Η ιδεολογία της μοναξιάς ή η μοναξιά της ιδεολογίας


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 28/7/2007)

«…Θα φύγω. Αποτολμώ κάτι που δεν κρύβω ότι με γεμίζει με κάποιο δέος, με την ανατροπή της κεντρικής έκφρασής μου εδώ και τόσα χρόνια. Επιλέγω να εγκαταλείψω κάτι άρρηκτα δεμένο με αυτό που θεωρώ τόσο σημαντικό στη ζωή μου, την εσωτερική μου ισορροπία. Το επιλέγω, με πλήρη συνείδηση για το τι διακινδυνεύω. Όμως η έλλογη διακινδύνευση είναι κι αυτή κομμάτι της ιδεολογίας μου, της ταυτότητάς μου…»




Την τριλογία του Νίκου Θέμελη, «Αναζήτηση», «Ανατροπή», «Αναλαμπή», τη διάβασα σε εποχή αναγνωστικής αθωότητας και την απόλαυσα, την ευχαριστήθηκα, δείχνοντας προτίμηση στην «Αναζήτηση» και σε κείνη την Ελένη της «Ανατροπής» του. Στάθηκαν, μπορώ να πω, ένας λόγος ακόμη για να θέλω να διαβάζω. Τότε δεν έγραφα γι’ αυτά που διάβαζα. Στην πορεία οι απαιτήσεις μου ως αναγνώστριας άρχισαν να αυξάνονται και για τα βιβλία που διάβαζα και για το πώς διάβαζα τα βιβλία. Και ο όγκος των διαβασμένων βιβλίων μεγάλωνε, μαζί με των αδιάβαστων. Κάπου εκεί στο διάκενο παράπεσε και το «Για μια συντροφιά ανάμεσά μας» που δεν το διάβασα.
Εκείνο που έμεινε απαράλλαχτο με τότε, είναι ο θαυμασμός μου για τα εξώφυλλα των βιβλίων του, άλλωστε αποτελούν δικά του έργα ζωγραφικής. Και κάτι ακόμη: ο τρόπος που τα διάβαζα τα βιβλία του, δηλαδή μονορούφι. Έτσι, έγινε και με το τελευταίο «Μια ζωή δυο ζωές» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Κι ας είχα να του «προσάψω» αυτή τη φορά του συγγραφέα και πάλι με βάση το γούστο μου. (Συγχωρείστε το προσωπικόν του πράγματος, αλλά έτσι είναι με τα βιβλία μου. Μου. Γίνονται δικά μου, από τη στιγμή που τα διαβάσω. Και απαιτώ κι απ’ αυτά κι από τους συγγραφείς τους. Και από μένα, να στραγγίξω την ουσία τους, όταν υπάρχει και αν υπάρχει, πέρα από την αναγνωστική απόλαυση.)
Η ξύλινη γλώσσα με ξένισε. (Παρατήρησα και κάτι εξόφθαλμες αβλεψίες της επιμέλειας: π.χ. «υπέρ του δέοντος», αντί «υπέρ το δέον», οι οποίες έχουν σημασία, αν σκεφτεί κανείς ότι τα βιβλία του Θέμελη έχουν δεκάδες χιλιάδες αναγνώστες.) Η υποβλητική ατμόσφαιρα απουσίαζε. Χαλαρό κείμενο, με κάτι εξάρσεις αποφθεγματικών αφορισμών για την πολιτική και την ιδεολογία, με ίχνη διδακτισμού. Η μοναξιά, μόνο, του συγγραφέα ή του ήρωα ήταν παρούσα. Δεν ήταν λίγο αυτό, αλλά υπάρχει σε τόσα βιβλία πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων και το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν εκτιμάται δεόντως. Δεν την περίμενα στο Θέμελη, που είχε ασχοληθεί τόσο με το παρελθόν και την πραγματολογική του χαρτογράφηση και την είχε κρύψει τόσο καλά από την κοινή θέα. Από την άλλη, κατέληξα ότι αυτό ήταν και το στοιχείο που εκτίμησα. «…Όμως με τις ιδέες μου ήμουν απελπιστικά μόνος. Μιλούσα σε κουφούς ή σε φίλους που απλώς με ανέχονταν και δεν ήθελαν να με προσβάλλουν…» Το θάρρος του να επιχειρήσει να την «πει» τη μοναξιά. Κι ας μην ήταν για μένα ελκυστικό το περιτύλιγμα: ακαδημαϊκός χώρος, κλασική μουσική, μεγαλοαστική ή νεοελληνική Αθήνα, ό,τι υπάρχει από τα δύο, κρίση ηλικίας των πενηντάρηδων, εξωσυζυγικές σχέσεις και τα άλλα «δαιμόνια».