Tuesday, November 13, 2007

Μασάει ο αμνός το "πλαστικό";

Έχω μια μεγάλη πίστη στη ζωή μου: ότι η ανάγκη -η πάσης φύσεως ανάγκη- μπορεί να γεννήσει ωραία πράγματα στην Τέχνη ως επί το πλείστον, αλλά και στην καθημερινή ζωή που ξέρει να αναπνέει από την Τέχνη, μαζί με την Τέχνη και συνήθως ανταποδοτικά και για την Τέχνη. Δηλαδή, έχω τη βεβαιότητα ότι η μεγάλη ιδέα -αυτή η φαεινή, βρε παιδί μου, που καμιά φορά σε βρίσκει ακόμα και στον ύπνο σου- στο μυαλό του συγγραφέα, του επιστήμονα, του μουσικού, του ποιητή, του στιχουργού, έρχεται,
όταν πεινάς -γιατί δεν έχεις πια να φας-,
όταν διψάς -γιατί στέρεψαν οι ουρανοί και δεν βρέχουν ύδωρ ψυχής και σώματος-,
όταν δεν έχεις λεφτά
-γιατί τελειώσανε στην τσέπη σου και εσύ δεν πήρες ένα κομμάτι ψωμί μ' αυτά τα τελευταία, όπως όφειλες απέναντι στο ένστικτο της αυτοσυντήρησής σου, αλλά πήγες και τα έκανες ένα ζευγάρι μαύρες λουστρινένιες μπότες καθότι θηλυκό, ένα βιβλίο ακριβό, καθότι τρελός αναγνώστης, ένα σιντί, καθότι τρελός ακροατής, ένα ακριβό λινό πουκάμισο, καθότι κοκέτης ανήρ, ένα τέλος πάντων κάτι περιττό, καθότι άνθρωπος και ουχί απλό ζώον-,
όταν αναγκάζεσαι επίσης από την πιο φυσική ανάγκη του κόσμου, αν με εννοείτε, -παλιά δημοσιογραφική συμβουλή για να σου έρθει στο μυαλό κάτι που ξεχνάς ή ιδέα που δεν έρχεται ή άτιμη έμπνευση που δεν σε επισκέπτεται λέει να πας στην τουαλέτα (δουλεύει απολύτως η συμβουλή, δοκιμασμένη). Εξακουλουθώ να σας πηγαίνω με τους συνειρμούς μου μέσω Δραπετσώνας (θα καταλάβετε παρακάτω) στο προκείμενο: η ανάγκη είναι πολύ μεγάλο πράγμα για την ψυχή, κάτι σαν τη σωτηρία της. Και δη για τη λαϊκή ψυχή. Εκείνη που ανασαίνει από μουσικές και τραγούδια που ξεκινούν από το αίσθημά της και καταλήγουν στο ίδιο της το αίσθημα, με ένα φωτεινό μεσοδιάστημα που ονομάζεται αγία λαϊκή τέχνη. Εκείνο που χαρακτηρίζει την αμιγώς λαϊκή τέχνη, είναι η βαθιά αγάπη για τον άνθρωπο και η καλή πρόθεση να παράσχει παρηγοριά στα βάσανά του, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. (Μπορεί ο Νίκος Ξανθόπουλος να μην μιλούσε στη δική μου παιδική ψυχή, πριν χρόνια, αλλά η γιαγιά μου που αναγνώριζε τα βάσανά της σ' αυτό που ενσάρκωνε ο ίδιος ο ηθοποιός -σχηματικά αναφέρω το παράδειγμα- έκλαιγε με μαύρο δάκρυ.)
Θέλω να πω η λαϊκή τέχνη είναι πάντα χειροποίητη. Ξεκινά από την καρδιά και το μυαλό του ταλαιπωρημένου Ενός που θέλει να εκφράσει τον καημό του και καταλήγει μέσα πάλι από το χέρι του Ενός στα στόματα, στα αυτιά και τα χέρια των Πολλών που βλέπουν τον εαυτό τους να καθρεφτίζεται. Εξακολουθώ: η λαϊκή τέχνη είναι χειροποίητη. (Ακόμη και οι μικρές βιοτεχνίες που κατασκευάζουν αντικείμενα εγχώριας λαϊκής τέχνης -και πλήρως εμπορευματοποιημένης- και αμφιβόλου γούστου, ακόμη κι αυτές στις μέρες μας απασχολούν εργαζομένους που δουλεύουν με τα χέρια τους).
Και αν παρατηρείτε, τα αντικείμενα λαϊκές τέχνης δεν μπορεί να είναι ΠΛΑΣΤΙΚΑ. Είναι πήλινα, είναι μάλλινα, είναι ασημένια, είναι τσίγκινα, αλλά πλαστικά δεν είναι. Κι ας ζούμε βουτηγμένοι μες στο πλαστικό, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας: από το φαγητό μας μέχρι τη μουσική μας. Τον τελευταίο καιρό, αναρωτιέμαι όλο και συχνότερα για το τι αξίζει σε όλα τα επίπεδα. Θα χρησιμοποιήσω τη μουσική για να εξηγήσω πάλι τι θέλω να πω, αφού η αφορμή γι' αυτό το κείμενο μου δόθηκε από ένα ηχητικό στιγμιότυπο κυρίως. Η ατιμωτική εξίσωση όλων με όλα με δυσκολεύει να διακρίνω τη λαϊκή ποιότητα στη μουσική. Και όταν λέω λαϊκή ποιότητα, εννοώ αυτό που πηγάζει από τα σπλάχνα ενός ανθρώπου και απευθύνεται και καταλήγει πάλι εκεί, βαθιά στην ψυχή του.
Αν είσαι στην Κηφισίας τι θα ακούς από τα ξέσκεπα αυτοκίνητα; Υπάρχει περίπτωση να ακούς Μπιθικώτση, Θεοδωράκη και "Μέρα Μαγιού που μίσεψες"; Ε, δεν υπάρχει και πολύ μεγάλη. Τι να πει στον άνθρωπο με τα δέκα κινητά ο στίχος; Την ώρα που έφυγε ένα sms; Ή μήπως τη μέρα που έχασε ένα μεγάλο επιχειρηματικό deal; Κι έτσι ανθεί το πλαστικό, καταναλώνεται από τους αμνούς κι ανακυκλώνεται από μια κοινωνία που αναρωτιέμαι ποιος είναι ο λαός της. Και φαντάζομαι επειδή το πλαστικό λιώνει, κάποια στιγμή θα εξαφανιστεί το ρημάδι. Προς το παρόν το μασάμε ωσάν μαστίχα, θα το φτύσουμε, πού θα πάει;
Όσο για τη Δραπετσώνα, έτυχε την Κυριακή το βράδυ να βρεθώ σε ένα λεωφορειάκι εκεί χαμηλά στη Θηβών προς Καμίνια, με τίγκα τους οικονομικούς μετανάστες μας, τους βιοπαλαιστές ενός κόσμου που παραδόξως παραμένει αφανής -αναρωτιέμαι στις τόσες εκλογές των τελευταίων μηνών εθνικές και εσωκομματικές τους είδε κανείς; μπα, ποιος να τους δει- και χωρίς τη δική του φωνή δυνατή να ακούγεται, ο οδηγός σφύριζε το "Μέρα Μαγιού που μίσεψες" και λικνίζονταν όλοι στις στροφές του δρόμου, με κυρτωμένα κορμιά από την κούραση και τη βιοπάλη, με μάτια φωτιά να καίνε από την απελπισία αλλά και την άγρια χαρά της χειροποίητης ζωής που κοστίζει πιο πολύ από το πανάγαθο πλαστικό των ημερών. Οι ανάσες εδώ μυρίζουν ανθρωπίλα. Το πλαστικό δεν αναμασάται. Είπαμε, η ανάγκη είναι ο καλύτερος σύμβουλος να αναπνέεις τη ζωή, και την αξία της, και την ποιότητά της. Κάνε υπομονή και το πλαστικό θα λιώσει και θα τελειώσει...

4 comments:

Eva Eksarhou said...

Πάντα ονειρευόμουν ένα πέτρινο σπίτι ... να τρώω από ξύλινα πιάτα με θέα τη θάλασσα ή μια λεμονιά ...
(τα λίγα της ανάγκης) ... και στο μεταξύ όλο και κάτι αχρείαστο προσπαθώ να αποχωρίζομαι κάθε μέρα ...
Καλό βράδυ.
Τι όμορφη η σκηνή στο λεωφορείο ...

Maria Iribarne said...

Πολύ ωραίο κείμενο, Σταυρούλα μου, και καλώς ήλθες και πάλι! Είχα αρχίσει να ανησυχώ, ελπίζω όλα να είναι καλά.

ΦΥΡΔΗΝ-ΜΙΓΔΗΝ said...

Ποση πικρή αλήθεια βγάζουν οι εικόνες με τις αντιθέσεις της Λ. Κηφισίας με τη Δραπετσώνα...μια φορά...κάθε φορά και κάθε μέρα...

Μ' άρεσε κι' αυτό η λαϊκή χειροποίητη τέχνη δεν γίνεται με τίποτε από πλαστικό...
γιατί είναι αληθινή!!!

Φιλί και Γλαρένιες αγκαλιές

scalidi said...

(Τρεις φορές που κατάπιε το μπλόγκερ τα σχόλια, επιχειρώ πάλι)

Eύα, αλήθεια είναι πολύ λίγα αυτά που χρειαζόμαστε απολύτως... Η σκηνή είναι πραγματική και τόσο δυνατή για μένα που με ανάγκασε να τη σχολιάσω...

Μαρία μου, είμαι καλύτερα πια. Χαίρομαι που σε βλέπω να δραστηριοποιείσαι για το Μπαζάρ, εγώ δυσκολεύομαι ακόμη να συνέλθω, ελπίζω να καταφέρω να βοηθήσω. :))))

Κυρά των Γλάρων, έχω ζήσει -και έχω ζήσει καλά- και στα βόρεια, αλλά είναι φοβερή η αντίθεση των ανθρώπινων τοπίων των δύο περιοχών που αναφέρω. Από τη μία η ζεστασιά των ανθρώπων να αναβλύζει από τη ματιά τους και από την άλλη η ψυχρότητα των γυάλινων κτιρίων και των τρακτέρ τζιπ να κρατιέσαι μακριά από τον Άλλο...