Monday, February 26, 2007

Πίσω από το παραπέτασμα του θεάτρου και της ζωής

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 24/2/2007)

«...Αλλά έτσι είμαστε εμείς οι θεατρίνοι. Φως του Αυγούστου και σκοτάδι του Δεκέμβρη συγχρόνως, δεν μπορείς να χωρίσεις την καλή από την κακή μας πλευρά...Αυτό, λοιπόν, ήταν το θέατρο; Η πραγματικότητα ή η μίμησή της; Η επίδειξη κάποιων γεγονότων ή το ερέθισμα της φαντασίας των θεατών για να μπορέσουν να τα υποθέσουν;...»



Για εκείνο που δεν σε προετοιμάζει κανείς στη ζωή και το θέατρο, είναι την ώρα που η αυλαία πέφτει, τα φώτα σβήνουν, οι θεατές αποχωρούν και μένεις μόνος στη σκηνή του εαυτού σου, χωρίς κοστούμια, χωρίς μάσκες και λόγια γραμμένα, υπαγορευμένα από ένα ρόλο. Είσαι μόνος εκεί να αντιμετωπίσεις τη ζωή και το θάνατο. Σαν μυστήριο. Κάποτε αστυνομικό και κάποτε απλώς ανεξιχνίαστο.
Απέναντι σ’ αυτό το μυστήριο στέκεσαι πάντα σαν ένας αδαής επαρχιώτης με ένα διακαή πόθο, ας πούμε σαν τον Αλέξανδρο Μπούρχαμ που φτάνει το 1613 στο Γκλόουμπ Θήατερ στο Λονδίνο, για να ανέβει στη σκηνή και να παίξει. Ο εν λόγω ήρωας είναι ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος του Βάιου Παγκουρέλη, «Ένα κρανίο για τον Γιόρικ» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Νεφέλη. Πρόκειται για ένα βιβλίο που χρησιμοποιεί το μανδύα τόσο του ιστορικού όσο και του αστυνομικού μυθιστορήματος, για να φέρει τον άνθρωπο απέναντι από τον εαυτό του ως οντότητα δρώσα. «...Γιατί και τα ξύλα πεθαίνουν, όπως οι άνθρωποι και τα ζώα, μόνον που ο θάνατός τους λίγους στενοχωρεί. Αφού οι περισσότεροι πιστεύουν ότι όλα φτιάχτηκαν από τον Θεό γι’ αυτούς και μόνον, λες και ο Θεός με τη σοφία του την τεράστια θα μπορούσε να φτιάξει τον κόσμο με κέντρο ένα τόσο ευτελές στοιχείο, όπως ο άνθρωπος...»

Εκείνο που καταφέρνει το συγκεκριμένο έργο του αείμνηστου Παγκουρέλη (ένας από τους λόγους να διαβάσω το βιβλίο, ήταν και το ότι άρχισε να δημοσιογραφεί το 1972 από τη Βραδυνή), είναι -πέρα από τη θεατρική μυρουδιά και την αχλύ των παρασκηνίων της σεξπιρικής εποχής- ο αποτελεσματικός τρόπος που αντιπαραβάλλει συνεχώς τη ζωή με τη θεατρική σκηνή. Και ξέρει να το κάνει πολύ καλά. Αυτή είναι και η ουσία του βιβλίου. «...Οι άνθρωποι πεθαίνουν, ενώ τα κείμενα μένουν για πάντα στους αιώνες...»
Προσωπικά με συγκινεί το γεγονός ότι κράτησα στα χέρια μου ένα βιβλίο που ο συγγραφέας του δεν είδε ποτέ να εκδίδεται ούτε και θα δει ποτέ πώς το αντιμετωπίζουν οι αναγνώστες του. «...δεν πιστεύω ότι υπάρχει μεγαλύτερη κατάρα από την αναχώρηση της ψυχής, όταν το σώμα μένει πίσω...» Είναι ένα κείμενο απογυμνωμένο αναπόφευκτα από τη συγγραφική περσόνα και την όποια δυναμική της -όπως τα κλασικά έργα- ενώ την ίδια στιγμή έχει βασιστεί απολύτως στην αγάπη, την εμμονή και τη συμπυκνωμένη γνώση του συγγραφέα για το θέατρο. «...Η μαγεία του θεάτρου από τότε δεν με άφησε ποτέ πια. Σαν τους αρρώστους, που κι όταν γειάνουν έχουν μέσα τους πάντα το σαράκι, έτοιμο να ξαναβγεί στα μάγουλά τους, σκεπτόμουν τα λόγια και τις κινήσεις, τις ιστορίες και τους ήρωές τους μέρα και νύχτα...»

Το βιβλίο διαθέτει πλοκή και μάλιστα αστυνομική, αφού υπάρχουν τρεις θάνατοι τουλάχιστον και μερικοί ακόμη γρίφοι που ο αναγνώστης μπορεί να ασχοληθεί με την αποκάλυψή τους. «...ολόκληρο το θέατρο έμοιαζε με μεγάλη κατσαρόλα, που μέσα της έβραζε η τέχνη, φτιάχνοντας τα καλύτερα και τα χειρότερα φαγητά...» Να ομολογήσω ότι δεν παρακολούθησα την πλοκή. Εκείνο που με γοήτευσε ήταν ο κόσμος του θεάτρου έτσι όπως παρουσιάζεται από τον Παγκουρέλη, με τη γλώσσα και το ύφος και την υφή της γραφής του. Φταίει και το γεγονός ότι τελευταία, ακριβώς επειδή βρέθηκα συχνά να παρακολουθώ θεατρικές παραστάσεις, αναρωτιόμουν διάφορα πράγματα για τους ηθοποιούς και το βίο τους πάνω στο σανίδι και πίσω από τη σκηνή. «...Ένα απατηλό φαινόμενο, όμως, δεν είναι και όλο το θέατρο;...» Σκεφτόμουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σε καθημερινή βάση αυτοί οι καλλιτέχνες και πόσο πολύ θα πρέπει να αγαπούν την τέχνη τους για να αντέχουν να την υπηρετούν. Σκεφτόμουν πως πρέπει να τους τρώει το θεατρικό σαράκι, αλλιώς γιατί κοπιάζουν τόσο για κάτι που θα κερδίσει το στιγμιαίο χειροκρότημα και μετά θα χαθεί. «...και το θέατρο και η θάλασσα γεννούν την ίδια αίσθηση, όταν τα καλοκοιτάξεις και τα δύο* την αίσθηση της ματαιότητας...»
Για μερική ώρα μόνο ο θεατής θα βρεθεί σε ταύτιση με τον ηθοποιό και θα επιτευχθεί μια μαγεία που δεν εξηγείται, δεν «πιάνεται», δεν εξαργυρώνεται σε τίποτα άλλο. Όπως και στη ζωή, οι μαγικές στιγμές μας διαρκούν ελάχιστα και μένουν μέσα μας για πάντα, μας καθορίζουν και μας προσδιορίζουν. Είμαστε άλλοι μετά τη συνάντηση μαζί τους. Κάπως έτσι γίνεται και με τις θεατρικές παραστάσεις. Βγαίνεις ένας άλλος μετά το τέλος τους, αλλά αυτό που έζησες, δεν μπορεί να επαναληφθεί με κανέναν άλλον τρόπο. «...Όταν κάτι χαθεί πάνω στη σκηνή, δεν ξαναβρίσκεται...»

Η βαθιά πνευματικότητα που ενυπάρχει στη θεατρική τέχνη, διαπερνά και το μυθιστόρημα του Βάιου Παγκουρέλη με έναν τρόπο απλό και ευθύβολο, χωρίς βαρύγδουπες και κούφιες εκφράσεις, χωρίς εφέ, ήσυχα, γαλήνια και αληθινά. «Το απλό είναι το πιο κρυφό και το ευθύ το πιο δύσκολο». Η υπαρξιακή αγωνία που είναι σύμφυτη με την τέχνη του θεάτρου, αφού μοιάζει να γεννήθηκε για να εξηγήσει και να ξορκίσει το θάνατο, μέσα από τη διαρκή τριβή με της ζωής τα συμβαίνοντα, εκφράζεται στο εν προκειμένω λογοτεχνικό έργο του Παγκουρέλη με υποδειγματικές αποφθεγματικές προτάσεις. «...Μου υπέδειξες την εξήγηση της ζωής μέσα στο θέατρο, έστω κι αν το θέατρο δεν αντιγράφει, δεν πρέπει να αντιγράφει τη ζωή, αλλά να την αντιπαλεύει...» Εγώ αυτές αποθησαυρίζω σ’ αυτό το κείμενο για το βιβλίο, καθώς τις θεωρώ σημαντικές και σε μένα ως αναγνώστρια αυτές «μίλησαν», παραγκωνίζοντας την υπόθεση του βιβλίου, όπως μου συμβαίνει και με τις θεατρικές παραστάσεις που παρακολουθώ: μπορεί να μην θυμάμαι τη δομή ή την εξέλιξη ενός έργου, αλλά αποθηκεύω για πάντα μέσα μου τις στιγμές που ο ηθοποιός με τα λόγια ή τη σιωπή του με «συνάντησε».
Έτσι και σ’ αυτό το μυθιστόρημα, εγώ ένιωσα να «συναντάω» το συγγραφέα εκεί που βρήκα την πρόθεσή του: τη θέαση της ψυχής μέσω του θεατρικού σανιδιού, πότε ως φόντου και πότε ως ζώσας μυθιστορηματικής πραγματικότητας. «...Οι άνθρωποι δεν πρέπει, όχι, δεν πρέπει να είναι ευτυχείς. Πρέπει να παριστάνουν ότι είναι. Πρέπει να παριστάνουν όσο πιο καλά μπορούν, και μετά, φεύγοντας, να χαίρονται από τα παρασκήνια την επιδοκιμασία του άυλου χειροκροτητή...Κι εγώ υπέπεσα στην ύβρη. Που είναι, εντέλει, και η μοναδική σοβαρή ύβρις ολόκληρου του ανθρώπινου είδους απέναντι στους θεούς: Μπόρεσα και έζησα ευτυχισμένος...»

Thursday, February 22, 2007

Έμπνευση από μια ιδιοφυία

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 17/2/2007)

«...Υπάρχει σε μας ένα είδος ασιατικής γλυκύτητας, αλλά και η ορμή των προγόνων μας, αυτών των λυγερόκορμων και επιβλητικών καβαλάρηδων. Είμαστε ένα παράξενο μείγμα τρυφεράδας και τραχύτητας, ένα μείγμα που σπανίως συναντάμε στους Ρώσους -ίσως επειδή θεωρώ πως έχω δυνατές συγγένειες με πολλούς από τους χαρακτήρες του Ντοστογιέφσκι. Έχουμε κάτι κοινό με τα αγρίμια...», Ρούντολφ Νουρέγεφ


Να ισορροπεί πάνω στην επιθυμία και το όνειρο, με κεντρικό άξονα το ταλέντο. Να ακολουθεί τη βαθύτερη προσωπική επιταγή σαν να είναι ο πιο δυνατός άγραφος νόμος. Να βγαίνει μέσα από πλιέ και πιρουέτες και άλματα, μέσα από ανοίγματα και πετάγματα του σώματος, η ίδια η ψυχή του ανθρώπου. Να φτάνει στα ουράνια της δόξας και να κλείνεται στο κουκούλι της ενδότερης μοναξιάς. Με ένα αίτημα ακατάλυτο: «Θέλω να είμαι ελεύθερος». Να κατακτά το απόλυτο, γιατί απλώς αφουγκράστηκε την ιδιοφυία που ζούσε στο κορμί του, που σμίλευε το μυαλό του, που υπαγόρευε το πνεύμα του. Να γίνεται θρύλος, γιατί τόλμησε να γράψει το μύθο της ζωής του και να περάσει με βήματα χορευτικά, πάνω σε πουέντ, στην αιωνιότητα της Τέχνης του. Να κάνει το όνομά του συνώνυμο της Τέχνης του χορού.
Ένας φλογισμένος Τάταρος ταπεινής καταγωγής. Που δεν παραδόθηκε στα εμπόδια. Που δεν υπέκυψε στο ζυγό κανενός άλλου, παρά μονάχα του παθιασμένου του εαυτού. Εκείνη η πύρινη αιθέρια μάζα του κορμιού του στροβιλίζεται ακόμη μπροστά σε κείνους που ζητούν την έμπνευση, που ψάχνουν ερείσματα ψυχικά σε τούτη την εποχή της απομυθοποίησης για να αφηγηθούν το δικό τους προσωπικό μύθο, για να αναπνεύσουν τον αέρα της αίγλης μιας αλλοτινής εποχής, όχι και τόσο μακρινής χρονικά, αλλά απομακρυσμένης έτη φωτός πια ως προς το θάμβος των θαυμάτων και των θαυματοποιών της.

Ο δημοσιογράφος Bertrand Meyer-Stabley έδωσε έναν πολύ τρυφερό τίτλο στην εξιστόρηση της δικής του εκδοχής για τον πολυτάραχο βίο και την ιδανική καριέρα αυτού του ανθρώπου που έχει νικήσει τη λήθη, κι ας έφυγε από τον κόσμο τούτο στις 6 Ιανουαρίου 1993. «Rudolf Nureyev - Ένα φύλλο σημύδας». Έτσι τιτλοφορείται η βιογραφία του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη, γραμμένη από τον Bertrand Meyer-Stabley, που κυκλοφορεί στη χώρα μας, σε μια φροντισμένη έκδοση με εξαιρετικό εξώφυλλο, από τις εκδόσεις Ηλέκτρα, στη σειρά «είδωλα» και σε μετάφραση της Μαρίας Κράλλη.

Αυτό το βιβλίο προσπαθεί να περικλείσει στις λέξεις του όλη εκείνη την πύρινη προσωπικότητα του μεγαλύτερου χορευτή όλων των εποχών, όπως έχει χαρακτηριστεί ο Νουρέγεφ, σταχυολογώντας τις μεγάλες στιγμές της ζωής και της τέχνης του. Είναι μια καταγραφή που ακολουθεί κι αυτή τις δικές της ερμηνείες για το «φαινόμενο» Νουρέγεφ, αναδεικνύοντας ωστόσο πτυχές του χαρακτήρα και της ψυχοσύνθεσής του, που μπορούν να εμπνεύσουν το σημερινό άνθρωπο. Μπορούν να του δώσουν θάρρος να τολμήσει να κάνει την επιθυμία του δημιουργία, να του δείξουν ότι τα μονοπάτια της αυτοπραγμάτωσης είναι πάντα δύσβατα και δίπλα στα αγκάθια, ανάμεσα στα ζιζάνια παντός είδους -από πολιτικά καθεστώτα που θέλουν να πνίξουν την ατομικότητα, μέχρι ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς- θα ανθίζουν ευωδιαστά τριαντάφυλλα. Αρκεί να θέλουν να γίνουν τριαντάφυλλα.
Το βιβλίο αυτό δεν φτιάχνει μια αγιογραφία του Νουρέγεφ. Δεν ήταν άγιος άλλωστε ο ίδιος. Εναπόκειται, ωστόσο, στη διακριτική ευχέρεια του αναγνώστη τι θα κρατήσει από τα όσα παρατίθενται. Ναι, υπάρχουν τα ερωτικά του σκάνδαλα -ως είθισται-, αλλά απλώς συνιστούν μία ψηφίδα ακόμη της χειμαρρώδους προσωπικότητάς του. Δεν στέκεσαι εκεί, δεν μπορείς να σταθείς μόνο εκεί. Αλλά παρασύρεσαι από τον μικρούλη αυτό Ρούντικ που γεννήθηκε σε μια διαδρομή του Υπερσιβηρικού Σιδηροδρόμου στις 17 Μαρτίου του 1938, μεγάλωσε με απίστευτες στερήσεις και ζούσε βυθισμένος πάντα στη μοναξιά που τον κυνηγούσε από παιδί. «...Κλεισμένος στον εαυτό του, υπερευαίσθητος -ούτε απείθαρχος, ούτε πεισματάρης- ο Ρούντικ κάνει πειθήνια ό,τι του ζητούν. Το ονειροπόλο παιδί διαθέτει ένα είδος εσωτερικής γαλήνης, ψυχικής ηρεμίας ιδιαίτερα ξεχωριστής...» Αυτό το πλάσμα που οχυρωνόταν πίσω από την αλαζονεία και την ιδιοτροπία μεγαλώνοντας, για να σταθεί πάνω στις πουέντ του μόνος του, αυτάρκης και δυνατός και απέναντι πάντα από κάθε δυνάστη. «...Το εξαιρετικά ανεξάρτητο πνεύμα του αποτελεί πραγματικό κίνδυνο...»
Το παιδί αυτό που τόλμησε να κερδίσει την ανεξαρτησία του ένα βράδυ του 1961 στο αεροδρόμιο του Παρισιού, «πετώντας» πάνω από το ψυχροπολεμικό τείχος της εποχής και φωνάζοντας ότι θέλει να είναι ελεύθερος. «...Μ’ αυτό το άλμα προς την ελευθερία, ο Ρούντολφ Νουρέγεφ εισέρχεται στο χώρο του θρύλου...» Ο νέος αυτός που έφτανε τον εαυτό του στα άκρα, που παραγκώνιζε σωματικό πόνο και κούραση για να κατακτά κάθε φορά την τελειότητα και κερδίζοντας το κοινό για πάντα. «...ο Νουρέγεφ είναι πάνω απ’ όλα ένας άνθρωπος μόνος, και βαθύτατα ανικανοποίητος...»

Κι ύστερα αυτός ο άνδρας που δεν αποποιήθηκε τη διαφορετικότητα των σεξουαλικών του προτιμήσεων, που έζησε στο έπακρο την ερωτική επιθυμία στην ιδιωτική του ζωή, αφού προηγουμένως σκορπούσε το μαγνητισμό της σεξουαλικότητάς του σε άνδρες και γυναίκες. «...Η εικόνα ενός «Ρεμπώ της στέπας» συναρμολογείται σιγά σιγά στη διάρκεια της δεκαετίας του ’60, την ίδια εποχή που αποσύρεται από την σκηνή η άλλη μεγάλη σταρ της εποχής, η Κάλλας, η θορυβώδης...»
Και μένει ένας αγριόλυκος της τέχνης του χορού, σκεπασμένος με μεταξωτά και μάλλινα κιλίμια, που χόρεψε με τις μεγαλύτερες μπαλαρίνες του κόσμου, συνέφαγε και συνταξίδεψε με μύθους του διεθνούς τζετ σετ, αλλά κράτησε την μοναχικότητά του αλώβητη, ευχή και εφιάλτης μαζί, για να διαθέτει όλη του την ενέργεια σ’ αυτό που αγαπούσε περισσότερο, σ’ αυτό που ήθελε να κάνει και δεν τον εμπόδισε για καιρό ούτε και ο ιός του AIDS. Ακόμη κι αυτόν πολεμούσε όσο μπορούσε για να βρίσκεται στη σκηνή και να «...Συνδέει βήματα και άλματα, και οικοδομεί μία αλληλουχία ρέουσα και ρυθμική, η οποία κορυφώνεται με το υπέρτατο απότομο σταμάτημα της πλήρους ακινησίας...»

Wednesday, February 14, 2007

Στα σκοτεινά μονοπάτια της μνήμης και της λήθης

(To κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 10/2/2007)


Γκόθικ ατμόσφαιρα σε σύγχρονες μητροπόλεις της μοναξιάς και της απομόνωσης, με την ποίηση να βρίσκει τρόπο να παρεισδύει στη μυθιστορηματική πλοκή και τη λογοτεχνία να συμπληρώνει το σκηνικό της ψυχογραφικής διάθεσης του δημιουργού. Ο άνθρωπος και τα αισθήματά του τίθενται στο επίκεντρο και διαπλέκεται γύρω από τους ιστούς της μνήμης, μέσα από τους διαδρόμους της σκέψης, η δομή ενός βιβλίου που διαπνέεται από έναν μεγάλο φόβο για τον αναγνώστη. Αυτόν της απώλειας της μνήμης είτε ως πραγματικό γεγονός είτε ως δυνητικό.

Είναι τα τερτίπια των εγκεφαλικών νευρώνων που μπορούν να καθορίσουν τη ζωή ενός ατόμου αλλά και το τέλος της κατά πώς υπαγορεύουν οι ανεξερεύνητες βουλές τους και αυτά επιχειρεί να αναπλάσει λογοτεχνικά με τη βοήθεια της τέχνης του ο καναδός συγγραφέας Τζέφρι Μουρ στο δεύτερο μυθιστόρημά του. «...το παράλογο της τέχνης και το λογικό της επιστήμης ποτέ δεν πρέπει να το διαχωρίζεις...».
Το βιβλίο του με τίτλο «Οι καλλιτέχνες της μνήμης» που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις Εμπειρία Εκδοτική, σε μετάφραση από τη Βάνια Λαμπρινίδου, αποτελεί ένα εγχείρημα φιλόδοξο, αφού ο συγγραφέας ξεκινά να ταξιδέψει τον αναγνώστη του σε terra incognita, αυτή της νόσου του Αλτσχάιμερ. «...Η χώρα του Αλτσχάιμερ είναι μια ξένη χώρα...» Κι αυτό το επιδιώκει χρησιμοποιώντας ένα ευρηματικό δίπολο: απέναντι από την απέραντη λήθη της εν λόγω νόσου θέτει τη συναισθησία. «...Καμιά φορά πιστεύω πως αυτοί που δεν έχουν συναισθησία κάτι χάνουν. Περίπου σαν να έχουν αχρωματοψία...» Οι συναισθητικοί άνθρωποι βρίσκονται σε μία κατάσταση κατά την οποία ένα ερέθισμα μιας αίσθησης γίνεται αντιληπτό από μία άλλη αίσθηση, ενώ ταυτόχρονα η μνήμη τους μοιάζει ανεξάντλητη και άφθαρτη, τουλάχιστον όπως παρουσιάζεται μέσα από τον κεντρικό ήρωα του βιβλίου, ο οποίος έχει την κατάρα του να μην ξεχνάει τίποτα. «...Καμιά φορά αισθάνομαι ότι το μυαλό μου θα εκραγεί καμιά μέρα, σαν τις σακούλες που βάζουμε στην ηλεκτρική σκούπα. Και θα γεμίσει όλος ο τόπος με σκόνη μνήμης...»

Την ίδια ώρα, η μητέρα του αρχίζει να ξεχνάει σιγά σιγά ακόμη και τα πιο βασικά πράγματα για την ίδια της τη ζωή και την επιβίωση. Απομακρύνεται από τον ίδιο τον εαυτό της εξαιτίας των εγκεφαλικών της κυττάρων που καταστρέφονται με ρυθμούς καταιγιστικούς. Και ο γιος της κάνει τα πάντα για να αναστρέψει αυτή την εξέλιξη. Θα τα καταφέρει; Η αγάπη μπορεί να νικήσει ακόμη και την αμετάκλητη φθορά του χρόνου; Φτάνει η ακλόνητη επιθυμία για να μεταστρέψει κανείς τον ίδιο τον πεπρωμένο εαυτό του; «...Η επιθυμία ισοδυναμεί με τη δημιουργία. Αν μπορούσαμε να μετρήσουμε την επιθυμία, θα μπορούσαμε να προβλέψουμε και την επίτευξη των στόχων μας...»
Ο Τζέφρι Μουρ κατορθώνει να δημιουργήσει μια υποβλητική ατμόσφαιρα που σε αιχμαλωτίζει στην αιθάλη της -αυτό είναι και το δυνατό σημείο του βιβλίου-, επιστρατεύοντας πέρα από το ατού του προσωπικού στιλ γραφής του, και τις λογοτεχνικές αναφορές που τουλάχιστον ελκύουν το βιβλιόφιλο κοινό και συμβάλλουν σ’ αυτή την πολυδιαφημισμένη διακειμενικότητα. Ο καναδός συγγραφέας καταφέρνει να κρατήσει την αγωνία του αναγνώστη για την έκβαση της υπόθεσης του μυθιστορήματός του μέχρι τέλους, στήνοντας ένα μυστήριο που αναρωτιέσαι για τη λύση του καθώς και τι ρόλο μπορεί να διαδραματίσει σ’ αυτή η ποίηση. «Οι επιστήμονες μπορούν να μιλάνε για την ανθρώπινη φύση, αλλά μόνο οι ποιητές μπορούν να απελευθερώσουν τα συναισθήματα που κρύβονται μέσα σε μια κλειστή καρδιά».

Αν και το μυθιστόρημα του Τζέφρι Μουρ διέπεται από μια ισχυρή εσωτερική συνοχή, κάτι που συνέβαινε όσον αφορά τη δομή του βιβλίου και στο πρώτο του βιβλίο «Σε δεσμά κόκκινων ρόδων» με άλλο τρόπο και μορφή, από ένα σημείο και ύστερα, ο αναγνώστης ταλαιπωρείται να παρακολουθήσει την πλοκή στους «Καλλιτέχνες της μνήμης», καθώς οι ρόλοι των ηρώων μπερδεύονται σε ένα παιχνίδι στο χρόνο και είναι δυσδιάκριτο ποιος είναι ποιος. «...Η αναζήτηση της λογικής είναι κι αυτό ένα είδος τρέλας...» Σ’ αυτόν τον γκροτέσκο παραλογισμό των τελευταίων σελίδων του μυθιστορήματος εκείνο που σώζει την κατάσταση, είναι η ευαισθησία του ίδιου του Μουρ που διαπερνά όλο το βιβλίο έτσι κι αλλιώς. Είναι η τρυφερότητα που έχει εμφυσήσει στον κεντρικό του ήρωα, το Νόελ Μπέριν, που με αυτοθυσία προσπαθεί να νικήσει τη νόσο της μητέρας του. Είναι ο άνθρωπος που προσπαθεί να κερδίσει την ίδια του τη ζωή, ακόμη και χάνοντας κάτι από εκείνο το χαρακτηριστικό που τον διακρίνει από τους άλλους, την ατράνταχτη μνήμη του.
Η ζωή και ο θάνατος μέσα σ’ αυτό το βιβλίο ακολουθούν τη διελκυστίνδα ενός άλλου συγκλονιστικού δίπολου αυτού της μνήμης-λήθης. «Δε θα ήθελα να πεθάνω δυο φορές -είναι βαρετό». Μην ξεχνάμε όμως ότι αυτή η δική μας λέξη με την τόσο βαρύνουσα σημασία που εμπεριέχει όλο το νόημα της ύπαρξής μας κάποτε, η λέξη «αλήθεια», αποτελείται από το στερητικό «α» και τη λέξη λήθη. Τη δική του αλήθεια, λοιπόν, ως μάρτυρα στην ασθένεια που ταλαιπώρησε και τους δύο του γονείς, τη νόσο του Αλτσχάιμερ, καταθέτει με γλυκύτητα, τρυφερότητα, γοητεία και άλλες στιγμές με αμηχανία, αλλά πάντα με ξέχωρη ανθρωπιά ο καναδός δημιουργός.

Monday, February 05, 2007

Μια «δελεαστική» ποιητική πρόταση

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο, 3/2/2007)

Όλο και πιο δύσκολα διασώζεται η ποίηση στη ζωή μας. Πόσο μάλλον στη γραφή και το λόγο που την αφηγούνται. Γι’ αυτό χαίρομαι να συναντώ ανθρώπους που έχουν αυτή την πρόθεση: να συλλέγουν την ποιητική έκφραση και να φροντίζουν για την αξιοποίησή της στην ψυχή του ανθρώπου. Στην ψυχή του αναγνώστη. Στην ψυχή του δέκτη.
Και μιλάμε για δέκτη, γιατί πρόκειται περί επικοινωνιακού μηνύματος, όταν έχουμε να κάνουμε με περιοδικό. Μια προσπάθεια να επικοινωνήσει ο ποιητικός λόγος με το αναγνωστικό κοινό (περιορισμένο έτσι κι αλλιώς για τα λογοτεχνικά περιοδικά), μέσω ενός εντύπου που αυτοχαρακτηρίζεται ως «εγχειρίδιο ελληνικής και ξένης ποίησης». Η προσοχή και η καλαισθησία του εξαμηνιαίου «ΔΕΛΕΑΡ» που εκδίδει από τον Ιούνιο του 2000 η ποιήτρια και πεζογράφος Ασημίνα Χασάνδρα (1972), εκπρόσωπος της «γενιάς του χάους» όπως αυτοπροσδιορίζεται, είναι και το πρώτο δέλεαρ για τον αναγνώστη να ανακαλύψει τις ποιητικές ψηφίδες που περικλείονται στις σελίδες του.
Και σ’ ένα όμορφο εκδοτικά περιβάλλον οι λέξεις μπορούν να αναπνεύσουν αλλιώς, αφήνοντας το ποιητικό αισθητήριο του αναγνώστη να κρίνει την αξία του λόγου και να νιώσει την όποια ουσία του. Στο πιο πρόσφατο τεύχος Ιουλίου-Δεκεμβρίου 2006, περιλαμβάνονται ποιητικές φωνές από τον Ανδρέα Εμπειρίκο και το Νάνο Βαλαωρίτη, μέχρι το Γιάννη Ευθυμιάδη και το Γιώργο Βέη. Εξαιρετικό και άκρως ευρηματικό το εξώφυλλο έχει φιλοτεχνηθεί από το Δημήτρη Καλοκύρη, όπως ο ίδιος είναι υπεύθυνος και για τη σελιδοποίηση του εν λόγω τεύχους. Το ενθαρρυντικό είναι ότι το «ΔΕΛΕΑΡ» δεν μπορείς να το αντιμετωπίσεις ως ένα απλό περιοδικό, αλλά θυμίζει περισσότερο ένα άτυπο ανθολόγιο ποιητικής δημιουργίας, που επιχειρεί μια εξωστρεφή συμπεριφορά. Εναπόκειται, φυσικά, στο κριτήριο του αναγνώστη η αξιολόγηση του περιεχομένου του. Το κατά πόσο κατορθώνει τελικά η ποιητική έκφραση να βρει διαύλους επικοινωνίας με το σύγχρονο άνθρωπο είναι μια άλλη μεγάλη υπόθεση που δεν μπορούν, βέβαια, να την επωμιστούν αποκλειστικά τα λογοτεχνικά περιοδικά.

Sunday, February 04, 2007

Μύθοι από έναν αιρετικό «Αίσωπο» του 19ου αιώνα

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 3/2/2007)

Σε εποχές που η πολιτική ορθότητα τείνει να γίνει μάστιγα όχι μόνο στην καθημερινότητα του ανθρώπου, αλλά ακόμη χειρότερα, κατατρέχει την πρωτότυπη σκέψη και τη δημιουργική έκφρασή της, η ευφυία αιρετικών του πνεύματος από το παρελθόν, αποτελεί έναν ασφαλή παράδεισο. Ένα καταφύγιο για το μυαλό που δεν του αρέσει να βολεύεται, για το πνεύμα που χρειάζεται νοστιμάδα για να κρατιέται ζωντανό κι ετοιμοπόλεμο.
Μια τέτοια λογοτεχνική φιγούρα είναι και ο Αμπρόουζ Μπηρς, ένας από τους διασημότερους αμερικανούς συγγραφείς και δημοσιογράφους που έζησε και διέπρεψε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Το βιβλίο του «Ιστορίες για αραχνιασμένα κρανία» που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα σε μετάφραση από τη Σάντυ Παπαϊωάννου και με την εξαιρετική εικονογράφηση της Άννας Λέκκα, αποτελεί ένα διασκεδαστικό κι ευχάριστο ανάγνωσμα που ταυτόχρονα αποκαλύπτει την αιχμηρή πένα του Μπηρς, μέσα από τα «ηθικά διδάγματα» που αφήνουν για τον αναγνώστη οι αιρετικοί, δηλητηριώδεις μύθοι του ιδίου με πρωταγωνιστές κυρίως ζώα.
Μοιάζει πραγματικά σαν να πρόκειται για το «αρνητικό» -αν μπορούμε να μιλήσουμε με φωτογραφικούς όρους- των μύθων του Αισώπου, καθώς εδώ τα ζώα δεν υιοθετούν απλώς ανθρώπινες συμπεριφορές, προκειμένου να δούμε εμείς ανάγλυφα την ηθικής τους διάσταση, αλλά διαθέτουν μια δικής τους αυτόνομη οπτική στα πράγματα, εκείνη φυσικά πους τους δίνει ο Αμπρόουζ Μπηρς. (σελ. 121-122) «Επιτρέψτε μου να σας βοηθήσω να πάτε πιο γρήγορα κύριε», είπε ένα αγόρι σε μια χελώνα που ταξίδευε, βάζοντας ένα αναμμένο κάρβουνο στην πλάτη της. «Ευχαριστώ», είπε το ανυποψίαστο ζώο. «Εγώ είμαι ο μόνος υπεύθυνος για την ώρα άφιξής μου, και μόνο εγώ θα καθορίσω τον ρυθμό ταχύτητας που απαιτείται. Με το βήμα που πηγαίνω θα μπορέσω να είμαι συνεπής σε όλα τα τρέχοντα ραντεβού μου». Εκείνη την ώρα μια γλυκιά ζεστασιά άρχισε να διαπερνά το καβούκι της και την επόμενη στιγμή ξεμάκραινε σαν βέλος, με εντυπωσιακή σβελτάδα. «Τι έγινε με τα τρέχοντα ραντεβού που έλεγες πριν;» σάρκασε τότε μειδιώντας ειρωνικά, το χαμίνι. «Μόλις θυμήθηκα ένα άλλο», ήρθε τότε βιαστική η απάντηση.»
Καυστικός και είρων, πικρός και κυνικός, αλλά με μια κομψότητα που ισορροπεί τα πράγματα στη γραφή του, ο αμερικανός δημιουργός κέρδισε μια θέση στην αιωνιότητα της λογοτεχνίας, διατηρώντας το προσωπικό του ύφος και την επαναστατική του σπιρτάδα. Ένας νους λαμπερός κι ένα πνεύμα ακόμη πιο σπινθηροβόλο που λέει με απλότητα αυτό που ακριβώς πιστεύει, χωρίς περιστροφές, είτε πρόκειται για την απληστία είτε για την αυθάδεια είτε για την ηλιθιότητα είτε για την αφέλεια είτε για τη δουλικότητα είτε για την κολακεία.
(σελ. 90-91) «Ένα σύννεφο περνούσε μπροστά από το πρόσωπο του ήλιου όταν εκείνος το επέπληξε αυστηρά. «Γιατί», του είπε, «αφού έχεις τόσο χώρο να κινηθείς, θα πρέπει να ρίχνεις τον κρύο ίσκιο σου πάνω μου;» Αφού σκέφτηκε για μια στιγμή, το σύννεφο απάντησε: «Οπωσδήποτε δεν είχα πρόθεση να σ’ ενοχλήσω. Όσο για τον ίσκιο μου, δεν νομίζεις ότι κάνεις ένα σαχλό λάθος; Όχι ένα τεράστιο ή παράλογο λάθος, αλλά ίσα ίσα ένα λάθος που θα ντρόπιαζε ακόμη κι έναν ηλίθιο». Στο σημείο αυτό ο μέγας φωτοδότης έγινε έξαλλος, κι έπεσε πάνω του τόσο καυτός που σε λίγα λεπτά δεν είχε απομείνει τίποτα από το σύννεφο.
(Είναι μεγάλη ανοησία να καυγαδίζεις μ’ ένα σύννεφο όταν τυχαίνει να είσαι ο ήλιος)»