Sunday, September 23, 2007

Στην κόψη της ζωής και του θανάτου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 22/9/2007)

«…Λένε ότι οι γυναίκες βλέπουν όνειρα όπου κινδυνεύουν αυτοί που είναι στην προστασία τους κι οι άντρες όνειρα όπου κινδυνεύουν οι ίδιοι…»




Είναι από κείνα τα βιβλία που η αγριότητά τους τραμπαλίζεται συνεχώς με την αυτοφυή τρυφερότητα της βαθιάς ανθρωπιάς. «…Προς ποια κατεύθυνση λοξοδρομούσαν συνήθως οι χαμένοι;…» Από τη μία φοβάσαι, αγχώνεσαι, κουράζεσαι, αηδιάζεις ακόμα από τις εικόνες της φρίκης, καθώς είναι ανάγνωσμα και η φρίκη αναδύεται από μέσα σου, από τις λέξεις που φτάνουν στο στέρνο σου –δεν είναι ταινία τρόμου να κλείσεις τα μάτια κι επιδερμικά να απαλλαγείς από το κακό- και από την άλλη σου έρχονται δάκρυα στα μάτια από τη γλύκα που επιζεί, από την ομορφιά της αγάπης που επιβιώνει, από τη σκληρή τρυφερότητα που σου προεξοφλεί ότι δεν θα είσαι πια ίδιος, μετά το πέρας της ανάγνωσης ενός βιβλίου σαν κι αυτό. «…Άμα είσαι σε επιφυλακή συνέχεια σημαίνει ότι όλο φοβάσαι;…»
Το μυθιστόρημα «Ο δρόμος» του Κόρμακ ΜακΚάρθυ που απέσπασε για φέτος το βραβείο Πούλιτζερ και κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Αύγουστου Κορτώ (ο οποίος φοβάμαι ότι στην προσπάθειά του να προσδώσει ρυθμό και ποιητικότητα στο ελληνικό κείμενο, σε ορισμένα σημεία «λοξοδρόμησε» εις βάρος της αναγνωστικής απόλαυσης και διευκόλυνσης), σε φτάνει στα όριά σου ως αναγνώστη και ως ανθρώπου. Μακρόσυρτες περιγραφές επαναλαμβανόμενων τοπίων να απλώνονται μπροστά στην πορεία ενός πατέρα και του μικρού του γιου προς τη θάλασσα* ίσως τη σωτηρία που δεν είναι διασφαλισμένη για κανέναν. Η στάχτη κυριαρχεί. Και η καμένη γη. Έτυχε να διαβάσω το βιβλίο μετά την τραγωδία των καταστροφών από τις πυρκαγιές στη χώρα μας και αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο συγκινησιακό τοπίο που δημιούργησε σε μένα η γραφή του αμερικανού δημιουργού. Είδα την καταστροφή που περιγράφεται στο βιβλίο, να είναι τόσο κοντά… «…Τα ελέη ενός αφανισμένου κόσμου…».

Ένας πατέρας, ο γιος και ο θάνατος. Τρεις λέξεις αρκούν για να «πουν» όλη την υπόθεση. Σύμφωνα με τους κινηματογραφιστές, αυτή είναι και η επιτυχημένη «συνταγή» για το σενάριο μιας καλής ταινίας: να μπορείς να την αφηγηθείς με τρεις λέξεις. Το κείμενο πάντως είναι «ενοχλητικό», σε «ξεβολεύει» από τη μακαριότητα της ανάγνωσης, το περιεχόμενό του σε αναγκάζει να «ξυπνήσεις» και να σκεφτείς μετά για το μέλλον του κόσμου. Είναι το περιβάλλον Αποκάλυψης που περιγράφει ο ΜακΚάρθυ. «…Εκεί που δεν μπορεί να ζήσει άνθρωπος ούτε θεός θα προκόψει ποτέ…» Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στο μικρούλη γιο του συγγραφέα, η γέννηση του οποίου βρήκε τον πατέρα του σε μεγάλη ηλικία, πράγμα που τον έκανε να γράψει αυτή την ιστορία ανιχνεύοντας τη σχέση με το γιο του, αλλά και το μέλλον που προφανώς τον φοβίζει για το παιδί του, αλλά και την αγωνία για τη δική του τυχόν αθέλητη απουσία, κι όλα αυτά περιβεβλημένα με το ζεστό και δυνατό μανδύα της πατρικής αγάπης.
«…Το ‘χε νιώσει ξανά αυτό το αίσθημα, πέρα απ’ το μούδιασμα και την αδράνεια της απελπισίας. Ο κόσμος όλος να συρρικνώνεται γύρω από έναν ωμό πυρήνα μίζερων υπάρξεων. Τα ονόματα όλων των πραγμάτων ν’ ακολουθούν τα πράγματα στη λήθη. Χρώματα. Ονόματα πουλιών. Φαγώσιμα. Στο τέλος τα ονόματα πραγμάτων που τα νόμιζες αληθινά. Πιο εύθραυστα απ’ ό,τι τα θεωρούσε. Πόσα να ‘χαν άραγε ήδη χαθεί; Η ιερή φράση με κουρεμένες τις αναφορές της κι ως εκ τούτου με λειψή πραγματικότητα…» Την ώρα που διαβάζεις το μυθιστόρημα, δεν σε αφήνουν οι έντονες εικόνες του να σκεφτείς κανένα άλλο επίπεδο ανάγνωσης. Μόνο εκείνο που σε χτυπάει δυνατά στο στομάχι, το απέξω. Εκ των υστέρων, έχεις το χρόνο να δεις ότι δεν είναι απλώς ένα μελλοντολογικό θρίλερ. Θα ήταν πολύ απλό και λίγο για να είναι μόνο αυτό. Είναι μια ιστορία που πέρα από τα ανθρώπινα αισθήματα σε οριακές καταστάσεις επιβίωσης, τότε που ο άνθρωπος γίνεται ζώο για να εξασφαλίσει το ύστερα, σκιαγραφεί -με πολύ στάχτη- την υπέρτατη υπαρξιακή αγωνία.
«…Σηκωνόταν κι έστεκε όρθιος παραπατώντας μες στο κρύο αυτιστικό σκοτάδι με τα χέρια τεντωμένα για ισορροπία όσο οι υπολογισμοί του λαβυρίνθου στο κρανίο του έβγαζαν με ζόρι τα πορίσματά τους. Πανάρχαιο χρονικό. Ν’ αναζητάς το κατακόρυφο…Σαν το πελώριο εκκρεμές στη στρογγυλή του αίθουσα να γράφει τροχιές μες στις απέραντες ημερήσιες κινήσεις του σύμπαντος που λες γι’ αυτές ότι δεν έχει ιδέα κι ωστόσο σίγουρα κάτι ξέρει…» Σ’ αυτό το δρόμο που επιλέγει ο δημιουργός να πορευτεί η φαντασία του, ακροβατεί ανάμεσα στην αγριότητα των ενστίκτων και τη θαλπωρή της αγάπης, πραγματευόμενος ζητήματα και διλήμματα ζωής και θανάτου* με τόλμη πάντως, όσο κι αν σοκάρεται ο αναγνώστης. Και σοκάρεται αναμφίβολα. «…Όταν δεν σου ‘χει μείνει τίποτ’ άλλο κατασκεύαζε τελετουργίες με το τίποτα και δίνε τους την πνοή σου…» Η τραγωδία της ανθρώπινης φύσης, το τέλος δηλαδή που το φέρει στα κύτταρά του το άτομο από τη στιγμή της δημιουργίας του ήδη, σ’ αυτό το βιβλίο μπορεί να ορίζεται ακόμη και ως λύτρωση μπροστά σε ένα χειρότερο σενάριο: την εξαθλίωση, την αναξιοπρέπεια και τη βεβήλωση εντέλει αυτού του ίδιου του θανάτου.

14 comments:

Dimitris Athinakis said...

σαν να αλλάζει νόημα ο θάνατος...
σαν να αλλάζει περιεχόμενο η ζωή.

έχεις δίκιο, σταυρούλα.
ακριβώς για τους λόγους που αναφέρεις.

χαίρομαι πολύ.

καλή εβδομάδα.

scalidi said...

Δημήτρη, καλή εβδομάδα και εσύ να έχεις. Δεν τίθεται ζήτημα να έχω εγώ ή κάποιος άλλος δίκιο.
Το βιβλίο είναι αφοπλιστικό με την αγριότητα που περιγράφει, η οποία δεν είναι και πολύ μακρινή, οπότε δεν είναι καθόλου για να χαιρόμαστε...
Αλλά αφήνει την αχτίδα της αγάπης ως ελπίδα στο τέλος κι αυτό είναι κάτι :)

el-bard said...

"Δεν υπάρχει θεός κι εμείς είμαστε οι προφήτες του".
Ένα τρομερό βιβλίο που σου γυρίζει τα μέσα έξω. Δυστυχώς -ή ευτυχώς- το διάβαζα ταυτόχρονα με το πανελλαδικό καλοκαιρινό λαμπάδιασμα. Καταλαβαίνεις. Το εκπληκτικό είναι ότι συνιστούσε σε όλους να μην το διαβάσουν. Ε, λοιπόν, όλοι έτρεχαν, το αγόραζαν και το διάβαζαν και μετά μου έρχονταν μαυρισμένοι.
Πάντως βρήκα έναν τρόπο να κάνω τους ανθρώπους να διαβάζουν: όχι να τους λέω να διαβάσουν το τάδε βιβλίο, αλλά να τους αποτρέπω από το να το διαβάσουν. Πετυχαίνει 80% τουλάχιστον (Αυτοδυναμία με τα ούλα της.

Pan said...

Ξέρω πως ακούγεται σχεδόν ψεύτικο, αλλά ο μεταφραστής με απέτρεπε από του να το διαβάσω.
Μετά από αυτή σου την παρουσίαση τρέχοντας θα το αγοράσω.

Χαίρομαι πολύ που σε βρίσκω.

a.c. said...

αγαπητή σταυρούλα, αγαπητοί συναναγνώστες,

πολλές φορές οι μεταφράσεις είναι απλώς αποτέλεσμα ανάθεσης - και συχνά επείγουσας, όπως λόγου χάρη όταν το βιβλίο έχει λάβει κάποια διάκριση.
το πόνημα του κου. μακκάρθυ, παρά τις φευγαλέες αρετές του, είναι πιστεύω μάλλον αφελές. υπερβολικά επηρεασμένο απ'την αισθητική των ταινιών καταστροφής και την γλυκανάλατη φιγούρα του πατέρα/σωτήρα (αέναη εμμονή των εθνικά και πολλάκις διανοητικά ορφανών αμερικάνων).
είναι, λ.χ., κωμικό το γεγονός ότι πατέρας και γιος δεν έχουν ονόματα. αν ένα πράγμα θα συγκρατούσε κανείς σε τέτοιες συνθήκες ερήμωσης, επαναλαμβάνοντάς το σαν ινδουϊστική μάντρα, θα ήταν τ'όνομά του. ίσως ο συγγραφέας ήλπιζε να κάνει την ιστορία του 'πανανθρώπινη' (γιακ), αλλά είναι δείγμα τρομερής αδυναμίας να μην μπορείς να οικοδομήσεις οικουμενικής εμβέλειας συγκίνηση με δύο τυχαία κύρια ονόματα (ως κι ο ξένος του καμύ είχε επίθετο).
επίσης, το παιδάκι: τα εμετικά κλισέ περί αγνότητας, ιερότητας, η χερουβική καλοσύνη, στο σκυλί, στον παππούλη, στους αποθαμένοι... πόση ατολμία και φυγή απ'την πραγματικότητα - τα παιδάκια σ'αυτή την ηλικία είναι ιδιαζόντως σκατόψυχα, το συγκεκριμένο θα'πρεπε να τρώει τις σάρκες του μπαμπά του, ο οποίος μπαμπάς, αντί να το περιβάλει με σπιλμπεργκικό φωτοστέφανο προστασίας, θα'πρεπε να το σφαλιαρίζει διαρκώς, να ξεσπά πάνω του τα αισθήματα που δεν έχουν πού αλλού να πάνε.
χώρια που, όταν το θέμα και το ντεκόρ σου είναι αυτή η μέλαινα εσχατολογία, είναι απαράδεκτη τεμπελιά να βάζεις τους χαρακτήρες σου να βολοδέρνουν αδιαλείπτως ζητήματα όπως ο θεός και το επέκεινα, αντί να αποζητούν καταφύγιο στην θλιβερή, έστω, αναβίωση κάποιων συνηθειών, κάποιων κοινωνικών δομών - ειδάλλως, αν ο θεός είναι το παιδάκι στα μάτια του άντρα, που είναι η θεοφαγική οργή του;
πολυμορφικά προβληματικό, και δυστυχώς δημιούργημα ενός βαθύτατα (αν όχι επικίνδυνα) συντηρητικού νου (το προηγούμενό του, που μεταφράζω τώρα, είναι γεμάτο ύπουλες εθνικιστικές/ξενοφοβικές πινελιές μπουσικής υστερίας).
τελευταίο προσωπικό σχόλιο: αν και προσπαθώ να του φερθώ δίκαια και σωστά ως μεταφραστής, ο κος. μακκάρθυ δεν είναι εις θέσιν ούτε τα παπούτσια της άννι πρου να λουστράρει.

daniela said...

Η μεταφράσεις είναι σαν τις γυναίκες, είχε πει ο Ξενόπουλος: «όταν είναι πιστές δεν είναι ωραίες και όταν είναι ωραίες δεν είναι πιστές!»Προσωπικά προτιμώ τις ωραίες και άπιστες....

maoura said...
This comment has been removed by the author.
maoura said...

ευχαριστω +υλα σου δινω ενα τριανταφυλλο
@--->--->---

scalidi said...

Συγχωρέστε με για την καθυστέρηση να απαντήσω, αλλά λόγοι υγείας με κράτησαν μακριά.

Λεφτέρη, χαίρομαι που η αποτροπή είναι τόσο δυνατή. Θα το δοκιμάσω αλλού στη ζωή, μήπως κια πετύχει το ίδιο :) Αυτοδύναμη η ανάγνωση, αγαπητέ!

pan, καλώς ήρθατε εδώ, εγώ προτρέπω πάντα τους άλλους να διαβάσουν ένα βιβλίο για να έχουν την απολύτως δική τους άποψη, ακόμη κι αν αυτή είναι αρνητική. Αποκτήστε τη δική σας άποψη και μην ακούτε εμένα ή οποιονδήποτε άλλο, σας παρακαλώ. :)))))))))Αυτό είναι κέρδος και για σας και για μας.

scalidi said...

Αγαπητέ Αύγουστε, καταλαβαίνω τι λέτε, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να έχω συνολική άποψη για το έργο του ΜακΚάρθυ, αφού έχω διαβάσει μόνο το συγκεκριμένο έργο. Προσωπικά με συγκλόνισε και με αρρώστησε η ιστορία, ακριβώς γιατί δεν μου φαίνεται πολύ μακρινή...
Ελπίζω να μην είμαι συντηρητικός νους γι' αυτό. :))))))))))

Ντανιέλα, όταν διαβάζω ένα κείμενο από μετάφραση, θέλω να μην καταλαβαίνω ότι πρόκειται περί μετάφρασης... ξέρω ζητάω πολλά, αλλά όπου το πετυχαίνω το απλαμβάνω ιδιαίτερα.

scalidi said...

Γλυκιά μου Μάουρα, σε ευχαριστώ για το υπέροχο λουλούδι σου... :0)

και σου χαμογελώ...

alef said...

Σκαλιδάκι μου καλό, υπέροχο κείμενο. Αλλά πάνω απ' όλα χαίρομαι που έγινες καλά. Φιλάκια, καρδιά μου!

el-bard said...
This comment has been removed by the author.
scalidi said...

άλεφ, το παλεύω ακόμα. σε ευχαριστώ πάντως πολύ, την καλημέρα μου!