Thursday, March 29, 2007

"Πεταλούδες"



(Η ζωγραφιά είναι της αδερφής μου, Γεωργίας Σκαλίδη, και η φωτογραφία δική μου)

Ένας πολύ σημαντικός για μένα δάσκαλος συνήθιζε να μας λέει, όταν ήθελε να αναφερθεί στο ζήτημα της συγκέντρωσης, για το Νίκο Γκάλη, ο οποίος είχε δηλώσει κάποτε ότι μπαίνοντας στο γήπεδο "έδιωχνε τις πεταλούδες" και ήταν απολύτως συγκεντρωμένος στο παιχνίδι που είχε να αντιμετωπίσει.
Αυτό το μπλογκ και η δημιουργός του αγαπούν πολύ τις πεταλούδες -που για τους αρχαίους μας σήμαιναν "ψυχή"- και λυπάται να τις διώχνει. Γι' αυτό αποφάσισε να τις μαζέψει εδώ, να τις συγκεντρώσει, κι ας μας στοιχίζουν τη δική μας συγκέντρωση. Εδώ γεμίζουμε με πεταλούδες, όταν οι άλλοι τις διώχνουν κι ας χάσουμε το παιχνίδι, θα έχουμε δει την ομορφιά του, γιατί είμαστε πάντα παρατηρητές του, ακόμη κι αν μας βάλουν μέσα να παίξουμε...

Wednesday, March 28, 2007

"Μουσαφίρισα"

Σήμερα φιλοξενούμαι στο φιλόξενο και πολύ όμορφο Φιλοξενείο, μπορείτε να με βρείτε εκεί (θα το εντοπίσετε στα λινκς μου)...Τα τυχόν σχόλιά σας παρακαλώ αφήστε τα εκεί...

Tuesday, March 27, 2007

Κομμένα άνθη




«ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ

Κομμένος όπως το λουλούδι μέσ’ στο βάζο
θα ζούσε το απόλυτο κι ο άνθρωπος χωρίς να ζει.
Θα ‘τανε χιόνι απάτητο
βροχή που πήρε άλλη απόφαση
και δε θα πέσει.
Θα ‘τανε μια πασίλευκη
και ώριμη σιγή που ξεσκεπάζει
πως η γαλήνη είν’ ο θεός λέξη προς λέξη
δίχως να περισσεύει τίποτα.
(...)
όπως η μοβ εκείνη κληματίδα που μ’ εκπλήττει
μόνη της
ανασκευάζοντας τη νύχτα και τ’ αστέρια
η μοβ εκείνη του αέρα κρύπτη.
Βρισκόμαστε ποτέ πιο πάνω απ’ τ’ αστέρια;
Χαιρόμαστε ποτέ το φως απ’ τη μαυρίλα;
Ή μήπως είδαμε για ένα έστω δευτερόλεπτο
τη σιωπή σωστά καθισμένη;
Θρήνος που είναι τ’ άνθη στα δάχτυλά μας
κι άχραντο σκοτάδι!
(...)

(Νίκος Καρούζος, Τα ποιήματα Α΄ τόμος (1961-1978), Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία)

Monday, March 26, 2007

"...Όλα, κύριε Νίκο, είναι εδώ..."





(Η ζωγραφιά με μολύβι είναι δική μου)

"...Χρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί βασανισμένη καρδιά μου
Με το χρυσάφι και τη φωτιά για να σου κάμω ένα κέντημα
Ένα ζουμπούλι πορτοκαλιάς
Μιαν ανθισμένη κυδωνιά να σε παρηγορήσω..."

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)
Αμοργός, Νίκος Γκάτσος
Εκδόσεις Πατάκη
Από την όγδοη έκδοση σε επιμέλεια Αγαθής Δημητρούκα

Οι άστεγοι των Αθηνών

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 23/3/2007)

Με ενδιαφέρει πάρα πολύ να μαθαίνω τι γράφουν οι άνθρωποι της γενιάς μου, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό. Με ενδιαφέρουν οι καταβολές τους οι λογοτεχνικές, η συγγραφική τους οπτική στα πράγματα και δη τα καθημερινά. Με ενδιαφέρει να ξέρω πώς σκέφτονται και γιατί σκέφτονται έτσι. Με ενδιαφέρει ο τρόπος που γράφουν και το τι θέλουν να πουν κάθε φορά.
Υπό αυτό το πρίσμα, διάβασα το «Αστεγοσκόπιο» του Γιάννη Ζευγώλη που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος και που πρόκειται για μια σειρά αφηγημάτων με κοινό θέμα, όπως είναι προφανές και από τον τίτλο, τους άστεγους των Αθηνών (αλλά και όσους αισθάνονται άστεγοι). Είναι μια φροντισμένη έκδοση με ενδιαφέρουσα εικονογράφηση του ζωγράφου Βαλμπονά Τσανάκου.
Ο Γιάννης Ζευγώλης έχει γεννηθεί το 1978 και ήθελα να δω τι βλέπει αυτός ο άνθρωπος που έχουμε γεννηθεί την ίδια χρονιά, από την πραγματικότητα γύρω του και με ποιον τρόπο αποφασίζει να την αναπλάσει λογοτεχνικά. Καταρχάς, είναι υπέρ του που πρώτα απ’ όλα βλέπει τους άστεγους -για πολλούς δεν υπάρχουν στο οπτικό τους πεδίο- και δεύτερον που αποφασίζει να τους αντιμετωπίσει με περίσσια ευαισθησία. «...Ήταν σαν να βάδιζε παράλληλα με ό,τι συνέβαινε στη ζωή. Μπορούσε να πάρει μέρος σε κάτι, μόνο όταν αυτό τελείωνε...»
Ο κίνδυνος με ένα τέτοιο θέμα ήταν να γίνει μελό. Οι ιστορίες του δεν γίνονται μελό, καθώς διατηρούν την πρωτοτυπία και την ευρηματικότητά τους. «...Ζητούσαν κι ένα σύντομο βιογραφικό και το δικό μας ήταν πολύ ανταγωνιστικό. Ήμουν σίγουρος ότι δύσκολα θα βρισκόταν οικογένεια να έχει βιογραφικό με περισσότερες κακουχίες...» Όμως, βρήκα συχνά τη γλώσσα που χρησιμοποιεί, να υποπίπτει σε ορισμένα σημεία σε μελοδραματισμούς κοινότοπους. Η αμηχανία της γλώσσας ήταν που με ξένισε και πάλι -το τονίζω- σε ορισμένα σημεία και αποδυνάμωνε και τα αφηγήματα ενίοτε. Στα δυνατά στοιχεία του Ζευγώλη συγκαταλέγονται τα κείμενα σε διαλογική μορφή που κατορθώνουν να στέκουν πιο στιβαρά και μεστά, να ξεχωρίζουν θετικά ανάμεσα στις υπόλοιπες ιστορίες του. Προσωπικά μου άρεσε ιδιαίτερα το «Άστεγοι κατά παραγγελία», καθώς και το «Ελεύθερος έρωτας». Το πικρό χιούμορ του δημιουργού είναι καταλυτικό όπου εμφανίζεται, το ίδιο και ο σαρκασμός και η ειρωνεία του. «πρόσεχε ποιον κάδο χτυπάς, γιατί μπορεί να μένει κάποιος μέσα»
Τα σημεία όπου παρεκτρέπεται σε οφθαλμοφανή υπαρξιακά, το παράδοξο είναι ότι δεν «βαραίνουν» το κείμενο, αλλά δυστυχώς του αφαιρούν κάτι απ’ τη σοβαρότητα του αρχικού ζητήματος που πραγματεύεται. «...Δεν ήμουν άστεγος, αλλά ένιωθα μόνος εκείνη την περίοδο. Τώρα νιώθω περισσότερο μόνος. Όταν θα φτάσω να είμαι πολύ μόνος, μάλλον θα θεωρούμαι κι εγώ άστεγος...»
Ακριβώς, επειδή πρόκειται για ένα σημαντικό κοινωνικό φαινόμενο, που δεν είναι απλώς φαινόμενο οι άστεγοι, αλλά πραγματικότητα θλιβερή που αφορά ψυχές και σώματα ανθρώπων, πιστεύω ότι χρειαζόταν μια πιο έντονη γλώσσα όχι ίσως σε πρώτη ανάγνωση, αλλά στην επιλογή της κάθε λέξης ξεχωριστά που απαιτεί βαρύτητα και αν μη τι άλλο αποτελεσματικότητα για να ευαισθητοποιηθεί ο αναγνώστης, αλλά και να γίνει ικανός -αν δεν βλέπει γύρω του μέχρι τώρα- να στρέψει το βλέμμα του και να δει τους ανθρώπους με συμπάθεια και ειλικρινές ενδιαφέρον, όχι οίκτο. «...Φαντάστηκα ένα τροχόσπιτο, που ήταν ικανό να στεγάσει όλες τις ψυχές που βρίσκονταν εκεί. Ένα όνειρο που θα κατάφερνε να καταπραϋνει τον πόνο των ονειροπόλων...»

Το πολύτιμο μέταλλο του αποχωρισμού

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 23/3/2007_


«...με έκανε να θυμηθώ το πρόσωπο των παιδικών μου χρόνων, εκείνο που είχε βυθιστεί για πάντα στην άβυσσο του αποχωρισμού, λες και το παιδί αυτό κρυβόταν ζαρωμένο κάπου μέσα μου, περιμένοντας πότε θα αφαιρεθώ για να αναδυθεί από τα λασπόνερα του παρελθόντος με το ευτυχισμένο του χαμόγελο και με τα λαμπερά του μάτια...»



Είναι κάτι αναγνώσματα που φέρουν κάτι από την αξία των πολύτιμων λίθων. Με μια ειδοποιό διαφορά: αυτά είναι ζωντανά και ενδέχεται να παραμείνουν για καιρό, εφόσον τους το επιτρέπει η ποιότητά τους. Μπορεί να λάμπουν ή να στραφταλίζουν, αλλά όχι στιγμιαία, δεν σε ξεγελούν ως φο μπιζού, ούτε σε κοιτάζουν αγέρωχα και απαξιωτικά μέσα από προθήκες ακριβών κοσμηματοπωλείων. Μάλλον λειτουργούν ως κειμήλια με συναισθηματική και εν προκειμένω λογοτεχνική αξία.
Ένα τέτοιο σύντομο μυθιστόρημα που κρύβει για τον αναγνώστη του εντάσεις και συγκίνηση σπάνια, είναι «Το μυστικό του χρυσοχόου» της Έλια Μπαρθελό που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση της Γεωργίας Ζακοπούλου. Η αγάπη, ο αποχωρισμός από τους αγαπημένους ανθρώπους και τόπους, η ερωτική μαγεία, ο χρόνος που ανατροφοδοτεί τον πόθο και τον αναπλάθει, η ερημιά και ερήμωση από κείνα τα πρόσωπα που κανείς έχει λατρέψει.
Οι τρεις διαφορετικοί χρόνοι που χρησιμοποιεί η συγγραφέας στο μυθιστόρημά της, συγχέονται σε έναν και μοναδικό χρόνο: αυτόν του παράφορου πάθους. Ο αναγνώστης μπερδεύεται από το ποιος είναι ποιος σ’ αυτή την ιστορία, που δεν είσαι και βέβαιος ότι είναι μία ιστορία, αλλά αυτό δεν έχει και τόση σημασία, αφού η απόλυτη ομορφιά που εισπράττει, είναι η ίδια: ατόφια, αυτούσια, μοναδική, ξεχωριστή. Σαν τη φωνή του Λέοναρντ Κοέν που τον επικαλείται η δημιουργός στην αρχή και στο τέλος του βιβλίου. Αυτή η φωνή η ιδιαίτερη, η βαριά με τη βραχνάδα εκείνη που την αναγνωρίζεις παντού, είναι κι εκείνη που μπορεί να αποδώσει στην εντέλεια την ατμόσφαιρα του κειμένου. Αναρωτιέμαι αν ήμουν σε θέση να διαβάσω αυτό το βιβλίο στη γλώσσα που γράφτηκε, πόσο θα με μάγευε η εκφορά του λόγου, γιατί ακόμη και στην ελληνική του απόδοση το βιβλίο έχει ρυθμό και ψυχικά φορτία που μπορεί να κουβαλήσει όποιος αγαπά την ανάγνωση και τη θαυματουργή της ιεροτελεστία.
«...Πήγε στο εξωτερικό, διάβασε πολύ, ράβει ρούχα περιζήτητα ακόμη και στα καλύτερα μαγαζιά της πρωτεύουσας, αλλά ποτέ δε συνάντησε έναν άντρα σαν αυτόν που έχασε...» Το παρελθόν μπερδεύεται με το παρόν σε ένα χορό για δύο, μόνο που ο δεύτερος είναι απών και ο μόνος από το ζευγάρι που έχει μείνει, βιώνει την απώλεια του άλλου μέσα από μια συνεχή αναδρομή στα περασμένα. «...Το μόνο που είναι δικό μου είναι το παρελθόν... Ο πόνος προσφέρει σε κάποιους ανθρώπους τη σοφία που η αθωότητα τους αρνείται...»

Tuesday, March 20, 2007

Το παρελθόν για το σήμερα

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στις 23/12/2006 στη Φιλολογική Βραδυνή)


Ένα εξαιρετικά καλαίσθητο βιβλίο, με ένα εξώφυλλο που χαίρεσαι να κρατάς στα χέρια σου, αρχικά με εξέπληξε για την επιλογή της δημιουργίας του από τον εμπνευστή του. Στη συνέχεια, είδα ότι το «Αρχαία συνταγή -Ηρόδοτος, Ηράκλειτος, Λουκιανός» (Εκδόσεις Κέδρος) ήταν φυσικό επόμενο να το βγάλει ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος. Ήδη, από τα προηγούμενα μυθιστορήματά του (όπως το «Φίλοι» και το «Χάσαμε τον μπαμπά») έδειχνε μια σαφή προτίμηση ή και πρόθεση -ποιος ξέρει- στη διατύπωση αποφθεγματικού λόγου. Μια σκέψη, μάλιστα, θα ήταν να συγκεντρώσει όλες εκείνες τις φρασούλες, τα «τσιτάτα» που φιγουράρουν στις σκέψεις και τους διαλόγους των λογοτεχνικών του ηρώων μέχρι σήμερα, και να βγάλει ένα βιβλίο που θα περιέχει την απολύτως δική του «συνταγή».
Στο προκείμενο βιβλίο να σταθούμε, που ο συγγραφέας του αποτάθηκε στο παρελθόν για να πει μερικά πράγματα για το σήμερα. Προσέτρεξε στους αρχαίους σοφούς «παππούδες». Φλέγοντα ζητήματα για το σύγχρονο κόσμο ο σκοταδισμός και η ελαφρότητα με την έννοια την αρνητική είτε της επίφασης είτε της πλήρους επιπολαιότητας αυτή η τελευταία, τα οποία ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος επιχειρεί να προσεγγίσει μέσα από επτά ιστορίες του Ηρόδοτου, πέντε διαλόγους του Λουκιανού και σαράντα αποσπάσματα από τον Ηράκλειτο. Αν και δεν είμαι ο «Σοφός Αναγνώστης» του οποίου την κρίση επικαλείται ο γνωστός συγγραφέας στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του, αντιλαμβάνομαι ότι οι λέξεις (και το αντίκρυσμά τους στο παρόν, σε όποιο επίπεδο ανθρώπινης δραστηριότητας και αν αναφερθούμε) «παραμυθάς, σκοτεινός και ελαφρύς» είναι αυτές που δυστυχώς ή ευτυχώς αποδεικνύονται πιο επίκαιρες και «ζεστές» απ’ ό,τι ίσως ήταν στα χρόνια του Ηρόδοτου, του Λουκιανού και του Ηράκλειτου. «Αλληλένδετα είναι και δεν είναι όλα, η ομοιότητα με τη διαφορά, η συμφωνία με τη διαφωνία, και από τα πάντα ένα και από ένα τα πάντα». Μάλιστα, αυτή η ροπή προς τη ρευστότητα του Ηράκλειτου αποτελεί για το σύγχρονο άνθρωπο παραμυθία και απάγκιο στα δύσκολα του μυαλού, της ψυχής και της ζωής του.

Χρώμα εαρινό

(Γιατί δεν γράφουμε μόνο, φωτογραφίζουμε και ζωγραφίζουμε κιόλας...)

Κυριακάτικος περίπατος...


Το φωτογραφικό χέρι της georgia ευθύνεται για την όμορφη αυτή απεικόνιση του δειλινού στην Αθήνα. Μου έδειξε ότι τα μηχανήματα έχουν δυνατότητες, αρκεί να ξέρεις να τα χειριστείς σωστά και δημιουργικά... Για περισσότερες όμορφες εικόνες μπορείτε να επισκεφθείτε το δικό της μπλογκ, το οποίο βρίσκεται στα λινκ μου ως "Αστερόσκονη φωτογραφίζουσα"...

Sunday, March 18, 2007

Η ...πανοπλία της ανθρωπιάς απέναντι στην ιαχή της μοναξιάς


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 17/3/2007)

«...Η Σάντρα έχει μικρή κατανόηση για τις ιδιορρυθμίες των σπιτιών... Η σκέψη ότι τα σπίτια δεν είναι αλάνθαστα, όπως ακριβώς και οι άνθρωποι, και ότι γι’ αυτόν το λόγο πρέπει να ανέχεται κανείς την ανεπάρκειά τους, δεν της έχει περάσει από το μυαλό...»



Μπρος στη δημόσια συχνά ασημαντότητα και τη βλακεία της, που μαστίζει το σύγχρονο άνθρωπο με τον επιφανειακό τρόπο ζωή του, ως μοναδικό προπύργιο της ιδιωτικότητας φαντάζει η ερωτική σχέση. Ένα κουκούλι που κρατάει φυλαγμένο καλά το ουσιώδες, το σημαντικό, το ενδιαφέρον, το φλέγον, το ερωτικό. Η σχέση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους ή για την ακρίβεια, ανάμεσα σε τρεις, όπως περιγράφεται από το γερμανό συγγραφέα Βίλχελμ Γκενατσίνο, μπορεί να είναι η πιο καίρια πράξη εκδήλωσης της ανθρωπιάς στον απόλυτο βαθμό της. «...Από πού αντλεί τη ζωντάνια της η ντροπή;...»
Ο δημιουργός του ιδιότυπου μυθιστορήματος «Η βλακεία του έρωτα» που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση της Βίκυς Βολιώτη, αποτελεί μια αιρετική φωνή ανθρωπιάς για τη ζωή και το τέλος της. Στην ουσία, ο Βίλχελμ Γκενατσίνο, με το βιβλίο του απευθύνει ο ίδιος ένα ηχηρό κάλεσμα -να μη πω πως πρόκειται για κραυγή απελπισίας και υπαρξιακής αγωνίας, που έτσι είναι- να στρέψουμε και να κοιτάξουμε τον εαυτό μας μέσα από τον άλλο. Αυτό το ερωτικό καθρέφτισμα μοιάζει ως το μόνο σίγουρο απάγκιο, όταν οι άνεμοι της εξωτερικής πραγματικότητας, έρχονται να μας σαρώσουν και να εξαντλήσουν τον ορίζοντα από τα μάτια μας. «...Έχω πάθει κάτι σαν εξάντληση από υπερβολική δόση πραγματικότητας...»

Και στο προηγούμενο βιβλίο του «Μια ομπρέλα για τη μέρα» (Εκδόσεις Καστανιώτη, μετάφραση Βίκυ Βολιώτη) ο συγγραφέας αυτό βροντοφώναζε: την ανάγκη του ανθρώπου να νιώσει σημαντικός μέσα από τον άλλο.
Στο μυθιστόρημα «Η βλακεία του έρωτα», ο ήρωας πάλι σε πρώτο πρόσωπο διυλίζει μέσα του κάθε εξευτελιστική λεπτομέρεια του έξωθεν κόσμου, δίνοντας μια ειρωνική μαρτυρία για την καθημερινότητα, τα δεινά και την ομορφιά της, μέσα από τα κάτοπτρα που του προσφέρουν οι δύο γυναίκες που διατηρεί μαζί τους ερωτική σχέση, χωρίς φυσικά η μία να γνωρίζει την ύπαρξη της άλλης. «...Δεν μπορώ παρά να συστήσω ανεπιφύλακτα τη μόνιμη αγάπη για δυο γυναίκες. Λειτουργεί σαν ένα θαυμάσιο, διπλό αγκυροβόλημα στον κόσμο. Σιτεύεις με αγάπη, και είναι ακριβώς αυτό που χρειάζομαι...»
Ο εσωτερικός του μονόλογος -γνώριμος στον κάτοικο αστικού κέντρου, αν μπαίνει στον κόπο να βλέπει τον κόσμο γύρω του- έχει την ένταση του ανθρώπου που αναζητά την ελευθερία του, φοβάται για το πού τον οδηγεί η ζωή του και πάσχει απ’ αυτή την πραγματικότητα που τον τυλίγει. «...Αισθάνομαι ελεύθερος. Το καταλαβαίνω από το γεγονός ότι δεν έχω να ξεκαθαρίσω τους λογαριασμούς μου ούτε με τον εαυτό μου ούτε με κανέναν άλλο...» Είναι η ιαχή της μοναξιάς του σύγχρονου ανθρώπου που χάνει τον εαυτό του, τα ίχνη του μέσα στην αλλοτριωτική μεγαλούπολη με την εκμηδενιστική ρουτίνα που του επιβάλλει. «...Η λέξη «ψυχή» είναι αυτή που δίνει πίσω την αξιοπρέπεια σε κάθε θυμωμένο άνθρωπο...»

Η αξιοπρέπεια εδώ είναι να πολεμάει ο ήρωας για την ανθρωπιά του, για τα στοιχεία εκείνα που τον καθιστούν εύθραυστο και ευάλωτο, με αδυναμίες, πάθη και φοβίες. Η «πανοπλία» του ανοίγει σαν λουλούδι και πέφτει ξέπνοη δίπλα του σαν δέρμα φιδιού, μόνο τις στιγμές που έχει να αναλογιστεί τα αντικείμενα του πόθου του, τη Σάντρα και τη Γιούντιθ, οι οποίες -η κάθε μία με το δικό της ξεχωριστό τρόπο- κρατούν ζωντανό το λόγο της ύπαρξής του, ακόμη κι όταν εκείνος τον αποποιείται. «...Η δυστυχία των ανθρώπων είναι που πιστεύουν ότι τα προβλήματά τους μπορούν να λυθούν...»
Ο σαρκασμός, η ειρωνεία, το χιούμορ είναι από τα στοιχεία εκείνα που κάνουν ιδιαίτερη τη γραφή του Γκενατσίνο. Καθώς και η οπτική του όταν ατενίζει το ανθρώπινο τοπίο που τον περιβάλλει, στήνει ένα ιδιόμορφο λογοτεχνικό σύμπαν πολύ γοητευτικό και παράδοξα σημαντικό, μέσα από την ασημαντότητα μιας καθημερινότητας που εξονυχιστικά φέρνει σε πρώτο πλάνο ο δημιουργός, για να τη λοιδωρήσει και εν τέλει να την εξυψώσει, αναβαπτίζοντάς της με τη σφραγίδα της συγγραφικής του ματιάς. «...Όσο παράγει κανείς χωρίς να έχει αντίπαλο είναι πολύ απλό να ονομάσει τον εαυτό του καλλιτέχνη...»

Παρατηρητής έξοχος της αστικής σφύζουσας κινητικότητας στους δρόμους και στους δημόσιους χώρους ο Γκενατσίνο δείχνει τη ματαιότητα του αναλώσιμου κόσμου, εισχωρώντας με το νυστέρι της ειρωνείας του σε κάθε δυνατή πτυχή του και ανατέμνοντας τη μηδαμινότητα του παρόντος. «...Από παιδί ήξερα ότι ο θάνατος είναι μια απόμακρη βρωμιά, την οποία μάλιστα προξενούμε οι ίδιοι στον εαυτό μας...» Ο φόβος για τον καθημερινό θάνατο που συντελείται από την ασημαντότητα αυτών που ζει κανείς, είναι ο εφιάλτης που κατατρέχει τον πρωταγωνιστή της «βλακείας του έρωτα». Ο τίτλος άλλωστε του βιβλίου μοιάζει παραπλανητικός, αλλά είναι απολύτως βάσιμος: αυτό που βλέπουμε εν είδει Αποκάλυψης -άλλωστε με αυτή ασχολείται επαγγελματικά και ο μυθιστορηματικός ήρωας- όταν φορέσουμε τα χρωματιστά γυαλιά του έρωτα, είναι και η ουσία της ύπαρξής μας, η ομορφιά της, η γοητεία της, η πρόκλησή της να παραμείνουμε ζωντανοί, ακέραιοι, ατόφιοι, ΑΝΘΡΩΠΟΙ. Με το κεφάλι στραμμένο στον άλλο για να δούμε το μέλλον που έρχεται αθόρυβα, τη ζωή που παρέρχεται χωρίς τυμπανοκρουσίες, τον ίδιο μας τον εαυτό χωρίς την πανοπλία της ασημαντότητας που μας περιβάλλει, δυνατό και αναγεννημένο, σημαντικό και απογυμνωμένο από τη μιζέρια του ελάχιστου. «...Η ζωή δεν λαμβάνει υπόψη της αυτό που δεν θέλουμε ή δεν μπορούμε...»

Αυτόν τον άνθρωπο που δεν είναι άγιος, που είναι θνητός και πεπερασμένος, ακόμη και κουρασμένος, πανικόβλητος μπροστά στη ζωή που του δόθηκε και δεν ξέρει τι να την κάνει, αυτόν τον άνθρωπο υμνεί ο Γκενατσίνο. Αυτόν που ταλαιπωρείται και παραδίνεται, νιώθει την κόπωση από το βίο του -τον διόλου ανθόσπαρτο και μυθιστορηματικό- να τον καταβάλλει και το ομολογεί, αυτόν τον άνθρωπο που κοιτάζει ψηλά κι ας είναι πεσμένος στα πεζοδρόμια και τις αιχμηρές χαράδρες των άστεων. Αυτόν αγκαλιάζει με αγάπη, συμπάθεια και ανθρωπιά σπάνιας υφής και σημασίας.

Thursday, March 15, 2007

"Ήταν κάθε μέρα σε πόλεμο"

(Μια γενέθλια αναδημοσίευση του ποστ και του κειμένου που είχε δημοσιευτεί πριν τρία χρόνια περίπου τέτοια εποχή στη Φιλολογική Βραδυνή. Ένα από τα βιβλία που σφράγισαν τη ζωή μου, ιδίως με τον τρόπο που κατέφθασε στο γραφείο μου και τις πυρετικές μέρες και νύχτες που ακολούθησαν. Είναι ακόμη κάθε μέρα σε πόλεμο...)

«Πάρε τα δώρα της ψυχής σου να 'ρτεις,
σου ετοίμασα τη μαύρη κάμαρά μου.
Στον κήπο μας αρρώστησεν ο Μάρτης
κι αρρώστησεν ο Μάρτης στην καρδιά μου...»

Κ. Γ. Καρυωτάκης




Διακόσια δέκα χρόνια πριν. Ακριβώς, Μάρτη μήνα. Η ημερομηνία είναι γενέθλια : 16 Μαρτίου 1794. Σ’ ένα κελί φυλακής σκιερό και μουχλιασμένο, γεννιέται η απόλυτη ειλικρίνεια σε έναν άνδρα που πολεμούσε την ψυχή του. Μόνο που αυτή είναι η τελευταία και καθοριστική μάχη. Και βγαίνει νικητής τουλάχιστον στο λογισμό και τη συγκίνηση του αναγνώστη που βρίσκεται απέναντι και μέσα στις γραμμές του βιβλίου του Ζερόμ Γκαρσέν «Ήταν κάθε μέρα σε πόλεμο» (Εκδόσεις Πόλις).
Έξω από τα στραγγαλιστικά κάγκελα της φυλακής, φωτιά και σίδερο. Η Επανάσταση που θα άλλαζε την ιστορία της ανθρωπότητας και η άλλη όψη της η Τρομοκρατία. Η Γαλλική Επανάσταση. «...η Επανάστασή μου σέρνει ξοπίσω της τα τελευταία κάρα των καταδικασμένων, τα εξιλαστήρια θύματα. Σε ένα από αυτά θα καθίσω κι εγώ, σε μια θέση που θα είναι ακόμα ζεστή...» Στα καλοκαμωμένα, λεπτεπίλεπτα και φροντισμένα -ελέω κραυγάζουσας ευγενικής καταγωγής- δάχτυλα του Μαρί-Ζαν Ερώ ντε Σεσέλ αποτίθεται η αλήθεια απογυμνωμένη από τα τερτίπια του μυαλού και της καρδιάς. Πένα, χαρτί και μελάνι στα χέρια του, τα όπλα του για τον αποχωρισμό. Κι αρχίζουν να στάζουν το δικό του αίμα, το αίμα της ζωής του, της ψυχής του, οι λέξεις, μέσα από την εκστατικά παραληρηματική γραφή του Γκαρσέν. Η ιδιότυπη de profundis εξομολόγηση του ήρωα αναδεικνύεται σε μια συνθήκη που θα ήθελαν οι γυναίκες να ανακαλύψουν ή να επιβεβαιώσουν για την ανδρική φύση, έστω για μια φορά στη ζωή τους, είναι όχι απλώς αρκετή, αλλά ιδανική, ενώ ορισμένοι άνδρες μάλλον επιβάλλεται να κατορθώσουν να πραγματοποιήσουν, έστω απέναντι στο πρόσωπο της γυναίκας που καθρεφτίζεται αυτόφωτος κι αυτοφυής ο εαυτός τους.
Ένας λυγμός, σχεδόν βουβός, που ξεφεύγει μέσα από την ερωτική επιστολή του συλληφθέντα Επαναστάτη, γίνεται φωνή διαμαρτυρίας εναντίον της καταφανέστερης αδικίας, αποκαλύπτει τις διαστάσεις της βίας και γίνεται ο πιο δυνατός τρόπος έκφρασης ενός έρωτα καταδικασμένου να έχει υπάρξει κραταιός και να μην έχει καμία προοπτική, κανέναν ορίζοντα πια, παρά να μένει μόνο σκόνη από αποξηραμένους κρόκους στα ολόλευκα χέρια της γυναίκας-αποδέκτη αυτής της ολοκληρωτικής αγάπης. «... Δεν με πειράζει η ξαφνική στέρηση της ελευθερίας μου. Με πειράζει η βεβαιότητα ότι δεν θα την επανακτήσω ποτέ...», ομολογεί τη στιγμή που το σώμα του έμεινε «ανενεργό» και για πρώτη φορά ήταν σε θέση να καταλάβει πόσα του οφείλει το ίδιο του το πνεύμα, ο καθ’ όλα προορισμένος από τα χαρίσματα της φύσης του να είναι ένας μοναχικός ερωτευμένος, σαν μελαγχολικός δόγης αλλοτινών εποχών, αλλά κατέληξε ένας κυνικός αριβίστας.
Ο άνθρωπος ο οποίος «είχε τη διεγερτική εντύπωση πως ήταν ένας πρίγκιπας της Δημοκρατίας» και που βροντοφωνάζει μέσα από τα καλλιγραφικά γράμματα της επιστολής του ότι δεν ανήκει πουθενά και είναι περήφανος γι’ αυτό, υπέκυψε στην προτροπή : «...για να επικρατήσουμε των κυνικών, οφείλουμε να τους ξεπεράσουμε σε κυνισμό». Διαπιστώνει εκ των υστέρων ότι «οι θετικές επιστήμες νίκησαν το ρομαντικό μυαλό μου. Μαράθηκα».
Την προσωπική του ήττα, εκείνη δηλαδή που απορρέει πρώτα από όλα από την ίδια του τη φιλοδοξία και την κενότητα των κοινωνικών του επιδιώξεων, μπορεί να την αναγνωρίσει όταν «...Η γνώση του επερχόμενου θανάτου οξύνει την ευαισθησία, φωτίζει τα τοπία με ένα απόλυτο φως, κάνει σχεδόν αβάσταχτα τα αρώματα της γης, του δάσους, των λουλουδιών, δίνοντας το βάρος της αιωνιότητας σε κάθε λεπτό που περνά, και στο σώμα που ακόμα δονείται, μια ελαφρότητα υπεράνθρωπη...». Το επώδυνο φως από τις αχτίδες της αθωότητας λάμπει ξανά στο μυαλό του Ερώ ντε Σεσέλ, όταν αναγκάζεται να απευθυνθεί προς την αγαπημένη του αφοπλιστικά, όπως αρμόζει στη γενναιότητα της ανδρικής φύσης, εκείνη που η γυναικεία φύση όχι μόνο αποζητά αλλά και επιδιώκει, όχι για να νιώσει νικήτρια επί του αντιπάλου, αλλά για να νιώσει τον απέναντι άνδρα ισάξιο συμμέτοχο στην πορεία αναζήτησης της αλήθειας και της ελευθερίας : «...Είμαι τριάντα τεσσάρων ετών και μόνος. Πολύ μόνος, κυρία μου. Πίσω από τον τοίχο που με χωρίζει από τους συντρόφους μου σ’ αυτήν την φυλακή, και που με προστατεύει απ’ αυτούς...».
Τα τρωτά της «ένδοξης» Ιστορίας, το παρασκήνιο της Επανάστασης, οι βιαιότητες και οι αδικίες των αγωνιστών γίνονται το ζοφερό κι αποπνικτικό τοπίο, για να ανθίσει ένας έρωτας και να πλυθεί μέσα στα γάργαρα και ξάστερα νερά του συναισθήματος η ταραγμένη και πολύπαθη ψυχή του Ερώ ντε Σεσέλ. «...Μέσα στα μάτια σας μίσησα λιγότερο τον εαυτό μου. Χάρη στην ανάμνησή σας, τον περιφρονώ λιγότερο...». Ενόψει του καταληκτικού τέλους, ο άνδρας στον οποίο η μητέρα του έλεγε καλύτερα να τον βλέπει να κρατά σπαθί παρά πένα, παραδέχεται την απιστία του ακόμη και προς τη μοναδική γυναίκα που αγάπησε και ομολογεί τη συμπεριφορά Ποντίου Πιλάτου που επέδειξε στις συνθήκες τρομοκρατίας της αιματοβαμμένης Επανάστασης.
Το μυθιστόρημα αυτό του Ζερόμ Γκαρσέν αποτελεί ένα αποτύπωμα ιδανικού ρομαντισμού, σε έναν κόσμο που δείχνει να μην ανέχεται ποτέ σε καμία εποχή τους επαναστάτες, και τους ειλικρινείς, αυτούς τους ρομαντικούς τρελούς που κάνουν την πραγματικότητα να είναι «αυτό το όμορφο πράγμα, που κινείται, δυνατό, βίαιο, διάχυτο, που ο νους αδυνατεί να το συλλάβει».

Ποιος είναι ο συγγραφέας

Ο Jerome Garcin, από τους πιο σημαντικούς κριτικούς λογοτεχνίας στη Γαλλία σήμερα, γεννήθηκε το 1956. Είναι αρχισυντάκτης των πολιτιστικών σελίδων του Nouvel Observateur και παραγωγός του «Le masque et la plume», της πιο γνωστής ραδιοφωνικής εκπομπής που είναι αφιερωμένη στο βιβλίο και η οποία μεταδίδεται από τον κρατικό σταθμό France Inter. Το «Ήταν κάθε μέρα σε πόλεμο», πρώτο του μυθιστόρημα, τιμήθηκε το 2001 με το βραβείο Maurice Genevoix. Έχει δημοσιεύσει επίσης δοκίμια.

Tuesday, March 13, 2007

Τα εφτά κινηματογραφικά "θαύματα"

της προσωπικής μου προτίμησης. Ευχαριστώ το Δημήτρη Μαμαλούκα που με πρότεινε στο παιχνιδάκι. Με τη σειρά μου προτείνω την georgia, το nuwanda, τη Λεία Βιτάλη, το Λεφτέρη Μπαρδάκο (αν έχει χρόνο)και τον Αθήναιο (αν δεν μας έχει βαρεθεί με τα παιχνίδια μας).

Με τυχαία σειρά και όπως μου ήρθαν στο μυαλό εφτά αγαπημένες ταινίες είναι:

-Τα καλύτερά μας χρόνια
-Τα χρόνια της αθωότητας
-Το τέλος μιας σχέσης
-Σινεμά ο Παράδεισος
-Μαζί ποτέ
-Δεσποινίς Διευθυντής
-Τζένη-Τζένη

Monday, March 12, 2007

Η μεταφυσική ανάταση μέσα από την «πλοκή» της Ιστορίας

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 10/3/2007)

«...Ένιωθε σαν ένας πύργος από άμμο, εφήμερος και εύθραυστος, απέναντι σ’ ένα φοβερό και αήττητο μεσαιωνικό οχυρό. Ένα κομψό και επιτηδευμένο σπίτι φτιαγμένο από ένα παιδί στον αμμόλοφο, που έμελλε να καταρρεύσει κάτω από το λιθοβολισμό των φρουρών της πραγματικότητας...»





Δύο άνθρωποι από τα βάθη του Μεσαίωνα και ο έρωτάς τους, φλογερός και καταστροφικός και για τους δύο. Εκείνος, ο Ρομάν, καλόγερος του τάγματος των Βενεδικτίνων μοναχών και αρχιτέκτονας. Εκείνη, η Μοϊρά, μυημένη στον παγανισμό των Κελτών. Η θρησκεία και η βίαιη επιβολή της κατά τα μεσαιωνικά πρότυπα θα γίνει η πυρά που θα τους χωρίσει για πάντα. Όχι ακριβώς για πάντα.
Μια μεσαιωνοδίφης αρχαιολόγος, η Ζοανά, από τα έξι της χρόνια ήδη κατά την επίσκεψή της στο όρος Σαιν-Μισέλ, θα επωμιστεί το δυσβάσταχτο βάρος ενός άγνωστου για κείνη ρόλου της ευθύνης να τους ενώσει ξανά στο μέλλον. Με κόστος για 27 χρόνια να σέρνει στο ασυνείδητό της ένα όραμα και εφιάλτες με τον ακέφαλο άνδρα που την καταδιώκουν όχι τυχαία. Με κέρδος, ωστόσο, την αποκάλυψη της αγάπης στην απόλυτη μορφή της.
Η μεταφυσική, η πίστη, η ιστορία, η αρχαιολογία, η θρησκεία δίνουν το μυθιστορηματικό οβολόν τους στους συγγραφείς Frederic Lenoir και Violette Cabesos να συνθέσουν ένα ψηφιδωτό ανάμεσα στο Μεσαίωνα και το σήμερα στο βιβλίο τους «Η υπόσχεση του Αρχαγγέλου» (που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα σε μετάφραση Βέρας Δαμόφλη και επιμέλεια Βίκης Δέμου), με ένα στόχο: να βρει εκείνος που ζητάει τη δύναμη να αντέξει την αγάπη και να την υπερασπιστεί για τον εαυτό του και τους άλλους, μέσα από τον εαυτό του και τους άλλους. «...Η ελπίδα βρίσκεται μεταξύ γης και ουρανού, μέσα στην ανθρώπινη καρδιά...»

Η ταραγμένη αλλά ακατάβλητη ψυχή της Ζοανά θα γίνει η Ελπίδα. «...Η νεαρή γυναίκα είχε το παράξενο αίσθημα ότι κολυμπούσε κόντρα στο ρεύμα της ζωής της...Είχε ξεκινήσει την ψυχανάλυση με την ίδια λογική που κάποιος αποδέχεται ένα δεκανίκι...γλιστρούσε αργά αλλά αναπόφευκτα προς ένα τίποτα που ενάντιά ήταν μάταιο ν’ αντισταθεί, όπως ήταν και ανώφελο να το επισπεύσει...» Η αγνή ψυχή του μικρού κοριτσιού που ήταν η Ζοανά, του τρυφερού αλλά πληγωμένου αυτού πλάσματος, θα γίνει ο καλός αγωγός που θα περάσει στο μέλλον η αγάπη των δύο κατατρεγμένων ερωτευμένων, του Ρομάν και της Μοϊρά, με έναν τρόπο που επιβάλλει η ιστορική συνέχεια και η ανίχνευσή της από την ιστορική και αρχαιολογική επιστήμη. «...Αν έχουν μνήμη οι πέτρες, επανέλαβε ο Φρανσουά παραμερίζοντας ένα τσουλούφι που έπεφτε στο πρόσωπο της Ζοανά. Ναι, αναπολούν τους ανθρώπους που άλλοι άνθρωποι λησμόνησαν στο πέρασμα του χρόνου. Μαρτυρούν σε εκείνους που ξέρουν να τις ακούν, σε ιστορικούς, σε αρχαιολόγους παθιασμένους...»
Το ασυνείδητο της πρωταγωνίστριας γίνεται ο καμβάς για να υφανθεί όλο το μεσαιωνικό μυστηριώδες δράμα που ψάχνει λύτρωση στο παρόν, μέσα από την εξερεύνηση του δύσβατου παρελθόντος. Το ζητούμενο είναι ο εξαγνισμός από την απελπισία και τη διαφεύγουσα ευτυχία της ολοκλήρωσης, της πληρότητας, της επίτευξης της ολότητας. «...Μην ξεχνάς: πρέπει ν’ ανασκάψεις τη γη για ν’ ανέλθεις στον ουρανό* να είσαι το λίπασμα του εαυτού σου, να κατοικήσεις στα σκοτάδια των πληγών σου για να βρεις το φως σου...»

Ιστορικό το μυθιστόρημα θα μπορούσε αναμφίβολα να είναι λίγο πιο σύντομο και πιο πυκνή η γραφή χωρίς τις εξαντλητικές σε κάποια σημεία περιγραφές, ωστόσο από ένα σημείο και έπειτα η πλοκή της υπόθεσης είναι τόσο ελκυστική που δεν μπορείς να μην φτάσεις μέχρι το τέλος της. Τα κεφάλαια του βιβλίου εναλλάξ μεταφέρουν τον αναγνώστη από το παρόν στο παρελθόν, ακολουθώντας μια συνοχή που γίνεται αντιληπτή κατά τη λήξη του δράματος που εκτυλίσσεται με πρωταγωνιστές ανθρώπους που επιχειρούν είτε να δρομολογήσουν το πεπρωμένο τους είτε να το δημιουργήσουν οι ίδιοι είτε να το χαλιναγωγήσουν είτε το αφήνουν να τους πάει όπου θέλει αυτό. «...Είναι αυθάδεια και ματαιότητα να επιζητούμε να ελέγξουμε το ανεξέλεγκτο, και ανοησία να νιώθουμε φόβο...»
Υποβλητική η ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος εναρμονίζεται με την ψυχική κατάσταση της κεντρικής ηρωίδας η οποία διχάζεται ανάμεσα στην ορθολογική σκέψη που της επιβάλλουν η εποχή και οι σπουδές της και στη μεταφυσική που φροντίζουν οι δημιουργοί του βιβλίου να διαπερνά κάθε γραμμή του με μαεστρία. «...Η πέτρα είναι από μόνη της πρόκληση για τους επιτιθέμενους ανθρώπους και για τον αιώνιο εχθρό: τον χρόνο. Η πέτρα αψηφάει από μόνη της τους αιώνες δίνοντας μια εντύπωση αιωνιότητας...»
Ο αναγνώστης είναι εκεί για να αποφασίσει πώς θα δεχτεί τη λογοτεχνική εκδοχή που του προσφέρεται, πώς θα διαμορφώσει αυτό που δέχεται ως αληθινό -όχι ιστορικά, αλλά υπαρξιακά, μέσα του. «...Σε εξαιρετικές περιπτώσεις δεν την ενοχλούσε να πει ψέματα, το μόνο που μετρούσε ήταν η αποτελεσματικότητα της ψευτιά. Ήταν ζήτημα πνευματικής επιβίωσης...» Η αστυνομική πλοκή, λόγω αλλεπάλληλων φόνων που εμφανίζονται, λειτουργεί θετικά ως εύρημα για την ιστορία από ένα σημείο κι έπειτα. Γίνεται η κινητήριος δύναμη της υπόθεσης του βιβλίου. Σε ορισμένα σημεία νιώθει ο αναγνώστης τις σαφείς επιδράσεις από «Το όνομα του ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο, τουλάχιστον σε επίπεδο όλων εκείνων των λεπτομερειών που αφορούν τη μοναστηριακή ζωή.

«...εκείνος ζει σ’ έναν ναό μέσα στον ουρανό, εκείνη σε μια καλύβα πάνω στη γη, και τους χωρίζει μια θάλασσα...» Οι παράλληλες ιστορίες αγάπης: του Ρομάν και της Μοϊρά από τη μεσαιωνική εποχή και αυτή της Ζοανά με τον παντρεμένο Φρανσουά -στην αρχή και στη συνέχεια με μια άλλη αινιγματική φιγούρα- και τον ιδιαίτερο Σιμόν από το μυθιστορηματικό παρόντα χρόνο του βιβλίου, συμβαίνουν στο «βεβαρημένο» -ιστορικά- φόντο του παράξενου αυτού βράχου όπου παρουσιάζεται ως κατοικία του Αρχάγγελου Μιχαήλ («...στα εβραϊκά, Μιχαήλ σημαίνει «αυτός που είναι όπως ο Θεός»...») και όπου φυσικά η μορφή του δεσπόζει ως επισειόμενη απειλή πάνω από τα κεφάλια εκείνων που έχουν λόγο να φοβούνται τη θεία δίκη, αλλά και την εγκόσμια δικαιοσύνη. Η αλήθεια αποδεικνύεται υπερκόσμια και απαντάει σε μία λέξη που περικλείει το παν για την ευτυχία του ανθρώπου: αγάπη. Στον υπέρτατο βαθμό και με τον πιο δύσκολο να διατηρηθεί άσβεστη και αναπόφευκτο όρο για να αντέξει: την ελπίδα.

Friday, March 09, 2007

Παρακαταθήκη ...ελευθερίας

Μιχάλης Κατσαρός

Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ


Αντισταθείτε
σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι
και λέει: καλά είμαι εδώ.

Αντισταθείτε σ' αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι
και λέει: Δόξα σοι ο Θεός.

Αντισταθείτε
στον περσικό τάπητα των πoλυκατοικιών
στον κοντό άνθρωπο του γραφείου
στην εταιρεία εισαγωγαί- εξαγωγαί
στην κρατική εκπαίδευση
στο φόρο
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε
σ' αυτόν που χαιρετάει απ' την εξέδρα ώρες
ατέλειωτες τις παρελάσεις
σ' αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει
έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε πάλι σ' όλους αυτούς που λέγονται
μεγάλοι
στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε
στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες
σ' όλα τ' ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε
πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι

σ' όλους που γράφουν λόγους για την εποχή
δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα

στις κολακείες τις ευχές τις τόσες υποκλίσεις
από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό
αρχηγό τους.

Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών
και διαβατηρίων
στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη
διπλωματία
στα εργοστάσια πολεμικών υλών
σ' αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια
στα θούρια
στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους
στους θεατές
στον άνεμο
σ' όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς
στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας

ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ
αντισταθείτε.

Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την
Ελευθερία.

Thursday, March 08, 2007

"Αποδελτίωση"

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Έθνος της Κυριακής στις 25/2/2007. Ευχαριστώ την ηθική αυτουργό, κυρία Ελένη Γκίκα)

"H δημοσιογράφος - μπλόγκερ

Scalidi υπογράφει, το μπλογκ της σαφώς με... ονοματεπώνυμο. Δημοσιογράφος στη Φιλολογική Bραδυνή, η Σταυρούλα Σκαλίδη, είναι απολύτως αυτή που δηλώνει. Στα ποστς της κριτικές βιβλίων αναδημοσιευμένες από την εφημερίδα της αλλά και μικρές, δικές της ατμοσφαιρικές, αλληγορικές και ανατρεπτικές ιστορίες. Aσκήσεις επί χάρτου με φίλους επισκέπτες πολλούς.
O λόγος, όμως, στην ίδια: «Aν και τα τελευταία εφτά χρόνια γράφω δημοσίως, για έναν άνθρωπο που είναι απλώς πίσω από το γραφείο του και μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, δεν υπάρχει πάντα η αίσθηση ότι κάποιος διαβάζει τα κείμενά του. Kι αυτό έχει να κάνει με το ότι η ανάδραση στο επικοινωνιακό του μήνυμα, όταν είναι σε μια εφημερίδα, δεν είναι άμεση.
Mε το blog υπάρχει η δυνατότητα να έχεις τη γνώμη του αναγνώστη σου διατυπωμένη ανά πάσα στιγμή. Γι αυτό και οι επισκέπτες του blog, στο δικό μου τουλάχιστον που επιτρέπει σχόλια, αποτελούν μέρος του.
Δημιουργείται μια ιδιότυπη «κοινότητα» συζήτησης, που σε μένα μέχρι στιγμής έχει δώσει νέα ερεθίσματα αλλά και έμπνευση για καινούρια πράγματα. H κριτική ικανότητα, κυρίως από την πλευρά του γράφοντος, παίζει σημαντικό ρόλο και «διαμορφώνει» και το κλίμα που επικρατεί σε μια τέτοια διαδικτυακή συνάντηση απόψεων. H επισκεψιμότητα δεν με έχει επηρεάσει ως προς την επιλογή της θεματολογίας μου, αφού με ενδιαφέρει η λογοτεχνία και το βιβλίο -«σπορ» έτσι κι αλλιώς για λίγους, δυστυχώς, στις μέρες μας-, αλλά με έχει «κατευθύνει» κάποιες φορές ως προς αυτό που λέμε «αυτολογοκρισία». Δηλαδή, όταν ξέρεις ότι σε διαβάζουν καθημερινά 60-70 άνθρωποι και οι οποίοι είναι εν δυνάμει άμεσοι σχολιαστές του κειμένου σου, οφείλεις να προστατεύεις και τον εαυτό σου αλλά και αυτούς από κακοτοπιές. H γραφή σου είναι ο καθρέφτης του εαυτού σου και εσύ επιλέγεις τι θα επιτρέψεις να αντανακλάς στους άλλους.
Διατηρώ επωνύμως blog από το Mάιο του 2006. Σ' αυτό το διάστημα, γνώρισα πιο πολλούς ανθρώπους, απ’ ό,τι όλα τα χρόνια που βρίσκομαι στη δημοσιογραφία, που ενδιαφέρονται για τη λογοτεχνία, από διαφορετικές γωνιές της Aθήνας, της Eλλάδας αλλά και του πλανήτη. Δεν είναι και λίγο το κέρδος, αν σκεφτεί κανείς ότι δεν θα τους γνώριζα με άλλο τρόπο»."

Tuesday, March 06, 2007

Υπόκλιση στον ποιητή ("μου")

"ΘΑΝΑΣΙΜΟ ΑΝΑΠΛΙ

Φίλε ρωτώ αν έχεις άλλοτε δει τ' Ανάπλι.
Όλη νύχτα μπορείς ν' ανεβαίνεις
τις σκάλες των ενετών
με αναπλιώτισσες απέλπιδες εκεί ψηλά
στα ζωγραφικά μπαλκόνια των ψαράδων
να βλέπεις του φεγγαριού
το μονοπάτι της αγάπης από σμάλτο
στην ακούσια θάλασσα νυχτερινή.
Αλλά πρέπει να μείνεις εδώ κάτω ξένος
μακρινός
ξένος και λέω να δυναμώσεις το ραδιόφωνο που κρατάς
κι αν όχι
να φύγουμε
πάλι στην εμπορική φωταψία των δρόμων.
Υπάρχει κι άλλο φεγγάρι
μπηγμένο σε μια στέγη και τη λιώνει.
Μείνε ξένος -
αν πιέσω το κουμπί της μνήμης μου
ο τρόμος θα με ανατινάξει..."

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ
ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Α΄ ΤΟΜΟΣ (1961-1978), ΙΚΑΡΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ

(Απόσπασμα από το ποίημα "Θανάσιμο Ανάπλι")

Κυριακή


Monday, March 05, 2007

Σάββατο


Ταξίδι στο κέντρο της ...ψυχής

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στις 3/3/2007 στη Φιλολογική Βραδυνή)

«...Ο ίδιος ο Φρόιντ ισχυριζόταν πως, αν μπορούσε να γράφει καλά μυθιστορήματα, όπως οι κλασικοί Ρώσοι, όπως ο αγαπημένος του Ντοστογιέφσκι, δε θα σπούδαζε ποτέ του ψυχιατρική...Η επιστήμη είναι χοντρή, η ζωή είναι λεπτή. Μεταξύ επιστήμης και ζωής περνάει η τέχνη...»




Η παραμυθία μπορεί να φτάσει στην ψυχή του ανθρώπου -και δη του σύγχρονου- όχι μόνο από την οδό της μυθιστορίας ή της ποίησης, αλλά και από την εκλαϊκευμένη ψυχολογία. Χωρίς να χάνει τίποτα από τη γοητεία και την ομορφιά της. Η παρηγοριά μπορεί να έρθει με γλύκα και ευγένεια, μέσα από γραφή λογοτεχνίζουσα και μέσα από άλλους δρόμους, πιο ευθείς και άμεσους. Αρκεί να ξέρει κανείς ότι αναζητά αυτό, και όχι μια επίφαση να στηρίξει τις λογοτεχνικές του ή αναγνωστικές του απαιτήσεις σε κάτι που δεν έχει αυτή την πρόθεση από μόνο του το κείμενο να του δώσει.
Ένα ανάγνωσμα που καθησυχάζει την ταλαιπωρημένη ψυχή και μπορεί να την αφυπνίσει, αν χρειάζεται πραγματικά βοήθεια, χωρίς όμως να δίνει υποσχέσεις εξαρχής για κάτι διαφορετικό, είναι το βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη, «Ο παλιάτσος και η Άνιμα» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός. Το πήρα στα χέρια μου ένα βράδυ, αφού είχα διανύσει μια ταραγμένη μέρα, θυμούμενη τα λόγια ενός συναδέλφου που είχε διαβάσει τελευταία το βιβλίο και τη δήλωσή του ότι αυτά τα βιβλία προτιμά να διαβάζει. Να ξεκαθαρίσω καταρχήν, ότι εγώ κλίνω προς τη λογοτεχνία, αλλά ως μανιώδης αναγνώστρια διαβάζω τα πάντα και παντού, χωρίς αποκλεισμούς και προκαταλήψεις, αλλά με γνώμονα το προσωπικό μου γούστο, ασφαλώς. Και βρήκα ότι αυτό το βιβλίο μιλάει κατευθείαν στην ψυχή του ανθρώπου, αρκεί αυτή να είναι ανοιχτή και πρόσφορη. «...για τους αρχαίους Έλληνες ψυχή σήμαινε επίσης και πεταλούδα...» Απολύτως συνειδητά κρατώ από τις αναγνώσεις μου όχι μόνο ό,τι εντάσσεται στη σφαίρα της υψηλής λογοτεχνίας, αλλά και ό,τι μπορεί να κάνει την καθημερινή ζωή μου πιο υποφερτή. Να ομολογήσω ότι έχω στην εφηβεία μου διαβάσει βιβλία αυτοβοήθειας -αμερικανιές αφελείς και απλοϊκές και άτεχνα γραμμένες- που κριτικά κι απ’ αυτά απέσταξα το ωφέλιμο για μένα. Πιστεύω ότι το καλό μπορείς να το βρεις οπουδήποτε, αρκεί να το επιθυμείς.
Συνέλεξα, λοιπόν, ψηφίδα την ψηφίδα, φράσεις και προτάσεις που είναι για τον αναγνώστη μικρά πλοιάρια που αν ο ίδιος το αποφασίσει, τον παίρνουν μαζί τους και τον βγάζουν στη δική του στεριά του ψυχικού του τοπίου. Και ήταν ένα ωραίο ταξίδι, καθώς το βιβλίο είναι ευκολοδιάβαστο, απλό, κατανοητό και δίνει «αραξοβόλια» στον αναγνώστη, αν εκείνος φυσικά θέλει να βρει κάπου απάνεμο καταφύγιο μέσα του. Θα μπορούσα να γράψω διάφορα «φιλολογικά» και «λογοτεχνίζοντα» για να παρουσιάσω την ουσία που ανακάλυψα στο βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη, αλλά επιλέγω να μην το κάνω (γιατί ακριβώς οι σκέψεις και οι συνειρμοί εντάσσονται στη σφαίρα του αυστηρώς προσωπικού) και παραθέτω αυτούσια -στην κρίση του αναγνώστη- τα αποσπάσματα που εγώ βρήκα βοηθητικά και χρήσιμα:
-«...Η ψυχολογική θεραπεία... έχει να κάνει κυρίως με το τραυματισμένο παρελθόν μας που έρχεται κάθε τόσο και μπερδεύεται στην τωρινή μας ζωή και ζητάει επούλωση...»
-«...Εκείνο που διακρίνει το ζώο απ’ τον άνθρωπο είναι μόνο η ελευθερία...»
-«...Το μόνο που η ψυχολογία προσφέρει είναι η στήριξη για να πορευτεί ο καθένας μόνος προς τα αληθινά του αισθήματα...»
-«...Η ζωή είναι ευφυέστατη. Κάθε ψυχή, στο βυθό της, είναι ευφυέστατη. Δεν αναζητά συνταγές, θέλει απαντήσεις. Δεν αναζητά ξεκούραση, θέλει σκοπό...»
-«...Κι όμως το «πώς» είναι το όχημα που μπορεί να μεταβάλλει τα νοήματα, να τα παίρνει και να τα πηγαίνει αλλού κι αλλού...»
-«...ο εγωισμός ενέχει βία. Γιατί κουβαλάει αγωνία* ανάγκη και τρόμο πτώση στο εσώτερο κενό...»
-«...Η μεγαλύτερη αγάπη, η θερμότερη ευσπλαχνία, είναι μόνο συγχωρητική...»
-«...Κοινωνικός δεν είναι ο κοσμικός. Κοινωνικός είναι ο άνθρωπος που μπορεί να συμπαθήσει τον άλλο. Να τον ακούσει με βαθιά προσοχή, να του ανοίξει την καρδιά του...»
-«...Δεν αντέχεται από όλους ο συναρπαστικός έρωτας. Δεν βολεύει. Έχει αγωνία, έχει τρόμο, εξευτελισμούς ζημιές και διαφυγόντα κέρδη...»
-«...Ο Ζίγκμουντ Φρόιντ γράφει πως Ευτυχία είναι η εκπλήρωση κάποιας παιδικής επιθυμίας...»

Στα «κοχλάζοντα καζάνια» της συγγραφής

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στις 3/3/2007 στη Φιλολογική Βραδυνή)

Πρόκειται για ένα βιβλίο που κυριολεκτικά καταβρόχθισα. Από πρόθεση φυσικά (συγγραφική). Και από ανησυχία να δω αν θα βρω απαντήσεις σε όλα εκείνα που με βασανίζουν, όταν γράφω. Απαντήσεις για τις αρχικές ερωτήσεις μου δεν μπορώ να πω ότι μου δόθηκαν, αλλά αποκόμισα κάτι πιο σπουδαίο: την κοινή αγωνία που μοιράζομαι και με άλλους ανθρώπους κι ας μην τους γνωρίζω. «...Μοιάζουμε με εκείνες τις ομάδες αλληλοστήριξης των αλκοολικών, που μαζεύονται για να μιλήσουν για τις εμπειρίες τους και να ανταλλάξουν μικρές ανακαλύψεις που έκανε ο καθένας μόνος του, παλεύοντας με το πάθος του. Γιατί και το γράψιμο ένα πάθος είναι...», διαπιστώνει εύστοχα η Πόλυ Μηλιώρη στο βιβλίο της, με τίτλο «ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΓΡΑΦΗ για μελλοντικούς ομότεχνους», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός. Μπορεί να έψαχνα για απαντήσεις γενικές, αλλά βρήκα εντελώς ειδικές. Όσο διάβαζα το βιβλίο, έστηνα τον ιστό μιας ιστορίας που σκοπό έχω να βάλω στο χαρτί. Τι μεγαλύτερο κέρδος ήθελα από ένα βιβλίο, όταν λειτούργησε στην πράξη ως εγχειρίδιο που νοερά ακολούθησα τα βήματά του και βρέθηκα στο δικό μου μονοπάτι της σκέψης που θέλει να αποτυπωθεί και με λογοτεχνική μορφή;
Ανακάλυψα ότι πολλά από τα στάδια αυτής της λειτουργίας της δημιουργικής γραφής που προτείνει και αναλύει η δημοσιογράφος και συγγραφέας του βιβλίου, τα έχω περάσει και τα έχω δει υποσυνείδητα να μου συμβαίνουν, απλώς εδώ τα βρήκα κωδικοποιημένα και συγκεντρωμένα. Αυτό σε κάνει να νιώθεις λιγότερο μόνος σ’ αυτή τη διαδικασία που υποβάλλεις τον εαυτό σου, όταν αποφασίζεις να γράφεις. Όπως σημειώνει και η ίδια, «...το να σου αρέσει να γράφεις είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για να γίνεις λογοτέχνης...».
Το βιβλίο, λοιπόν, όπως δηλώνει από τον τίτλο του ήδη, είναι γραμμένο σαν από μια συναδελφική έγνοια για κείνον τον άλλον το μόνο που κάθεται σκυμμένος πάνω από το γραφείο και παλεύει με τις λέξεις. Είναι η ματιά ενδιαφέροντος που σου ρίχνει ο επιβεβαιωμένος ομότεχνος από την κουίντα της συγγραφικής εμπειρίας, όταν εσύ βράζεις στο καζάνι του ίδιου πάθους.