Monday, January 29, 2007

«Η Ιστορία αποτελείται κυρίως από ηττημένους, από αφανείς, από απατημένους»

(Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε το Σάββατο 27/1/2006 στη Φιλολογική Βραδυνή)


Κάτω από τα σημερινά ηλεκτρικά φώτα, όσο λαμπερά κι αν είναι, όσο εκτυφλωτικά, σπάνια τα σκοτάδια της ψυχής του σύγχρονου ανθρώπου κατορθώνουν να καταποντιστούν, να κρυφτούν, να απαλυνθούν έστω. Κι εκεί έρχεσαι κι αναζητάς το φως των κηρίων μιας άλλη εποχής που μπορεί ν’ ανάψει και να υποδαυλίσει μόνο η λογοτεχνία μέσα από τα σκοτεινά σημεία της Ιστορίας. Της Ιστορίας που γράφεται από πολλές μικρές ιστορίες. Τότε φέρνεις το κερί σου πιο κοντά στο πρόσωπο το ιστορικό, το περασμένο, ίσως και ξεχασμένο, κι αναζητάς στις γραμμές του, το έρεβος του μυαλού και της καρδιάς σου, εκεί στο βλέμμα του άλλου, από το παρελθόν, που πρωταγωνίστησε στην Ιστορία, όσο πρωταγωνιστείς κι εσύ στη δική σου μικρή ιστορία.
Αν είσαι βέβαια έτοιμος και διατεθειμένος να παγιδευτείς στη μαγεία του παρελθόντος άλλοτε με αποτροπιασμό και άλλοτε γοητευμένος από την ουσία που σου αφήνει. Όλα αυτά εννοείται, αν σε βοηθήσουν οι συνθήκες. Δηλαδή αν ο συγγραφέας που σου απευθύνεται μέσα από το ιστορικό του μυθιστόρημα, μπορεί να εισχωρήσει στην ανθρώπινη ψυχή, μπορεί να σε ταξιδέψει στις δαιδαλώδεις στοές του μυαλού, μπορεί να σε φέρει εκεί πρόσωπο με πρόσωπο με τους ήρωες, να ακούσεις την ανάσα τους, να νιώσεις τον παλμό της καρδιάς τους, να αφουγκραστείς την έννοια τους.
Και μια τέτοια περίπτωση συγγραφέα είναι η Λεία Βιτάλη. Με το βιβλίο της που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη και τιτλοφορείται «Ιερή παγίδα -Το απόκρυφο χρονικό της Κωνσταντινούπολης» κατορθώνει να γητέψει τον αναγνώστη και να τον φέρει αντιμέτωπο με τη βία και τη σκληρότητα της εποχής που ζούμε, περνώντας τον πρώτα μέσα από τα ιστορικά μονοπάτια του Βυζαντίου, βυθίζοντάς τον στο βούρκο της Βενετίας, και της πολιτικής του καιρού εκείνου, ρίχνοντάς τον στην πυρακτωμένη Πόλη τροφή για τη φωτιά του μίσους. «...Κι ενώ όλα τα πράγματα στη ζωή μας ήταν πάντα τα ίδια, η πολιτική δεν ήταν ποτέ. Άλλαζε κάθε λίγο από και λιγάκι, κι από άνθρωπο σε άνθρωπο...»


Γιατί γυρίσατε στο παρελθόν με το βιβλίο σας για να μιλήσετε για τη βία και τα δεινά του πολέμου; Λέτε χαρακτηριστικά κάπου: «...Ο πόλεμος έμπαινε σιγά σιγά στην ψυχή μας...»

Κοιτάξτε, οι τελευταίοι πόλεμοι είναι πολύ νωποί ακόμη στο μυαλό μας. Αν μιλούσα γι’ αυτούς θα ήταν εν θερμώ. Ωστόσο το «εν θερμώ» δεν είναι καλός σύμβουλος στη λογοτεχνία, σας το ορκίζομαι. Άλλωστε είναι πολύ δύσκολο να κρατηθείς αντικειμενικός. Σίγουρα το αίσθημα της δικαιοσύνης που διακρίνει συνήθως τον συγγραφέα θα τον έκανε να κλίνει προς τη μεριά των θυμάτων. Κι αυτό σε τελική ανάλυση θα έμοιαζε διδακτικό. Πιστεύω ότι και οι θύτες είναι θύματα κάποιων άλλων θυτών. Πάντα υπάρχει πίσω από έναν «κακό» κάποιος πιο «κακός» που τον ωθεί στις ακρότητες του πολέμου. Ας μην ξεγελιόμαστε με τις βιτρίνες. Ο πόλεμος μπαίνει ύπουλα στην ψυχή.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου αναγράφεται: «Εδώ δεν υπάρχουν ήρωες». Αισθάνεστε ότι το ίδιο συμβαίνει και με τη δική μας εποχή;

Αντίθετα. Νομίζω ότι η εποχή μας είναι γεμάτη ήρωες. Μόνο που δεν είναι πραγματικοί. Είναι εικονικοί! Ξέρετε εγώ δεν είμαι υπέρ των ηρώων. Και συνήθως η Ιστορία μας μιλάει για τους ήρωες, τους νικητές, ή τους πεσόντες ηρωικά. Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι παραποίηση της Ιστορίας. Η Ιστορία αποτελείται κυρίως από ηττημένους, από αφανείς, από απατημένους. Ακόμη και τα «σπουδαία» ιστορικά πρόσωπα θεωρώ πως στην πραγματικότητα ήταν απατημένοι. Κι εγώ προσπάθησα να αποκαλύψω αυτή την απάτη. Να ξεσκεπάσω κίνητρα και σκοτεινές επιθυμίες. Το κουρέλιασμα π.χ. ενός βασιλιά που χάνει τον θρόνο και το σκάει για να σώσει το τομάρι του εγκαταλείποντας αυτούς που έπρεπε να υπερασπιστεί. Το ίδιο κάνουν όλοι οι ηγέτες στα δύσκολα αν δεν προλάβουν να τους σκοτώσουν οι αντίπαλοι. Αυτοί είναι οι δικοί μου αντιήρωες.

Ποιες αντιστοιχίες βρίσκετε ανάμεσα σε μας και στους ανθρώπους της εποχής της Άλωσης;

Οι δυνατοί κατασπαράσσουν τους αδύνατους. Τότε η δύναμη ήταν το Ισλάμ και οι νεαροί μωαμεθανοί Τούρκοι.

Με εντυπωσίασαν τα εμβριθή και απολύτως τεκμηριωμένα ψυχογραφήματα των πρωταγωνιστών της «Ιερής Παγίδας», αν και δεν συναντά εύκολα κανείς κάτι τέτοιο στα ιστορικά μυθιστορήματα. Πώς ένας άνθρωπος του 21ου αιώνα μπορεί να βυθιστεί στην ψυχοσύνθεση των ανθρώπων της Πόλης του 1453 μ.Χ.;

Η συγγραφή αυτού του βιβλίου κράτησε έξι χρόνια και ήταν μια επίπονη αλλά συναρπαστική περιπέτεια. Ήθελα να γράψω ένα αλλιώτικο ιστορικό μυθιστόρημα που να εστιάζει στους ανθρώπους και στην ψυχολογία τους, ενώ τα γεγονότα θα προέκυπταν από αυτούς, από τις επιθυμίες τους και τις φιλοδοξίες τους και τη σύγκρουσή τους με τους άλλους. Ήταν πολύ φιλόδοξο. Ένα στοίχημα με τον εαυτό μου. Λατρεύω τα δύσκολα, με κάνουν να νιώθω ότι πραγματικά παλεύω κι αυτό με τροφοδοτεί. Στο σπίτι που μένω, υπάρχει ένα υπόγειο που η επικοινωνία του με το υπόλοιπο σπίτι είναι ελάχιστη. Μπορείς να κλειστείς εκεί, να σβήσεις το φως, ν’ ανάψεις κεριά, να βλέπεις γύρω στους πέτρινους τοίχους σκιές και ν’ ακούς μόνο τα γαυγίσματα των σκύλων. Τότε αρχίζεις και νιώθεις έναν αλλιώτικο φόβο. Την εποχή εκείνη την χαρακτήριζε ο φόβος. Όχι όπως σήμερα που είναι αόρατος αλλά χειροπιαστός. Έτσι εισχώρησα σιγά σιγά στην ψυχολογία των ηρώων μου.

Τι δουλειά απαιτήθηκε από σας σε επίπεδο μελέτης και έρευνας;

Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να ξανακάνω αυτή τη δουλειά. Έχω αποκτήσει μια μεγάλη βιβλιοθήκη από συγγράμματα της εποχής, βιβλία γνωστών βυζαντινολόγων, papers από καθηγητές ξένων πανεπιστημίων που έγραψαν κείμενα βάσει των αρχείων της Βενετίας. Έγιναν ατελείωτες εποικοδομητικές συζητήσεις με γνωστούς έλληνες βυζαντινολόγους, καθοδηγήθηκα στις πρώτες μου έρευνες από τον αείμνηστο βυζαντινολόγο σερ Στήβεν Ράνσιμαν. Κι όλο αυτό κράτησε έντεκα χρόνια. Ούτε ξέρω πώς πέρασαν. Αλλά τα λάτρεψα όλα αυτά. Έτσι ανακάλυψα μια μέρα τον μικρό Ιάκωβο Νοταρά, τον πανέμορφο 14χρονο γιο του Πρωθυπουργού του Βυζαντίου, για τον οποίο είναι γνωστό ότι τον… ερωτεύθηκε ο Μωάμεθ ο πορθητής κι άλλοι λένε ότι τον σκότωσε κι άλλοι ότι τον πήρε στο χαρέμι του. Προτίμησα τη δεύτερη εκδοχή που συνάδει και με τις αποκαλύψεις των αρχείων της Βενετίας. Έτσι έστησα το παραμύθι μου.

Θα ήθελα να μάθω ποιο ήταν το αρχικό σας ερέθισμα-κίνητρο για να γράψετε αυτό το μυθιστόρημα.

Μα η καταγωγή μου από την Κωνσταντινούπολη. Έψαχνα τις ρίζες μου, τη διαφορετικότητά μου, τις μνήμες του πατέρα μου. Και σιγά σιγά κατρακυλούσα με τα γιατί και τα πώς προς τα πίσω. Ώσπου βρέθηκα αντιμέτωπη με το κορυφαίο γεγονός της Άλωσης. Κι εκεί σταμάτησα. Κι άρχισα να ψάχνω. Και ανακάλυψα άλλα από αυτά που ήξερα για το ρόλο της εκκλησίας, τον πάπα, τους ηγέτες, την ίδια την άλωση της Πόλης. Ξέρετε κάτι; Η ιστορία που γράφουν οι ιστορικοί βασίζεται σε γεγονότα. Αυτά τα γεγονότα ωστόσο πολλές φορές αφήνουν κενά καθώς οι ιστορικοί έχουν τον ανασταλτικό παράγοντα της αντικειμενικότητας. Αυτά τα κενά ο συγγραφέας μπορεί να τα γεμίσει με υποκειμενικές απόψεις και φαντασία, έτσι που το παζλ να ολοκληρώνεται. Και μ’ αυτόν τον μαγικό τρόπο η ιστορία να γίνεται πιο αληθινή. Πιο ανθρώπινη.

Για μια συγγραφέα, σαν κι εσάς, με πλούσιο παρελθόν θεατρικών κειμένων δεν ήταν λίγο «παρακινδυνευμένο» να στραφείτε στο ιστορικό μυθιστόρημα που θεωρείται περίπου «μόδα» τα τελευταία χρόνια;

Και τι είναι αυτό που αποκλείει τον συγγραφέα από το να γράφει και μυθιστορήματα και θεατρικά έργα; Ανέκαθεν το έκανα αυτό και με γοήτευε και με ανανέωνε. Έχω γράψει εφτά βιβλία και εφτά θεατρικά. Εναλλάξ. Υπάρχουν θέματα που απαιτούν αφήγηση για να υλοποιηθούν και άλλα διάλογο. Άλλωστε εγώ πάντα είχα να κάνω κατ’ αρχήν με χαρακτήρες και την ψυχολογία τους.

Γράφετε στο βιβλίο για το βασικό σας ήρωα, τον Ιάκωβο, ότι ο πατέρας του τον συμβούλευε να πηγαίνει με το ρεύμα. Πώς θέλετε να κινείστε εσείς στο λογοτεχνικό χώρο; Αισθάνεστε ότι υπάρχει κάποιο ρεύμα αυτή τη στιγμή στη νεοελληνική λογοτεχνία; Και πώς βλέπετε τον εαυτό σας; Τον τοποθετείτε κάπου;

Να σας πω. Όποιος πηγαίνει με το ρεύμα κάνει συνήθως ανώδυνα πράγματα, γλιστράει μαλακά πάνω στην επιφάνεια, γράφει βιβλία που χαϊδεύουν τον αναγνώστη και το κατεστημένο, είναι ως επί το πλείστον καλό παιδί, γίνεται πολλές φορές ευπώλητος, δεν ταράζει. Δεν ξέρω αν με χαρακτηρίζουν όλα αυτά. Πάντως έτσι κι αλλιώς απεχθάνομαι τις ταμπέλες, τις μόδες και τα ρεύματα. Με κρυώνουν! Πάντως στην Ελλάδα έχουμε καλούς συγγραφείς ανεξαρτήτως ρευμάτων.

Η πολιτική, η εξουσία, η δύναμη, το χρήμα κινούν τα νήματα της Ιστορίας, μέσα από τη δική σας εν προκειμένω μυθοπλαστική σκοπιά, όπως και ο έρωτας. Μιλήστε μου λίγο για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίσατε το θέμα σας μέσα απ’ αυτό το πρίσμα.

Μα όλα αυτά είναι η ίδια η ζωή, δεν είναι; Δεν μπορώ να σκεφτώ να γράψω χωρίς να τα συμπεριλάβω όλα αυτά. Θα είναι κάτι μισό, ανολοκλήρωτο, ψεύτικο, από μια μόνο σκοπιά. Δεν θα μιλάω για αληθινούς ανθρώπους αλλά για μονοδιάστατα καρτούν.

Κατάγεστε από την Κωνσταντινούπολη. Τι ρόλο έχει διαδραματίσει αυτό στις επιλογές σας στο εν λόγω μυθιστόρημα, αλλά και εν γένει στη διαμόρφωση της δικής σας συγγραφικής προσωπικότητας;

Θα έλεγα με έχει διαμορφώσει ως άνθρωπο κατ’ αρχήν και κατόπιν ως συγγραφέα. Νιώθω ξένη στον τόπο που ζω. Πρέπει συνεχώς να αποδεικνύω την αξία μου, αν έχω βέβαια κάποια. Νιώθω άνθρωπος χωρίς ρίζες. Ο πατέρας μου δεν είχε ρίζες εδώ. Αλλά ούτε και η μητέρα μου. Οι δικοί της ήταν μετανάστες στην Αμερική. Δεν είχαμε χωριό να πάμε. Και φίλους από τα παιδικά μας χρόνια. Αυτό δημιουργεί μια άλλη στάση ζωής και περνάει σε οτιδήποτε κάνεις.

Στο βιβλίο εμφανίζονται πολύ γήινοι άνθρωποι-χαρακτήρες από την πλευρά των αισθημάτων και των σκέψεων, προσιτοί στον αναγνώστη, και από την άλλη, υπάρχει μια έντονη μεταφυσική χροιά που διαπερνά όλο το βιβλίο. Αυτό είναι και, κατά τη γνώμη μου, το δυνατό στοιχείο της «Ιερής Παγίδας». Ήταν δική σας επιδίωξη αυτό; Και πώς το «χτίσατε» μέσα από την αφήγηση;

Χαίρομαι που σας άγγιξε αυτό. Δεν θα το χαρακτήριζα ως «μαγικό ρεαλισμό» γιατί είναι κάτι που προκύπτει από μια πολύ δυνατή επιθυμία. Στο βιβλίο υπάρχει μια παράξενη υπερβατική επικοινωνία μεταξύ της αφηγήτριας και του πρωταγωνιστή που είναι αδέλφια και που εκείνη γεννήθηκε για να πάρει τη δική του θέση στην καρδιά της μητέρας τους. Έτσι είναι σαν να βρίσκεται εκείνη πάντα μέσα στο δικό του το μυαλό. Βιώνει τη ζωή του και την αφηγείται. Δεν είναι ένας τριτοπρόσωπος παντογνώστης αφηγητής. Είναι μια πολύ υποκειμενική οπτική. Που με γοήτευσε πολύ όταν το σκέφτηκα γιατί είναι κάτι πρωτόγνωρο. Ω, έχει πολλά τρελά αυτό το βιβλίο.

Υπάρχει στο μυθιστόρημα και μια άλλη βασανιστική και συνάμα γοητευτική διελκυστίνδα, αυτή της Ανατολής-Δύσης. Και σε επίπεδο σκέψης και φιλοσοφίας και πολιτικής. Οι δύο πόλοι που είτε απωθούνται είτε συγκρούονται στη «χρυσή τομή» της Πόλης. Νιώθετε σήμερα να έχει αμβλυνθεί αυτό το τραγικό δίπτυχο ή μήπως μεταλλάσσεται παγκοσμίως σ’ αυτό το εξίσου επικίνδυνο ισλαμικός-δυτικός κόσμος;

Κοιτάξτε πιστεύω ότι ο διπολισμός είναι βαθιά ριζωμένος μέσα στον άνθρωπο. Και σε επίπεδο προσωπικό αλλά και σε επίπεδο κοινωνικό. Ο άνθρωπος είναι πολεμιστής, βίαιος, και η φύση του απαιτεί το αντίπαλο δέος για να πολεμήσει και να νικήσει ή να ηττηθεί. Έτσι δημιουργούνται τα αντίθετα. Που συγκρούονται και έλκονται. Όλη η ιστορία του ανθρώπου είναι αυτά τα δυο αντίθετα. Καλό-κακό. Πλούσιος-φτωχός. Ωραίος-άσκημος. Δύση-Ανατολή. Πιστός-άπιστος και ούτω καθ’ εξής. Και ο άλλος πάντα είναι ο εχθρός. Φυσικά αυτό είναι ένας τρόπος χειραγώγησης του κόσμου. Μια ολόκληρη μυθολογία που πίσω από αυτήν κρύβονται άλλα πράγματα. Με την «Ιερή Παγίδα» το κατάλαβα πολύ καλά αυτό το κόλπο. Μη νομίζετε ότι ένας συγγραφέας ξέρει απολύτως που βαδίζει γράφοντας. Το ενδιαφέρον είναι ότι η ίδια η γραφή σου αποκαλύπτει και σε διαμορφώνει. Βγήκα από αυτήν την περιπέτεια ίσως λίγο πιο σοφή.

Πείτε μου λίγα λόγια για τις λογοτεχνικές σας επιρροές.

Ο πατέρας μου διάβαζε γαλλική λογοτεχνία, Ουγκώ, Μπαλζακ, Ρομαίν Ρολλάν. Η μητέρα μου Καζαντζάκη, Ντοστογιέφσκι, Τολστόι. Συνέχισα με Πόε, Κάφκα, Γιουρσενάρ, Ντυράς, Γουλφ, Χάντκε, Ντε Σαντ, Τσέχωφ, Ύψεν, Μάρκες, Σαραμάγκου, ελληνική λογοτεχνία αλλά και αστυνομικά, μυστηρίου, πορνογραφικά, κόμικς. Μπορώ να αραδιάσω ατέλειωτα ονόματα. Είμαι μανιώδης και καθόλου εκλεκτική στα είδη. Αρκεί να με γοητεύει. Και αφήνομαι να γοητεύομαι σαν παιδί. Όπως όταν γράφω.

Friday, January 26, 2007

Έξοδος (Σαββατοκύριακου) κινδύνου

"...θα παίζουν τα ραδιόφωνα τραγούδια για το τίποτα γραμμένα..."

Wednesday, January 24, 2007

Ένα μύθο θα σας πω...

(Το παρακάτω απόσπασμα είναι από το βιβλίο του ΑΜΠΡΟΟΥΖ ΜΠΗΡΣ, "Ιστορίες για αραχνιασμένα κρανία" που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα σε μετάφραση από τη Σάντυ Παπαϊωάννου και εξαιρετική εικονογράφηση από την Άννα Λέκκα.)

Μια αρκούδα, θέλοντας να τρυγήσει μια κυψέλη, ξάπλωσε μπροστά της και την αναποδογύρισε με την πατούσα της.
"Τώρα", είπε, "θα μείνω τελείως ακίνητη και θ' αφήσω τις μέλισσες να με τσιμπήσουν μέχρι να εξαντληθούν και να χάσουν τη δύναμή τους. Μετά θα πάρω το μέλι τους χωρίς αντίσταση".
Και πράγματι το μέλι τρυγήθηκε, αλλά από μια άλλη αρκούδα, αφού η πρώτη ήταν νεκρή.

Monday, January 22, 2007

Το απέραντο σκότος μιας βιβλιοφιλικής καρδιάς

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 20/1/2007)


«...Και πάνω στο τσιμέντο, όπως καταλαβαίνετε νιώθω φρίκη και μόνο που το λέω, του ζήτησε να αρχίσει να χτίζει χρησιμοποιώντας τα βιβλία του αντί για τούβλα...»



Άνθρωποι που χρησιμοποιούν τα βιβλία ως δεκανίκι να πορευτούν στη ζωή, ίσως φτάσουν κάποια στιγμή, σαν εκείνο το παραμύθι του Πινόκιο, αυτό το «χάρτινο πόδι» τους να πιστέψουν ότι είναι ζωντανό, σάρκινο, με οστά και αίμα, δηλαδή αληθινό. Αυτή είναι και η μεγάλη παγίδα. Η τυφλή πίστη που είναι τόσο κοντινή με το θυελλώδη έρωτα και την καταστροφική αγάπη, καθώς νομίζει το «θύμα» και θύτης του ίδιου του εαυτού, κάθε φορά ότι δεν μπορεί να ζήσει δίχως αυτά. Κι όμως μπορεί, απλώς μαζί τους ζει καλύτερα, μέχρι το σημείο βέβαια που αυτό «το δεκανίκι» θα παραμείνει χάρτινο -που σε γεμίζει αμφιβολία και αναρώτηση και σε κρατάει ξύπνιο σε εγρήγορση- και άρα ωφέλιμο.
Όταν ξεπερνιούνται τα όρια και η υποταγή σε ένα πάθος -ακόμη κι αν πρόκειται για το βιβλιοφιλικό- φτάσει να γίνει μονόδρομος, τότε δεν μένουν και πολλά περιθώρια στον πάσχοντα να ανανήψει. Τουλάχιστον αυτή τη μαύρη και μαγική εικόνα σκιαγραφεί ο Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες στο σύντομο μυθιστόρημά του με τίτλο «Το χάρτινο σπίτι» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση της Λένας Φραγκοπούλου. Υπάρχει πάντα όμως ένα σταθερό καταφύγιο της ανθρωπιάς και της ευαισθησίας που τα βιβλία έχουν φροντίσει να αφήσουν αλώβητο, μέσα στην ίδια τους την ανθρωποφαγική διάθεση και ιδιότητα, το οποίο δεν είναι άλλο από την Καρδιά. Αυτή την αιμάτινη μικρή μάζα που χτυπάει κατά πώς θέλει παρά τις επιταγές και προσταγές του δύσμορφου και σαλεμένου μυαλού. Το Αίσθημα επιβιώνει παρά την εκτός ορίων διαφυγή της σκέψης. Η δύναμή του μπορεί να υπερβεί τις ανθρώπινες αντοχές, ακόμη κι αν είναι πια αργά, ακόμη κι αν έχουν όλα πια χαθεί.
Το βιβλίο του αργεντίνου συγγραφέα έχει πολλαπλά επίπεδα αναγνώσεως. Καταρχάς, το ζήτημα της ίδιας της αγάπης για την ανάγνωση, για τα βιβλία, για τις χάρτινες αυτές μικρές ή μεγάλες ζωές που πάλλονται μόνο αν βρεθούν στα δικά σου χέρια και μπροστά στα δικά σου μάτια για να τις διαβάσεις. «...Τα βιβλία στο σπίτι μου προελαύνουν σιωπηλά, αθώα. Δεν μπορώ να τα αναχαιτίσω...» Ο δημιουργός δεν παραλείπει σε αντιδιαστολή με αυτή την αγάπη η οποία τον έχει παρακινήσει να γράψει ένα βιβλίο για τα βιβλία, να ειρωνευτεί τη σύγχρονη βιβλιοπαραγωγή, τους μηχανισμούς προβολής των σύγχρονων λογοτεχνών και των έργων τους και όλη αυτή την ψυχοφθόρα διαδικασία ανάδειξης καταρχάς και καταβαράθρωσης εκ των υστέρων. Ο ακαδημαϊκός κόσμος στο μυθιστόρημα αυτό συμβολικά και σημειολογικά δέχεται το πλήγμα το καίριο, αλλά εκείνος που αναλαμβάνει να τον «σώσει» -ακόμη πιο σημειολογικά- αποδεικνύεται ο «τρελός βιβλιόφιλος» που χτίζει ένα σαθρό σπίτι από βιβλία και λογοτεχνία και το οποίο αποφασίζει να γκρεμίσει μόνον, όταν καταλάβει ότι το αντικείμενο του πάλαι ποτέ πόθου του χρειάζεται επειγόντως την επικοινωνία μαζί του με την αποστολή ενός αντίτυπου σπάνιου και πολύτιμου. Δεν θα τη σώσει, αλλά θα καταβάλει τη μεγαλύτερη προσπάθεια στη ζωή του, την πιο φιλότιμη, την ιδανική, αυτή που θα τον κάνει να γκρεμίσει ακόμη και τα τείχη της τρέλας του. Φυσικά, για την καρδιά μιας γυναίκας. Κι ας είναι μάταιος ο κόπος του κι ας είναι μάταιη η έκλαμψη των αισθημάτων του και η συσκότιση της παράνοιάς του, μετράει η πρόθεσή του να σωριάσει το οικοδόμημα των χιλιομπλεγμένων εγκεφαλικών του νευρώνων, προκειμένου να δείξει στην αγαπημένη του για μια βραδιά ότι μπορεί να κάνει για κείνη τα πάντα, ακόμη και να ξεπεράσει την τρέλα του, γιατί εκείνη η αγαπημένη το ζητά, χρειάζεται την απόδειξη αυτής της αγάπης. «...Μέρες προσπαθούσε, αλλά τα είδατε και με τα μάτια σας. Δεν έμεινε τίποτα. Το γκρέμισε μοναχός του. Με το σφυρί του, τον βλέπαμε από δω. Ήταν για λύπηση, μα το Θεό. Γιατί το σπίτι δεν ήταν κι άσκημο...»
Στις σελίδες του «Χάρτινου Σπιτιού» ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει τον εαυτό του ανάλογα με τις βαθμίδες των βιβλιοφιλικών του νευρώσεων, των συνηθειών του, των προτιμήσεων και φυσικά ανάλογα με το ρόλο που έχουν διαδραματίσει τα βιβλία στη ζωή του. Πόσο μπορεί ένα βιβλίο να σου αλλάξει τη ζωή; Πόσο μπορεί να καθορίσει το πεπρωμένο σου; Πόσο μπορείς ως αναγνώστης να πιστεύεις ότι ένα βιβλίο έχει τη δυναμική να τα κάνει όλα αυτά και με ποιον τρόπο, βεβαίως; Ο Ντομίνγκες χειρίζεται το θέμα του με λεπτότητα, χιούμορ και τακτ, αφήνει τη μαγεία των βιβλίων και της ανάγνωσης να σε τυλίξει, ακόμη και να σε τρομάξει, αν αποδειχθείς βιβλιόφιλος που βρίσκεσαι κοντά στο επικίνδυνο όριο να θεωρείς τα βιβλία κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Τα βιβλία είναι βιβλία. Και οι άνθρωποι είναι άνθρωποι. Και τα βιβλία μπορούν να γίνουν πολύτιμα μόνο γιατί αφορούν ανθρώπους, αναφέρονται σε ανθρώπους ή περιμένουν ανθρώπους να τα ανακαλύψουν. «...Ένας φίλος τον βρήκε να δειπνεί έχοντας απέναντί του μια έξοχη έκδοση του Δον Κιχότη σε ένα αναλόγιο και μπροστά του ένα ποτήρι λευκό κρασί. Δεν εννοώ το ποτήρι που κρατούσε στο χέρι ο ίδιος, αλλά εκείνο που αντιστοιχούσε, κατά παράδοξο τρόπο, στο βιβλίο...»
Ο συγγραφέας μέσα από την αφήγηση μιας ευφάνταστης αλλά απλής ιστορίας στο ξεδίπλωμά της -αλλά πολύ βαθιάς στην ουσία της- κατορθώνει να σαρκάσει τον κόσμο που ζει μέσα στο μυαλό ενός διανοούμενου, ακαδημαϊκού, που φτάνει να πιστεύει καμιά φορά ότι αν «χτιστεί» πίσω από τη θεμελίωση ενός οικοδομήματος ασφαλούς θεωρητικά για τον ίδιο και δεν είναι άλλο από την τυφλή πίστη στη γνώση και τις ατελείωτες δυνατότητές της, θα καταφέρει να «σωθεί». Είναι η λογοτεχνική ύβρις που μπορεί να σε κλείσει στα πλοκάμια της και να σε πνίξει. Η απελευθέρωση απ’ αυτή και η σωτηρία μπορεί να έρθει μονάχα με τη διασωσμένη ανθρωπιά μέσα του, από το εξωτερικό κίνητρο που του δίνει ο άλλος άνθρωπος.

Friday, January 12, 2007

Αυτή η αλήθεια μένει

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στις 13/1/2007 στη Φιλολογική Βραδυνή)


«...Μην αφήσεις να σε κάνουν καρέκλα οι άλλοι και να σε κλείσουν στην κάμαρα για να κάθονται πάνω σου. Ούτε και τραπέζι για να ντερλικώνουν στην πλάτη σου. Μπαστούνι να γίνεις, για να στηρίζεσαι πάνω σου, να στηρίζεις αυτούς που θέλουν να πάνε στο πάρκο να κάνουν τη βόλτα τους κι αυτούς που δεν τους στηρίζουν τα ποδάρια τους...»



Όταν απολαμβάνεις κάτι, συνήθως χάνεις τα λόγια σου, καταλαμβάνεσαι από την ομορφιά του και δεν θες να ανοίξεις το στόμα σου να μιλήσεις. Παρακολουθείς τον εαυτό σου να αρνείται να δηλώσει το θαυμασμό του, γιατί σου μοιάζει λίγος, με πενιχρά εκφραστικά μέσα. Αν πρόκειται για αναγνωστική απόλαυση, δεν θες εκ των υστέρων να αναλύσεις τίποτα. Δεν σε ενδιαφέρει. Δεν θες να γράψεις κριτική, τι να την κάνεις; Δεν σου χρησιμεύει σε τίποτα πια, αφού σε ρούφηξε το βιβλίο στο δικό του σύμπαν. Το όποιο εγχείρημα κριτικής επαναθεώρησης είναι σαν να σε ξεβράζει πάλι στον κόσμο σου τον άνυδρο, το μακρινό από το λογοτεχνικό ορίζοντα.

Αυτό γίνεται όταν πάρεις «Το μονοπάτι στη θάλασσα» που σε βγάζει σε στεριές μυθιστορηματικές αλλά αληθινές από την ίδια τη ζωή του Αντώνη Σουρούνη. Βυθίζεσαι στην ομορφιά του χειμαρρώδους αυτού βιβλίου (που κυκλοφορεί καταγράφοντας μάλιστα και εκδοτική επιτυχία από τον Καστανιώτη) και δεν θες να γυρίσεις πίσω. «...Ήξερα από πού αρχίζει ο δρόμος μας, αλλά δεν ήξερα και πού τελειώνει. Έμοιαζε με ποτάμι γεμάτο ρυάκια και παραπόταμους...» Το πέλαγος το λογοτεχνικό του συγγραφέα σε απορροφά, σε τραβά κοντά του με το μαγικό χειρισμό της γλώσσας και τους ιριδισμούς από το πρίσμα της φαντασίας του που αναπλάθει έναν κόσμο ολόκληρο μέσα από τα δικά του μάτια, του αυτόπτη μάρτυρα μιας εποχής που παρήλθε ανεπιστρεπτί, αυτή της μεταπολεμικής Ελλάδας. «...η γιαγιά μου πρώτη σε όλα. Στα γράμματα ήταν τελευταία, ούτ’ ένα δεν ήξερε, όμως δεν την ένοιαζε, επειδή αυτή, έλεγε, διαβάζει τα μάτια και τις ψυχές, ενώ με τα γράμματα διαβάζεις μόνο τις παλιοπατσαβούρες...»
Ένας πιτσιρικάς περιγράφει το πολύχρωμο φάσμα της ζωής του, μέσα από την εξύφανση ενός κοινωνικού ψηφιδωτού όχι απλώς αληθοφανούς, αλλά πραγματικού. Είναι το απόσταγμα των παιδικών και εφηβικών εμπειριών του ίδιου του συγγραφέα προφανώς -αλλιώς θα ήταν άθλος να γραφτεί ένα τέτοιο ολοζώντανο βιβλίο χωρίς στοιχεία αυτοβιογραφικά. Το λεπτεπίλεπτο τούλι του χρόνου και της λογοτεχνικής υφής μέσα από το οποίο διυλίζονται οι στιγμές μιας ζωής, κρατά την αλήθεια που μένει, για χρόνια χαραγμένη σε μια ψυχή που δεν βρίσκει καταφύγιο. Τη λογοτεχνική ψυχή. «...Να καρφώνω με το σφυρί καρφιά στις σόλες για να μην βγαίνουν και να γράφω με το μολύβι γράμματα στα χαρτιά για να μη φεύγουν...»

Τα 23 εκείνα γράμματα της αλφαβήτου και το άλλο το δύσκολο να προφερθεί από τα χείλη του μικρού ήρωα του βιβλίου, το ρο, καταφέρνουν τελικά να περιγράψουν τους ανθρώπους που άφησαν τη βαριά άλλοτε και άλλοτε την ελαφριά σκιά τους από έναν δρόμο στη Σαλονίκη. Την οδό Μουσών. Εκεί άλεσαν τα κορμιά τους, τα έστυψαν για να επιβιώσουν στα δύσκολα χρόνια της μεταπολεμικής Ελλάδας κι αλέστηκαν από τον ίδιο τον αμείλικτο χρόνο. «...και τα λόγια ίδια όπως οι σπόροι απ’ τα λουλούδια είναι, εσύ τα πετάς στον αέρα, όμως αυτά πέφτουν στο χώμα και πιάνουν. Φυτρώνουν και γίνονται κρίνοι, γαρύφαλλα, γαϊδουράγκαθα ή τσουκνίδες...» Άνθισαν οι φιγούρες τους και οι ζωές τους και μαράθηκαν ύστερα από τη φυσική φθορά, αλλά και από τη βία του βίου τους, της μοίρας τους, του πεπρωμένου εαυτού τους. «...Μονάχα ο κακορίζικος εαυτός μας δε γερνάει, αυτός μένει παιδί κι ώσπου να μας βγει η ψυχή κλαίει μέσα στην κοιλιά μας...»

Και έρχεται εκείνη η παιδική ματιά, η αγέραστη, και μπροστά στον τρόμο των γηρατειών του κορμιού που τη στεγάζει, και αναποδογυρίζει τον κόσμο για να τον δει καλύτερα. Τον γυρνάει απ’ όλες τις πλευρές, αγγίζοντας, τραντάζοντας, κουνώντας, δοκιμάζοντας, βάζοντάς τον στο στόμα, όπως κάνει ένα πιτσιρίκι για να γνωρίσει τον κόσμο. «...Όταν αναποδογυρίζεις όμως τα πράματα, τα βλέπεις αλλιώς, δε βλέπεις μόνο τα κουσούρια του, βλέπεις και ομορφιές που δεν τις περίμενες και δεν τις φανταζόσουν...» Και αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη μια ομορφιά πρωτόγνωρη, εκείνη της αλήθειας, με μορφές που αντιπροσωπεύουν μια λαϊκή σοφία, αν όχι χαμένη, σίγουρα ξεχασμένη και κουβαλούν στους ώμους τους την ουσία της ζωής, της ύπαρξης σαν άχθος εμπορικό, για να βγουν τα προς το ζην της μέρας, έτσι απλά. Με το φόβο αν θα βγει το μεροκάματο, με το φόβο πώς θα περάσει και θα βγει μια ζωή. «Όλοι κάτι φοβόμαστε στη ζωή». Ο Αντώνης Σουρούνης είναι σαν να αποφάσισε μ’ αυτό το βιβλίο του να διασώσει ένα θησαυρό, όχι κρύβοντάς τον σε σεντούκια λήθης, αλλά βγάζοντας την ίδια του την ψυχή σε κοινή θέα με σκοπό να κρατηθεί η μνήμη σε πολύτιμα μέρη της καρδιάς του εκάστοτε αναγνώστη του
(«...Κανείς δε θέλει να είναι φυλακισμένος, και προπαντός μέσα σ’ ένα κεφάλι...»), για να παραμείνει θάλλουσα και ζωντανή, όπως
«...Η τελευταία δεκάρα είναι πιο πολλά λεφτά από το κατοστάρικο κι αξίζει πιο πολύ...» Αυτή η πολύτιμη αλήθεια μένει, για χρόνια φυλακισμένη σε μια ζωή που έψαχνε καταφύγιο από την Ελλάδα που έτρωγε όπως πάντα τα παιδιά της, ενώ τα ίδια τα παιδιά της δεν είχαν να φάνε, αλλά ζούσαν μια ζωή γεμάτη κι αληθινή κι ανθρώπινη, γεμάτη με ανθρώπους. Οι άνθρωποι ήταν η ζωή, μάς θυμίζει ο Σουρούνης με το βιβλίο του που βγήκε σε μια εποχή που οι άνθρωποι αναζητούν τη ζωή τους σε απόσταση από τους ανθρώπους.

Thursday, January 11, 2007

Παρακαλώ (Τυπική απάντηση σε "ευχαριστώ")

Ένα ξεκρέμαστο "ευχαριστώ" έφτασε από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Ήξεραν και οι δυο. Για το "ευχαριστώ". Ήξεραν. Απλώς δεν το παραδέχονταν. Δεν είχαν τα κότσια να παραδεχτούν ότι εκείνο το τεράστιο χρηματικό ποσό είχε σταθεί η αιτία. Εκείνη του το χρωστούσε. Εκείνος δεν ήθελε να το πάρει πίσω. Γιατί δεν θα είχαν μετά λόγο να μιλάνε, να βλέπονται, να κάνουν βόλτες μαζί. Δεν θα είχαν κάτι να τους συνδέει. Κι αυτός τώρα για ακόμη μία φορά την ευχαριστούσε. Την ευχαριστούσε που δεν είχε τα λεφτά να του τα δώσει πίσω.
Μιλάμε για 100.000 ευρώ. Όσα κάνει ένα διαμέρισμα ευπρεπές κάπου στην Αθήνα. Εκείνη τα είχε χρειαστεί για να σώσει το τομάρι της σε μια στιγμή που κινδύνευε, που δεν είχε τίποτα να χάσει παρά την ίδια την ελευθερία της. Εγγύηση για τη φυλακή. Εκείνος βρέθηκε τυχαία μπροστά της και της τα δάνεισε -ανεπιστρεπτί ήθελε να πιστεύει ο ίδιος- απλώς εξοφλούσε το χρέος της σε δόσεις με το να τον συναντάει χωρίς κανένα λόγο και χωρίς κανένα σκοπό. Συζητάγανε υποτίθεται.
Δεν μπορείς να το πεις κι έτσι, λέγανε πέντε τυπικές κουβέντες και χωρίζανε. Αν παρατράβαγε η κουβέντα θα τσακώνονταν. Ήταν εμφανές. Γι' αυτό και δεν το διακινδύνευαν να πουν περισσότερα. Έτσι έγινε και με την τελευταία συνάντηση. Εκείνη θύμωσε πολύ και έφυγε ενοχλημένη κι εκείνος έγινε πυρ και μανία από μέσα του. Έτσι χωρίσανε βιαστικά πάλι. Μετά εκείνος πήρε τηλέφωνο. "Ευχαριστώ" ψέλλισε. "Παρακαλώ", δεν τόλμησε να ξεστομίσει αυτή. Είπε ένα ξερό "ναι" και κατέβασε το ακουστικό. Εκείνη χρωστούσε 100.000 ευρώ κι εκείνος δεν ήθελε να τα πάρει πίσω. Εκείνη ήξερε ότι χρώσταγε κι εκείνος ότι της χρωστούσε τόσες κουβέντες που δεν είχε πει, με φόβο μη χάσει τις δόσεις-συναντήσεις. Αυτή είχε μπει στη φυλακή του κι εκείνος είχε γίνει δεσμοφύλακας που παρακαλούσε. "Ευχαριστώ"

Thursday, January 04, 2007

Η καλοσύνη των αναγνωστών (ή αλλιώς, εγώ είμαι με τη γειτόνισσα)

Την πιο καθαρή ματιά για τα βιβλία, την πιο απογυμνωμένη από καθημερινές μιζέριες αναγνωστική απόλαυση την είχα τελευταία, όταν πήγα στο χωριό. Εκεί δεν φτάνουν τα δηλητηριώδη βέλη των κομπλεξικών, εκεί δεν έχεις στο κεφάλι σου κανέναν να λέει το μακρύ του και το κοντό του. Εκεί είσαι εσύ και το βιβλίο. Δεν ξέρεις το συγγραφέα, δεν σε ξέρει. Θέλεις να τον γνωρίσεις; Άνοιξε τα ματάκια σου και διάβασέ τον πίσω από τις γραμμές του. Δεν θες να καταλάβεις τίποτα γι' αυτόν; Πάλι όλα καλά καμωμένα, κλείστο το ρημάδι το βιβλίο, βγες στο μπαλκόνι και χάζεψε το δρόμο, άκου τα πουλάκια που κελαηδάνε.
Και γύρισα πίσω: ο τάδε είπε για το δείνα εκείνο. Του τάδε το βιβλίο λέει αυτό και του δείνα λέει το άλλο. Ο τάδε κριτικός έγραψε για το δείνα συγγραφέα και ο τάδε συγγραφέας ενοχλήθηκε με τον τάδε κριτικό.Και σκέφτομαι τι σχέση έχουν όλα αυτά με τα βιβλία που κρατούσα λίγες μέρες πριν στα χέρια μου. Καμία, φυσικά. Η βιβλιόφιλη μανιώδης αναγνώστρια γειτόνισσά μου στο χωριό δεν έχει ιδέα για όλα αυτά που διαμείβονται στη σφύζουσα πρωτεύουσα που θρέφει γύρω της μια παραλογοτεχνική περικοκλάδα που υψώνεται και στο τέλος τα καλύπτει τα βιβλία και την ομορφιά τους και την ασχήμια τους και τους συγγραφείς και τις προθέσεις τους. Σαν άδικος κόπος. Και αντί να στύβεις βιβλία με το μυαλό σου και να παίρνεις τους χυμούς και τους καρπούς τους, στύβεσαι εσύ από μια χαζή καθημερινότητα που περιλαμβάνει κουτσομπολιά και έριδες για βιβλία και συγγραφείς. Εγώ είμαι με τη γειτόνισσα, αρνούμαι να ασχοληθώ. Πιστεύω στην καλοσύνη των αναγνωστών, όχι με την έννοια της αγαθοσύνης, αλλά με εκείνη της αγνότητας στη ματιά, της ειλικρίνειας και αν μη τι άλλο κανενός άλλου οφέλους παρά εκείνου που δίνουν οι λέξεις. Υπάρχει άραγε μεγαλύτερο;
Όλα τα άλλα είναι θόρυβος και βουή κι αντάρα και σύννεφο σκόνης που μπαίνει στα μάτια και δεν σ' αφήνει όχι μόνο να διαβάσεις, αλλά και να δεις πέρα από τη μύτη σου.

Wednesday, January 03, 2007

Η επιτομή του απλού και κομψού

Πέρα από τις λίστες με τα ευπώλητα, πίσω από τα «λογοτεχνικά» φώτα, πίσω από τις προβεβλημένες προθήκες βιβλιοπωλείων βρίσκονται συχνά λογοτεχνικές παρουσίες που κινούνται αθόρυβα, αλλά αποτελεσματικά. Σου παίρνει χρόνο να τις συναντήσεις -αν τις συναντήσεις ποτέ- αλλά νιώθεις τη στιγμή που τις βρίσκεις πως αξίζει τον κόπο.
Μια τέτοια λογοτεχνική φωνή, από κείνες τις ήσυχες και γαλήνιες αλλά εκκωφαντικά δυνατές, όταν τις ακούσεις ή θες να τις ακούσεις, ανακάλυψα πρόσφατα. «...Όταν άκουσα τα κουαρτέτα της διαμελισμένης ψυχής, έκλεισα όλα μου τα βιβλία, έκλεισα τα μάτια μου. Τ’ αυτιά μου είχαν πάρει να δακρύζουν...» Αυτή η συγκινητική κραυγή ανήκει στο Λεφτέρη Μπαρδάκο, έναν εκπαιδευτικό της ελληνικής επαρχίας, που εκεί στις παρυφές των κάστρων της Αργολίδας και ανάμεσα σε εφηβικές φωνές και παρουσίες υφαίνει τη λογοτεχνική του υπόσταση ήρεμα και αποστασιοποιημένα απ’ αυτό που λέμε ευρεία βιβλιοπαραγωγή. Από τις τοπικές Εκδόσεις Ελλέβορος έχει κυκλοφορήσει το έργο του «Η κονσέρβα -Έξι θεατρικές εικόνες της μοναξιάς» και μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Έι Λούντβιχ» απ’ όπου είναι παρμένο και το παραπάνω απόσπασμα.
Ο συγγραφέας υπονομεύει με την απλότητα και την καθαρότητα του ύφους του όλα εκείνα τα φτιασίδια της νεοελληνικής λογοτεχνίας που αναρωτιέμαι, αν θα κατορθώσουν ποτέ να περάσουν και στο μέλλον. Μου κάνει εντύπωση που τα θεατρικά του δεν τα έχουν ανακαλύψει ακόμη αθηναϊκοί θίασοι, καθώς διαθέτουν κάτι από τη στόφα των μεγάλων κλασικών δραματουργών και την οικουμενικότητα του λόγου τους, προσαρμοσμένα στη σύγχρονη εποχή και πραγματικότητα. Το χιούμορ του -συχνά πικρό, αλλά πάντα ευφυές και όχι εύκολο- ελλοχεύει εκεί που δεν το περιμένει κανείς και αιφνιδιάζει ευχάριστα τον αναγνώστη. Τον αναγνώστη που τον κάνει να αισθάνεται πια θεατής, βλέποντας τα θεατρικά δρώμενα να διαδραματίζονται ολοζώντανα μπροστά στα μάτια του.
Η συλλογή διηγημάτων «Έι Λούντβιχ» είναι εμπνευσμένη από την καλλιτεχνική φιγούρα και ιδιοφυία του Μπετόβεν, αλλά δεν απέχει πολύ από το να κάνει μουσικά άλματα στο Βαμβακάρη και τον Τζον Λένον, στον Ντιουκ Έλλιγκτον και το Μέμφις Σλιμ. «...Τα όργανα έπεσαν από των μουσικών τα χέρια και δίχως άλλο θα έπεφταν κι οι ίδιοι στα γόνατα να προσκυνήσουν, αν εκείνη τη στιγμή και μες από αλλόκοτες, συγκεχυμένες αλλά εξαίσιες μουσικές δεν ακούγονταν κι οι τρεις Άγιοι να ρωτούν τους άμοιρους μουσικούς της μπάντας: «ΖΕΙ Ο ΘΕΙΟΣ ΛΕΝΝΟΝ;»...»

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 30/12/2006)

Χρυσάνθεμα από το χωριό (της γειτόνισσας είναι)


"Όμορφη πόλη"


Tuesday, January 02, 2007

"Η ζωή και ο θάνατος του άρρενος σώματος"

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 30/12/2006)

«...Όταν είσαι νέος, σε νοιάζει πώς είναι το σώμα σου, πώς φαίνεται απ’ έξω. Όταν γεράσεις, σημασία έχει αυτό που είναι μέσα, και κανείς δε δίνει δεκάρα για την εμφάνισή σου...Η εξάρτηση, η ανημπόρια, η απομόνωση, ο φόβος -όλα αυτά είναι φρικιαστικά και ντροπιαστικά. Ο πόνος σε κάνει να φοβάσαι τον εαυτό σου. Και το πιο φριχτό είναι η ετερότητα του πόνου...»



Αυτές τις μέρες των εορτών βλέπουμε στις τηλεοπτικές μας οθόνες ηλικιωμένους και μόνους. Είναι από τις λίγες στιγμές του χρόνου που θα πέσουν οι προβολείς πάνω στα γηρατειά και τη μοναξιά. Δυστυχώς, όχι από καλή προαίρεση, αλλά από αδηφάγα νούμερα τηλεθέασης, καθώς ο πόνος και η μελό αξιοποίησή του πουλάνε. Και πουλάνε πολύ.
Αυτόν τον πόνο, της αρρώστιας αλλά και του τρόμου μπροστά στο επικείμενο και αναπόφευκτο βιολογικό τέλος, πραγματεύεται με μια απολύτως ανθρώπινη και «εξανθρωπιστική» -αν μου επιτρέπεται αυτή η λέξη- ματιά το τελευταίο βιβλίο του Φίλιπ Ροθ που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη. «...Τα γηρατειά είναι μάχη...Είναι μια μάχη αδυσώπητη, και τη δίνεις όταν είσαι πιο αδύναμος από ποτέ και πιο ανίκανος από ποτέ να ξαναμπείς στον αγώνα...» Και ο είρων και αλαζών Ροθ, ωρίμασε σ’ αυτό το βιβλίο, έδειξε τις ευαισθησίες του χωρίς το σίγουρο για κείνον προκάλυμμα του χιούμορ και του σαρκασμού. Αφέθηκε να παραδεχτεί απλώς, και να μιλήσει ο δικός του τρόμος μπροστά στο γήρας. «...Τα γηρατειά δεν είναι μάχη* τα γηρατειά είναι σφαγή...» Είναι ένα μυθιστόρημα που σε κάνει να κοιτάξεις μέσα σου, να στραφείς στον απαιτητικό εαυτό σου και μετά να στρέψεις το βλέμμα στον απέναντι, στο διπλανό, στον κοντινό άνθρωπο. Αλλά σε ωθεί να κοιτάξεις όχι αρπαχτικά, όχι άπληστα, αλλά με αγάπη, με ανοχή και ενδιαφέρον* δηλαδή με ανθρωπιά.
Ο ήρωας του Ροθ αναγκάζεται με στωικότητα να έρθει αντιμέτωπος με την προσωπική του μοναξιά -μετά από τρεις αποτυχημένους γάμους που έδωσαν καρπούς δύο γιους που τον σιχαίνονται και μια κόρη που τον υπεραγαπά. «...Η πραγματικότητα δεν ξαναφτιάχνεται...Δέξου την όπως έρχεται. Μην υποχωρείς και δέξου την όπως έρχεται...» Ο άλλοτε επιτυχημένος διαφημιστής γυρίζει με ο νου του στην εποχή των παιδικών του χρόνων -στα παιδικά του καλοκαίρια- και συγκρίνει τον εαυτό του με τον άνδρα που εκείνος δεν έγινε ποτέ, δηλαδή το ρωμαλέο σωματικά, αλλά μεγαλύτερο σε ηλικία αδερφό του.
Εδώ ο Ροθ δεν θυμίζει σε τίποτα το δηλητηριώδη και ξεκαρδιστικό μαζί συγγραφέα από «τη νόσο του Πορτνόϋ», από «τον καθηγητή του πόθου» (ή από το «βυζί») που καταφέρεται με κάθε τρόπο εναντίον του γυναικείου φύλου. Η γραφή του είναι πια απλή, ποτισμένη από μια γοητευτική ηρεμία και θυμίζει πια Απντάικ, τον άλλο μεγάλο της αμερικανικής λογοτεχνίας. «...Τα λόγια της τον ανακούφιζαν και, παρ’ όλα αυτά, δεν είχε πειστεί ούτε για μια στιγμή πως εννοούσε αυτά που έλεγε. Όμως η λαχτάρα ν’ ανακουφιστείς, σκεφτόταν, δεν είναι μικρό πράγμα, ιδίως αν είναι από κάποιον που, ως εκ θαύματος, εξακολουθεί να σ’ αγαπά...» Είναι η σπαρακτική μαρτυρία της σωματικής κατάπτωσης δια Φίλιπ Ροθ. Ποιος το περίμενε από την «ατρόμητη» επιθετική του πένα; Ίσως μόνο ο χρόνος. «Το χειρότερο πράγμα στο να ζεις αβάσταχτα μόνος, είναι ότι πρέπει να το αντέξεις -ή το αντέχεις ή βουλιάζεις. Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να μην αφήσεις το μυαλό σου να σε υπονομεύσει με το να κοιτάζει με λαχτάρα πίσω, σ’ ένα υπεράφθονο παρελθόν...»

*Το αφιερώνω σήμερα εξαιρετικά στον Αθήναιο που τάραξε τα ύδατα του 2007. Ο τίτλος πιστεύω ότι ταιριάζει απόλυτα στην περίσταση. Έτσι δεν είναι, αγαπητέ μου;