Αυτή η αλήθεια μένει

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στις 13/1/2007 στη Φιλολογική Βραδυνή)


«...Μην αφήσεις να σε κάνουν καρέκλα οι άλλοι και να σε κλείσουν στην κάμαρα για να κάθονται πάνω σου. Ούτε και τραπέζι για να ντερλικώνουν στην πλάτη σου. Μπαστούνι να γίνεις, για να στηρίζεσαι πάνω σου, να στηρίζεις αυτούς που θέλουν να πάνε στο πάρκο να κάνουν τη βόλτα τους κι αυτούς που δεν τους στηρίζουν τα ποδάρια τους...»



Όταν απολαμβάνεις κάτι, συνήθως χάνεις τα λόγια σου, καταλαμβάνεσαι από την ομορφιά του και δεν θες να ανοίξεις το στόμα σου να μιλήσεις. Παρακολουθείς τον εαυτό σου να αρνείται να δηλώσει το θαυμασμό του, γιατί σου μοιάζει λίγος, με πενιχρά εκφραστικά μέσα. Αν πρόκειται για αναγνωστική απόλαυση, δεν θες εκ των υστέρων να αναλύσεις τίποτα. Δεν σε ενδιαφέρει. Δεν θες να γράψεις κριτική, τι να την κάνεις; Δεν σου χρησιμεύει σε τίποτα πια, αφού σε ρούφηξε το βιβλίο στο δικό του σύμπαν. Το όποιο εγχείρημα κριτικής επαναθεώρησης είναι σαν να σε ξεβράζει πάλι στον κόσμο σου τον άνυδρο, το μακρινό από το λογοτεχνικό ορίζοντα.

Αυτό γίνεται όταν πάρεις «Το μονοπάτι στη θάλασσα» που σε βγάζει σε στεριές μυθιστορηματικές αλλά αληθινές από την ίδια τη ζωή του Αντώνη Σουρούνη. Βυθίζεσαι στην ομορφιά του χειμαρρώδους αυτού βιβλίου (που κυκλοφορεί καταγράφοντας μάλιστα και εκδοτική επιτυχία από τον Καστανιώτη) και δεν θες να γυρίσεις πίσω. «...Ήξερα από πού αρχίζει ο δρόμος μας, αλλά δεν ήξερα και πού τελειώνει. Έμοιαζε με ποτάμι γεμάτο ρυάκια και παραπόταμους...» Το πέλαγος το λογοτεχνικό του συγγραφέα σε απορροφά, σε τραβά κοντά του με το μαγικό χειρισμό της γλώσσας και τους ιριδισμούς από το πρίσμα της φαντασίας του που αναπλάθει έναν κόσμο ολόκληρο μέσα από τα δικά του μάτια, του αυτόπτη μάρτυρα μιας εποχής που παρήλθε ανεπιστρεπτί, αυτή της μεταπολεμικής Ελλάδας. «...η γιαγιά μου πρώτη σε όλα. Στα γράμματα ήταν τελευταία, ούτ’ ένα δεν ήξερε, όμως δεν την ένοιαζε, επειδή αυτή, έλεγε, διαβάζει τα μάτια και τις ψυχές, ενώ με τα γράμματα διαβάζεις μόνο τις παλιοπατσαβούρες...»
Ένας πιτσιρικάς περιγράφει το πολύχρωμο φάσμα της ζωής του, μέσα από την εξύφανση ενός κοινωνικού ψηφιδωτού όχι απλώς αληθοφανούς, αλλά πραγματικού. Είναι το απόσταγμα των παιδικών και εφηβικών εμπειριών του ίδιου του συγγραφέα προφανώς -αλλιώς θα ήταν άθλος να γραφτεί ένα τέτοιο ολοζώντανο βιβλίο χωρίς στοιχεία αυτοβιογραφικά. Το λεπτεπίλεπτο τούλι του χρόνου και της λογοτεχνικής υφής μέσα από το οποίο διυλίζονται οι στιγμές μιας ζωής, κρατά την αλήθεια που μένει, για χρόνια χαραγμένη σε μια ψυχή που δεν βρίσκει καταφύγιο. Τη λογοτεχνική ψυχή. «...Να καρφώνω με το σφυρί καρφιά στις σόλες για να μην βγαίνουν και να γράφω με το μολύβι γράμματα στα χαρτιά για να μη φεύγουν...»

Τα 23 εκείνα γράμματα της αλφαβήτου και το άλλο το δύσκολο να προφερθεί από τα χείλη του μικρού ήρωα του βιβλίου, το ρο, καταφέρνουν τελικά να περιγράψουν τους ανθρώπους που άφησαν τη βαριά άλλοτε και άλλοτε την ελαφριά σκιά τους από έναν δρόμο στη Σαλονίκη. Την οδό Μουσών. Εκεί άλεσαν τα κορμιά τους, τα έστυψαν για να επιβιώσουν στα δύσκολα χρόνια της μεταπολεμικής Ελλάδας κι αλέστηκαν από τον ίδιο τον αμείλικτο χρόνο. «...και τα λόγια ίδια όπως οι σπόροι απ’ τα λουλούδια είναι, εσύ τα πετάς στον αέρα, όμως αυτά πέφτουν στο χώμα και πιάνουν. Φυτρώνουν και γίνονται κρίνοι, γαρύφαλλα, γαϊδουράγκαθα ή τσουκνίδες...» Άνθισαν οι φιγούρες τους και οι ζωές τους και μαράθηκαν ύστερα από τη φυσική φθορά, αλλά και από τη βία του βίου τους, της μοίρας τους, του πεπρωμένου εαυτού τους. «...Μονάχα ο κακορίζικος εαυτός μας δε γερνάει, αυτός μένει παιδί κι ώσπου να μας βγει η ψυχή κλαίει μέσα στην κοιλιά μας...»

Και έρχεται εκείνη η παιδική ματιά, η αγέραστη, και μπροστά στον τρόμο των γηρατειών του κορμιού που τη στεγάζει, και αναποδογυρίζει τον κόσμο για να τον δει καλύτερα. Τον γυρνάει απ’ όλες τις πλευρές, αγγίζοντας, τραντάζοντας, κουνώντας, δοκιμάζοντας, βάζοντάς τον στο στόμα, όπως κάνει ένα πιτσιρίκι για να γνωρίσει τον κόσμο. «...Όταν αναποδογυρίζεις όμως τα πράματα, τα βλέπεις αλλιώς, δε βλέπεις μόνο τα κουσούρια του, βλέπεις και ομορφιές που δεν τις περίμενες και δεν τις φανταζόσουν...» Και αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη μια ομορφιά πρωτόγνωρη, εκείνη της αλήθειας, με μορφές που αντιπροσωπεύουν μια λαϊκή σοφία, αν όχι χαμένη, σίγουρα ξεχασμένη και κουβαλούν στους ώμους τους την ουσία της ζωής, της ύπαρξης σαν άχθος εμπορικό, για να βγουν τα προς το ζην της μέρας, έτσι απλά. Με το φόβο αν θα βγει το μεροκάματο, με το φόβο πώς θα περάσει και θα βγει μια ζωή. «Όλοι κάτι φοβόμαστε στη ζωή». Ο Αντώνης Σουρούνης είναι σαν να αποφάσισε μ’ αυτό το βιβλίο του να διασώσει ένα θησαυρό, όχι κρύβοντάς τον σε σεντούκια λήθης, αλλά βγάζοντας την ίδια του την ψυχή σε κοινή θέα με σκοπό να κρατηθεί η μνήμη σε πολύτιμα μέρη της καρδιάς του εκάστοτε αναγνώστη του
(«...Κανείς δε θέλει να είναι φυλακισμένος, και προπαντός μέσα σ’ ένα κεφάλι...»), για να παραμείνει θάλλουσα και ζωντανή, όπως
«...Η τελευταία δεκάρα είναι πιο πολλά λεφτά από το κατοστάρικο κι αξίζει πιο πολύ...» Αυτή η πολύτιμη αλήθεια μένει, για χρόνια φυλακισμένη σε μια ζωή που έψαχνε καταφύγιο από την Ελλάδα που έτρωγε όπως πάντα τα παιδιά της, ενώ τα ίδια τα παιδιά της δεν είχαν να φάνε, αλλά ζούσαν μια ζωή γεμάτη κι αληθινή κι ανθρώπινη, γεμάτη με ανθρώπους. Οι άνθρωποι ήταν η ζωή, μάς θυμίζει ο Σουρούνης με το βιβλίο του που βγήκε σε μια εποχή που οι άνθρωποι αναζητούν τη ζωή τους σε απόσταση από τους ανθρώπους.