Friday, November 16, 2007

Για τα …αόρατα ουράνια τόξα της ψυχής μας

«…Σήμερα, όλοι βιάζονται να ψωνίσουν ουράνιο τόξο σε τιμή ευκαιρίας. Κι επειδή δεν έχουν υπομονή, εξαπατούν τους εαυτούς τους. Ξεχνούν ότι, για να δεις το ουράνιο τόξο, πρέπει πρώτα ν’ αντέξεις τη βροχή…»



Τον ξέρω τον Πίπικ. Το Μόισε Πίπικ. Τον ήρωα του μυθιστορήματος «Το αγόρι στην αποβάθρα» του Στέφανου Δάνδολου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Τον ξέρω καλά αυτόν τον πιτσιρίκο. Όπως κι εσείς τον ξέρετε καλά, ίσως καλύτερα απ’ ό,τι φαντάζεστε. Τον συναντάτε συχνά στο ανήλιαγο στενό κανενός δρόμου, στο φανάρι έξω από το τζάμι του αυτοκινήτου σας, καμιά φορά και στο είδωλό σας απέναντι στον καθρέφτη.

Είναι το παιδί μέσα σας. Με τη σκληρότητα και την τρυφερότητα που κουβαλάει ένας ανθρωπάκος αυτής της ηλικίας. Το θέμα είναι άμα τον βλέπετε κιόλας. Γιατί μπορεί να τον αντικρίζετε, αλλά να παραμένει απροσπέλαστος και αδιερεύνητος όπως και το συναίσθημα της λύπης. «…Καμιά φορά, όσοι είναι πολύ ευαίσθητοι, αισθάνονται και λίγο πεθαμένοι. Και τότε νιώθουν κάπως αόρατοι…» Αυτό το βιβλίο ιχνηλατεί το ταξίδι της κάθε ψυχής προς τη θλίψη και την επιστροφή της από το χιονισμένο αυτό τοπίο. Είναι η συνεχής επανεφεύρεση του εαυτού μας που αναζητά εναγωνίως το κουράγιο να ξαναβρεί το δρόμο της ίδιας του της καρδιάς. Και το παιδί μέσα μας πορεύεται πάντα απ’ αυτή την οδό της αλήθειας, της αθωότητας, της αγνότητας, της βαθιάς αγάπης για τη ζωή και το φως, χωρίς δισταγμούς και παλινδρομήσεις, όσο πληγωμένο κι αν είναι. Βρίσκει τη δύναμη μέσα του να λιώσει τα χιόνια της ψυχής του, τα ολόδικά του χιόνια και τελικά να ξεπεράσει τις προσωπικές του Ιντιφάντες –που εδώ ο ήρωας ταυτίζει και με τις κοινωνικές, πολιτικές και θρησκευτικές Ιντιφάντες του βίου της βίας που διάγουμε. «…κανένας δε νοιάζεται πραγματικά, όλοι κοιτάζουνε την πάρτη τους. Κι όσο για το δρόμο, εκεί τα πράγματα είναι ακόμα πιο ζόρικα…»

Ο συγγραφέας, με φόντο το σύγχρονο ασφυκτικό αστικό τοπίο των μεταναστών, παίρνει το ρυθμό του δρόμου και με γλώσσα που ξεδιπλώνεται σαν μια ιδιότυπη χιπ-χοπ ανάσα, θέλει να σου πει κοφτά πέντε πράγματα για το μίσος, την αγάπη, το θάνατο, τη ζωή και τον πόλεμο που τα συνοδεύει στην πορεία του καθενός ξεχωριστά στην ιδιωτική του ζωή, αλλά και στον ρου της ανθρωπότητας εν γένει. Δεν διαλέγει τυχαία την Ιντιφάντα και το Άουσβιτς ο δημιουργός. Είναι το κύριο βαθύτερο χαρακτηριστικό των ηρώων του και από προηγούμενα βιβλία του, άλλωστε. Οι «δικοί του» Εβραίοι τίθενται στο λογοτεχνικό του στόχαστρο με νέο μανδύα. Ίσως είναι αυτό που λέει και ο αλγερινός μυθιστοριογράφος Γιάσμινα Χάντρα σε ένα βιβλίο του: «…Ο Εβραίος γεννήθηκε ελεύθερος σαν τον άνεμο, απόρθητος σαν την έρημο της Ιουδαίας. Παρέλειψε να οριοθετήσει την πατρίδα του σε σημείο που παραλίγο να του την πάρουν απ’ τα χέρια, επειδή για πολύ καιρό πίστευε πως η γη της επαγγελίας ήταν πάνω απ’ όλα εκείνη όπου δεν υπήρχε κανένας τοίχος που να εμποδίζει το βλέμμα του να φτάνει πιο μακριά απ’ τις κραυγές του…» Αυτή πρέπει να είναι η ίδια αίσθηση για την ελευθερία –μέσα και έξω- και για την αδιάκοπη αναζήτησή της, που διαπερνά το Δάνδολο ως άνθρωπο, ίσως, και προφανώς τον χαρακτηρίζει απολύτως ως συγγραφέα. «…Ειδικά άμα ήσουνα κωλοευαίσθητος όπως εγώ, ήτανε φοβερή άμυνα να σε περνάνε για φονικό όπλο…»
Αυτή τη φορά ο συγγραφέας επιλέγει ένα παιδί σε πρώτο πρόσωπο να αφηγηθεί την ιστορία του. Κάνει χαριτωμένα παιχνίδια διακειμενικότητας με έργα της παγκόσμιας κλασικής λογοτεχνίας, όπως συνηθίζει, και η ηλικία του ήρωά του τον αναγκάζει να γίνει ευρηματικός στον τρόπο που στήνει τις εικόνες του και το σκηνικό της δράσης. Το βιβλίο διαθέτει επίπεδα ανάγνωσης βαθύτερα από την προφανή τραγική παιδική ιστορία του μικρού Πίπικ, για τον αναγνώστη, φυσικά, που θα θελήσει να τα αναζητήσει. Η μεταφυσική γίνεται εδώ όχημα για να ειπωθούν όχι τα «μετά τον θάνατον», αλλά τα φλέγοντα της τωρινής ζωής. Ο πιτσιρικάς του μυθιστορήματος σε παίρνει από το χέρι, σου δίνει το φτυαράκι του και σε αναγκάζει να ξεχιονίσεις την ψυχή σου, αν το επιθυμείς και το έχεις ανάγκη. Αλλιώς, χαίρεσαι την ανάγνωση ενός βιβλίου που με την υφέρπουσα γλυκιά μελαγχολία του, σου επιβεβαιώνει συνεχώς τις απέραντες λιακάδες του μυαλού σου.