήγορα αυτοκίνητα, όμορφες γυναίκες, η Ιταλία, και τα ουίσκι. Οι ήρωές του για τον ίδιο αποτελούν ένα ολόκληρο προσωπικό σύμπαν που δημιουργεί και συντηρεί η φαντασία του, ως έναν πυλώνα διαφύλαξης της ευαισθησίας του και επιβίωσης του προσωπικού στοιχείου σ’ αυτή την ισοπεδωτική εποχή που ζούμε. Παραφράζοντας τον τίτλο του πρώτου βιβλίου του, «Όσο υπάρχει αλκοόλ, υπάρχει ελπίδα», για τον Δημήτρη Μαμαλούκα, όσο υπάρχουν βιβλία υπάρχει ελπίδα.



Ποιο ήταν το αρχικό κίνητρο ή ερέθισμα για να γράψετε αυτό το μυθιστόρημα;

Καταρχάς, η αγάπη προς το παλαιό βιβλίο και η βιβλιοφιλία εν γένει, συνδυαζόμενη με ένα μοντέρνο αστυνομικό θρίλερ, κατά κάποιον τρόπο.

Ποιος ήταν, λοιπόν, ο Δημήτριος Μόστρας;

Εμπνεύστηκα από μία επιστημονική εργασία της κυρίας Δρούλια γύρω από το Δημήτριο Μόστρα και τη χαμένη βιβλιοθήκη του. Ο Μόστρας ήταν ένας γραμματικός του Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας, Ιγνατίου και γύριζε όλη την τότε Ευρώπη –είμαστε στις αρχές του 1800- μαζί με το Μητροπολίτη και είχε την τρέλα του συλλέκτη, μάζευε σπάνια βιβλία και ελληνικά και παλιά, με σκοπό να τα χαρίσει στο ελληνικό έθνος, όταν αυτό αποκτούσε την ελευθερία του. Ο αδερφός του ήταν έμπορος, ήταν πολύ πλούσιος και ο ίδιος είχε ένα πολύ υψηλό μισθό και αγόραζε συνεχώς απ’ όπου κι αν βρισκόταν, βιβλία. Κάποια στιγμή εγκαταστάθηκε στην Πίζα και συγκέντρωσε εκεί όλη τη βιβλιοθήκη του, που, κατά τις ιστορικές πηγές, κατά την κυρία Δρούλια δηλαδή, ξεπερνούσε τους 12.000 τόμους. Ήταν μια συλλογή πολύ διάσημη στην εποχή της, την επισκέπτονταν πρεσβευτές και διπλωμάτες. Δυο-τρεις φορές ο Μόστρας αρνήθηκε προτάσεις να την πουλήσει, με σκοπό να την δωρίσει στο ελληνικό κράτος. Πέρασαν τα χρόνια, κάποια στιγμή κατέβηκε ο Μόστρας στην Κέρκυρα και εκεί πέρα πούλησε το μεγαλύτερο μέρος στη Βιβλιοθήκη της Κέρκυρας τελικά. Δυστυχώς όμως, η βιβλιοθήκη καταστράφηκε στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν πυρπολήθηκε η Βιβλιοθήκη της Κέρκυρας. Σήμερα δεν σώζεται ούτε ένας κατάλογος του τι βιβλία περιείχε η βιβλιοθήκη του Μόστρα. Ξέρουμε από γράμματα ότι περιείχε και πολύ σπάνια χειρόγραφα, κώδικες και βιβλία. Παραμένει χαμένη. Απλώς υπάρχουν ορισμένα βιβλία με το βιβλιόσημό του, στα μουσεία, στο Βρετανικό Μουσείο υπάρχει ένα χειρόγραφο. Από εκεί εμπνέομαι εγώ και βάζω κάποιους στο 2005 να ψάχνουν να βρουν τα σπάνια βιβλία το Μόστρα, τα οποία είναι κρυμμένα κάπου.

Είστε συλλέκτης εσείς;

Εγώ μαζεύω γενικά μελέτες και βιβλιογραφίες για την ιστορία του βιβλίου. Συγκεντρώνω και κάποια παλιά βιβλία, αλλά δεν είναι πολλά. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου καθαρόαιμο συλλέκτη. Έχω γνωρίσει, ωστόσο, ανθρώπους με το ισχυρό αυτό πάθος για το αντικείμενο που αναζητούν κάθε φορά. Είναι πολύ ακριβό χόμπι η βιβλιοφιλία, αν ψάχνεις σπάνια βιβλία, αλλά μπορεί να γίνει και πολύ φθηνό, αν δεν έχεις τόσο μεγάλες απαιτήσεις.

Διαθέτετε μία μεγάλη ευκολία, ένα προσόν που στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία είναι δυσεύρετο. Είναι η ικανότητά σας να εξυφαίνετε μια δυνατή πλοκή. Αισθάνεστε κάποιες στιγμές ότι θυσιάζετε άλλα στοιχεία λογοτεχνικότητας για χάρη της πλοκής;

Όχι. Μου αρέσει η δυνατή πλοκή, τη θεωρώ απαραίτητη σε ένα μυθιστόρημα, αλλά δεν θεωρώ ότι θυσιάζω κάτι. Προσπαθώ να τα συνδυάσω όλα.

Θα εγκαταλείπατε αυτή την ευκολία σας σε ένα επόμενο βιβλίο; Ποιος θα ήταν ο μόνος ικανός λόγος για να το κάνετε;

Ναι, θα την εγκατέλειπα, μονάχα για ένα βαθιά υπαρξιακό βιβλίο. Έχω κάτι αντίστοιχο στο μυαλό μου, δηλαδή ένα βιβλίο χωρίς ιδιαίτερη πλοκή. Απλώς δεν θα είναι αστυνομικό μυθιστόρημα, δεν θα είναι θρίλερ. Θα είναι υπαρξιακής αγωνίας.

Αλήθεια, πώς και στραφήκατε στο αστυνομικό μυθιστόρημα; Προέρχεστε από σπουδές φιλοσοφίας…

Μόνο του έγινε. Δεν ξέρω. Μόνα τους βγαίνουν τα βιβλία που γράφω.

Τι ενέχει για σας το στοιχείο της πρόκλησης σε μια επόμενη γραφή;

Τίποτα. Προσπαθώ τα βιβλία μου να είναι όσο πιο άρτια γίνεται. Να διαβάζονται με μία ευκολία. Να αφήνουν κάτι στον αναγνώστη. Να περνάει ο αναγνώστης καλά. Να έχουν, εννοείται, και έναν προβληματισμό. Αλλά δεν θέλω τίποτα παραπάνω.

Έχετε στο μυαλό σας έναν «ιδανικό αναγνώστη»; Αισθάνεστε ότι γράφετε γι’ αυτόν;

Όχι, δεν έχω κανέναν στο μυαλό μου. Εγώ θέλω να απευθύνομαι σε όσο το δυνατόν ευρύτερη γκάμα αναγνωστών, οι οποίοι θα περνάνε καλά διαβάζοντας το βιβλίο* να τους αρέσουν οι λεπτομέρειες που μου αρέσουν κι εμένα.

Στη «Χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα» υφέρπει, κατά τη γνώμη μου, μια βαθιά ειρωνεία για τη σύγχρονη κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, τουλάχιστον έτσι όπως παρουσιάζετε τους χαρακτήρες σας. Λέτε κάπου: «…Το όπλο τους, χρήμα τυλιγμένο με αναίδεια, κυκλοφορούσε συχνά, όπως παντού, και στην αγορά των σπάνιων βιβλίων. Είχα το μυαλό να κάνω τα στραβά μάτια ή να ‘χω τα αυτιά βουλωμένα και να πηγαίνω με τα νερά τους…» Ο συγγραφέας πιστεύετε ότι μπορεί να κάνει τα στραβά μάτια σε μια ισοπεδωτική κοινωνία ή έχει χρέος να πάει αντίθετα με το ρεύμα;

Εγώ δεν έχω τόσο μεγάλους κοινωνικούς προβληματισμούς να περιγράψω. Δεν πιστεύω ότι διαφαίνεται τόσο μεγάλη ειρωνεία στο βιβλίο. Απλά καταγράφονται και περιγράφονται ορισμένοι χαρακτήρες, έτσι όπως υπάρχουν και λειτουργούν στην κοινωνία. Δεν είχα σκοπό να θίξω τίποτα παραπάνω. Το ότι πρέπει να δίνεις ένα μυθιστόρημα αστυνομικό, ενταγμένο στους κανόνες και τα ήθη της σύγχρονης κοινωνίας, νομίζω ότι τώρα πια είναι απαραίτητο, αλλά δεν είναι ότι ο συγγραφέας έχει χρέος να το κάνει αυτό. Δεν πιστεύω ότι κάποιος είναι αναγκασμένος να κάνει οτιδήποτε.

Και στο προηγούμενο βιβλίο σας «Η απαγωγή του εκδότη» κυριαρχούσε η μοναξιά του ήρωα, το στοιχείου του εγκλεισμού και η ασφυξία σε μια πραγματικότητα που τον «πάει» και δεν την «πάει» αυτός. Νιώθετε ότι αυτά είναι και χαρακτηριστικά της εποχής μας;

Ναι, θα μπορούσα να πω ότι είναι χαρακτηριστικά της εποχής μας. Δεν νομίζω, όμως, ότι ο ήρωας της «Χαμένης βιβλιοθήκης του Δημητρίου Μόστρα» ασφυκτιά όπως ασφυκτιούσε ο πρωταγωνιστής της «Απαγωγής του εκδότη». Πιστεύω ότι έχουν πολύ μεγάλες διαφορές. Ο ήρωας της «Χαμένης βιβλιοθήκης» είναι κατασταλαγμένος, ξέρει τι κάνει, ενώ της «Απαγωγής», πραγματικά βασανίζεται.

Στα βιβλία σας, αν και καταλήγετε πάντα στην εξαγνιστική κάθαρση, η βία διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο. Γιατί επιλέγετε τη βία για να αφηγηθείτε, να «πείτε» τον κόσμο γύρω σας;

Βία πιο πολύ είχα στο «Μεγάλο Θάνατο του Βοτανικού» και στην «Απαγωγή του εκδότη». Εδώ δεν νομίζω ότι υφίσταται τόσο πολύ θέμα βίας. Δεν επιδιώκω να βάλω βία. Είναι ένα στοιχείο τη εποχής, όπως άλλωστε υπάρχει στην κοινωνία μας. Δεν είναι ιδιαίτερα βίαιο αυτό το βιβλίο.

Υπάρχει τόση βία γύρω μας, που αναρωτιέμαι κάποιες φορές μέχρι πού μπορεί να φτάσει το μυαλό ενός συγγραφέα, όταν τον ξεπερνά έτσι η πραγματικότητα. Είναι η λογοτεχνία ένα αντίδοτο απέναντι στη βία, ακόμη κι όταν μιλάει η ίδια για βία;

Θα μπορούσε να είναι.

Όπως μου είπε ο ποιητής Γιάννης Ευθυμιάδης για σας, «γράφει σκληρά αλλά με καρδιά μαρουλιού». Εσείς τι λέτε γι’ αυτό; Ιδίως όταν βλέπουμε στο τελευταίο βιβλίο σας, τρομοκρατία, συμμορίες, δολοφονίες, μαφία, παιδεραστία να αποτελούν το τραγικό φόντο.

Με έχει καταλάβει πολύ καλά. Εντάξει, ευαίσθητος άνθρωπος είμαι και προσπαθώ να γράψω.

Επιβιώνει η ευαισθησία σε έναν κόσμο με τέτοια βία;

Μπα, δεν πιστεύω. Εξαφανίζεται. Ίσως στο τέλος όλα επιβιώνουν, βέβαια.

Η λογοτεχνία είναι ένας τρόπος να διασώζεται η ευαισθησία;

Ναι, μπορεί να το δει κανείς κι έτσι.

Η Ιταλία και τα αυτοκίνητα είναι τα στοιχεία που βρίσκουν πάντα τρόπο να χωρέσουν στα βιβλία σας. Αν χρειαζόταν να σκεφτείτε το βιβλίο σας ως ιταλικό αυτοκίνητο, ποιο θα ήταν;

Θα μπορούσε να είναι ένα από τα αγαπημένα μου από τα τέλη της δεκαετίας του ’60, αρχές της δεκαετίας του ’70, μια παλιά Lamborghini ή μια παλιά Ferrari. Απ’ αυτά τα δυσκολο-οδήγητα. Χρώμα κίτρινο ή πορτοκαλί για Lamborghini και κόκκινο για Ferrari. Σιχαίνομαι το ασημί χρώμα.

Παρατήρησα ότι οι «δεύτεροι ρόλοι», οι χαρακτήρες σε δεύτερο πλάνο είναι αυτοί που κινούν τα νήματα της εξέλιξης. Ο πρωταγωνιστής στα βιβλία σας είναι συνήθως έρμαιο των επιλογών του μεν, αλλά «θύμα» κατά κάποιον τρόπο των «δεύτερων ρόλων». Μιλήστε μου λίγο γι’ αυτό.

Αυτό που λέτε, είναι αλήθεια. Πιστεύω ότι όπως επηρεαζόμαστε από πολλούς γύρω μας, το ίδιο περιγράφω και στα βιβλία μου.

Δηλαδή έχετε πρώτα στο μυαλό σας το βασικό ήρωα και μετά ακολουθούν οι υπόλοιποι;

Έχω στο μυαλό μου τους κεντρικούς ήρωες και το βασικό σκελετό της υπόθεσης. Από ‘κει και πέρα όμως, το βιβλίο –γράφοντάς το- τραβάει το δικό του δρόμο. Το ίδιο ισχύει και για τους δευτερεύοντες ήρωες, οι οποίοι είναι κανονικά πρόσωπα, και όπως κάποιος άγνωστός μας μπορεί να μας αλλάξει τη ζωή, έτσι κι αυτοί μπορούν να ανατρέψουν όλο το μυθιστόρημα. Δεν είναι ο πρώτος ήρωας ο παντοδύναμος που δεν κινδυνεύει από κάποιον δευτερεύοντα. Όπως στην πραγματική ζωή.

Wednesday, May 09, 2007

Εποπτεύον φεγγάρι

Λειτουργεί μέσα μου από παιδί σαν καταφύγιο και εξομολόγος μεγάλος. Ξέρει όλα εκείνα για μένα που δεν θα μάθει κανείς άλλος. Ίσως ούτε κι εγώ. Βλέπει τα όνειρά μου τα βράδια. Αυτός ο μακρινός ετερόφωτος πλάνητας πλανήτης. Πληγωμένος, γεμάτος κρατήρες. Όταν με φοβίζει το σκοτάδι, στρέφω τα μάτια πάνω του και μου κάνει παρέα. Καμιά φορά, όταν αυτός ο φόβος δεν φεύγει εύκολα, αναγκάζεται να ακούσει και το φάλτσο τραγούδι μου, "...και προχωρώ..."

Monday, May 07, 2007

"Ναύσπλοιον"





"...Λοιπόν από το "ναυπλίους νήσους" του ioeu σκέφτηκα το "ναυς" και το "πλοίο". Πώς θα ήταν αν το λέγαμε "Ναύσπλοιον" της Σταυρούλας;..." ;Έλεγε η "αινιγματική" -μας κοψοχόλιασε το Σάββατο με τα αστεία της, "είμαι ή δεν είμαι η κ. Βιτάλη;"- Λεία σε σχόλιο προηγούμενου ποστ... Της αφιερώνω το ποστάκι που βάζει τόσο ωραία τα πράγματα στη θέση τους σε έντονες συζητήσεις... Ξέρει εκείνη.

Η αντισυμβατικότητα του κλασικού

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 5/5/2007)

«…Τι απίθανο σύστημα κατόπτρων: αυτός καθρεφτιζόταν σ’ εμένα, εγώ καθρεφτιζόμουν μέσα σ’ αυτόν, κι έτσι ο καθένας υφαίνοντας όνειρα για λογαριασμό του άλλου, φτάναμε στο σημείο να διαμορφώνουμε προθέσεις που κανένας απ’ τους δυο μας δεν θα τολμούσε να παραδεχθεί πως ήσαν δικές του…»




«…Η τέχνη είναι ακριβώς αυτό το πράγμα: η εκλογή του καλύτερου, η απόρριψη του λιγότερο καλού* η τέχνη στηρίζεται στην πιο αυστηρή ιεραρχία των αξιών, σε μια συνεχή αξιολόγηση…» αποφαινόταν ο Βίτολντ Γκόμπροβιτς (Witold Gombrowicz), ο αντισυμβατικός πολωνός λογοτέχνης που υπερασπίστηκε τις αρχές του μέχρι το τέλος. Δεν ενέδωσε σε κανέναν και σε τίποτα. Και δεν βγήκε χαμένος, αφού η αιωνιότητα του επεφύλασσε μια θέση στους αιθέρες της. Αντικομφορμιστική προσωπικότητα ο ίδιος, έζησε μια ζωή αντάξια του περιπετειώδους χαρακτήρα του και άφησε πίσω του ένα έργο που αν και ολοκληρώθηκε, στη δεκαετία του ’60, μαζί με τη ζωή του, αποπνέει μια φρεσκάδα που θα τη ζήλευαν οι σύγχρονοι δημιουργοί. Θέλησε να υπηρετήσει την ουτοπία της Τέχνης, δηλαδή από το Μη Πραγματικό να οδηγεί τον αναγνώστη του στην Πραγματικότητα. Και το κατόρθωσε, κουβαλώντας το επαχθές βάρος του «αντί» στην ψυχή του και μετουσιώνοντάς το στο λογοτεχνικό έργο του σε ένα απαράμιλλο προσωπικό ύφος και στιλ.
Στην «Πορνογραφία» του, που επανακυκλοφορεί στα Ελληνικά από τις Εκδόσεις Νεφέλη –να σημειώσω το αισθητικά άρτιο και ευρηματικό εξώφυλλο-, με εξαιρετική εισαγωγή και μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη (ο ίδιος «ευθύνεται» άλλωστε και για την υπέροχη μεταφορά του έργου του Μωρίς Μπλανσώ στη γλώσσα μας), ο Γκόμπροβιτς (μία απορία που αφορά την επιμέλεια του βιβλίου, γιατί το όνομά του στο «αυτάκι» του εξωφύλλου τονιζόταν «Γκομπρόβιτς» και στο υπόλοιπο βιβλίο «Γκόμπροβιτς»;) ξεδιπλώνει με μαεστρία τις αρετές του στο κατά πολλούς κορυφαίο του έργο.

Σε ένα περιβάλλον, αγροτικό τοπίο της Πολωνίας του περασμένου αιώνα, που θυμίζει ατμόσφαιρα των διηγημάτων του Τσέχωφ, ο Γκόμπροβιτς στήνει μια ιστορία που θα μπορούσε να συλλάβει μόνο ένας διανοούμενος, αλλά την εξελίσσει σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούσε να την καταλάβει ο καθένας. «…η γη είχε μεταμορφωθεί σ’ έναν πλανήτη που μετεωριζόταν μέσα στο κενό του σύμπαντος, οι κοσμικές εκτάσεις σε έκαναν να αισθάνεσαι πολύ κοντά την παρουσία τους κι εμείς βρισκόμασταν μέσα στον εσώτατο πυρήνα αυτού του πράγματος…» Ο καθένας φυσικά που είναι σε θέση να συλλάβει το μέγεθος της ειρωνείας του δημιουργού, ο οποίος τα βάζει με όλους και με όλα: το θεό, την τέχνη, το λαό, το προλεταριάτο, τα νιάτα, τα γηρατειά, την εξουσία, την ισχύ, την αδυναμία και βεβαίως τη λαγνεία. Έγραψε ένα βιβλίο, λες για να υπερασπιστεί τους νέους, απέναντι στη διαστροφή του εκάστοτε γεροντικού θέσφατου, και το κάνει αυτό εξυψώνοντας την ανωριμότητα ως πηγή ζωής και δημιουργίας και ως απόλυτη κινητήρια δύναμη. «…Ήταν κατώτερος επειδή ήταν νέος. Ήταν ατελής επειδή ήταν νέος. Ήταν αισθησιακός επειδή ήταν νέος. Σαρκικό, επειδή ήταν νέος. Καταστροφικός, επειδή ήταν νέος. Και με όλη του τη νιότη ήταν άξιος για περιφρόνηση…»

Το 1943, λοιπόν, με τους Ναζί να έχουν εισβάλλει στην Πολωνία, «…μια απουσία γινόταν αισθητή –δεν υπήρχαν πια Εβραίοι…», ένα παράξενο δίδυμο, ο αφηγητής και ο Φρεντερίκ, φτάνουν σε ένα κτήμα της πολωνικής περιφέρειας και αναλαμβάνουν να «διαφθείρουν» δύο νεανικές ψυχές, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, προκειμένου να τα ενώσουν, γιατί έτσι πιστεύουν ότι θα αποκαταστήσουν τις ισορροπίες της φύσης…Θέλουν σώνει και καλά, χωρίς να τους το ζητήσει κανένας, να γίνουν ιδιότυποι μέντορες του ερωτισμού που δεν αποφασίζει από μόνος του φυσικά να εκδηλωθεί. Και σκορπούν τον πανικό και το χάος, καταρχάς, μέσα τους, αυτοί οι δύο ώριμοι (;) άντρες. «…διότι πρέπει να ξέρετε πως όλ’ αυτά πέσανε πάνω μου εκεί που δεν το περίμενα, έπειτα από κάτι απαίσια χρόνια που είχα περάσει, χρόνια καταπιεσμένα, εξουθενωμένα, μαύρα χρόνια κι άραχνα, ή μέχρι τρέλας εξωφρενικά. Χρόνια που στην διάρκειά τους δεν είχα αναπνεύσει παρά μόνο την μπόχα του θανάτου…»

Ο Γκόμπροβιτς επιστρατεύει τα πάντα: φιλοσοφικό στοχασμό, ψυχολογική ανάλυση, λογοτεχνικό λυρισμό, χιούμορ ανατρεπτικό, αφηγηματική δεινότητα, ειρωνεία στο απόγειό της, πλοκή που επίσης ως αναγνώστη σε αναγκάζει να παρακολουθήσεις, για να καταδυθεί στον ανθρώπινο ψυχισμό και στη συνέχεια να αναδυθεί από κει με ένα τεράστιο κέρδος για τον αναγνώστη του: απόλαυση και δέος. Αυτό το τελευταίο για την ικανότητα του συγγραφέα. Μυθιστόρημα σε μια μορφή που μόνο ο Γκόμπροβιτς μπορούσε να δώσει. Μοντέρνο μυθιστόρημα που έχει πατήσει στη στόφα του κλασικού, αλλά έχει εξελιχθεί αναπόφευκτα. «…είμαστε καταδικασμένοι να εξελισσόμαστε…»Μειδιάς και σκέφτεσαι, αγωνιάς και αναλύεις, διαβάζεις και αμφιβάλλεις. Το έδαφος τρίζει συνέχεια κάτω από τις γραμμές που περιδιαβάζουν τα μάτια σου. Άλλωστε αυτός δεν είναι ο σκοπός του μυθιστορήματος; Να σε κάνει να δεις την πραγματικότητα μέσα από το πρίσμα της φαντασίας, προκειμένου όχι να ερμηνεύσεις τον κόσμο –αυτός ερμηνεύεται συνεχώς από ένα σωρό ειδικούς- αλλά να τον «πεις» τον κόσμο, να τον αφηγηθείς στην ολότητά του. Αυτό πετυχαίνει ο Γκόμπροβιτς τον «λέει» τον κόσμο, διερευνώντας τον από κάθε μεριά. Τον ανατέμνει χειρουργικά με το νυστέρι του προσωπικού του ύφους, για να τον αναδείξει μέσα από μια σφαιρικότητα που όλο και εκλείπει σήμερα. «…γιατί ο πόνος είναι εξίσου δυνατός στο σώμα ενός σκουληκιού όσο και στο σώμα ενός δράκοντα, ο πόνος είναι «ένας», όπως ένας είναι και ο χώρος, είναι αδιαίρετος…» Ο σαρκασμός του διαλύει. «…Άρα μην παίρνετε αέρα, βάλτε κάτω απ’ τα σκέλια την ουρά σας, κάντε μόκο, άχνα μην βγάζετε!…» Διαλύει τα αναγνωστικά νέφη, για να δεις τον κόσμο πιο καθαρά, μέσα από τα διαστρεβλωτικά κάτοπτρα του Μη Πραγματικού. Κι αυτή είναι η πιο μεγάλη του αντίδραση, η συμβολή του στην αντισυμβατικότητα, την οποία υπηρέτησε τόσο πιστά και με κόστος, αφού αν και έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, κατά καιρούς απαγορεύονταν η κυκλοφορία των βιβλίων του στην ίδια του τη χώρα. «…το σκότος μπορεί να αποδεσμεύσει μέσα μας απρόοπτες αντιδράσεις…» Σκορπώντας το άναρχο προσωπικό λογοτεχνικό του χάος, βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Στη θέση που έχει χώρο για την αμφιβολία, την αναρώτηση, την προσωπική αντίδραση και την υποκειμενικότητα. Άλλωστε, ο ίδιος λέει ότι μέσα από την υποκειμενικότητα μπορείς να είσαι αντικειμενικός.

Wednesday, May 02, 2007

Η ουτοπία της Πραγματικότητας

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 28/4/2007)

«…αλλά ο Ραβέλ δεν απομακρύνεται από ένα γκρουπ τζαζ και, προσηλωμένος σ’ αυτή τη νέα και εύφθαρτη τέχνη, περνάει εκεί το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας του, ανάμεσα στους μεθυσμένους Αμερικανούς…»



«…δεν υπάρχει αυτό που λένε έμπνευση –η σύνθεση γίνεται στο πιάνο…». Κάπως έτσι είναι και με τη λογοτεχνία. Η σύνθεση ενός έργου γίνεται επί του χαρτιού, πέρα από οποιαδήποτε σύλληψη ιδέας ή εμπνεύσεως κι αν έχει ο συγγραφέας. Ο εργάτης του λόγου είναι υποχρεωμένος από την ίδια την τέχνη του, να ανακαλύψει τον ήρωά του εκτός του χαρτιού συνήθως, να συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία εκείνα που θα αποτελέσουν τον ήρωά του και στη συνέχεια να τον ξαναφτιάξει, ανακαλύπτοντάς τον από την αρχή πάνω στις αράδες του μελανιού στο χαρτί του. Έτσι θα μπορεί να αντέξει μόνος του το ταξίδι ο ήρωας και ανεξάρτητος θα φύγει από τα χέρια του δημιουργού του, όπως ακριβώς ήταν στην αρχή: μόνος, ανεξάρτητος, αυθύπαρκτος.
Αυτό γίνεται τουλάχιστον με τη φιγούρα του Ραβέλ στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ζαν Εσενόζ που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις Εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη. Ο γνωστός συνθέτης και μουσικός υπήρξε καταλυτικό πρόσωπο στην παγκόσμια μουσική δημιουργία. «…στα πενήντα δύο του, είναι στο απόγειο της δόξας του, μοιράζεται με τον Στραβίνσκι το ρόλο του πιο εκτιμημένου μουσικού στον κόσμο, η φωτογραφία του δημοσιεύεται συχνά στις εφημερίδες…» Ο γάλλος συγγραφέας ανέπλασε λογοτεχνικά τη μορφή και τη ζωή του, τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του συνθέτη για την ακρίβεια, αναπαριστώντας την εποχή μέσα από μια πλειάδα καλοστημένων πραγματολογικών στοιχείων. «…Είναι ένα μενού κοινότοπης πολυτέλειας –χαβιάρι, αστακός, ορτύκια Αιγύπτου, αβγά από σχοινοπούλια, σταφύλι θερμοκηπίου-, συνοδεία ό,τι είδους κρασιού μπορείτε να φανταστείτε…» Η ιδιότυπη αυτή μυθιστορηματική βιογραφία, βασισμένη στην προσωπική λογοτεχνική φόρμα του Ζαν Εσενόζ, με προεξάρχουσες τις τάσεις φυγής και αποστασιοποίησης από τη σαφήνεια της ταυτότητας των ηρώων που χαρακτηρίζουν τη γραφή του Γάλλου, επιχειρεί να εκπληρώσει το ζητούμενο μιας μυθιστορηματικής ουτοπίας: τη θεμελίωση ενός δρόμου όπου το Μη πραγματικό θα οδηγήσει στην Πραγματικότητα. «…η Ελέν φρενάρει… προπαντός, για να περιεργαστεί τον Ραβέλ που το πρόσωπό του είναι πιο αιχμηρό, πιο χλομό και πιο σκαμμένο από ποτέ…»
Η αριστουργηματική αφήγηση του Εσενόζ υπηρετείται στην απόδοσή της στα ελληνικά από την απολαυστικά όμορφη, εύηχη και πάντα προσεγμένη γλώσσα –αφού η γλώσσα είναι και αισθητική- του Αχιλλέα Κυριακίδη και κυλάει για τον αναγνώστη απρόσκοπτα και λειτουργικά. Ο Ραβέλ μας αποκαλύπτεται από όλα εκείνα τα στοιχεία που στην πραγματικότητα δεν θα μάθουμε ποτέ ακριβώς αν συνιστούσαν τη ζωή και την καθημερινότητά του. Ο Εσενόζ, ωστόσο, μας πείθει απολύτως, φτιάχνοντας αριστοτεχνικά την ατμόσφαιρα της εποχής, το ψυχικό τοπίο του ήρωα και τον ιστό των πραγμάτων που συνιστούσαν το απολύτως προσωπικό του σύμπαν. Από το μπάνιο και το δωμάτιό του, μέχρι την εξαντλητική διαδικασία του άυπνου ύπνου του. «…δεν μπορούμε να κοιμηθούμε επαγρυπνώντας τον ύπνο…» Μάλιστα, στις τεχνικές ύπνου και ονείρου που αναλύει ο συγγραφέας, βρίσκει κανείς ψήγματα ή αντιστοιχίες της λογοτεχνικής διαδικασίας. «…Μα αυτό είναι γνωστό, δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει: του κάνουν μια πρόταση, τη δέχεται χωρίς να το καλοσκεφτεί, κι όταν έρθει η στιγμή, τον πιάνει απελπισία…»
Οι Εκδόσεις Πόλις για ακόμη μία φορά έδωσαν μια πολύ ωραία έκδοση, πέραν του προσεγμένου και καλαίσθητου εξωφύλλου, με ενδιαφέρουσες και απαραίτητες σημειώσεις του μεταφραστή και χορταστικό επίμετρο, με δύο συνεντεύξεις του συγγραφέα αρκούντως διαφωτιστικές.