Friday, April 27, 2007

Επιστροφή στο κάστρο, ασθμαίνοντας στα σκαλοπάτια. Ανεβείτε μαζί μου...



Παραπέμπω στο μπλογκ του φίλτατου αρμυρικίου, που τα λέει καλύτερα από μένα. Θα σας ξαναβρώ εδώ από την ερχόμενη Τρίτη.

Wednesday, April 25, 2007

Μνήμη

http://librofilo.blogspot.com/

Σήμερα, διάβασα το ποστ του εξαιρετικού librofilo και σας παραπέμπω εκεί. Η ψυχή μας ίσως δεν σκαμπάζει από "γραμμένα" φιλιά και χαμόγελα. Η μνήμη όμως τα αποθησαυρίζει...

Sunday, April 22, 2007

«Υπάρχει πάντα άσυλο στην ψυχή του άλλου»


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 21/4/2007)


«…Θυμόταν καθαρά μια πεποίθηση που έτρεφε στα είκοσί της: ότι αν όλη η οικογένεια μιλήσει με ειλικρίνεια, θα βγουν όλοι μαζί, με φουσκωμένα από το κλάμα μάτια, στο φως…»


Άρωμα από «μαύρη ορχιδέα», εκείνο που υποθάλπει τα κρυμμένα μυστικά –οικογενειακά στη συγκεκριμένη περίπτωση- και τροφοδοτεί τις ψυχικές εντάσεις, αναβλύζει το τελευταίο μυθιστόρημα της Zadie Smith «Στην ομορφιά που χάνεται» (On Beauty) που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις Εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση από την Μπελίκα Κουμπαρέλη. Η αγάπη είναι η ομορφιά, είναι ο κινητήριος μοχλός των πάντων. Και δη η αγάπη που δεν βρίσκει τρόπο να εκφραστεί, που σκοντάφτει στον εγωισμό και τη συναισθηματική αναπηρία ή ανικανότητα.
Γι’ αυτή την αγάπη, είτε που εκλείπει αργόσυρτα είτε που αναζητείται ως φλέγουσα πηγή ζωής, γίνονται όλα: Κατασπαράζονται ψυχικά μεταξύ τους μέλη οικογενειών. Βιώνουν τη διαρκή ματαίωση και αποτυχία, μέσω των προσωπικών επιλογών τους, εκπρόσωποι του ακαδημαϊκού κόσμου. Άλλοι καταφεύγουν στη μονοσήμαντη αισθητική θεώρηση του κόσμου για να κρυφτούν πίσω από τις θεωρίες τους, προκειμένου να μην δουν ότι δεν ζουν ή ότι δεν είναι ικανοί να αγαπήσουν ή να εισπράξουν την αγάπη των άλλων. Και κάποιοι άλλοι οχυρώνονται πίσω από κοινωνικά τείχη, φυλετικές ταυτότητες, οικονομικά status και επαγγελματική καταξίωση ή απαξίωση, προκειμένου να πείσουν τον ίδιο τους τον εαυτό ότι αγαπάνε. «…Η βαρβαρότητα του κόσμου βασίζεται κυρίως στη χαραμισμένη ενέργεια…» Η σύγχρονη βαρβαρότητα είναι εδώ και ορίζεται ως η πλήρης αποχή από την αγάπη ή ως η απόλυτη έλλειψή της. Η ενέργεια που χάθηκε, που δεν διοχετεύτηκε ποτέ, δεν αντλήθηκε ίσως, είτε από φόβο είτε από δειλία είτε από τέλεια άμυνα και αντίσταση στη ζωογόνο ουσία της. «…Πονάει να βλέπεις αυτό που δεν μπορείς να αποκτήσεις…»

Αυτό είναι το μεδούλι που επιλέγει να φτάσει στο βάθος του η Zadie Smith. Τα υπόλοιπα, όπως ο κοινωνικός προβληματισμός, ο φιλοσοφικός στοχασμός και ο ακαδημαϊσμός με τα δεινά και τα οφέλη του, αποτελούν ένα ισχυρό αισθητικό περιτύλιγμα στο μυθιστόρημά της. Γι’ αυτό ίσως κάποιοι καταλογίζουν στη λογοτέχνη ελαφρότητα. Μόνον ελαφρότητα, όμως, δεν συνιστούν τα προβλήματα της αμερικανικής κοινωνίας, οι φυλετικές διακρίσεις, ο ρατσισμός και οι πτυχές και οι εκφάνσεις του στην καθημερινότητα των αμερικανών πολιτών. Οι διαρκείς συγκρουσιακές σχέσεις τίθενται στο μικροσκόπιο της Smith τις οποίες ανατέμνει αριστοτεχνικά μέσα από διαλογικά μέρη που λειτουργούν αποκαλυπτικά για τον αναγνώστη, ενώ ταυτόχρονα δίνουν το ρυθμό της εποχής –πότε χιπ-χοπ, πότε ρυθμ εν μπλουζ- που έχει αποφασίσει να τοποθετήσει την πλοκή της ιστορίας της. «Είμαστε το ανάθεμα των παιδιών μας» Το χάσμα των γενεών καραδοκεί, όπως και το χάσμα που διανοίγει ο παμφάγος χρόνος ανάμεσα σε συζύγους που βρίσκονται για τριάντα χρόνια και πλέον μαζί. Η αντιπαλότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών και η γοητεία αυτής της αντιθετικής άλλοτε και άλλοτε συμπληρωματικής σχέσης κυριαρχεί. «…Οι άντρες κινούνται με το μυαλό κι εμείς με το σώμα, μας αρέσει δε μας αρέσει…»Η παρατηρητικότητα της συγγραφέως είναι καταλυτική, όπως και η διεισδυτικότητά της στο να αποδίδει την ατμόσφαιρα ζευγαριών, περιγράφοντας τις συνθήκες και τις συμβάσεις της ζωής τους, μέσα από τις μικρές καθημερινές εκδηλώσεις της αγάπης που χάθηκε, της αγάπης που αναζητείται, της αγάπης που δίνει ο ένας και ο άλλος τελικά δεν ήταν ποτέ σε θέση, όχι απλώς να διακρίνει, αλλά και να μετουσιώσει σε δική του αγάπη προς τον απέναντι. «…Η απώλεια της αγάπης στο ένα μέρος της ζωής του έκανε το άλλο του μισό να νιώθει μεγάλη παγωνιά…» Μάλιστα, σε αυτό το επίπεδο, η γεννηθείσα το 1975 δημιουργός μου θύμισε τη γλαφυρότητα του Τζον Απντάικ στα «Χωριά» του. «…Ένιωθε ότι αυτό το μίσος των γυναικών για το σώμα τους κυκλοφορούσε στην ατμόσφαιρα και μόλυνε τα πάντα…»

Αναμφίβολα, η Zadie Smith έχει κάτι από τη στόφα των μεγάλων συγγραφέων, αφού σε καθηλώνει ως αναγνώστη, με κείνη τη μοναδικότητα που κατέχουν οι μεγάλοι σύγχρονοι αμερικανοί λογοτέχνες, όπως ο Ροθ και ο Απντάικ. Ωστόσο, αυτό το βιβλίο της που αναφέρεται ως «το έργο της ωριμότητάς της» τελειώνει κάπως άγαρμπα και άκομψα, ενώ έχει σημεία που αναρωτιέσαι τι εξυπηρετούν, καθώς πλατειάζει και σίγουρα θα μπορούσε να ήταν λίγο πιο σύντομο, για να μην χάνει το κείμενο το σφρίγος του. Φοβάμαι ότι η απόδοση του βιβλίου της στα ελληνικά χωλαίνει σε κάποια σημεία και στερεί από την ομορφιά του κειμένου, καθώς ο αναγνώστης παρατηρεί σημεία που του αποσπά την προσοχή η μετάφραση και όχι αυτό καθεαυτό το λογοτέχνημα. Υποψιάζομαι ότι αυτό οφείλεται στη δυσκολία μεταφοράς στα ελληνικά (αυτό το «τι στο διάτανο» δεν μπόρεσα να τον αντιπαρέλθω) και απόδοσης πιστής της καθημερινής γλώσσας και των ιδιωματισμών που χρησιμοποιούν κατά κόρον οι νέοι. Το υπέροχο εξώφυλλο είναι αναμφισβήτητα ένα πολύ ελκυστικό στοιχείο και συγκαταλέγεται στα θετικά της ελληνικής έκδοσης. Είναι από τα βιβλία που χαίρομαι να έχω στη βιβλιοθήκη μου ή πάνω στο γραφείο μου και να τα χαζεύω απλώς.
«…Ζήτησε από τους φοιτητές του να φανταστούν την ομορφιά ως τη μάσκα που φοράει η δύναμη…”Η τέχνη είναι ο δυτικός μύθος παρηγορίας και δημιουργίας του εαυτού”…» Η γραφή της Smith είναι δυνατή με την έννοια ότι προσφέρει και παραμυθία στον αναγνώστη, αλλά και η λογοτεχνία στα χέρια της αποκτά το ένδυμα ή το όχημα εκείνο που θέλει η ομορφιά για να αναδείξει τη χάρη της. Κι αυτό γιατί η συγγραφέας ξέρει να ισορροπεί ανάμεσα στη λογική και την ευαισθησία, ξέρει να ακροβατεί ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ουσία που χρειάζεται να αποκρυσταλλώνει στη μυθιστορηματικής της ανάπλαση και αναδημιουργία. Και βάζει τον αναγνώστη να συμμετέχει με μαεστρία, στήνοντας τον ιστό των ψυχικών τοπίων που κουβαλούν φορτία γνώριμα και σημαντικά. «…Ο χρόνος δεν υπάρχει αυτόνομα αλλά μέσω των συναισθημάτων μας…»

Ξεχωρίζει, από τις φιγούρες και τους χαρακτήρες των ηρώων της, η Σαρλίν Κιπς, αυτή η στωική γυναίκα που αντιπροσωπεύει την «ομορφιά που χάνεται» όντως, καθώς και την κομψότητα του μέτρου και του χρυσού κανόνα του. Η φιλία της με τη γυναίκα του «αντίπαλου στρατοπέδου», της οικογένειας που βρίσκονται σε μια άτυπη διαμάχη, λόγω του αντρικού ανταγωνισμού και του υπερβάλλοντος εγωτισμού, είναι από τα πιο όμορφα λογοτεχνικά στιγμιότυπα του βιβλίου. «…Η φιλία φέρνει ανοχή και δεκτικότητα…» Όσο για τη συνεχή αντιπαραβολή Ευρώπης- Αμερικής (Γηραιά Ήπειρος- Νέα Γη), η αγάπη και την τέχνη της αγάπης είναι αυτή που διέπει κι αυτή τη διελκυστίνδα, με κριτή στη μέση την Τέχνη να βγαίνει η μόνη κερδισμένη από την «εμπόλεμη» κατάσταση των δύο πολιτισμών (αλήθεια, δύο είναι τώρα πια;) «…όταν έχεις επιλέξει στόχο, αποκτάς και την ικανότητα να τον πετύχεις κι έτσι έρχεται το ταίριασμα…»

Thursday, April 19, 2007

Έναστρη απορία

Από την ποιητική συλλογή του Διονύση Καψάλη, "ΜΕΡΕΣ ΑΡΓΙΑΣ" (Εκδόσεις Άγρα)

"...ο αφανής των κοσμημένων ημερών,

με τη βαρύτητα της πρώτης απορίας,

εδώ παράμερος, εκεί ψηλά παρίας..."



Tuesday, April 17, 2007

"Αγαθοσύνη"




(Απόσπασμα από μια νουβέλα που παραδόξως κυοφορείται ακόμη)



"...Με ξύπνησε από τη σιωπηλή μου παρατήρηση μια κραυγή. «Πιάστε τον! Πιάστε τον!», ακούστηκε από την μπροστινή πόρτα του λεωφορείου να φωνάζει κάποιος άντρας. Είδα έναν κοντόσωμο απροσδιορίστου ηλικίας να ελίσσεται σαν αιλουροειδές ανάμεσα στους στοιβαγμένους και να φτάνει δίπλα σε μένα και τη γριά μου. Η πόρτα είχε ανοίξει για τη στάση, μετά το απότομο φρενάρισμα του οδηγού. Η γριά μου, λες κι είχε καταλάβει από πριν τι είχε συμβεί με τον πορτοφολά, έπιασε αστραπιαία κάτι που είχε μέσα στην τσέπη της και το έχωσε στην τσέπη του μπουφάν του ανυποψίαστου κλέφτη, όσο εκείνος προσπαθούσε να ξεφύγει. Και ξέφυγε, τρέχοντας σαν τον τρελό στα στενά κάτω από την Πατησίων. Ύστερα, στράφηκε σε μένα η γερόντισσα, βλέποντας την απορία στο βλέμμα μου. «Τι στο διάολο, συνεργός μια γριά για τον ατσίδα που μόλις το ‘σκασε;» σκεφτόμουν.
«Συγγνώμη, νεαρέ, αλλά κουβαλάω πάντα μαζί μου λίγο χαρτζιλίκι για όποιον το χρειαστεί. Για παν ενδεχόμενο που λένε», απευθύνθηκε σε μένα και περίμενε κάποια απόκριση. Της έγνεψα ότι δεν καταλαβαίνω.
«Παιδί μου, κλέβει για να ζήσει. Γιατί δεν το κάναμε κι εμείς; Δεν το είχαμε ανάγκη φαίνεται. Εκείνος όμως το είχε ανάγκη. Γι’ αυτό του έδωσα κάτι παραπάνω, για να μην χρειαστεί να το ξανακάνει. Τουλάχιστον σήμερα. Να βγάλει το μεροκάματο και να μη ληστέψει κι άλλον» μου εξήγησε χαμηλόφωνα. Στήλη άλατος εγώ. Καλά με δουλεύει το γερόντιον; Ρε συ, μπας και χτυπήσαμε με το κωλολεωφορείο σε καμιά κολώνα και τώρα είμαι σε καμιά γωνιά του Παραδείσου και μου μιλάει καμιά αγία; Τι αμαρτίες πληρώνω επιτέλους να βλέπουν τα ματάκια μου αγαθοσύνες;..."

Απειλητικό "γάβγισμα"

Τα σκυλάκια, θεματοφύλακες του κήπου. Γαβγίζουν, αλλά δεν δαγκώνουν. Ευτυχώς.

Ο απών κηπουρός

Τσουκνίδες ...εκεί ανάμεσα στα άνθη. Χρήσιμες κι αυτές, αλλά ο παππούς, δεινός κηπουρός που συνήθιζε να ευφραίνει την ψυχή μας, θα τις έβγαζε στην πρώτη ευκαιρία και θα τις πετούσε ξέπνοες στα σκουπίδια... Εκείνος "λείπει", κι αυτες ζουν. Άδραξαν την ευκαιρία.

Μαργαριταρένια καρδιά


Έαρ ανέφελο, αλλά όχι ανώφελο...


Την Κυριακή βρέθηκα στην αγκαλιά της ενός έτους Νεφέλης. Εκείνη με πήρε αγκαλιά όχι εγώ. Εκείνη κρεμάστηκε πάνω μου και μου χαμογελούσε πλατιά και άδολα με το ένα και μοναδικό δοντάκι της. Σας στέλνω το φαφούτικο ειλικρινές χαμόγελό της που σχηματίζεται μέσα στην καρδιά μου αυτόν τον καιρό. Ένα "συννεφάκι", ένα μωρό που με γύρισε στην ουσία της ζωής και της ομορφιάς, ενισχύοντας την προσωπική μου ανάσταση...

Monday, April 16, 2007

«Ήθελα να αποκαταστήσω σε ιδεολογικό επίπεδο την Αφρική στο βάθρο της»


(Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 14/4/2007)



Πού βρίσκονται οι πηγές του Νείλου; Ακόμα η επιστήμη δεν έχει κατορθώσει να απαντήσει στο ερώτημα παρά τη γιγαντιαία εξέλιξή της και τα τεχνικά μέσα που διαθέτει. Αυτό το δυνατό και σπουδαίο επιστημολογικό εύρημα αξιοποιεί στο δεύτερο μυθιστόρημά του, «Ο Μεγάλος Αμπάι» (Εκδόσεις Καστανιώτη), ο Μιχάλης Μοδινός.
Ένα βιβλίο που φέρει το ταξίδι στην ουσία του ως έναυσμα και κίνητρο της ανθρώπινης περιέργειας, ενώ ταυτόχρονα αγγίζει το μείζον ζήτημα της Ιστορίας, ως προς το στοχασμό και την εμβάθυνση που επιχειρεί ο συγγραφέας. Μια ιδιότυπη οδύσσεια μέσα από τα μονοπάτια της ανθρωπολογίας, της γεωγραφίας και φυσικά της ιστοριογραφίας, αποκαθιστώντας τη σημασία της τοπιογραφίας στη σύγχρονη λογοτεχνία, μέσα από αφήγηση μεστή από αισθήσεις, χυμούς, εικόνες και φυσικά χαρακτήρες συγκρουσιακούς. Χωρίς να κατρακυλάει σε κανένα στείρο, άνοστο και ανούσιο λυρισμό, αφήνει ο δημιουργός την ιστορία του να ξετυλίγεται σχεδόν βιωματικά, ακόμη και για τον ίδιο τον αναγνώστη, αναπτύσσοντας παράλληλα μια πολυεπίπεδη προβληματική μέσα από την περιήγηση στους τόπους της άγνωστης μαύρης ηπείρου.
Πάνω στον ισχυρό και γοητευτικό πραγματολογικά καμβά του μυθιστορήματος εξυφαίνεται μια συναρπαστική πλοκή, με πυξίδα τη φυγή ως πεπρωμένο και τη «μεγάλη ιστορική στιγμή» ως όχημα του παρατηρητή-αφηγητή (και αφανή ήρωα) για να δώσει τη δική του διυλισμένη εκδοχή -μέσα από την ορθή λογική από τη μία και την εμπειρική γνώση από την άλλη- για το γεγονός και το επιγενόμενο. «...τα παραμύθια μου δεν είναι παρά καλά επιλεγμένη πραγματικότητα», διαπιστώνει ο βασικός ήρωας της περιπέτειας στα βάθη της Αφρικής που ζει μια αποστολή δυτικών το 18ο αιώνα, με επικεφαλής το σκοτσέζο Τζέιμς Μπράουν και συνοδοιπόρο τον έλληνα Ευστράτιο Ταταράκη.
Ο συγγραφέας του βιβλίου υιοθετεί τη λογοτεχνική περσόνα του ανέστιου Γραικού και μέσα από την περιπλάνηση και διαρκή του μετακίνηση, επιχειρεί να οροθετήσει την ανάγκη της ανεκτικότητας προς το διαφορετικό και τις αξίες εκείνες που συνιστούν ένα νέο ουμανισμό, απαλλαγμένο από τη μισαλλοδοξία, το ρατσισμό και το φανατισμό.






Γιατί ένας περιβαλλοντολόγος, γεωγράφος και μηχανικός που βιώνει την πραγματικότητα μέσα από την απόλυτη ομορφιά της φύσης και την αρμονία της, καταφεύγει στη μυθιστορηματική της ανάπλαση, εκδοχή, ερμηνεία;

Η οικολογία με την οποία ασχολούμαι τρεις σχεδόν πια δεκαετίες, είναι η κατεξοχήν επιστήμη που θέλει να συνεργάζονται όλοι οι επιστημονικοί κλάδοι, διάφορες μορφές πρόσληψης της αλήθειας ή κατασκευής της πραγματικότητας. Η οικολογία είναι μια επιστήμη που επιβάλλει τη συνεργασία και είναι η κατεξοχήν επιστήμη που θέλει και την αφήγηση, ακόμη και την αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο. Γιατί; Από τη στιγμή που ξεκίνησαν τα προβλήματα, η οικολογική κρίση, από τη στιγμή που καταλάβαμε ότι είμαστε ένας και μόνο πλανήτης και τέρμα και ότι αυτός ο πλανήτης χρειάζεται μια φροντίδα, η ολικότητα που απαιτούσε η περιγραφή του πλανήτη, δεν μπορούσε να χωρέσει στα στενά τοιχώματα μιας επιστήμης.
Ο παρατηρητής, αυτός που περιγράφει ένα περιβαλλοντολογικό πρόβλημα, που επισκέπτεται μια περιοχή που συντήκεται, που λιώνει μαζί με το αντικείμενο της παρατήρησής του, είναι απαραίτητο να αφηγηθεί μια ιστορία στο τέλος. Αυτό συμβαίνει με το φαινόμενο του θερμοκηπίου, με την αποδάσωση και με τη φτώχεια στον τρίτο κόσμο, με την ερημοποίηση, με την υπερθέρμανση του πλανήτη, με τη ρύπανση. Αν θέλεις να συνθέσεις τόσο πολύπλοκα φαινόμενα, καλό είναι να είσαι και καλός αφηγητής. Δεν μπορείς να αρχίσεις να περιγράφεις τον Αμαζόνιο, για παράδειγμα, που είναι ο μεγαλύτερος πνεύμονας του πλανήτη, γράφοντας αντικειμενικά με εξισώσεις και μετρήσεις. Είναι πολύ προτιμότερο να περιγράψεις την αίσθηση που σου δίνει ο Αμαζόνιος, όταν προσγειωθείς σ’ αυτόν και μετά να περάσεις στα επιστημονικά θέματα. Άρα πάντα εμένα ήταν το μεράκι μου η λογοτεχνία. Και με τη «Χρυσή Ακτή» νομίζω, έκανα μια στροφή πολύ συγκεκριμένη, καθώς καταρχάς ήταν μια φάση της ζωής μου που αποδεσμεύθηκα από διάφορες υποχρεώσεις του δημοσίου βίου, θα λέγαμε, και κατά δεύτερον το μυθιστόρημα μου επέτρεψε να «μπολιάσω», να βάλω στα επιστημονικά μου ενδιαφέροντα και αρκετή δόση κοινωνικών επιστημών, πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα.

Ποιο ήταν το αρχικό κίνητρο για να γράψετε το βιβλίο σας, «Ο Μεγάλος Αμπάι»;

Είναι ένα μυθιστόρημα που πάντα ήθελα να γράψω: μια περιηγητική οδύσσεια, ένα γεωγραφικό και οικολογικό μυθιστόρημα μαζί, που τα επιστημονικά δεδομένα θα αρθρώνονται με τη μυθοπλασία. Καταρχήν, η δουλειά μου στην Αφρική έχει ξεκινήσει πολλά χρόνια πριν είτε ως εμπειρογνώμονας του ΟΗΕ είτε ως πανεπιστημιακός είτε ως ερευνητής, έχω ζήσει και στο Καμερούν. Η Αφρική είναι κάτι πολύ βαθύ. Ξέρω ότι στην Ελλάδα δεν είχα γραφτεί αφρικανικό μυθιστόρημα. Αυτό είναι ίσως το πρώτο ελληνικό αφρικανικό μυθιστόρημα, όπου ο ήρωας πίσω από το Στρατή, ο κεντρικός ήρωας είναι η Αφρική, ας μου επιτραπεί αυτή μεταφορά. Σε ένα άλλο επίπεδο ο ήρωας είναι ο Γαλάζιος Νείλος.
Με συναρπάζει η ήπειρος αυτή. Πιστεύω ότι είναι η ήπειρος η οποία πήρε το λάθος δρόμο εξαιτίας της βίαιης εισβολής της Δύσης και πιστεύω -το βιβλίο το αναλύει επαρκώς αυτό- ότι οι αφρικανικές φυλές είναι ή ήταν στο παρελθόν καλύτερα, πολύ πιο ειρηνικές, πολύ πιο προσαρμοσμένες στη φύση, πολύ λιγότερο προσβλητικές προς το θείο και πολύ περισσότερο ερωτικές απ’ ότι οποιαδήποτε ευρωπαϊκή κοινωνία θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί. Ήταν φιλειρηνικές κοινωνίες, τουλάχιστον αυτές που εγώ ερεύνησα και έζησα μέχρι πρόσφατα. Το πώς εξελίχθηκαν σε κοινωνίες των εμφυλίων πολέμων, της ακραίας φτώχειας, της περιβαλλοντική υποβάθμισης, είναι ένα τεράστιο ζητούμενο. Είναι και ένα από τα ερεθίσματα για να γραφτεί αυτό το βιβλίο. Ήθελα να αποκαταστήσω σε ένα ιδεολογικό επίπεδο την Αφρική στο βάθρο της. Είναι μια ήπειρος εξαιρετικά συναρπαστική, είναι η πηγή της ανθρώπινης περιπέτειας. Ο άνθρωπος στάθηκε στα πόδια του στις αφρικανικές αβάνες. Μέχρι τώρα, η ανθρωπολογική έρευνα δείχνει ότι οι πρώτοι άνθρωποι στάθηκαν στα πόδια τους στην Αφρική, από εκεί ξεκίνησαν το νομαδικό βίο τους και την περιπέτειά τους και κατακυρίευσαν τη γη. Άρα η Αφρική είναι κάτι πολύ βαθύ, κρατάει τις πεποιθήσεις της, ανθίσταται στη ποδηγέτηση της Δύσης και αν ασπάζεται θρησκείες «εισαγόμενες», οι Αφρικανοί αυτές τις προσαρμόζουν στα δεδομένα τους. Η Αφρική ανθίσταται στον οργανωμένο εκλογικευμένο τρόπο ανάπτυξης, την πορεία ανάπτυξης, που έχει πάρει η Δύση και γι’ αυτό ίσως το διεθνές σύστημα, η παγκοσμιοποίηση την εκδικείται. Δεν μπορεί να προσαρμοστεί στην παγκοσμιοποίηση, κάτι που έκαναν οι Κινέζοι, οι Ιάπωνες, οι Ινδοί, οι Βραζιλιάνοι. Η δυστυχία της Αφρικής είναι ότι ενσωματώθηκε στο παγκόσμιο σύστημα και επίσης το ότι έγινε αντικείμενο πολύ σκληρής αποικιοκρατίας η οποία επαναχάραξε τα σύνορά της.

«...ξαναβλέπω τα πράγματα με το σφαιρικό μάτι της εποχής μου...» υποστηρίζει σε ένα σημείο ο Ευστράτιος Ταταράκης. Πιστεύετε ότι σήμερα έχουμε απολέσει αυτή τη σφαιρικότητα, ολότητα που διαπνέει και τον ανθρωπισμό, αλλά και την ανθρωπιά;

Το όνομα Ταταράκης είναι εύρημα, υπάρχει στη Μήλο κι εγώ είμαι από τη Μήλο. Σαφώς έχουμε χάσει τη σφαιρικότητα. Η σύγχρονη επιστήμη τεμαχίζει διαρκώς το αντικείμενο, ειδικευόμαστε όλο και περισσότερο. Η αλήθεια είναι ότι προς στιγμήν, στα χρόνια του Διαφωτισμού, γιατί γι’ αυτά μιλάμε στο μυθιστόρημα, είμαστε είκοσι χρόνια πριν τη Γαλλική Επανάσταση και τριάντα χρόνια πριν ο Μέγας Ναπολέων φτάσει στην Αίγυπτο με όλη αυτή την πομπή ακαδημαϊκών, Γάλλων σοφών κλπ. Ο Διαφωτισμός έχει ένα αίτημα καθολικότητας, νέου ανθρωπισμού, δικαιωμάτων του ανθρώπου, ίσως υπό αυτό το πρίσμα να μιλάει ο Ταταράκης. Το λέω γιατί καμιά φορά ο ήρωας φτιάχνει τα λόγια του μόνος του, αυτονομείται από το συγγραφέα.

Γιατί επιλέξατε τη συγκεκριμένη εποχή, 1769-1772, για να τοποθετήσετε χρονικά την ιστορία σας;

Τότε συμβαίνουν αυτά τα ιστορικά γεγονότα. Τότε γίνεται η πρώτη μεγάλη εκστρατεία της σύγχρονης εποχής για την ανακάλυψη των πηγών του Νείλου. Δεν την επέλεξα εγώ, με επέλεξε η εποχή. Από το συνολικό επιστημολογικό εύρημα οδηγήθηκα το οποίο είναι ακριβώς αυτό: η σύγκρουση για το τι είναι οι πηγές, είναι ο ουρανός, είναι τα σύννεφα, είναι η φύση όλη; Ή είναι ένα σημείο, ένα πηγάδι; Και κατά συνέπεια τις είναι αυτό που δημιουργεί τους πολιτισμούς; Μπορούμε να τα αποδίδουμε όλα σε ένα και πρωταρχικό αίτιο και μόνο; Δεν μπορούσα παρά να το τοποθετήσω σ’ αυτό το ιστορικό επεισόδιο και νομίζω ότι ήρθε και ταίριαξε πάρα πολύ με τις περιηγητικές στοχεύσεις που είχα.

Η τόσο επιτυχημένη χαρτογράφηση σε ανθρωπογεωγραφικό επίπεδο της μυστηριώδους -για τους Δυτικούς- Αφρικής έχει κι ένα άλλο καίριο αποτέλεσμα: την κατάδειξη της ανοησίας του ρατσισμού. Περιλαμβάνονταν αυτό στις δικές σας προθέσεις;

Όταν πρωτοπήγα στην Αφρική, το 1975-1976, πολύ νέος τότε, στο Καμερούν, το πρώτο πράγμα που με εντυπωσίασε ήταν ο δυτικός ρατσισμός. Οι λευκοί όταν πήγαιναν με μαύρη, έλεγαν «πήγα για κτηνοβασία». Αυτό με είχε εξοργίσει αφάνταστα. Μιλώντας για τη μαύρη Αφρική πάντα, αυτό είναι εξαιρετικά άδικο και δείχνει το κοντόφθαλμο της όρασης για τα πράγματα. Οι αφρικανοί ήταν κοινωνίες αυτάρκεις, πλούσιες κοινωνίες, ιστορικά δεν πείνασε ποτέ η Αφρική, τώρα πεινάει η Αφρική. Δεν είχε ποτέ λιμούς η Αφρική, τώρα έχει. Ταυτόχρονα ήταν κοινωνίες της αισθαντικότητας, της άφεσης στα ένστικτα, ήταν πολύ πιο κοντά στη φύση. Αυτά δεν μπορούσε να τα δει ο λευκός άνθρωπος, το αποτέλεσμα είναι δεν μπορούσε να κατανοήσει και τις βαθύτερες παραδοχές σ’ αυτές τις κοινωνίες. Ήταν κοινωνίες που βασίζονταν στην οικογένεια, στη φυλετική οργάνωση, ανοιχτές κοινωνίες, ταξιδιάρικες. Επίσης, άνθρωποι με διαφορετικά ταλέντα: όλοι οι αφρικανοί, κάτι που δεν ξέρουμε εμείς, έχουν εξαιρετικό ταλέντο στις γλώσσες. Έχουν φωτογραφικό μυαλό σε ό,τι αφορά την εκμάθηση ξένων γλωσσών. Έχω γνωρίσει ανθρώπους που μιλούσα καλά δώδεκα γλώσσες.
Σαφώς το μυθιστόρημα αυτό θέλει να επαναφέρει ένα μήνυμα, αλλά όχι από την εύκολη οδό. Δηλαδή, όχι γενικώς τους σεβόμαστε όλους επειδή είμαστε «καλά παιδιά», αλλά τους δεχόμαστε υπό τον όρο ότι αναγνωρίζουμε τις ποιότητές τους, διαφορετικά δεν θα ήθελαν ούτε οι ίδιοι να τους αποδεχτούμε. Οφείλω να σε σέβομαι, να δέχομαι τις διαφορές σου, αφού σε γνωρίσω και μάθω την ποιότητά σου. Δεν μπορείς να κρίνεις ούτε τα πολιτικά συστήματα μιας άλλης ηπείρου ούτε την ερωτική ηθική ούτε τη θρησκεία με τα δικά σου μέτρα και κριτήρια, γιατί αυτά υποβάλλονται από άλλες πολιτισμικές και φυσικές παραμέτρους.

Τι είναι για σας η Αφρική;

Είναι ένα διαρκές ερωτηματικό. Η εύκολη αποδοχή της γραφικότητας και του οριενταλισμού δεν είναι στους στόχους μου και ούτε στους στόχους του βιβλίου. Αντίθετα, η απόρριψή της είναι ο σκοπός μου. Το ταξίδι, η κοινωνία με τον άλλον, η επικοινωνία είναι εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση, θέλει κότσια. Εγώ έτυχε να κάνω τα πρώτα μεγάλα ταξίδια μου σε νεαρή ηλικία, μόνος, αποδέχθηκα τη μοναξιά, ζούσα με τους γηγενείς κατ’ επιλογή μου για να διεισδύσω στην κοινωνία. Αυτό με αντάμειψε, αλλά το κόστος είναι σημαντικά υψηλό σε κινδύνους, μοναξιά και σε διαρκή ερωτήματα. Φαίνεται ότι βασανίστηκα αρκετά τότε, για να βγαίνει αυτό το μυθιστόρημα τώρα αβίαστα και φυσικά, με δουλειά βεβαίως.

Γράφετε: «...Να που η φυσική ιστορία μας διδάσκει το πώς θα ‘πρεπε να βλέπουμε -και να κατασκευάζουμε- την ανθρώπινη...» Πώς θα έπρεπε, λοιπόν, κατά τη γνώμη σας να κατασκευάζουμε την ανθρώπινη ιστορία;

Καταρχήν, θα έπρεπε να τη βλέπουμε ως μη γραμμική. Έχουμε μάθει -στη Δύση τουλάχιστον- να θεωρούμε ότι η Ιστορία είναι μία πορεία προς ένα Τέλος, με «Τ» κεφαλαίο. Η φύση μας διδάσκει το αντίθετο ότι η Ιστορία κινείται σε κύκλους. Οι κύκλοι της γονιμότητας, οι κύκλοι των εποχών, ο κύκλος του νερού, ο χρόνος στη φύση είναι κυκλικός. Στην ανθρώπινη ιστορία είναι γραμμικός. Στην προφορική αφρικανική παράδοση δεν υπάρχει αυτή η γραμμικότητα. Υπάρχει η αφήγηση γύρω από τη φωτιά, η αφήγηση δεν καταλήγει αναγκαστικά κάπου. Υπάρχει έντονη η παρουσία, η σημασία και η έννοια του προγόνου ως οδηγός, καθοδηγητής, αυτό αποκαθιστά μια συνέχεια με τα πράγματα. Η φύση είναι συναρπαστική, κυκλική, εξελίσσεται αν την αφήσουμε, γεννά νέα είδη, εξαφανίζει παλιά από μόνη της, προάγει τις πιο δόκιμες και πιο αισθητικά αποδεκτές μορφές. Μακάρι να ήταν έτσι και η ανθρώπινη ιστορία, αυτό θέλει να πει ο ήρωας στο βιβλίο.


Thursday, April 12, 2007

Rien


Μεγάλη Πέμπτη βράδυ. Τέλος υποχρεώσεων. Τα πράγματα για το ταξίδι έτοιμα. Η άλλη μέρα περίμενε να φύγουμε. Οι φίλοι, άλλοι φευγάτοι από μέρες, άλλοι στο σπίτι κατάκοποι, άλλοι στη δουλειά. Έκλεισα την εφημερίδα, με λαμπάδα πρωθύστερη για "Χριστός Ανέστη". Οι εκκλησίες μου γύρω βοούσαν. Εκεί θα κατέφευγα, αλλά έχω κακό προηγούμενο τέτοιες μέρες, κάτι καντηλανάφτες να με σπρώχνουν να πάω πιο πέρα, την ώρα που τον Άλλον τον καθήλωναν στο ξύλο... Έτσι, είπα να πάω σινεμά. "Ζωή σαν τριαντάφυλλο" που ήθελε να δει η Ελένη, αλλά ήταν μακριά για να πάμε, που η Μαρία έλεγε στη Λίτσα να πάνε να δουν, που εγώ ήθελα να δω. Και χώθηκα μόνη μου στο κοντινότερο πολυσινεμά. Στην κλειστοφοβική αίθουσα καμιά δεκαριά ακόμη άλλοι. Μερικές θέσεις πιο κάτω ένας μόνος επίσης. Αναστέναζε κι εκείνος σαν κι εμένα όλη την ώρα. Τον άκουγα από μακριά. Ωραία η ερμηνεία της πρωταγωνίστριας, αλλά η ταινία δεν βλεπόταν. Είχα πάει με διάθεση Μεγάλης Εβδομάδας να συγκινηθώ από της ζωή της μεγάλης αυτής ερμηνεύτριας, αλλά δεν κύλησε ούτε δάκρυ. Μόνο εκνευρισμό μου μετέδωσε το ανύπαρκτο μοντάζ, η έλλειψη σκηνοθετικής άποψης και ιδιαίτερης οπτικής. Έφυγα με τη απογοήτευση που άρμοζε στην ημέρα. Μέχρι και ποπ κορν έφαγα στο διάλειμμα, πράγμα που αποφεύγω, γιατί δεν αντέχω το θόρυβο μέσα στην αίθουσα. Μεγάλη Πέμπτη, αν είχα πάει εκκλησία δεν θα κατόρθωνε ούτε ο Εσταυρωμένος να κάνει να λυπηθώ τόσο υπόκωφα και βουβά. Το κατόρθωσε η ταινία. Rien. Πήρα τα αγκάθια από τη "Ζωή σαν τριαντάφυλλο", τα έμπηξα πιο βαθιά στη δική μου ψυχή κι έφυγα.

"Απαστράπτον διαμάντι"

Προσευχούλα για τη Νίνα μας σήμερα, ρε γαμώτο! Να ρίξει κανένα βλέφαρο ο Μεγάλος εδώ κάτω...

Sunday, April 01, 2007

"...πού έδυ σου το κάλλος, γλυκύτατόν μου έαρ..."


Καλό Πάσχα σε όλους και γυρίζοντας ελπίζω να αντικρίσουμε αναστημένες ψυχές. Το μπλογκ θα αναπαυθεί τη Μεγάλη Εβδομάδα και θα νηστέψει από ποστ.