Friday, December 28, 2007

Καλή Πρωτοχρονιά

να έχουμε όλοι.
Ελπίζω το 2008, έτσι στρογγυλό και δίσεκτο που είναι,
να μην φανεί δύστροπο μαζί μας,
αλλά να μας αγκαλιάσει με τους κύκλους του με αγάπη
και να μας αφήσει να πορευτούμε εν ειρήνη.
Μέσα κι έξω μας.

Wednesday, December 26, 2007

Φτερουγίσματα

είθε να συνεχίσουν να συνεπαίρνουν την ψυχή μας, ακόμη κι όταν εμείς νομίζουμε ότι κοιμάται...

Thursday, December 20, 2007

Ευχές

Να περάσετε ζεστά, γλυκά και όμορφα με τους δικούς σας αγαπημένους ανθρώπους τις μέρες που θα έρθουν. Όλες τις μέρες που θα έρθουν και όχι μόνο τις δυο τρεις γιορτινές που θα ιριδίζουν λίγο παραπάνω στα μάτια των πολλών.
Να απολαμβάνετε.
Και να αγαπάτε.
Αυτό το τελευταίο λίγο παραπάνω.


Monday, December 17, 2007

Ένα μπλουζ θανάτου σε νουάρ σκηνικό

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 15/12/2007)

Με φόντο μια κοινωνία-σκακιέρα που ακόμη δεν έχει ξεπεράσει τα στεγανά ανάμεσα στα μαύρα και λευκά «τετράγωνα» που την αποτελούν, ο Ίζυ Ρόουλινς, ένας αφροαμερικανός βετεράνος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που έχει δει, έχει ζήσει και έχει προκαλέσει το θάνατο, μπλέκει σε μια άνευ προηγουμένου περιπέτεια, για μια χούφτα δολάρια* για να ξεπληρώσει τις δόσεις του δανείου του. Πρόκειται για τον κεντρικό ήρωα του Γουόλτερ Μόσλυ στο μυθιστόρημά του «Ο διάβολος με το γαλάζιο φόρεμα» που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση και ένα πολύ γοητευτικό και χρήσιμο επίμετρο του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη.
«…Δε μου εξομολογιόταν κάτι, μου έλεγε απλώς την ιστορία. Δεν υπήρχε τίποτα που να ‘χει κάνει και μην το ‘χει ξεφουρνίσει σε τουλάχιστον έναν άνθρωπο. Κι άπαξ και μου είπε τι έκανε, μου μέτρησε και τα τριακόσια δολάρια για να σιγουρευτεί ότι πίστευα πως είχε κάνει το σωστό. Ήταν το χειρότερο πράμα που είχα κάνει ποτέ, το να πάρω αυτά τα χρήματα. Αλλά ο καλύτερός μου φίλος θα μου σφήνωνε μια σφαίρα στο κεφάλι αν του περνούσε απ’ το μυαλό ότι δεν ήμουνα σίγουρος για δαύτον. Θα μ’ έβλεπε σαν εχθρό, θα με σκότωνε αν δεν του έδειχνα τυφλή πίστη…»

Το 1948. Στο Λος Άντζελες. Καπνοί και ημιφωτισμένα μπαρ. Γυναίκες που παίζουν με τη μοίρα τους και άντρες που δεν λείπουν από τη ζώνη τους τα περίστροφα. Τζαζ να αχνοπαίζει στο ηχητικό τοπίο στο βάθος της ατμόσφαιρας και άνθρωποι έτοιμοι να τραβήξουν τη ζωή τους στα άκρα. Για λίγα λεφτά, για μια γυναίκα, για ένα αυτοκίνητο, για ένα κιβώτιο με μπουκάλες ουίσκι. Όλα αυτά στο περίβλημα της ασπρόμαυρης «σκακιέρας». Το κόκκινο αίμα τους που βράζει αφήνει λεκέδες. Ανεξίτηλους. Όχι μόνο στην επιφάνεια, αλλά στο βάθος της ψυχής τους. Άνθρωποι πληγωμένοι. Από την καταγωγή τους, τα παιδικά τους χρόνια, τον πόλεμο που τους σημάδεψε, τον ίδιο το δύσκολο το βίο που διάγουν. «…Ονειρεύτηκα την αδυναμία μου να γίνω ένα με το σκοτάδι και να γλιστρήσω μέσα απ’ τις διαβρωμένες χαραμάδες εκείνου του κελιού. Αν ήμουν η νύχτα, κανένας δε θα μπορούσε να με βρει* κανένας δε θα ήξερε ότι έλειπα από κει…» Ο κάθε ήρωας είναι κλεισμένος στο προσωπικό του δράμα, μόνο που ο πρωταγωνιστής Ίζυ θα καταφέρει να τα συγκεντρώσει όλα πάνω του να τέμνονται και να τον σημαδεύουν. Η αρχή του κακού για τον Ίζυ θα είναι η αναζήτηση της ξανθής καλλονής που εν είδει ντίβα του μικρόκοσμού της κινεί –όπως φαίνεται, αλλά μπορεί και να μην είναι έτσι κάτω από την επιφάνεια που μπερδεύει για το ποιοι είναι οι θύτες και ποια τα θύματα- με τη ματαιοδοξία και τα καπρίτσια της τις σκιές του υποκόσμου που συναναστρέφεται. «…Είναι δύσκολο να καμώνεσαι τον αθώο, όταν μάλιστα είσαι αλλά οι μπάτσοι είναι σίγουροι ότι δεν είσαι…»
Η εσωτερική φωνή του Ίζυ θα είναι ο μόνος του σύμμαχος. Η τρέλα και το ένστικτο να επιβιώσει. Θα γίνει ντετέκτιβ από σπόντα και αυτή η φιγούρα του γοητευτικού άντρα που ψάχνει και κινδυνεύει, θα αποκτήσει ένα τόσο αναγνωρίσιμο και αγαπητό περίγραμμα εφάμιλλο αυτό του Φίλιπ Μάρλοου που «φιλοτέχνησε» ο Ρέυμοντ Τσάντλερ. «…Είχα την εντύπωση, κατά έναν τρόπο, πως, αν διέθετα αρκετά χρήματα, τότε ίσως μπορούσα ν’ αγοράσω πάλι τη ζωή μου…» Η γνωστή επωδός των κυνηγών του αμερικανικού ονείρου, αυτά τα λεφτά που θα τους εξαγοράσουν τη νέα ζωή, εδώ στο περιθώριο της ζωής στο φως, ηχεί σαν ένα μπλουζ θανάτου. Αργού και μελαγχολικού που διαρκεί όσο ένας πυροβολισμός μέσα στη νύχτα.

Monday, December 10, 2007

Το τέλος της αγάπης, η αρχή του μίσους

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 8/12/2007)

«…Μα σε ποιον πλανήτη ζεις, κύριε; Βρισκόμαστε σε έναν κόσμο που αλληλοσπαράσσεται καθημερινά, κάθε μέρα που του ξημερώνει ο Θεός. Περνάμε τα βράδια μας περιμαζεύοντας τους νεκρούς μας και τα πρωινά μας θάβοντάς τους…»


«Αγάπη μου, σε αγαπώ*
σκύβω το γερασμένο μου πρόσωπο, τον όλεθρό μου,
πάνω από τη μορφή σου,
με το ματωμένο μου χέρι προσπαθώ να προστατεύσω το στέρνο σου,
με τα ραγισμένα μου μάτια παλεύω να σου προσφέρω ένα τρυφερό βλέμμα,
μέσα στη ματαιότητα της αγάπης.
Αγάπη μου, σε αγαπώ*·
το ταξίδι μας θα είναι σαν τα νερά γαλήνιου ποταμού μέσα στη νύχτα.
Αφέσου σε τούτα τα νερά …»
Δανείζομαι το παραπάνω απόσπασμα από «τα μελένια λεμόνια» του Θανάση Τριαρίδη για να ξεκινήσω να σας μιλάω για ένα μυθιστόρημα που ανιχνεύει ακριβώς το τέλος της αγάπης και της ανθρωπιάς και την αρχή ενός τρομώδους σύμπαντος: αυτού που βασίζεται στο μίσος και τη δική του μακάβρια ιεροτελεστία. Ο φόβος είναι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού, όχι ως απειλή που επισείεται, αλλά ως ζώσα φρικιαστική πραγματικότητα. Στο βιβλίο του αλγερινού συγγραφέα Γιάσμινα Χάντρα (με το γυναικείο ψευδώνυμο και την τόσο περιπετειώδη ζωή που στιγματίζεται από την αναζήτηση της ελευθερίας και του σεβασμού για την αξία την ανθρώπινης ζωής), με τον τίτλο «Τρομοκρατικό χτύπημα» (Εκδόσεις Καστανιώτη, σε μετάφραση Γιάννη Στρίγκου), αυτός που νικάει, είναι ο θάνατος. Αμετάκλητα. Ο θάνατος της αγάπης. Μέσα από ένα στυγερό κύκλο αίματος. Την ίδια κυκλική πορεία ακολουθεί και η ιστορία του βιβλίου. Αρχίζει με τις άμεσες συνέπειες μιας έκρηξης στο Τελ Αβίβ και καταλήγει πάλι εκεί, με τον ήρωα να βιώνει το τέλος. Από την αρχή ο ήρωας βιώνει ένα τέλος, ένα πένθος ανομολόγητο. Ο συγγραφέας φροντίζει ο αναγνώστης να νιώσει το ίδιο. Να στάξει τα δάκρυά του, αγωνίας και φόβου, για τον πρωταγωνιστή που υποφέρει.
«..Δεν είναι καθόλου ντροπή το να κλαίει κανείς, αγόρι μου. Τα δάκρυα είναι ό,τι ευγενέστερο έχουμε…»

Αυτή η ευγενική φιγούρα, λοιπόν, του βεδουίνου Αμίν Ζααφαρί, Παλαιστίνιου, που έγινε γιατρός και σώζει ζωές –και είναι μάρτυρας καθημερινός του αλληλοσπαραγμού που λαμβάνει χώρα στα ματωμένα αυτά χώματα- και απόκτησε ισραηλινό διαβατήριο και έγινε εξέχον πρόσωπο της κοινωνίας του Ισραήλ, θα έρθει αντιμέτωπη με το φάντασμα του φανατισμού, του φονταμενταλισμού, της βίας που δεν μπορεί να συλλάβει ανθρώπινος νους. Είναι ένας άνθρωπος ευτυχής. Όχι άκοπα. Το έχει πληρώσει, αλλά θα το πληρώσει περισσότερο μέχρι το τέλος του βιβλίου. Δύο φορές. Γιατί ο θάνατος θα του χτυπήσει την πόρτα δύο φορές. Την πρώτη, θα χάσει την εμπιστοσύνη του στους ανθρώπους, στη ζωή, στην αλήθεια, στο παρελθόν του, στη γυναίκα εκείνη που καθρεφτιζόταν στα μάτια της για να υπάρχει. «…Δεν αναγνωρίζω πια τον κόσμο στον οποίο ζω…» Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη οδύνη, η προδοσία από τον άνθρωπο που πίστευε ότι ζούσε πλάι του, ζούσε μαζί του και για κείνον. Ο επίγειος προσωπικός του παράδεισος γκρεμίστηκε μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα που αρκούν για να εκραγεί μια ζώνη με δυναμίτιδα γύρω από το σώμα μια γυναίκας καμικάζι, παίρνοντας μαζί με τις άλλες αθώες ψυχές των νεκρών, και την άδολα παραδομένη σε εκείνη ψυχή του άντρα της.

«…Όταν η φρίκη χτυπά, ο πρώτος της στόχος είναι πάντοτε το συναίσθημα…», γι’ αυτό και ο Αμίν θα εγκαταλειφθεί μέσα στον εαυτό του που νιώθει ότι απώλεσε μαζί με τη λατρεμένη του σύζυγο, μέσα στο πένθος του όχι μόνο για τις ζωές που χάνονται, αλλά για τη βία που δεν έχει σταματημό. «…Σε κανέναν δεν αρέσει να πιάνει πάτο. Όταν κάποιος βουλιάζει έτσι, αν δεν αντιδράσει γρήγορα, δεν μπορεί πλέον να ελέγξει το παραμικρό. Βλέπει τον ίδιο του τον εαυτό να γίνεται έρμαιο και δεν αντιλαμβάνεται την άβυσσο που αρχίζει αν τον καταπίνει για πάντα…» Μέσα από το δράμα του ήρωά του, ο Γιάσμινα Χάντρα περιγράφει ανάγλυφα την καθημερινότητα της βίας στη Μέση Ανατολή. «…Σαν να ανάβει κανείς ψησταριά σε καμένη γη…» Με φρικώδεις λεπτομέρειες, με ανατριχιαστική ακρίβεια που σου στερεί την ανάσα, με συνεχείς ανατροπές στο ξεδίπλωμα της πλοκής του βιβλίου, με μια πιστότητα και μαεστρία που σε αφήνουν στο τέλος με την αίσθηση ότι διάβασες μια ολοκληρωμένη τραγωδία με μια ειδοποιό διαφορά: χωρίς κάθαρση. «…Ο Εβραίος γεννήθηκε ελεύθερος σαν τον άνεμο, απόρθητος σαν την έρημο της Ιουδαίας. Παρέλειψε να οριοθετήσει την πατρίδα του σε σημείο που παραλίγο να του την πάρουν απ’ τα χέρια, επειδή για πολύ καιρό πίστευε πως η γη της επαγγελίας ήταν πάνω απ’ όλα εκείνη όπου δεν υπήρχε κανένας τοίχος που να εμποδίζει το βλέμμα του να φτάνει πιο μακριά απ’ τις κραυγές του…»

Ο σχολιασμός του συγγραφέα για τον ακραίο ισλαμισμό αλλά και τις πρακτικές των Ισραηλινών ενυπάρχει σε όλη την αφήγηση, χωρίς να ξεπερνάει τα όρια και να στερεί από τη μυθοπλασία τη γοητεία και τη λογοτεχνικότητά της. Δεν παίρνει θέση υπέρ του ενός ή του άλλου ο Χάντρα. Παίρνει μια άλλη πιο ισχυρή και σοβαρή θέση: υπέρ της ζωής, υπέρ του απέραντου σεβασμού για την ανθρώπινη ύπαρξη, υπέρ του τέλους αυτού του φαύλου κύκλου των σκοτωμών και της τυφλότητας. Όχι εν είδει διδακτισμού ούτε κάνοντας κουραστικές αναφορές ή αναλύσεις, απλώς δίνει σε βάθος τον ανθρώπινο πόνο που συντηρεί και συντηρείται από το τραγικό αιματοκύλισμα στην περιοχή. Ο συγγραφέας θα δείξει και το μικρό αγόρι με τη σφεντόνα απέναντι από τα τανκς, αλλά και τα τανκς απέναντι απ’ αυτή την παιδική ψυχή που δηλητηριάζεται. Θα δείξει και το κομμένο κεφάλι της γυναίκας καμικάζι, αλλά και τα παιδιά που σκότωσε η ίδια στο πέρασμα του θανάτου που μεθόδευσε, υπακούοντας στο κάλεσμα της δυστυχίας.
«…Το δράμα με μερικές καλές προθέσεις είναι πως δεν έχουν το θάρρος να τηρήσουν τις υποσχέσεις τους, ούτε κάνουν πράξη τα όσα σκέφτονται…» Το τέλος του βιβλίου βρίσκει τον αναγνώστη που παρακολουθεί ως είδηση καθημερινή στη γυάλινη οθόνη του αυτό το συνεχές τέλος της αγάπης κι αυτή την αέναη επιστροφή του μίσους, να αιωρείται στον αποτροπιασμό που αδειάζει το στομάχι του και γεμίζει την ψυχή του με λύπη για την αδικία που παρατείνεται. Την αδικία που συντελείται απέναντι στη ζωή και τα δώρα της. «…Δεν ήμουν γιος σουλτάνου, αλλά αυτό που βλέπω μπροστά μου είναι ένας πρίγκιπας, με τα χέρια ανοιχτά σαν φτερούγες, να πετάει πάνω από τη μιζέρια του κόσμου σαν προσευχή πάνω από τα χαρακώματα, σαν τραγούδι πάνω από τη σιωπή των απελπισμένων…»

Friday, November 23, 2007

"Μια στάση


στη διπλή γραμμή" του κόσμου. Γη και ύδωρ.
Πόσο αξίζει μία παράβαση του νόστου;

Thursday, November 22, 2007

Η βασίλισσά του


ήταν όνομα και πράγμα. Ρεγκίνα. Με "γκ" για να ξεχωρίζει από την άλλη τη λατίνα "reggina" που αγαπούσε τα ρόδα. Αυτοκίνητο δεν οδηγούσε και για μηχανάκι ήταν μεγάλος πια, δεν του πολυάρεσε. Άλλωστε χρειαζόταν χώρο για να κουβαλάει τα σύνεργά του και ήταν πολλά αυτά. Σχοινιά, σύρματα, λάστιχα, σκαλιστήρια, πριόνια, κλούβες πλαστικές, σακούλες, λιπάσματα, φυτοφάρμακα και ό,τι άλλο έβαζε ο νους του πιο εργατικού γεωργού που μπορεί κανείς να φανταστεί.
Γιατί αυτό ήταν ο μπαρμπα-Μανώλης ο Σκαλίδης ή χαϊδευτικά Καψαμπέλης ή Σκαλιδάκης ανάμεσα στους παλιούς αγαπημένους συγγενείς του σογιού. Τέτοιο σόι που συναντιέται συνήθως μόνο σε κηδείες και κλαίει από χαρά, γιατί βρέθηκε. Συναισθηματικό σόι εκείνο του παππού, το άλλο της γιαγιάς μάλλον τις σάρκες του τρώει χρόνια τώρα, και δεν μείνανε πολλοί από δαύτους. Χώμα γινήκανε πρόσφορο από κείνο που καλλιεργούσε με τόση επιμέλεια και προσήλωση όλη του τη ζωή ο παππούς ο Μανώλης. Το ο με ωμέγα. Παλιός Μανώλης, όχι από τους καινούριους με όμικρον. Κι εγώ τους Μανώληδες θα τους γράφω πάντα με ωμέγα. Για τον παππού. Γιατί τι είναι η γλώσσα, αν δεν είναι μνήμη;
Ο παππούς, λοιπόν, οδηγούσε τη ρεγκίνα του. Το τρίκυκλο όχημα με τη φαρδιά καρότσα που κουβάλαγε στα Νήπια της αδερφής μου, τσούρμο πιτσιρίκια κάθε μέρα στις 12.30 που σχολούσαν τα Νηπιαγωγεία και τα μοίραζε σπίτια τους. Την κόκκινη σιδερένια βασίλισσά του που ξεχώριζα από μισό χιλιόμετρο μακριά το θόρυβό της κι έβγαινα στο μπαλκόνι και προειδοποιούσα τη γιαγιά "Ο παππούς έρχεται, μην του φωνάξεις". Κι εκείνη πολύ που με άκουγε, έβγαινε έξω, καραδοκούσε στην άκρη της αυλής και του έμπηγε γοερά -πιο γοερά δεν γινόταν- παράπονα. "Πού είσαι, ρε άνθρωπε; Πού έχεις χαθεί από το πρωί; Έχω μαγειρέψει και το φαϊ έγινε μπούζι, εσύ δεν φάνηκες. Σε περιμένω να φάμε και νύχτωσε. Ε, δεν έχεις μυαλό, εσύ, θα ψοφήσεις στα χωράφια. Ρε αχαϊρευτε, εμένα δεν με σκέφτεσαι; Θα με πεθάνεις" κλασική η επωδός της, αλλά πέθανε εκείνος πρώτος για να μην την ακούει. "Σταμάτα ρε γιαγιά να του φωνάζεις. Σταμάτα πια". "Έλα, γυναίκα, στο περιβόλι ήμουνα. Σου έχω φέρει κάτι ζωχούς άλλο πράμα και πορτοκάλια. Βρήκα και τον καστανά στο δρόμο που ερχόμουνα κι έφερα για το βράδυ να ψήσουμε στη σόμπα" Τι να του πεις μετά του νοικοκύρη; Άμα μπορείς βρίσε τον. Η γιαγιά μπορούσε. Μέχρι κοντά και το τέλος που καταλάβαινε ότι θα μείνει μόνη. Κι έμεινε μόνη. Του είπε πόσο τον αγαπούσε, μόνο στο τέλος φυσικά δημοσίως. Μπορεί εκείνος να το ήξερε πάντα, γιατί πιο υπομονετικό άνθρωπο δεν έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Και αφού πέθανε ο παππούς, ένα χρόνο τώρα λείπει -τον περιμένουμε αργά τα απογεύματα, αλλά δεν έρχεται με την ρεγκίνα του να μας φέρει κάστανα- εκείνη αυτομάτως κατέβασε το διακόπτη και έχασε το μυαλό της.
Ο παππούς μου, λοιπόν, με αγαπούσε πολύ. Είχε τα πιο υγρά μάτια του κόσμου που είχαν δει πολλά και τα κληροδότησε τα ίδια και χειρότερα υγρά στον μπαμπά μου. Όταν ήμουν μικρό κοριτσάκι με άφηνε να του χτενίζω τα μαλλιά για να παίζω, τις δυο τρίχες που είχε στο κεφάλι του. Πριν πάω σχολείο ακόμη, ούτε νήπιο να φανταστείτε, επέμενε να μάθω να γράφω. Κι έμαθα. Αργότερα, όταν έφυγα από το χωριό για τας Αθήνας, μόλις είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν ευρέως τα κινητά, ο παππούς αγόρασε πρώτος κινητό. Πρώτος κι από μένα. Τις Κυριακές το πρωί -για να μη με ενοχλήσει άλλη μέρα, μόνο άμα ήθελε πολύ να μου μιλήσει- με έπαιρνε τηλέφωνο. Σαν να ακούω τη φωνή του. Δεν θα ξεχάσω ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή μου που είχε αφήσει. "Ρούλα μου, εγώ ο παππούς σου είμαι". Ήταν αυτό που λέει το τραγούδι, ρωτούσε για τη νύχτα και τη μέρα μου και φυσικά την καριέρα μου. Άνθρωπος της Κατοχής, φοβόταν για το μέλλον και δούλευε γι' αυτό πολύ σκληρά. "Πόσος είναι ο μισθός σου τώρα; Περνάς καλά; Πήρες αύξηση;" Μόνο ο παππούς τα ρώταγε αυτά. Κανένας άλλος.
Για τον κήπο του παππού τι να πω. Λες κι από ειρωνεία απίστευτη, αυτός ο κήπος μόλις έλειψε ο παππούς ανθίζει με μια άγρια οργιώδη χαρά. Να θυμίζει την παρουσία που δεν είναι πια δίπλα μας. Να θυμίζει το καλλιεργητή και ιδιοκτήτη του που τον λάτρευε.
Ο παππούς εκείνο που αγαπούσε πολύ ήταν τα ΑΠΟΘΕΜΑΤΑ. Από κάθε πράγμα. Όλα τα έπαιρνε πολλά για ώρα ανάγκης. Στο σούπερ μάρκετ και τα μαγαζιά πήγαινε κι αγόραζε ό,τι καινούριο έβγαινε στην αγορά για να το δοκιμάσει. Μα, με εκείνο που με τροφοδοτούσε μονίμως, ήταν μπαταρίες για το μαγνητοφωνάκι μου. Με γέμιζε κιλά από δαύτες. Έχω ακόμη να σκεφτείτε κι ας έχουν λήξει. Πρέπει να τις πάω για ανακύκλωση αλλά δεν μου κάνει καρδιά. Οι μπαταρίες του τελείωσαν.
Ρούλα μου, έλα, σου πήρα μπαταρίες. Ο παππούς σου.
Στη μνήμη του

Monday, November 19, 2007

Ειρωνεία και αλληγορία του δρόμου...


...εκεί που η ταμπέλα, στη ρωγμή του τοίχου, τονίζει ότι τα δικά της τα πτηνά τραγουδούν και προφανώς μελωδικά, την παρακολουθούν άλαλα περιστέρια που άντε να κρώξουν ή να γουργουρήσουν το πολύ, λίγο παραπάνω...

Friday, November 16, 2007

Για τα …αόρατα ουράνια τόξα της ψυχής μας

«…Σήμερα, όλοι βιάζονται να ψωνίσουν ουράνιο τόξο σε τιμή ευκαιρίας. Κι επειδή δεν έχουν υπομονή, εξαπατούν τους εαυτούς τους. Ξεχνούν ότι, για να δεις το ουράνιο τόξο, πρέπει πρώτα ν’ αντέξεις τη βροχή…»



Τον ξέρω τον Πίπικ. Το Μόισε Πίπικ. Τον ήρωα του μυθιστορήματος «Το αγόρι στην αποβάθρα» του Στέφανου Δάνδολου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Τον ξέρω καλά αυτόν τον πιτσιρίκο. Όπως κι εσείς τον ξέρετε καλά, ίσως καλύτερα απ’ ό,τι φαντάζεστε. Τον συναντάτε συχνά στο ανήλιαγο στενό κανενός δρόμου, στο φανάρι έξω από το τζάμι του αυτοκινήτου σας, καμιά φορά και στο είδωλό σας απέναντι στον καθρέφτη.

Είναι το παιδί μέσα σας. Με τη σκληρότητα και την τρυφερότητα που κουβαλάει ένας ανθρωπάκος αυτής της ηλικίας. Το θέμα είναι άμα τον βλέπετε κιόλας. Γιατί μπορεί να τον αντικρίζετε, αλλά να παραμένει απροσπέλαστος και αδιερεύνητος όπως και το συναίσθημα της λύπης. «…Καμιά φορά, όσοι είναι πολύ ευαίσθητοι, αισθάνονται και λίγο πεθαμένοι. Και τότε νιώθουν κάπως αόρατοι…» Αυτό το βιβλίο ιχνηλατεί το ταξίδι της κάθε ψυχής προς τη θλίψη και την επιστροφή της από το χιονισμένο αυτό τοπίο. Είναι η συνεχής επανεφεύρεση του εαυτού μας που αναζητά εναγωνίως το κουράγιο να ξαναβρεί το δρόμο της ίδιας του της καρδιάς. Και το παιδί μέσα μας πορεύεται πάντα απ’ αυτή την οδό της αλήθειας, της αθωότητας, της αγνότητας, της βαθιάς αγάπης για τη ζωή και το φως, χωρίς δισταγμούς και παλινδρομήσεις, όσο πληγωμένο κι αν είναι. Βρίσκει τη δύναμη μέσα του να λιώσει τα χιόνια της ψυχής του, τα ολόδικά του χιόνια και τελικά να ξεπεράσει τις προσωπικές του Ιντιφάντες –που εδώ ο ήρωας ταυτίζει και με τις κοινωνικές, πολιτικές και θρησκευτικές Ιντιφάντες του βίου της βίας που διάγουμε. «…κανένας δε νοιάζεται πραγματικά, όλοι κοιτάζουνε την πάρτη τους. Κι όσο για το δρόμο, εκεί τα πράγματα είναι ακόμα πιο ζόρικα…»

Ο συγγραφέας, με φόντο το σύγχρονο ασφυκτικό αστικό τοπίο των μεταναστών, παίρνει το ρυθμό του δρόμου και με γλώσσα που ξεδιπλώνεται σαν μια ιδιότυπη χιπ-χοπ ανάσα, θέλει να σου πει κοφτά πέντε πράγματα για το μίσος, την αγάπη, το θάνατο, τη ζωή και τον πόλεμο που τα συνοδεύει στην πορεία του καθενός ξεχωριστά στην ιδιωτική του ζωή, αλλά και στον ρου της ανθρωπότητας εν γένει. Δεν διαλέγει τυχαία την Ιντιφάντα και το Άουσβιτς ο δημιουργός. Είναι το κύριο βαθύτερο χαρακτηριστικό των ηρώων του και από προηγούμενα βιβλία του, άλλωστε. Οι «δικοί του» Εβραίοι τίθενται στο λογοτεχνικό του στόχαστρο με νέο μανδύα. Ίσως είναι αυτό που λέει και ο αλγερινός μυθιστοριογράφος Γιάσμινα Χάντρα σε ένα βιβλίο του: «…Ο Εβραίος γεννήθηκε ελεύθερος σαν τον άνεμο, απόρθητος σαν την έρημο της Ιουδαίας. Παρέλειψε να οριοθετήσει την πατρίδα του σε σημείο που παραλίγο να του την πάρουν απ’ τα χέρια, επειδή για πολύ καιρό πίστευε πως η γη της επαγγελίας ήταν πάνω απ’ όλα εκείνη όπου δεν υπήρχε κανένας τοίχος που να εμποδίζει το βλέμμα του να φτάνει πιο μακριά απ’ τις κραυγές του…» Αυτή πρέπει να είναι η ίδια αίσθηση για την ελευθερία –μέσα και έξω- και για την αδιάκοπη αναζήτησή της, που διαπερνά το Δάνδολο ως άνθρωπο, ίσως, και προφανώς τον χαρακτηρίζει απολύτως ως συγγραφέα. «…Ειδικά άμα ήσουνα κωλοευαίσθητος όπως εγώ, ήτανε φοβερή άμυνα να σε περνάνε για φονικό όπλο…»
Αυτή τη φορά ο συγγραφέας επιλέγει ένα παιδί σε πρώτο πρόσωπο να αφηγηθεί την ιστορία του. Κάνει χαριτωμένα παιχνίδια διακειμενικότητας με έργα της παγκόσμιας κλασικής λογοτεχνίας, όπως συνηθίζει, και η ηλικία του ήρωά του τον αναγκάζει να γίνει ευρηματικός στον τρόπο που στήνει τις εικόνες του και το σκηνικό της δράσης. Το βιβλίο διαθέτει επίπεδα ανάγνωσης βαθύτερα από την προφανή τραγική παιδική ιστορία του μικρού Πίπικ, για τον αναγνώστη, φυσικά, που θα θελήσει να τα αναζητήσει. Η μεταφυσική γίνεται εδώ όχημα για να ειπωθούν όχι τα «μετά τον θάνατον», αλλά τα φλέγοντα της τωρινής ζωής. Ο πιτσιρικάς του μυθιστορήματος σε παίρνει από το χέρι, σου δίνει το φτυαράκι του και σε αναγκάζει να ξεχιονίσεις την ψυχή σου, αν το επιθυμείς και το έχεις ανάγκη. Αλλιώς, χαίρεσαι την ανάγνωση ενός βιβλίου που με την υφέρπουσα γλυκιά μελαγχολία του, σου επιβεβαιώνει συνεχώς τις απέραντες λιακάδες του μυαλού σου.


Thursday, November 15, 2007

Επιλογή


VII
"Θα μάθουμε μαζί να σωπαίνουμε* ο ένας θα διδάξει στον άλλο τη διάκριση του ανθρώπου αγνάντια στη μυστική πνευματική τροφή του, εκείνο το δυσκατάληπτο σεβασμό προς τα μελλούμενα, που κι οι δυο αγνοούμε. Ο καθένας μας από κάποιο καιρό στοχάζεται την περιωπή του άλλου, κι όταν ακόμα ο νους του πέφτει κάθετα στον εαυτό του* λογαριάζει τον άλλο, γιατί ο άλλος, ο αναντικατάστατος άλλος, πλημμυρίζει τη σκιά όπου το είναι μας περνάει θερμαίνει με την παρουσία του μια ατμόσφαιρα που, αλλιώς, δε θα άχνιζε τέτοιαν ευθυμία τέτοια μετρημένη αναπαμένη χαρά. Κι εσύ οφείλεις να το ξέρεις* μόνοι μας σκάβουμε τη χαρά, αλλά απροκάλυπτη και ιλιγγιώδη σαν άβυσσο!"


Γ. Σαραντάρης, "ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ", 1936


Tuesday, November 13, 2007

Μασάει ο αμνός το "πλαστικό";

Έχω μια μεγάλη πίστη στη ζωή μου: ότι η ανάγκη -η πάσης φύσεως ανάγκη- μπορεί να γεννήσει ωραία πράγματα στην Τέχνη ως επί το πλείστον, αλλά και στην καθημερινή ζωή που ξέρει να αναπνέει από την Τέχνη, μαζί με την Τέχνη και συνήθως ανταποδοτικά και για την Τέχνη. Δηλαδή, έχω τη βεβαιότητα ότι η μεγάλη ιδέα -αυτή η φαεινή, βρε παιδί μου, που καμιά φορά σε βρίσκει ακόμα και στον ύπνο σου- στο μυαλό του συγγραφέα, του επιστήμονα, του μουσικού, του ποιητή, του στιχουργού, έρχεται,
όταν πεινάς -γιατί δεν έχεις πια να φας-,
όταν διψάς -γιατί στέρεψαν οι ουρανοί και δεν βρέχουν ύδωρ ψυχής και σώματος-,
όταν δεν έχεις λεφτά
-γιατί τελειώσανε στην τσέπη σου και εσύ δεν πήρες ένα κομμάτι ψωμί μ' αυτά τα τελευταία, όπως όφειλες απέναντι στο ένστικτο της αυτοσυντήρησής σου, αλλά πήγες και τα έκανες ένα ζευγάρι μαύρες λουστρινένιες μπότες καθότι θηλυκό, ένα βιβλίο ακριβό, καθότι τρελός αναγνώστης, ένα σιντί, καθότι τρελός ακροατής, ένα ακριβό λινό πουκάμισο, καθότι κοκέτης ανήρ, ένα τέλος πάντων κάτι περιττό, καθότι άνθρωπος και ουχί απλό ζώον-,
όταν αναγκάζεσαι επίσης από την πιο φυσική ανάγκη του κόσμου, αν με εννοείτε, -παλιά δημοσιογραφική συμβουλή για να σου έρθει στο μυαλό κάτι που ξεχνάς ή ιδέα που δεν έρχεται ή άτιμη έμπνευση που δεν σε επισκέπτεται λέει να πας στην τουαλέτα (δουλεύει απολύτως η συμβουλή, δοκιμασμένη). Εξακουλουθώ να σας πηγαίνω με τους συνειρμούς μου μέσω Δραπετσώνας (θα καταλάβετε παρακάτω) στο προκείμενο: η ανάγκη είναι πολύ μεγάλο πράγμα για την ψυχή, κάτι σαν τη σωτηρία της. Και δη για τη λαϊκή ψυχή. Εκείνη που ανασαίνει από μουσικές και τραγούδια που ξεκινούν από το αίσθημά της και καταλήγουν στο ίδιο της το αίσθημα, με ένα φωτεινό μεσοδιάστημα που ονομάζεται αγία λαϊκή τέχνη. Εκείνο που χαρακτηρίζει την αμιγώς λαϊκή τέχνη, είναι η βαθιά αγάπη για τον άνθρωπο και η καλή πρόθεση να παράσχει παρηγοριά στα βάσανά του, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. (Μπορεί ο Νίκος Ξανθόπουλος να μην μιλούσε στη δική μου παιδική ψυχή, πριν χρόνια, αλλά η γιαγιά μου που αναγνώριζε τα βάσανά της σ' αυτό που ενσάρκωνε ο ίδιος ο ηθοποιός -σχηματικά αναφέρω το παράδειγμα- έκλαιγε με μαύρο δάκρυ.)
Θέλω να πω η λαϊκή τέχνη είναι πάντα χειροποίητη. Ξεκινά από την καρδιά και το μυαλό του ταλαιπωρημένου Ενός που θέλει να εκφράσει τον καημό του και καταλήγει μέσα πάλι από το χέρι του Ενός στα στόματα, στα αυτιά και τα χέρια των Πολλών που βλέπουν τον εαυτό τους να καθρεφτίζεται. Εξακολουθώ: η λαϊκή τέχνη είναι χειροποίητη. (Ακόμη και οι μικρές βιοτεχνίες που κατασκευάζουν αντικείμενα εγχώριας λαϊκής τέχνης -και πλήρως εμπορευματοποιημένης- και αμφιβόλου γούστου, ακόμη κι αυτές στις μέρες μας απασχολούν εργαζομένους που δουλεύουν με τα χέρια τους).
Και αν παρατηρείτε, τα αντικείμενα λαϊκές τέχνης δεν μπορεί να είναι ΠΛΑΣΤΙΚΑ. Είναι πήλινα, είναι μάλλινα, είναι ασημένια, είναι τσίγκινα, αλλά πλαστικά δεν είναι. Κι ας ζούμε βουτηγμένοι μες στο πλαστικό, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας: από το φαγητό μας μέχρι τη μουσική μας. Τον τελευταίο καιρό, αναρωτιέμαι όλο και συχνότερα για το τι αξίζει σε όλα τα επίπεδα. Θα χρησιμοποιήσω τη μουσική για να εξηγήσω πάλι τι θέλω να πω, αφού η αφορμή γι' αυτό το κείμενο μου δόθηκε από ένα ηχητικό στιγμιότυπο κυρίως. Η ατιμωτική εξίσωση όλων με όλα με δυσκολεύει να διακρίνω τη λαϊκή ποιότητα στη μουσική. Και όταν λέω λαϊκή ποιότητα, εννοώ αυτό που πηγάζει από τα σπλάχνα ενός ανθρώπου και απευθύνεται και καταλήγει πάλι εκεί, βαθιά στην ψυχή του.
Αν είσαι στην Κηφισίας τι θα ακούς από τα ξέσκεπα αυτοκίνητα; Υπάρχει περίπτωση να ακούς Μπιθικώτση, Θεοδωράκη και "Μέρα Μαγιού που μίσεψες"; Ε, δεν υπάρχει και πολύ μεγάλη. Τι να πει στον άνθρωπο με τα δέκα κινητά ο στίχος; Την ώρα που έφυγε ένα sms; Ή μήπως τη μέρα που έχασε ένα μεγάλο επιχειρηματικό deal; Κι έτσι ανθεί το πλαστικό, καταναλώνεται από τους αμνούς κι ανακυκλώνεται από μια κοινωνία που αναρωτιέμαι ποιος είναι ο λαός της. Και φαντάζομαι επειδή το πλαστικό λιώνει, κάποια στιγμή θα εξαφανιστεί το ρημάδι. Προς το παρόν το μασάμε ωσάν μαστίχα, θα το φτύσουμε, πού θα πάει;
Όσο για τη Δραπετσώνα, έτυχε την Κυριακή το βράδυ να βρεθώ σε ένα λεωφορειάκι εκεί χαμηλά στη Θηβών προς Καμίνια, με τίγκα τους οικονομικούς μετανάστες μας, τους βιοπαλαιστές ενός κόσμου που παραδόξως παραμένει αφανής -αναρωτιέμαι στις τόσες εκλογές των τελευταίων μηνών εθνικές και εσωκομματικές τους είδε κανείς; μπα, ποιος να τους δει- και χωρίς τη δική του φωνή δυνατή να ακούγεται, ο οδηγός σφύριζε το "Μέρα Μαγιού που μίσεψες" και λικνίζονταν όλοι στις στροφές του δρόμου, με κυρτωμένα κορμιά από την κούραση και τη βιοπάλη, με μάτια φωτιά να καίνε από την απελπισία αλλά και την άγρια χαρά της χειροποίητης ζωής που κοστίζει πιο πολύ από το πανάγαθο πλαστικό των ημερών. Οι ανάσες εδώ μυρίζουν ανθρωπίλα. Το πλαστικό δεν αναμασάται. Είπαμε, η ανάγκη είναι ο καλύτερος σύμβουλος να αναπνέεις τη ζωή, και την αξία της, και την ποιότητά της. Κάνε υπομονή και το πλαστικό θα λιώσει και θα τελειώσει...

Monday, November 12, 2007

Εκείνος που ζωγράφισε το πικρό παραμύθι του κόσμου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 20/10/2007)

«…Κομμάτι δύσκολο να προσδιορίσει τι γύρευε από τα πινέλα του. Αλλά δεν ήθελε να μείνει καρφωμένος σ’ ένα μονοδιάστατο καλλιτεχνικό επίπεδο, Ποθούσε να δώσει το μοναδικό και το υπερούσιο, την ύπαρξη μαζί και την ανυπαρξία στις μορφές του την αγνή πνευματική έξαρση και τη δύναμη της αντίστασης στην οποιαδήποτε δουλοσύνη…»

(The tears of St. Peter,1603-1607,Oil on canvas102 x 84 cmHospital de San Juan Bautista de Afuera, Toledo)


Ο Πάμπλο Πικάσο τον θεωρούσε «πατέρα» του στη ζωγραφική. Ο Πωλ Σεζάν είχε δεχθεί πρώτος τις επιρροές του, ως πρόδρομος του κυβισμού ο ίδιος. Ο Νίκος Καζαντζάκης έγραψε βιβλίο για να εκφράσει τον απεριόριστο θαυμασμό του. Ο Τζάκσον Πόλοκ επηρεάστηκε κι αυτός από το έργο του. Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε δέχθηκε κι εκείνος την επίδρασή του, αλλά στην ποίησή του. Όλα αυτά στον 20ο αιώνα μόνο. Γιατί, πριν, είχε αγνοηθεί από τους ομότεχνούς του σχεδόν για τέσσερις αιώνες, και μόνο ουμανιστές και διανοούμενοι είχαν παραδεχθεί και «διασώσει» τη μεγαλοπρέπειά του. Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος έμελλε να ζήσει για πάντα, μέσα από την πνοή που είχε εμφυσήσει στην ίδια του τη δημιουργία που βοούσε «ελευθερία».
Τη μυθιστορηματική του βιογραφία με τίτλο «ΕΛ ΓΚΡΕΚΟ, Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ –Η ζωή του σαν μυθιστόρημα» έγραψε ο αείμνηστος Δημήτρης Σιατόπουλος και κυκλοφόρησε πάλι –συμπληρωμένο και στην τελική του μορφή- από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, με πρόλογο του Γιάννη Σμαραγδή, ο οποίος και βάσισε το σενάριο της ταινίας του που παίζεται αυτές τις μέρες στις κινηματογραφικές αίθουσες, πάνω σ’ αυτό το έργο. Το έργο αυτό του Δημήτρη Σιατόπουλου είχε παρουσιαστεί αρχικά ως πλατύ θεατρικό κείμενο, σε πολλές συνέχειες στο ραδιόφωνο το 1975. Αργότερα, αναπλασμένο και τεκμηριωμένο δημοσιεύτηκε στη Βραδυνή σε καθημερινές συνέχειες, από 16 Μαϊου ως 16 Αυγούστου 1976. Το 1977 εκδόθηκε σε βιβλίο και την επόμενη χρονιά, το 1978, τιμήθηκε με το Πρώτο κρατικό βραβείο λογοτεχνίας.
Το 1978, τη χρονιά που εγώ γεννιόμουν, αυτό το έργο βραβεύθηκε. Ως ελάχιστο φόρο τιμής στο Δημήτρη Σιατόπουλο, διευθυντή της Φιλολογικής Βραδυνής (από το 1976 έως το 1987, μετά τη συνταξιοδότηση, δηλαδή, του ιδρυτή της Μπάμπη Κλάρα), γράφω 29 χρόνια μετά τούτο το κείμενο, για τη γραφή του και για τη μεγάλη ετούτη μορφή του Ελ Γκρέκο που αποφάσισε εκείνος να ιστορήσει το ταλέντο, τη ζωή και το έργο του. «…Δε γυρεύει να ομορφήνει τη ζωή με τη ζωγραφική του, που ‘ναι πιότερο θρησκευόμενη. Ούτε να καλυτερέψει την αγιοσύνη με παχουλές αρχοντοπαναγιές και καλοθρεμμένα Χριστόπουλα, που ζωγραφίζουν στη Δύση. Θέλει να εικονίσει την αλήθεια…»
Με ωραία γλώσσα, βαθιά λογοτεχνική, ο Δημήτρης Σιατόπουλος αφηγείται το βίο και την ιστορία, τα πάθη και το ενδότερο πάθος του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου για το πνεύμα και την ομορφιά του. Με χρώμα* ό,τι ακριβώς είναι και η ζωγραφική. «…Με τίποτα υλικό δεν αδερφωνόταν. Εκεί, στο μισοσκότεινο σπήλιο, θαρρούσε πως αντάμωνε την αληθινή λύτρωση. Μακριά από φως κι από λόγια. Από χρώματα που κραύγαζαν κι αδυναμίες που τυραγνούσαν…» Η ζωή του μεγάλου δημιουργού αναπλάθεται συνολικά. Ακολουθεί ο αναγνώστης τα χνάρια του από το γενέθλιο τόπο της Κρήτης, στη Βενετία που ζυμώθηκε με τις επιδράσεις της Ιταλικής Αναγέννησης η τέχνη του, μέχρι τη Μαδρίτη και το Τολέδο -της Ιεράς Εξέτασης- όπου και καταξιώθηκε και βγήκε αλώβητο το έργο του Ελ Γκρέκο μέσα από τις πύρινες γλώσσες του σκοταδισμού και του θρησκευτικού φανατισμού. «…από την ψυχή του λαού αναβλύζει ένα μυστηριακό φως. Αρκεί να ‘χεις μάτια να το ιδείς. Έρχεται απ’ τ’ ανθρώπινα βάθητα κι ανυψώνεται δραματική αποκάλυψη κι ακτινοβολία. Ένα φως που εντός του ορχιούνται η άπραγη ψυχή και η σάρκινη λεπτομέρεια της ζωής, με τις σοφές πρωτεϊκές της αισθήσεις…»
Ο αναγνώστης παρακολουθεί ανάγλυφα και ζωντανά να ξεδιπλώνεται μπροστά του όχι μόνο ο καλλιτέχνης Ελ Γκρέκο, αλλά και ο άνθρωπος Δομήνικος Θεοτοκόπουλος. Εκείνος με την αδυναμία για το ωραίο φύλο. Οι γυναίκες της ζωής του που καθόρισαν και το ρουν της καλλιτεχνικής του εξέλιξης, διαδραμάτισαν μείζονα ρόλο είτε ως άμεση ή έμμεση επίδραση στην πυρετική του ενασχόληση είτε ως ακέραια αντίδραση στις δικές τους προτιμήσεις. «…Ο καλλιτέχνης είναι μια ευθύνη. Μια ευαίσθητη χορδή που ο ήχος της εκφράζει την πολυτάραχη ζωή. Και φτάνει βαθιά στις καρδιές…» Την καλλιτεχνική φύση του Θεοτοκόπουλου αποδίδει στο ακέραιο ο Δημήτρης Σιατόπουλος στο βιβλίο του αυτό, προκρίνοντας συχνά και τη βαθιά ερμηνεία του έργου του που έλαβε χώρα κυρίως στη διάρκεια του περασμένου αιώνα. «…Παραβιάζω τη φύση, για να την εκφράσω. Παραβαίνω τους κανόνες της ύλης, για να δώσω μέσα στο καλλιτέχνημα τις διαστάσεις του πνεύματος…»
Όλες οι περίοδοι της καλλιτεχνικής δημιουργίας του Ελ Γκρέκο έχουν μελετηθεί κι αναλυθεί ιδιαίτερα στο βιβλίο, με το συγγραφέα να αναπαριστά πειστικά –ακόμη και στο ύφος της γλώσσας που βάζει το στόμα των ηρώων του να ομιλείται- την κάθε εποχή με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. «…Μ’ ενδιαφέρει κάθε τι που γλιτώνει τον άνθρωπο από το άλεσμα του καιρού…»
Και γλίτωσε από το αλέτρι του χρόνου ο Θεοτοκόπουλος, υπηρετώντας τον ουσιαστικό ανθρωπισμό, σμίγοντας την υψηλή τεχνική της ζωγραφικής που είχε αναπτυχθεί στη Δύση με το ανεξίτηλο στον καιρό υπόστρωμα του πλούσιου ψυχισμού και της πνευματικότητας της Ανατολής. «..Η αλήθεια του κόσμου δε βρίσκεται στα ψυχρά ερέβη του απείρου, αλλά στον πυρίκαυστο χώρο της καρδιάς μας…» Μια καλλιτεχνική ψυχή που αγωνίστηκε να διατηρήσει την αυτονομίας της, κυνηγώντας την ελευθερία ψυχής και σώματος, για κείνον και την Τέχνη του, για κείνον και την πατρίδα του την Κρήτη υπό βενετσιάνικη κατοχή τότε, για κείνον και τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, ιδίως εκείνον του μέλλοντος. «…Αλίμονο στις καρδιές που θέλουν κλειδιά για ν’ ανοίξουν…» Αφήνοντας ξεκλείδωτη τη δική του καρδιά και κυριαρχώντας στα πινέλα και τα χρώματά του με όλη του την κρητική ψυχή, έμπασε μέσα σ’ αυτή κι εμάς, λαθραία* να μάθουμε να κοιτάμε τον κόσμο από μέσα προς τα έξω, χωρίς να χάνουμε τη φρεσκάδα της ανθρωπιάς και την παιδικότητα που χρειάζεται η ελπίδα μας για να επιβιώνει. «…Αιώνια παιδιά οι καλλιτέχνες. Δε μεγαλώνουν. Μπορεί να γεράζουν μέσα στον αγώνα της δημιουργίας, όμως μένουν άγουροι…»

«Η ποίηση αποτελεί σήμερα μια κιβωτό»


(Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 13/10/1007)



Ο χρόνος ως μονάδα μέτρησης της σιωπής, της ωραιότητας και του ονείρου* μέσα από το ποιητικό κάτοπτρο. Με κοινή συνισταμένη και του ψιθύρου και της ομορφιάς αλλά και του οράματος, την ίδια τη δύναμη της «λοξής» ματιάς που επιβάλλει η ποιητική θεώρηση του κόσμου και της ζωής, τουλάχιστον έτσι όπως παρουσιάζεται στον «καινό διαιρέτη» (Εκδόσεις Νεφέλη), ένα ποιητικό αφήγημα, όπως θέλει να το αποκαλεί ο δημιουργός του, Γιάννης Ευθυμιάδης.



Με το πρώτο ποιητικό σας εγχείρημα, με το χαρακτηριστικό τίτλο «ΣΤΙΓΜΑ», προφανώς επιζητούσατε να συστηθείτε, να δώσετε το δικό σας στίγμα για την ενασχόλησή σας με την ποίηση. Για το δεύτερο έργο σας, «καινός διαιρέτης», ποια είναι η προσωπική σας πρόθεση, η επιδίωξή σας; Τι επιχειρείτε να εκφράσετε με τη δεύτερη συλλογή σας;

Πράγματι, το «ΣΤΙΓΜΑ» ήταν μια αυτοσύσταση. Θα έλεγα ότι έδινε, ηθελημένα ή αθέλητα, το στίγμα της ποιητικής μου και των ποιητικών μου προθέσεων. Με τον «καινό διαιρέτη», που ξεκίνησε να γράφεται πριν ακόμη εκδοθεί το ΣΤΙΓΜΑ, θέλησα να καταθέσω μια πιο στέρεη τοποθέτησή μου πάνω στο ποιητικό φαινόμενο καθαυτό. Ο «καινός διαιρέτης» αποτελεί μια σύνθεση, όχι συλλογή ποιημάτων. Θα τον χαρακτήριζα «ποιητικό αφήγημα». Το ποιητικό υποκείμενο αφηγείται την ανακάλυψη του εαυτού του και του κόσμου μέσα από την ποίηση ως σύλληψη, ως γραφή, ακόμη και ως βίωμα. Και, πιστέψτε με, πρόκειται για οδυνηρή ανακάλυψη, αν σκεφτεί κανείς ότι αποτελεί έναν νέο, έναν «καινό» προσδιορισμό της αλήθειας και της ομορφιάς.

Οι καταβολές και οι επιδράσεις σας από το Σεφέρη και τον Ελύτη είναι έντονα ανιχνεύσιμες. Πόσο δύσκολο είναι για έναν ποιητή σήμερα να βρει την απολύτως δική του «φωνή» και να αρθρώσει το λόγο του πρωτότυπα και φυσικά με θάρρος;

Οι ποιητικές καταβολές μας αποτελούν σχεδόν βιολογικές «εγγραφές». Όσοι προηγήθηκαν είναι ο καθρέφτης μας και συνάμα το αντίπαλο δέος. Ο Σεφέρης και ο Ελύτης καθόρισαν πράγματι όχι μόνο τον τρόπο που γράφουν ποίηση οι ποιητές μετά απ’ αυτούς αλλά και τον τρόπο ανάγνωσης της ποίησης. Στη λογοτεχνία συμβαίνει, ξέρετε, ό,τι και στη σχέση των παιδιών με τους γονείς. Θαυμάζεις τον πρόγονο και παλεύεις συνάμα να τον ξεπεράσεις. Ο ποιητικός λόγος, πολύ περισσότερο των δημιουργών που εκτιμάς και σέβεσαι, εγγράφεται και περνάει στην ποίησή σου ασυνείδητα. Κι εκεί αρχίζει ο μεγάλος αγώνας της «ενηλικίωσης», το αιώνιο στοίχημα να αρθρώσεις τον δικό σου λόγο. Πρέπει να περάσεις από τη φάση της απόρριψης, για να ανακαλύψεις πολλά χρόνια μετά ότι διέγραψες την ίδια ακριβώς διαδρομή, με τη μόνη διαφορά ότι ανανέωσες, έστω και λίγο – αν το αξιώθηκες – τον κώδικα. Το «πρωτότυπα» και το «με θάρρος» θα τα συναιρούσα σε μία κουβέντα: αληθινά.

Να σας πω ότι στο «ΣΤΙΓΜΑ» έμεινα με την αίσθηση ότι η δική σας υποκειμενικότητα υπερτερούσε σε σχέση με τον «καινό διαιρέτη», που μου άφησε την εντύπωση ότι σαν να εγκλωβιστήκατε σε έναν ιδιότυπο «ακαδημαϊσμό» που εμποδίζει τρόπον τινά το αίσθημα και τη συγκίνηση να περάσει στον αναγνώστη. Ποιο είναι το βαθύτερο κίνητρο της ποιητικής σας έκφρασης εν γένει;

Χαίρομαι που το «ΣΤΙΓΜΑ» σας άφησε αυτή την εντύπωση. Είναι αλήθεια ότι, παρά τις εμφανείς ποιητικές καταβολές του, είχε την αφέλεια και την αυθορμησία ενός νέου ανθρώπου που δεν συνειδητοποιεί τα μεγέθη με τα οποία αναμετριέται. Στην ποίηση ξεκινά κανείς από την απόλυτη αλαζονεία και καταλήγει στην άκρα ταπείνωση. Ο «καινός διαιρέτης» αφηγείται μια πορεία αυτοσυνειδησίας και συνεπώς οφείλει να σταθεί αντικειμενικότερα απέναντι στο ποιητικό φαινόμενο. Το συναίσθημα στην ποίηση, ιδίως όταν γίνεται αυτοσκοπός, μπορεί να οδηγήσει σε ολισθηρούς δρόμους. Η ποίηση πρέπει να εκφράζει την αλήθεια. Από την αλήθεια θα γεννηθούν η συγκίνηση και το αυθεντικό συναίσθημα.

Ακούμε τόσο συχνά το περί χαλεπού καιρού για την ποίηση στις μέρες μας. Το συμμερίζεστε εσείς και πού το αποδίδετε;

Χαλεπούς καιρούς περνάει η ίδια η ωραιότητα. Και η ποίηση μαζί της. Ο ποιητικός λόγος, περισσότερο κι από την πεζογραφία, απαιτεί την αμέριστη συμμετοχή όχι μόνο του δημιουργού αλλά και του αποδέκτη. Οι σημερινές ταχύτητες αποκλείουν μια τέτοια προσέγγιση. Πιστεύω πως η ποίηση αποτελεί σήμερα μια κιβωτό. Μέσα στην τύρβη διασώζει αξίες δημιουργίας, επικοινωνίας με την τέχνη, με την ίδια τη ζωή. Όταν όλη η σημερινή παραφορά καταλαγιάσει, η ποίηση θα έχει διασώσει την αλήθεια του καιρού μας. Είναι πολύ δύσκολο να γράφει κανείς ποίηση στις μέρες μας. Η ίδια η ποιητική γραφή σήμερα αποτελεί μια επαναστατική πράξη.

Αντιγράφω από τη Μαρίνα Τσβετάγιεβα: «Ο ποιητής μπορεί να κάνει μόνο μία προσευχή: να μην καταλαβαίνει το απαράδεκτο –κάνε να μην καταλαβαίνω, για να μην παρασύρομαι… κάνε να μην ακούω, για να μην πρέπει να απαντάω… Η μόνη προσευχή του ποιητή είναι η προσευχή να είναι κουφός». Τι λέτε εσείς γι’ αυτό; Είναι η απομόνωση και η μοναξιά μια ικανή ή αναγκαία προϋπόθεση, για να γράψει ο λογοτέχνης;

Ο ποιητής βιώνει την απόλυτη μοναξιά αλλά με έναν εντελώς ιδιότυπο τρόπο. Ζει μέσα στην καρδιά της πραγματικότητας, θρέφεται απ’ αυτήν και την ίδια στιγμή γίνεται ένας αναχωρητής. Δίπλα στον θόρυβο, στην αναταραχή, όταν όλα γύρω του σφύζουν από ζωή, αυτός κλείνεται σε μια εσωτερική αταραξία. Αυτό του είναι απαραίτητο για να μπορεί ανενόχλητος να παρατηρεί την εξωτερική μεταβολή και να την αφομοιώνει. Ο ποιητής πρέπει μόνος πολλές φορές να αναδημιουργήσει το σύμπαν, ένα ολόδικό του σύμπαν, που θα μπει και θα το κατοικήσει πρώτος αυτός. Κι ύστερα, αν το καταφέρει, θα το κατοικήσουν κι άλλοι μαζί του.

Μιλήστε μου για την ποίηση και τους δημιουργούς που εσείς θαυμάζετε. Τι θεωρείτε ότι στάθηκε για σας καταλυτική επιρροή;

Προσπαθώ πάντα να απομονώνω το έργο από τον δημιουργό του. Θέλω να πω μ’ αυτό πως πιστεύω σε μια σχεδόν μοιραία δύναμη ενός και μόνου στίχου που αρκεί να δικαιώσει στη συνείδησή μου ακόμα κι έναν ελάσσονα ποιητή. Καθένας έχει γεννηθεί για να πει κάποια λόγια. Άλλος λιγότερα, άλλος περισσότερα. Η ποιητική συνέχεια φτιάχνει ένα ατέλειωτο, ευτυχώς, ποίημα που φτάνει ως τον καιρό μας. Με αυτή τη λογική με συγκινούν ιδιαίτερα και οι ποιητές της γενιάς μου, όχι μόνο με το έργο τους, την αξία του οποίου άλλωστε θα κρίνει ο καιρός και η αγάπη των ανθρώπων, αλλά κυρίως με την αγωνία τους για την συνέχεια της ποίησης.

Thursday, October 11, 2007

Για όσο απουσιάζω...

...σας αφήνω το σκουλαρίκι "μου", γραμμένο από την καλή μου δασκάλα Composition Doll... "Ξαναδιάβασε" ένα αγαπημένο μου τραγούδι, έτσι ακριβώς όπως θα ήθελα να το είχα κάνει εγώ, ακούστε τη...

Monday, October 08, 2007

Ένα οδοιπορικό στα χνάρια του Πιέρ Πάολο Παζολίνι

«...Εσύ ποιητή που δεν θέλεις/
να κρυφτείς πίσω από τα κλεισμένα μάτια,/
κοίτα, κοίτα καλά και πρόσεχε,/
είμαστε εμείς εκείνοι οι νεκροί που ζουν ακόμα...»
(Πιερ Πάολο Παζολίνι, 1922-1975)


Σαν Ρέμο, Ριβιέρα ντι Πονέντε, Γένοβα, Πορτοφίνο, Σάντα Μαργκερίτα, Ραπάλο, Λα Σπέτσια, Λέριτσι, Τσινκουάλα, Φόρτε ντέι Μάρμι, Βιαρέτζο, Τιρέντα, Λιβόρνο, Τοσκάνη, Λάτσιο, Φρέτζενε, Όστια, Νάπολη, Ίσκια, Κάπρι, Βάλο Λουκάνο, Μαρατέα, Συρακούσες, Πακίνο, Τάραντας, Ρόντι Γκαργκάνικο, Πεσκάρα, Σαν Μπενεντέτο, Ρίμινι, Σενιγκάλια, Κατόλικα, Πόρτο Κορσίνι, Βενετία, Τεργέστη.
Όλοι αυτοί οι προορισμοί διανυθέντες σε ένα καλοκαίρι. Εκείνο του 1959. Με ένα Fiat Millecento. Ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι ως ειδικός απεσταλμένος του περιοδικού Successo, το οποίο δημοσίευσε σε τρία συνεχόμενα τεύχη, "Το μακρύ ταξίδι της άμμου» και το ανέσυρε από τη λήθη του χρόνου ο δημοσιογράφος και φωτογράφος Φιλίπ Σεκλιέ. Μαζί με το ανέκδοτο υλικό του Παζολίνι από το εν λόγω ταξιδιωτικό ημερολόγιο, ο Σεκλιέ «έντυσε» με τις δικές του φωτογραφίες το διαφορετικό αυτό ντοκουμέντο, ακολουθώντας νοερά την ίδια γεωγραφική πορεία με το μεγάλο ιταλό δημιουργό και το παρέδωσε –τουλάχιστον για την ελληνική εκδοχή που τυπώθηκε στη Γαλλία, και κυκλοφορεί στη χώρα μας σε μία κάτι παραπάνω από εξαιρετική, αισθητικά, έκδοση από την Ηλέκτρα, σε μετάφραση Μπουμπουλίνας Νικάκη- στο αναγνωστικό κοινό, αποπνέοντας την αύρα του λόγου και των σκέψεων του 37χρονου τότε Παζολίνι που περιδιάβαινε με την ιδιαίτερη ματιά του την ακτογραμμή της Ιταλίας.
Στα δακτυλογραφημένα αλλά και χειρόγραφα κείμενα του Παζολίνι που παρατίθενται αυτούσια με φωτογραφική πιστότητα, βρίσκει κανείς όλη εκείνη την ανθρωπογεωγραφία ενός κόσμου που βγαίνει λαβωμένος μέσα από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και προσπαθεί να επιβιώσει στις νέες συνθήκες που κυοφορούνται.
Ιούνιος, Πορτοφίνο: «...Παύει η αταξία. Οι τιμές γίνονται απρόσιτες: απαγορευτικές για τους μικροαστούς και τους προλετάριους. Όλα είναι ξεκάθαρα, αμιγή: τα σπίτια, είτε λαϊκά είτε πολυτελή, στην πλειονότητά τους από την εποχή του Ουμβέρτου Α΄, συμπαγή σαν φρούρια. Διάφορα λουλούδια ακτινοβολούν με μεγαλοπρέπεια* ούτε το παραμικρό θαμπό ή μαραμένο πέταλο: βουκαμβίλιες και γεράνια φουντώνουν πάνω στους ψηλούς τοίχους και τις βεράντες, λες και κάποιος τα έχει βάψει. Υπέροχες βιολετί στρώσεις, λες και τις έριξε ελεύθερα κάποιος έξοχος καλλιτέχνης πάνω στο μπλε των αναρριχώμενων φυτών, τονισμένες με πορφύρα...»
Το 1959 είναι και η χρονιά που ο Παζολίνι θα γίνει διάσημος έξω από τα στενά όρια της χώρας του, μετά τη δημοσίευση του μυθιστορήματός του «Μια βίαιη ζωή». Αυτή η ίδια «αγριότητα» της αυθεντικότητας του δικού του βλέμματος προς τους ανθρώπους και τη ζωή τους, τόσο απαλή όσο και η άμμος που συνθέτει το αιχμηρό γυαλί, αποτυπώνεται και στο ταξιδιωτικό του αυτό ημερολόγιο –που φυσικά ξεσήκωσε αντιδράσεις στην Καλαβρία, τουλάχιστον, από εθνικιστικές φωνές της εποχής του, αποκαλώντας τον για ακόμη μία φορά εχθρό της πατρίδας του. Οι απεικονίσεις του Σεκλιέ αποδίδουν στις ασπρόμαυρες φωτοσκιάσεις τους και τη δυναμική της οπτικής (πότε στάζει πίκρα πότε μελαγχολία βαθιά και πότε ξεσηκώνει έναν ιδιότυπο διονυσιασμό) του σχετικά πρώιμου Παζολίνι.
Ιούνιος, Ριβιέρα ντι Πονέντε: «...Είναι ο παρδαλός χείμαρρος της ζωής, που έχει πάθει ασφυξία από την επιθυμία να υπάρχει, εδώ, στις υπέροχες παραλίες, ο καθένας ανάλογα με τις δυνατότητές του, να χαρεί το καλοκαίρι, να βάλει τα δυνατά του να είναι ευτυχισμένος, γνήσια ευτυχισμένος, να δει, να τον δουν, μέσα σε μια ερωτική γιορτή...»
Πρόκειται για μέρη που περιπλανήθηκε ο Βοκκάκιος, ο Ντ’ Ανούτσιο, ο Τόμας Μαν, ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε. Είναι η ακτογραμμή που συναντά κανείς τότε το Βισκόντι και την Γκρέτα Γκάρμπο, αλλά και το Φελίνι να γυρίζει μια σκηνή από την «Ντόλτσε Βίτα». Ένα ασπρόμαυρο φόντο για τη ζωή που σφύζουσα εναλλάσσεται μέσα από χρώματα και αποχρώσεις. Μια ασπρόμαυρη εποχή που σε λίγο καιρό θα έδινε τη θέση της στο απαστράπτον χρώμα της ερχόμενης ανθηρής δεκαετίας του ’60. Τότε που στο σελιλόιντ οι ήρωες έπαψαν σιγά σιγά να είναι ασπρόμαυροι κι οι ίδιοι φόρεσαν τα πιο λαμπερά τους χρώματα, απαθανατίζοντας στο πανί μια περίοδο θρυλική για τις τέχνες, τα γράμματα, τον κινηματογράφο και τη μουσική. Ήταν η Εδέμ που αναζητούσαν οι νέοι της εποχής του Παζολίνι. Τώρα, μπορούμε να το δούμε εμείς τουλάχιστον* ότι η Εδέμ είναι εκεί πίσω στο χρόνο. «...Φεύγουν –με το χρέος να είναι τεντιμπόηδες, που αντικαθιστά γα εκείνους το χρέος να είναι καλά παιδιά- προς την Εδέμ, για την οποία δεν ξέρουμε ούτε πού είναι ούτε τι είναι...»

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 6/10/2007)

Monday, October 01, 2007

Η αποθέωση της ζωής, μέσα από τη μέγγενη της Ιστορίας

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή, το Σάββατο 29/9/2007)


«…Είναι όμως πολύ της μόδας οι διάφοροι λογοτεχνικοί κύκλοι κι οι εταιρείες. Οι ατάλαντοι σπεύδουν πάντοτε να ενωθούν με τις αγέλες, ό,τι και αν αυτές πρεσβεύουν, τον Σολοβιόφ, τον Καντ ή τον Μαρξ. Οι μοναχικοί άνθρωποι είναι αυτοί που αναζητούν την αλήθεια, αλλά και εκείνοι που απομονώνονται από όσους δεν την αναζητούν πραγματικά. Υπάρχει, άραγε, κάτι σε τούτον τον κόσμο που ν’ αξίζει την πίστη μας; Λίγα πράγματα. Νομίζω πως πρέπει κανείς να πιστεύει στην αθανασία, σ’ αυτό το ισχυρό συνώνυμο της ζωής…»



«…Μέσα μου είναι άνθρωποι χωρίς ονόματα
Δέντρα, παιδιά και σπιτικά
Όλοι τους μ’ έχουν κατακτήσει
Ετούτη είναι η δική μου νίκη.»

(Από το ποίημα του Γιούρι Ζιβάγκο, με τίτλο «Η ΑΥΓΗ»)



Η λέξη «zizn», το πρώτο συνθετικό του ονόματος Ζιβάγκο στα ρωσικά, σημαίνει, ζωή. Διόλου τυχαία. Ο συγγραφέας Μπόρις Πάστερνακ διάλεξε έτσι να ονομάζεται ο κεντρικός ήρωας αλλά και ολόκληρο το κορυφαίο μυθιστόρημα της ρωσικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα, «Δόκτωρ Ζιβάγκο» (το οποίο κυκλοφορεί εκ νέου στη χώρα μας από τις εκδόσεις Ποταμός σε μετάφραση Μαρίας Τσαντσάνογλου), ένας ύμνος στη ζωή και την επικράτησή της έναντι οποιασδήποτε ιστορικής συνθήκης, επανάστασης, περιορισμού και καταναγκασμού. Ένα βιβλίο που ξεπήδησε από της φλόγες των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, της Οκτωβριανής Επανάστασης και ενός αδούλωτου, βαθιά δημιουργικού καλλιτεχνικού πνεύματος του Πάστερνακ και έχει περάσει στην αιωνιότητα που επιζητούσε και ο ίδιος ο συγγραφέας για το έργο του.
Διαβάζοντας σήμερα, το μυθιστόρημα που του χάρισε και το Νόμπελ το 1958 –που εκείνος λόγω της απαγόρευσης του καθεστώτος της χώρας του δεν μπόρεσε να λάβει, αλλά 30 χρόνια αργότερα έφτασε στα χέρια του γιου του- νιώθεις ένα αεράκι φρέσκο να σε χτυπάει στο πρόσωπο. Η ιστορία ένας μεγάλου έρωτα, η χώρα -κατατρεγμένη όπως θα αποδειχθεί τριάντα χρόνια τουλάχιστον μετά- από την ίδια την Ιστορία που έγραψε με κόκκινο χρώμα κι ένας άντρας που σώζει ζωές και γιατρεύει σώματα, αλλά για να σώσει την ψυχή του γράφει ποιήματα. Ο Γιούρι Αντρέγιεβιτς. Κι η άλλη βασανισμένη ψυχή που εκείνος λάτρεψε, η Λάρα. «…Τα χέρια της τον γοήτευαν με τον ίδιο τρόπο που σε συνεπαίρνει μια υψηλή σκέψη…»
Η ερωτική ιστορία για να ηλεκτρίζει την ατμόσφαιρα του βιβλίου («…Από μέρα σε μέρα μπορεί να με δεις να πέφτω πάνω σου σα νιφάδα χιονιού…»), οι περιγραφές των τοπίων πρωτότυπες ακόμα και σήμερα – που όλα δεν έχουν ειπωθεί; Όχι, δεν έχουν ειπωθεί μ’ αυτόν τον τρόπο-, η ψυχοσύνθεση των ηρώων να ιχνογραφείται μέσα από ένα ανθρωπιστικό φίλτρο φιλοσοφικής θεώρησης του κόσμου, η πολιτική στο φόντο και στα παρασκηνιακά νήματα που κινούν τις ζωές των ανθρώπων. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να γράψει ο Πάστερνακ, όταν μεγάλωσε με το Ραχμάνινωφ, το Ρίλκε και τον Τολστόι, να μπαινοβγαίνουν, όταν ήταν μικρούλης, σπίτι του* όταν ο πατέρας του ήταν ζωγράφος και η μητέρα του πιανίστρια και ο ίδιος ένας ολοκληρωμένος μουσικός και προικισμένος ζωγράφος που σπούδασε Νομικά και Φιλοσοφία, αλλά προτίμησε σε όλη του τη ζωή να ακολουθήσει τη μούσα της ποίησης; Πώς θα μπορούσε αυτός ο καλλιτέχνης να αγνοήσει τον άνθρωπο, το άτομο, τις ιδιαιτερότητές του, όταν οι μάζες γύρω του δονούνταν από την Επανάσταση, σφαγιάζονταν τα αισθήματα και ο ανθρωπισμός θυσιαζόταν στο βωμό της ιδεολογίας; Δεν έκλεισε τα αυτιά του ούτε έκανε τα στραβά μάτια. «…Αυτό κάνει τη ζωή τόσο τρομακτική. Όχι οι εκκωφαντικές φωνές, οι αστραπές κι οι κεραυνοί, αλλά τα πλάγια βλέμματα, οι ψίθυροι της συκοφαντίας. Όλα στη ζωή είναι βρόμικα και διφορούμενα. Αρκεί να σε τυλίξει μια κλωστή σαν ιστός αράχνης κι ύστερα χάθηκε, όσο κι αν προσπαθείς να ξεφύγεις, το μόνο που θα καταφέρνεις είναι να μπερδεύεσαι περισσότερο. Οι δυνατοί εξουσιάζουν τους αδύναμους…»

Απολάμβανε μεν μια ιδιότυπη «προστασία» από τα πραγματικά πυρά του καθεστώτος, αλλά τα βιβλία του έκαναν χρόνια να εκδοθούν. Έτσι φυγάδευσε το μυθιστόρημά του «Δόκτωρ Ζιβάγκο» στην Ιταλία, όπου ο γενναίος εκδότης Φελτρινέλλι δεν υπέκυψε στις έξωθεν πολιτικές πιέσεις και εξέδωσε το βιβλίο του. Ευτυχώς. Αλλιώς θα είχαμε χάσει μια συνείδηση που, σφύζουσα κι οξυδερκής, είχε δει μακρύτερα από τους πολλούς. «…Τα γεγονότα δεν υπάρχουν από μόνα τους αν ο ίδιος ο άνθρωπος δεν προσθέσει σ’ αυτά κάτι δικό του, κάποια δόση ανθρώπινης ιδιοφυϊας, κάποιο παραμύθι…» Όπως και ο ίδιος είχε αποφανθεί, «ο συγγραφέας είναι ο Φάουστ της σύγχρονης κοινωνίας, η μόνη ατομικότητα που επιβιώνει στη μαζική κοινωνία. Οι ορθόδοξοι σύγχρονοί του τον βλέπουν στα τρελό». Ήταν εκείνος ο «τρελός» της δικής του εποχής που κατάφερε να περάσει στο μέλλον και στον αναγνώστη του μέλλοντος. Ήταν κι αυτός «εντός του μέλλοντός του».
«…σα να τον ρωτούσαν πόσο θα αργήσει ακόμα ο κόσμος να ‘ρθει στα συγκαλά του, πότε θα ξαναγυρίσει η ειρήνη και η τάξη στη ζωή τους…» Δεν είναι μόνο η μαεστρία που ενορχηστρώνει το μυθιστορηματικό του υλικό ο Πάστερνακ, δεν είναι μόνο ο τρόπος που διαχειρίζεται τη σκιαγράφηση της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας που έζησε στο πετσί του, δεν είναι μόνο η σοφή του μυθιστορηματική αποστασιοποίηση και το πάθος που ξεχειλίζει συνάμα στη γραφή του, είναι πάνω απ’ όλα, το ελεύθερο πνεύμα του* ο λοξός δρόμος που τράβηξε για να προχωρήσει προς το μέλλον* η ανάγνωση της ζωής ως υπέρτατη πολιτική πράξη ειλικρινούς αφοσίωσης απέναντι στην ίδια τη ζωή. «…Όσο η τάξη των πραγμάτων τούς επέτρεπε να ζουν με άνεση και να κάνουν, σε βάρος της πλειοψηφίας, όποια παραξενιά τούς κατέβαινε, κάθε βλακεία και εκκεντρικότητα της προνομιούχας αυτής μειοψηφίας εύκολα μπορούσε να περνιέται για πρωτοτυπία και για γνήσια συμπεριφορά. Η πλειοψηφία τούς ανεχόταν. Όταν όμως ο ταπεινός λαός ξεσηκώθηκε και τα προνόμια των λίγων καταργήθηκαν, πολύ γρήγορα όλοι οι πρώην επίλεκτοι έχασαν και το χρώμα τους και την αυτονομία της σκέψης τους, την οποία, καθώς φαίνεται, δεν είχαν πραγματικά κερδίσει…»
Στους βαρείς «χειμώνες», λοιπόν, της ανθρώπινης Ιστορίας, στις μελανές της σελίδες, στις δύσκολες ώρες με άλλα λόγια, ο Πάστερνακ προσέφερε ένα αποτελεσματικό καταφύγιο για τον άνθρωπο που δεν θέλει να χάσει την ανθρωπιά του. Του χάρισε με την τέχνη του ένα αναγνωστικό παρόν που κυριαρχεί η προαιώνια αγάπη για τη ζωή, για τη χαρά της ζωής, του καθενός ατόμου ξεχωριστά, και του κληροδότησε τις «μαγνητοταινίες» ενός ματωμένου και ζοφερού ιστορικού χρονικού, ιδωμένου μέσα από την τρυφερή ματιά ενός ιδιοφυούς καλλιτέχνη. «…Τώρα που είναι χειμώνας, κι όλα τριγύρω είναι ναρκωμένα, μπορεί κανείς να διαβάσει ευκολότερα το παρελθόν πάνω στα σημάδια από το χιόνι…»

Friday, September 28, 2007

Τι να σου προσφέρω να γράψεις;

Κοιτούσε από μακριά τη λευκότητά τους.
Τα μαύρα στίγματα άφηναν το νου να τρέχει.
Η καρδιά βογγούσε να αντέξει το τέλος.
Τα μάτια ιρίδιζαν τη γνωστή τους ειρωνεία.
Η φαντασία είχε κερδίσει το έδαφος όλο.
Τι να σου προσφέρω να γράψεις;

Sunday, September 23, 2007

Στην κόψη της ζωής και του θανάτου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 22/9/2007)

«…Λένε ότι οι γυναίκες βλέπουν όνειρα όπου κινδυνεύουν αυτοί που είναι στην προστασία τους κι οι άντρες όνειρα όπου κινδυνεύουν οι ίδιοι…»




Είναι από κείνα τα βιβλία που η αγριότητά τους τραμπαλίζεται συνεχώς με την αυτοφυή τρυφερότητα της βαθιάς ανθρωπιάς. «…Προς ποια κατεύθυνση λοξοδρομούσαν συνήθως οι χαμένοι;…» Από τη μία φοβάσαι, αγχώνεσαι, κουράζεσαι, αηδιάζεις ακόμα από τις εικόνες της φρίκης, καθώς είναι ανάγνωσμα και η φρίκη αναδύεται από μέσα σου, από τις λέξεις που φτάνουν στο στέρνο σου –δεν είναι ταινία τρόμου να κλείσεις τα μάτια κι επιδερμικά να απαλλαγείς από το κακό- και από την άλλη σου έρχονται δάκρυα στα μάτια από τη γλύκα που επιζεί, από την ομορφιά της αγάπης που επιβιώνει, από τη σκληρή τρυφερότητα που σου προεξοφλεί ότι δεν θα είσαι πια ίδιος, μετά το πέρας της ανάγνωσης ενός βιβλίου σαν κι αυτό. «…Άμα είσαι σε επιφυλακή συνέχεια σημαίνει ότι όλο φοβάσαι;…»
Το μυθιστόρημα «Ο δρόμος» του Κόρμακ ΜακΚάρθυ που απέσπασε για φέτος το βραβείο Πούλιτζερ και κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Αύγουστου Κορτώ (ο οποίος φοβάμαι ότι στην προσπάθειά του να προσδώσει ρυθμό και ποιητικότητα στο ελληνικό κείμενο, σε ορισμένα σημεία «λοξοδρόμησε» εις βάρος της αναγνωστικής απόλαυσης και διευκόλυνσης), σε φτάνει στα όριά σου ως αναγνώστη και ως ανθρώπου. Μακρόσυρτες περιγραφές επαναλαμβανόμενων τοπίων να απλώνονται μπροστά στην πορεία ενός πατέρα και του μικρού του γιου προς τη θάλασσα* ίσως τη σωτηρία που δεν είναι διασφαλισμένη για κανέναν. Η στάχτη κυριαρχεί. Και η καμένη γη. Έτυχε να διαβάσω το βιβλίο μετά την τραγωδία των καταστροφών από τις πυρκαγιές στη χώρα μας και αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο συγκινησιακό τοπίο που δημιούργησε σε μένα η γραφή του αμερικανού δημιουργού. Είδα την καταστροφή που περιγράφεται στο βιβλίο, να είναι τόσο κοντά… «…Τα ελέη ενός αφανισμένου κόσμου…».

Ένας πατέρας, ο γιος και ο θάνατος. Τρεις λέξεις αρκούν για να «πουν» όλη την υπόθεση. Σύμφωνα με τους κινηματογραφιστές, αυτή είναι και η επιτυχημένη «συνταγή» για το σενάριο μιας καλής ταινίας: να μπορείς να την αφηγηθείς με τρεις λέξεις. Το κείμενο πάντως είναι «ενοχλητικό», σε «ξεβολεύει» από τη μακαριότητα της ανάγνωσης, το περιεχόμενό του σε αναγκάζει να «ξυπνήσεις» και να σκεφτείς μετά για το μέλλον του κόσμου. Είναι το περιβάλλον Αποκάλυψης που περιγράφει ο ΜακΚάρθυ. «…Εκεί που δεν μπορεί να ζήσει άνθρωπος ούτε θεός θα προκόψει ποτέ…» Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στο μικρούλη γιο του συγγραφέα, η γέννηση του οποίου βρήκε τον πατέρα του σε μεγάλη ηλικία, πράγμα που τον έκανε να γράψει αυτή την ιστορία ανιχνεύοντας τη σχέση με το γιο του, αλλά και το μέλλον που προφανώς τον φοβίζει για το παιδί του, αλλά και την αγωνία για τη δική του τυχόν αθέλητη απουσία, κι όλα αυτά περιβεβλημένα με το ζεστό και δυνατό μανδύα της πατρικής αγάπης.
«…Το ‘χε νιώσει ξανά αυτό το αίσθημα, πέρα απ’ το μούδιασμα και την αδράνεια της απελπισίας. Ο κόσμος όλος να συρρικνώνεται γύρω από έναν ωμό πυρήνα μίζερων υπάρξεων. Τα ονόματα όλων των πραγμάτων ν’ ακολουθούν τα πράγματα στη λήθη. Χρώματα. Ονόματα πουλιών. Φαγώσιμα. Στο τέλος τα ονόματα πραγμάτων που τα νόμιζες αληθινά. Πιο εύθραυστα απ’ ό,τι τα θεωρούσε. Πόσα να ‘χαν άραγε ήδη χαθεί; Η ιερή φράση με κουρεμένες τις αναφορές της κι ως εκ τούτου με λειψή πραγματικότητα…» Την ώρα που διαβάζεις το μυθιστόρημα, δεν σε αφήνουν οι έντονες εικόνες του να σκεφτείς κανένα άλλο επίπεδο ανάγνωσης. Μόνο εκείνο που σε χτυπάει δυνατά στο στομάχι, το απέξω. Εκ των υστέρων, έχεις το χρόνο να δεις ότι δεν είναι απλώς ένα μελλοντολογικό θρίλερ. Θα ήταν πολύ απλό και λίγο για να είναι μόνο αυτό. Είναι μια ιστορία που πέρα από τα ανθρώπινα αισθήματα σε οριακές καταστάσεις επιβίωσης, τότε που ο άνθρωπος γίνεται ζώο για να εξασφαλίσει το ύστερα, σκιαγραφεί -με πολύ στάχτη- την υπέρτατη υπαρξιακή αγωνία.
«…Σηκωνόταν κι έστεκε όρθιος παραπατώντας μες στο κρύο αυτιστικό σκοτάδι με τα χέρια τεντωμένα για ισορροπία όσο οι υπολογισμοί του λαβυρίνθου στο κρανίο του έβγαζαν με ζόρι τα πορίσματά τους. Πανάρχαιο χρονικό. Ν’ αναζητάς το κατακόρυφο…Σαν το πελώριο εκκρεμές στη στρογγυλή του αίθουσα να γράφει τροχιές μες στις απέραντες ημερήσιες κινήσεις του σύμπαντος που λες γι’ αυτές ότι δεν έχει ιδέα κι ωστόσο σίγουρα κάτι ξέρει…» Σ’ αυτό το δρόμο που επιλέγει ο δημιουργός να πορευτεί η φαντασία του, ακροβατεί ανάμεσα στην αγριότητα των ενστίκτων και τη θαλπωρή της αγάπης, πραγματευόμενος ζητήματα και διλήμματα ζωής και θανάτου* με τόλμη πάντως, όσο κι αν σοκάρεται ο αναγνώστης. Και σοκάρεται αναμφίβολα. «…Όταν δεν σου ‘χει μείνει τίποτ’ άλλο κατασκεύαζε τελετουργίες με το τίποτα και δίνε τους την πνοή σου…» Η τραγωδία της ανθρώπινης φύσης, το τέλος δηλαδή που το φέρει στα κύτταρά του το άτομο από τη στιγμή της δημιουργίας του ήδη, σ’ αυτό το βιβλίο μπορεί να ορίζεται ακόμη και ως λύτρωση μπροστά σε ένα χειρότερο σενάριο: την εξαθλίωση, την αναξιοπρέπεια και τη βεβήλωση εντέλει αυτού του ίδιου του θανάτου.

Monday, September 17, 2007

Δρόμοι ζωής

Πάλι η καλή μάγισσα ήρθε και μας ακουμπά με το ραβδί της. Για δείτε εδώ, για να βοηθήσουμε όλοι, γιατί όπως λέει και η Μάτζικα, "πρέπει να σηκώσουμε τα μανίκια". Μήπως κι αλλάξουμε μια στάλα τη ζωή στο δρόμο εκεί έξω, λέω εγώ ή έστω τη ζωή μέσα μας, δηλαδή την ελπίδα μας να αφήσουμε ν' ανθίσει.
Και μόνο η επίσκεψη στο Μπαζάρ σε ανταμείβει. Φεύγεις λίγο πιο γεμάτος μέσα σου, αλλά ελαφρύς σαν πούπουλο. Είναι η αβάσταχτη ελαφρότητα της ζεστασιάς και της αγάπης.
Και φέτος θα έρθουμε, Μάτζικα, δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το αγοράκι που μας ξενάγησε στο Μπαζάρ πέρυσι...Αλλά φέτος θα μαγειρέψω κιόλας.

Ο ήχος της αγάπης και της ανθρωπιάς

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 15/9/2007)

«…Χιλιάδες άλλα παιδιά είναι το ίδιο αβοήθητα –ή και περισσότερο. Το ίδιο και μέσα μας, μέσα σε σένα και σε μένα, κρύβονται δύο μικρά αγοράκια. Τα ακούς; Νιώθεις γι’ αυτά συμπόνοια; Αυτή είναι η βενζίνη μας, το μόνο πράγμα που σε κρατάει όρθιο…Μερικά παιδιά είχαν ψυχή γεροντάκου με ένα λεπτό λούστρο παιδισμού. Ο μικρός που είχε μπροστά του ήταν τουλάχιστον χιλίων διακοσίων χρόνων, είχε έναν τόνο σαν τα μεγάλα κομμάτια του Μπαχ…»




Ένα ασυνήθιστο μυθιστόρημα που σε κρατάει με την ιδιόμορφη πλοκή του και την ιδιαζόντως γοητευτική του αφήγηση σε εγρήγορση μέχρι το τέλος. Ένα «βιβλίο βιβλίο», όπως συνηθίζω να λέω τον τελευταίο καιρό για εκείνα τα αναγνώσματα που σου προσφέρουν μεν μια άλλη οπτική για τον κόσμο, την ψυχή του και τα πράγματα γύρω μας, αλλά χωρίς να σε ξεχνούν εσένα, αναγνώστη, που θέλεις και μια ιστορία για να περιπλανηθείς με ενδιαφέρον σε άλλες διαδρομές και εντάσεις που δεν βρίσκεις στην καθημερινή σου ζωή. «…το σύστημά της είχε έναν ήχο σαν μοτέρ που δεν μπορεί να ησυχάσει, συνεχίζει να δουλεύει μέχρι να καεί. Ήταν ο ήχος χάρη στον οποίο αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον οι ντεσπεράδος της ζωής…»
Πρόκειται για «Το σιωπηλό κορίτσι», το μυθιστόρημα του Πέτερ Χόε που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση Σωτήρη Σουλιώτη. Είναι ένα βιβλίο που παρά τις 487 σελίδες του το διάβασα μέσα σε λίγες ώρες, γιατί δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς από την παράξενα ελκυστική γραφή του Χόε. Δημιούργησε ένα μυστήριο ο δανός συγγραφέας που αναγκάζει τον αναγνώστη να το παρακολουθήσει μέχρι και την τελευταία σελίδα, στα πρότυπα σύγχρονου μεταφυσικού θρίλερ, αλλά έχει να σου πει τόσα πολλά πράγματα για την ανθρωπιά, την αγάπη, την αθωότητα, την ελπίδα, την ομορφιά, την παιδική ψυχή, τη μουσική και τη μουσική της ζωής που θες να ρουφήξεις εντελώς όλη αυτή τη θετική θεώρηση του κόσμου και της ύπαρξης –όχι γλυκανάλατη, αλλά όμορφα αισιόδοξη, σε περνάει μέσα από το κακό και την καταστροφή και τη μοναξιά για να σε βγάλει στο φως, και ποιο φως; εκείνο το ισχνό των «λευκών νυχτερινών» τοπίων της πατρίδας του που εξαρτάται από σένα αν θα το δεις κι αν θα το μεγεθύνεις μέσα σου. Η επιλογή εναπόκειται φυσικά στη διακριτική ευχέρεια του αναγνώστη. «…Ο Κίρκεγκορ είχε πει κάπου ότι όλοι οι άνθρωποι είναι πολυκατοικίες, αλλά κανείς δεν ανεβαίνει στο ρετιρέ…»
Το βιβλίο αποπνέει με ένα μεγαλειώδη τρόπο σεβασμό για τα παιδιά, την εύθραυστη φύση της ηλικίας τους, για τις γυναίκες, για τους ηλικιωμένους* σεβασμό προς τη ζωή και την ομορφιά της, σεβασμό για του όποιου είδους ιδιαιτερότητα, και όχι με το μελό δικό μας μεσογειακό τρόπο, αλλά με μια κατηγορηματικότητα που δεν επιδέχεται αμφισβητήσεις. «…σε ένα ευρύτερο πλάνο όλοι βρισκόμαστε στην άκρη. Η μόνη διαφορά είναι ότι κάποιοι βρίσκονται περισσότερο στην άκρη από κάποιους άλλους…»
Ο ήρωας του Χόε, ο Κάσπερ, είναι ένας κλόουν από το τσίρκο που διαθέτει την ιδιότητα να ακούει τα πάντα. Στη μέση ηλικία. Μοιάζει ξοφλημένος. Χρωστάει παντού χρήματα. Η εφορία τον κυνηγά. Και ξαφνικά έρχεται ένα άλλο νόημα στη ζωή του: η μορφή ενός κοριτσιού που τον επισκέπτεται συχνά και τον αναγκάζει να το αναζητήσει, καθώς κάποιοι άγνωστοι το έχουν απαγάγει.«…Το Κρατικό Νοσοκομείο έμοιαζε με γκρίζο τσίρκο στημένο στα παρασκήνια του Κάτω Κόσμου. Αιτία ήταν η ανασταλτική επίδραση που ασκούσαν οι λευκές κουρτίνες, η γυμνότητα των ανθρώπων, οι ένστολοι υπάλληλοι κι ακόμα οι ιεραρχίες, οι ρόλοι, το πλήθος στιλβωμένο ατσάλι. Επικρατούσε ο ήχος της παρουσίας ενός αόρατου μηχανισμού, η γεύση της αδρεναλίνης στο σάλιο, η αίσθηση του ορίου…» Εκείνα τα στοιχεία που εντυπωσιάζουν, εκτός από την ικανότητα του Χόε να τροφοδοτεί την αγωνία του αναγνώστη, είναι οι πρωτότυπες περιγραφές που επιλέγει να δώσει ο συγγραφέας και η αφηγηματική δεινότητα που τις ξετυλίγει. «…Τα μάτια της ήταν ευρύχωρα. Θα μπορούσε να καθίσει μέσα τους με όλο του τον πόνο και θα είχαν ακόμα χώρο…» Το χιούμορ δεν λείπει επίσης, «…Η γυναίκα είναι θάλασσα, ακόμα κι αν φοράς μπρατσάκια και σωσίβιο, η πιθανότητα να πνιγείς είναι μεγάλη…», σε όλες του τις διαστάσεις «…Το πρόβλημα με το θυμό εναντίον του Θεού είναι ότι δεν υπάρχει κάποιος πιο ψηλά στην ιεραρχία για να κάνεις τα παράπονά σου…».

Η γεύση του ανεκπλήρωτου έρωτα





(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 15/9/2007 και η φωτογραφία αποτελεί εξαιρετική λεπτομέρεια από το υπέροχο σπίτι που με φιλοξένησε για λίγες μέρες το καλοκαίρι)

Μια νουβέλα κομψή και τρυφερή ξεδιπλώνει ο Γενς Κρίστιαν Γκρένταλ πίσω από τον τίτλο «Βιρτζίνια» (εκδόσεις Πόλις, μετάφραση Λύο Καλοβυρνάς), εκείνο το είδος του καπνού που αφήνει στα χείλη τη γλυκόπικρη υφή του παρελθόντος χρόνου. Μια εφηβεία που στιγματίζεται για δύο ανθρώπους από τη μεταξύ τους συνάντηση αρχικά, αλλά και την αναπάντεχη επίδραση που μπορεί να έχει ένας πόλεμος που «βρέχει» πιλότους από τον ουρανό. «…Κάθε νύχτα περίμενε τα αεροπλάνα. Δεν φοβόταν, ήξερε ότι δεν θα έριχναν βόμβες εδώ, που είχε μόνο παραλίες, φιορδ και σκόρπια σπίτια…Ήταν ένας πόλεμος πλασμένος από ήχους, φωνές στο ραδιόφωνο και φήμες στο δρόμο, σειρήνες από τις στέγες και τον μακρινό βόμβο των αεροπλάνων που έρχονταν από το πέλαγος…»
Με γλυκύτητα και δεξιοσύνη που αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη, ο συγγραφέας ξετυλίγει το κουβάρι των αναμνήσεων ενός μοναχικού πια ηλικιωμένου άνδρα από ένα καλοκαίρι της εφηβείας του που έμελλε να σημαδέψει τα αισθήματά του για πάντα. «..Το αγόρι δεν επέτρεπε στον εαυτό του να κοιτάζει τη νεοφερμένη περισσότερο από λίγα δευτερόλεπτα κάθε φορά. Εάν ήξερε εκ των προτέρων τι βλέμμα θα του έριχνε, οι χειρότεροι φόβοι του θα είχαν επιβεβαιωθεί…» Η νοσταλγία για την αθωότητα που περιέβαλε την ψυχή του αγοριού απέναντι στο κορίτσι-μυστήριο της πρώτης νιότης του, κάνει τον αναγνώστη να νομίσει ότι πρόκειται απλώς για μια ιστορία αγάπης που δεν εξομολογήθηκε και δεν ευοδώθηκε ποτέ. Αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Ο Γκρένταλ κατορθώνει να συμπυκνώσει μέσα στο σύντομο κείμενό του, το φόβο των ενοχών που μπορούν να σε κρατήσουν μακριά ως φυσική παρουσία απ’ αυτό που κουβαλάς πάντα στην ψυχή σου ως ανάμνηση, το φόβο απέναντι στην ίδια τη ζωή, το φόβο να αναλάβει κανείς την απόλυτη ευθύνη του εαυτού του. «…Έπρεπε να κάνει κάτι γιατί, ακόμα κι αν τα έκανε χειρότερα, θα ήταν προτιμότερο από το να μην κάνει τίποτα…»
Τα γηρατειά έρχονται μαζί με την απραγία της ηλικίας να επιχειρήσουν να «ξαναδιαβάσουν» τη ζωή που έφυγε και να «διορθώσουν» τα λοξοπατήματα για τα οποία μάλλον δεν βρίσκει κανείς ποτέ συγχώρεση από τον ίδιο του τον εαυτό. «…Αν και τα χρόνια περνούν πιο γρήγορα όταν γερνάς, οι μέρες γίνονται ατέλειωτες και απαιτητικές με τρύπες που πρέπει να τις αποφεύγεις…»

Thursday, September 13, 2007

Άσκηση ισορροπίας


Μετά την Κυριακή...Το άααλλο Σάββατο...


Κάθε Σάββατο η ίδια ιστορία. Αθέατη από τα μάτια του τηλεοπτικού ειδώλου της κοινωνίας. Αθέατη από τα φιμέ τζάμια της εξουσίας.
Άνθρωποι αξεδιάλυτοι από τα σκουπίδια. Κάτω στα τσιμέντα. Μέσα στην κουφόβραση του μεσημεριού, στην τσίκνα των σουβλατζίδικων, στον ιδρώτα της συνεχούς μετακίνησης. Και στο χέρια ένα ευρώ. Να γίνει η συναλλαγή. Κάποιος να χαμογελάσει και να πάει στο διπλανό φούρνο να πάρει ένα κομμάτι ψωμί. Για το παιδί του.
Δεν πρόκειται περί γραφικότητος.
Δεν είναι γραφικότητα η φτώχεια.
Είναι πραγματικότητα. Αέναη.
Το άλλο Σάββατο που θα έχει "μιλήσει η κάλπη" και θα έχει "κερδίσει η Δημοκρατία" και θα έχει "διατρανωθεί ο διάλογος σε υπέρτατο κοινωνικό αγαθό",
τούτες οι σκιές θα περιφέρονται ακόμη στους δρόμους του άστεως. Χωρίς αγαθά. Και δεν θα είναι καμιά νουάρ σκηνή ταινίας.
Θα είναι η σκηνοθεσία της ζωής με όλο το ζόφο που δεν έχει χώρο για μελό.
Όταν πεινάς, όταν κρυώνεις, όταν φοβάσαι, τι να σου κάνει το μελό;
Δεν σε χορταίνει, δεν σε ζεσταίνει, δεν σου δίνει ελπίδα.
Το άλλο Σάββατο, πάλι θα δώσω ραντεβού μαζί τους στη γωνία του δρόμου. Θα με περιμένουν, ό,τι κι αν έχω ρίξει στη σχισμή της κάλπης. Θα με περιμένουν με μαύρο σταυρό για την ψυχή και το πιο πλατύ χαμόγελο του κόσμου. Και θα με σταυρώσουν περισσότερο μ' αυτό.
Γιατί η φτώχεια χαμογελά και χαίρεται και υπάρχει κι ανθίζει. Μετά την Κυριακή αυτό θα είναι εκεί, για όποιον θέλει να το δει. Όπως είναι εκεί, χρόνια τώρα. Μετά την κάθε εκλογική Κυριακή. Το άααλλο Σάββατο. Το άλαλο.

Monday, September 10, 2007

Τα ανίσχυρα ψεύδη του Αμερικανικού Ονείρου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 8/9/2007)

«…Όπως καθόταν εκεί, δεν ήταν παρά ένα από κείνα τα απίστευτα όμορφα παιδιά που βγαίνουν απ’ τους σωρούς της κοπριάς πόλεων σαν και τη δική μας, ένα από κείνα τα παιδιά που προορίζονται για έναν γρήγορο γάμο, ένα παιδομάνι και μια απότομη κατάρρευση όταν τριανταπενταρίζουν…»



Ένας άντρας. Στο χείλος της καταστροφής. Βαδίζει την οδό της απωλείας. Δεν έχει να χάσει τίποτε άλλο παρά τον εαυτό του. Τα άλλα, αυτά που του θυμίζουν ποιος ήταν, τα έχει ήδη απωλέσει: γυναίκα, παιδί, λεφτά, ευτυχία και αθωότητα, φυσικά. «…Πιάνεσαι απ΄ ό,τι βρεις…»
Είναι έτοιμος να φορτωθεί τις αμαρτίες ενός κόσμου ολόκληρου - ραγισμένου, που δεν θέλει πολύ για να γκρεμιστεί σαν πύργος από τραπουλόχαρτα και ψεύδη- που καταρρέει, προκειμένου να ανοικοδομήσει, μόνος του εννοείται, αυτός ο κόσμος, το όνειρό του, αυτό το αμαρτωλό Αμερικανικό Όνειρο. «…Δεν ξέρω πώς βρέθηκα σ’ αυτή την πλευρά της ζωής. Στ’ αλήθεια δεν ξέρω…Αντάλλαξα τις ανατολές για τις δύσεις…», ομολογεί ο Λόρενς, ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, «Χαμένες ψυχές», του Michael Collins, που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη.
Ένας Ιρλανδός που γράφει για την αμερικανική ψυχή, διατρέχοντας τα δεινά της κοινωνίας της με κινηματογραφική πιστότητα. Και θέλει αντοχές αυτό αναμφίβολα. Αλλά στην περίπτωση του Michael Collins, αυτό έχει λυθεί, αφού ο ίδιος μαραθωνοδρόμος, μάλλον με τον ίδιο τρόπο που τρέχει, φαίνεται να ξεδιπλώνει και την πλοκή του βιβλίου του. Μου θύμισε το θέμα που διαπραγματεύεται ο Collins και το οποίο μόνο επιφανειακά μοιάζει με σενάριο μιας συνηθισμένης αμερικανικής ταινίας μυστηρίου, ένα απόσπασμα από το βιβλίο του William Carlos Williams, «The Great American Novel» (1923), «…Όρθιοι στην αφρισμένη κορφή του μαρασμού, όπως η Αφροδίτη στο κύμα της, γυμνοί όπως εκείνοι, μα γυμνοί νοήματος –αφού πρόκειται για την επιστροφή: Να επιστρέφουν! Από τους άγριους που κυνηγούν αρκούδες φτάσαμε στα τουφέκια και στο κανόνι. Από τους Χαλδαίους που συμβουλεύονται τα άστρα πέσαμε στην κοιλιά του τηλεσκόπιου. Από μεγάλοι δρομείς εξελιχτήκαμε σε ομιλητές μέσω καλωδίων. Αλλά το φρόνημά μας ευημερεί! Κανονικό μπουμ!…»
Ο ιστός του μυθιστορήματος περιλαμβάνει μια σειρά από φόνους που συμβαίνουν ακριβώς την πιο ακατάλληλη στιγμή για τον ήρωα, αυτόν το γραφικό χαμένο, μόνο και έτοιμο να διαφθαρεί αστυνομικό, προκειμένου να καλύψει τα οικονομικά του χρέη, αλλά κι εκείνα τα άλλα τα χρέη της ζωής του που αποτυπώνονται στο βλέμμα του γιου («…Όλοι θέλουμε κάποιος να βλέπει τι κάνουμε, να ξέρουμε ότι μας φροντίζουν…») που δεν συναντά πια, γιατί χρωστάει τη διατροφή …αλλά και στη φιγούρα εκείνου του τρίχρονου νεκρού κοριτσιού που ανακαλύπτει ο αστυνομικός μια νύχτα του Χάλοουιν, σε μια αντιπροσωπευτικά αμερικανική κλειστή κοινωνία μιας επαρχιακής πόλης παραδομένης στην παρακμή* όχι μόνο στον οικονομικό μαρασμό, αλλά και στην ψυχική κατάρρευση που εκδηλώνεται ανάγλυφα στο άφθονο φθηνό αλκοόλ που διαποτίζει τα κορμιά των χαμένων αυτών ψυχών και στη διαύγεια που στερούνται, επιμένοντας να βλέπουν την πορεία τους μέσα από την πραγμάτωση αυτού του περιβόητου Αμερικανικού Ονείρου. «…Δεν αναζητούσαμε την αλήθεια τελικά, αλλά τον μύθο…»
«…Είχα διαβάσει κάπου ότι δύο μπορούν να κρατήσουν ένα μυστικό, μονάχα αν ο ένας είναι νεκρός…» Ο ίδιος ο Λόρενς, ο αστυνομικός, θα δεχθεί να συμμετάσχει σε μια άτυπη συμφωνία συγκάλυψης του αποτρόπαιου αυτού εγκλήματος, χωρίς να υποψιάζεται στο ελάχιστο, την τραγωδία που κρύβεται πίσω από τι θολές ενδείξεις που του δίνονται για να πέσει αρκετή στάχτη στα μάτια του και να μην κατορθώσει να δει ούτε και ο ίδιος την πραγματική εκδοχή των θλιβερών συμβάντων. «Έτσι καταλήξαμε να ζούμε και να πεθαίνουμε, πίσω από μάσκες…» Οι προσωπικοί του δαίμονες τον τυφλώνουν. Η δυστυχία του απλώνεται σαν ηθελημένη αιθαλομίχλη που τον εμποδίζει να ανακαλύψει τον πραγματικό ένοχο, αλλά οι τύψεις του είναι ισχυρότερες και η εναντίωση της δικής του «χαμένης ψυχής» ικανή να ανατρέψει την «έτοιμη αλήθεια» που του προσφέρουν. «…Κοιτάζει στην ιστορία και άντρες πετυχαίνουν σπουδαία πράγματα κάτω από τις χειρότερες συνθήκες παλεύοντας ενάντια στους δαίμονές τους…»
Από την πάλη με το χειρότερο εαυτό του, ο Λόρενς κατορθώνει να βγει νικητής, από την άποψη ότι έχει ανοιχτά πια τα μάτια του να δει τα ανίσχυρα ψεύδη της αμερικανικής οικονομικής ευμάρειας. «…Η μεγαλύτερη αξίωση που είχε προβάλει η πόλη μας έως τότε να κατακτήσει τη φήμη βασιζόταν στο ότι ήμασταν μία από τις πιο στερεότυπες κοινότητες της Αμερικής, ένας υπέρβαρος λευκός πληθυσμός από λάτρεις των πρόχειρων γευμάτων, μια δοκιμαστική περιοχή για τις μεγαλύτερες εταιρείες τροφίμων. Ήμασταν το συλλογικό υποσυνείδητο. Κάθε μέρα διαμορφώναμε αυτό που οι συμπατριώτες μας Αμερικανοί θα έβρισκαν αργότερα στα ράφια τους…» Ο συγγραφέας σε αυτό το πεδίο κάνει μια πολύ εύστοχη πλάγια κριτική σε όλα αυτά που συνιστούν τα δεινά της σύγχρονης αμερικανικής κοινωνίας κι έχουν να κάνουν με την υπερκατανάλωση, τη διαστρέβλωση της πραγματικότητας από τα ΜΜΕ, τη βία και την προβολή της στην τηλεοπτική αρένα, τον ψυχαναγκασμό της επιβολής της επιτυχίας και της αυτόματης περιθωριοποίησης των losers, αλλά και την επικοινωνιακή επιβίωση της πολιτικής. «…Η πολιτική μπορεί να είναι απελπιστικά κοινότοπη. Μπορούσες να νικήσεις μ’ ένα στοιχειώδες λογοπαίγνιο…»
Ο Collins δεν κομίζει κάτι εντελώς διαφορετικό ή εξολοκλήρου καινούριο στη θεώρηση της Αμερικής από τη σκοπιά του Ευρωπαίου, αλλά έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να αφηγείται την ιστορία του, να ξεδιπλώνει το μυθιστόρημα, σαν δρομέας μεγάλων αποστάσεων που βιώνει τη μοναξιά, την εξερευνά, την τεμαχίζει, την ανασυνθέτει –ακριβώς σαν τον αστυνομικό Λόρενς- που μαγνητίζει τον αναγνώστη του να τον παρακολουθήσει μέχρι τέλους. Και φυσικά δεν μένει παραπονεμένος, αφού οι ανατροπές καραδοκούν στο μυθιστόρημα, όπως και στην ίδια τη ζωή. «…Κάνουμε τρομερά πράγματα από ανάγκη, για να επιβιώσουμε…».

Monday, September 03, 2007

Γεννιέμαι, γίνομαι και … «πεθαίνω σαν χώρα»


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 1/9/2007)

«…Ότι είναι σκέτη δειλία αν οι άνθρωποι συνεχίζουν να είναι αυτό που τους έτυχε σ’ αυτή τη μεγάλη τόμπολα. Ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερο εγχείρημα απ’ το να δημιουργείς έναν άνθρωπο…Εκείνες τις μέρες το Μπουένος Άιρες δεν μπορούσες να το περιγράψεις: μία πόλη που δεν ήταν αυτό που ήταν, γιατί κάθε μέρα προσπαθούσε να γίνει κάτι άλλο. Μία πόλη που ήταν αυτό που γινόταν κάθε στιγμή…Το Μπουένος Άιρες ήταν ένα προαίσθημα, ένα παραλήρημα. Το Μπουένος Άιρες εκείνες τις μέρες ήταν το πιο παρόν μέλλον…»




Μήπως θυμάστε εκείνη την περίεργη ιστορία που διαδραματίστηκε στην Αθήνα πριν λίγο καιρό, με πρωταγωνιστή κάποιον άγνωστο ο οποίος με κινηματογραφικό τρόπο έκλεψε ένα θρυλικό κοστούμι της Κάλλας από σχετική έκθεση και μετά από λίγες μέρες το επέστρεψε με επίσης παράδοξο τρόπο, μέσω ταχυδρομείου μέσα σε ένα κουτί βιντεοκασέτας; Θα μπορούσε κάποιος να ερευνήσει περαιτέρω την υπόθεση και να γράψει ένα μυθιστόρημα, έτσι δεν είναι; Μια ιστορία που να βασίζεται σε ένα πραγματικό γεγονός. Όπως σχεδόν όλες.
Ε, λοιπόν, ο Μαρτίν Καπαρρός, δημοσιογράφος και συγγραφέας από την Αργεντινή, διάλεξε μια πιο εντυπωσιακή κλοπή, αυτή του πασίγνωστου πίνακα του Λεονάρντο ντα Βίντσι, Μόνα Λίζα, από το Λούβρο στις 22 Αυγούστου του 1911. Πάνω σε μια αληθινή ιστορία βάσισε ένα καταπληκτικά δομημένο μυθιστόρημα που δεν περιορίζεται με κανέναν τρόπο στην εντυπωσιακή απάτη ενός από τους μεγαλύτερους κλέφτες έργων Τέχνης όλων των εποχών, Eduardo de Valfierno –όπως τον καταγράφει και το περιοδικό Forbes στις στήλες του- αλλά ξεδιπλώνει την οδυνηρή οδύσσεια ενός ανθρώπου που αναγκάζεται να χάσει και να επανεφεύρει τον εαυτό του –σαν την Αργεντινή, μια χώρα που γεννιόταν στις αρχές του 20ου αιώνα. Το βιβλίο με τίτλο «Το άλλο πρόσωπο της Τζοκόντας», το οποίο κατέκτησε το βραβείο PLANETA ARGENTINA 2004, κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση Ιωάννας Συρίγου.
Η απόδοση του αργεντίνικου τίτλου «Valfierno» στα ελληνικά μάλλον ατυχής μοιάζει, αφού παραπέμπει σε καταστάσεις «Κώδικα ντα Βίντσι» από τις οποίες το βιβλίο απέχει μακράν, ενώ και αστοχίες στην επιμέλεια της μετάφρασης, όπως στη σελίδα 56 που η κλητική πτώση «πάτερ» χρησιμοποιείται και στην ονομαστική και στην αιτιατική, συνιστούν και τα μοναδικά μειονεκτήματα της έκδοσης για τα οποία μπορεί κανείς να γκρινιάξει, αν τα αντιληφθεί.
Κατά τα άλλα, ο αναγνώστης απολαμβάνει την ιδιαίτερη γραφή του Μαρτίν Καπαρρός με ενδιαφέρον που δεν εξαντλείται στο πότε και πώς θα συμβεί η κλοπή και η εν συνεχεία απάτη που διαβάζει στο οπισθόφυλλο. Το εξαίσιο εύρημα της εξιστόρησης της ζωής του ίδιου του κλέφτη στο συγγραφέα και δημοσιογράφο –μένεις με την εντύπωση ότι συνέβη πραγματικά, μπορεί και να συνέβη λοιπόν, αυτή η αμφιβολία είναι και η γοητεία του μυθιστορήματος- αφήνει περιθώρια στο συγγραφέα να χειριστεί την καλοκουρδισμένη αφήγησή του με γοητευτικά ενορχηστρωμένη μαεστρία που ανοίγει και τα επίπεδα της ανάγνωσης του μυθιστορήματος. «…Γιατί είστε τόσο δημοσιογράφος που δεν μπορείτε να δείτε πιο πέρα απ’ τη μύτη σας, κύριε δημοσιογράφε;…» Πίσω από το αινιγματικό μειδίαμα της Τζοκόντα, κρύβεται το αινιγματικό μειδίαμα της ίδιας της ζωής (συνήθως πικρά διφορούμενο) απέναντι στον ήρωα του βιβλίου, τον Βαλφιέρνο. Ακολουθούμε την περιπέτεια της ζωής του σε πρώτο πρόσωπο μεν, αλλά αναπλασμένη έτσι μέσα από τη δική του ματιά και αφήγηση, που το τρίτο μάτι του αποστασιοποιημένου μυθιστοριογράφου έχει κάνει εξαιρετική δουλειά. «…Η ιστορία των ανθρώπων είναι η ιστορία των διηγήσεων που έπλασαν για να κάνουν λιγότερο σκληρή την ανοησία: για να πιστέψουν πως όλα έχουν κάποιο νόημα…»

Έτσι, με την κατηγορηματικότητα της υποκειμενικότητας του πρωταγωνιστή («…Για να δούμε αν μπορούμε να συμφωνήσουμε σε κάτι, δημοσιογράφε: δεν θέλω να πω. Εγώ, όταν θέλω να πω κάτι, το λέω…»), ο Καπαρρός κατορθώνει να αναπαραστήσει όχι μόνο το Μπουένος Άιρες των αρχών του προηγούμενου αιώνα, αλλά να δώσει ιδιαίτερο βάρος και βάθος στο ψυχικό τοπίο του ήρωα που αναγκάζεται να αλλάζει μάσκες και ταυτότητες με ένα και μοναδικό σκοπό: την επιβίωση* την επιβίωση στο σκληρό κόσμο της πραγματικότητας. «…μία ζωή είναι έργο μόνο όταν την πλάθει κάποιος…» Αναγκάζεται έτσι να φιλοτεχνήσει το έργο Τέχνης της ίδιας του της ζωής και να αφήσει και τα ανεξίτηλα ίχνη του στην ιστορία, ακόμα κι αν πρόκειται μόνο για μια κλοπή κι απάτη, αλλά δεν μιλάμε για μια οποιαδήποτε κλοπή ή απάτη. Μιλάμε για την αρπαγή της Τζοκόντα «…αυτό που έγραψε ο Σταντάλ για τον Άγιο Παύλο: ότι ήταν ο πραγματικός καλλιτέχνης, ένας άνθρωπος που επισκίαζε το έργο του…»
Ο ήρωας περνάει δια πυρός και σιδήρου κυριολεκτικά και δεν έχει πολλές επιλογές: ή να επιζήσει αλλάζοντας το δέρμα του σαν χαμαιλέοντας ή να πεθάνει επιτόπου, ρίχνοντας την ασπίδα του. Άλλωστε η Belle Epoque αγαπούσε κάθε έναν που αποφάσιζε να γίνει ρίψασπις, αρκεί φυσικά να ήταν καλλιτέχνης. Αλλά εδώ ο απλός άνθρωπος εξωθείται στο να γίνει καλλιτέχνης της ίδιας της ζήσης του, κρατώντας ένα πολύ ισχυρό όπλο, την πιο επικίνδυνη δίκοπη λεπίδα που μπορεί ανά πάσα στιγμή να σου γλιστρήσει από το χέρι και να σου κόψει τις φλέβες: τη φαντασία. «…Η φαντασία που αρκείται στον εαυτό της, δοκιμάζει μια ακραία ηδονή…» Αλλά και μπορεί να γίνει μια αδιαπέραστη από τα πυρά του εχθρού πανοπλία: με τη φαντασία καταφέρνει ο πρωταγωνιστής να αντέξει τη φυλακή και τα δεινά της. «…Η φυλακή δεν είναι παρά μία σμίκρυνση των δυνατοτήτων στο ελάχιστο δυνατό…» Καθώς η φαντασία δεν έχει ποτέ αδύνατο, μόνο απεριόριστα δυνατά τα οποία είναι έτοιμα να ανοιχτούν μπροστά μας σαν ατέρμονοι ορίζοντες. «…Μήπως τελικά μας νοιάζουν μόνο τα πράγματα που κινδυνεύουν πάντα να εκραγούν;…»


Και αποδεικνύεται ότι ακριβώς αυτή η εμμονή στο φανταστικό, στο αδύνατο από τη μία θα λυτρώσει τον ήρωα χαρίζοντάς του καταρχάς μια ζωή κι ύστερα ίσως αν όχι μια καλύτερη ζωή, μια ζωή που επεδίωξε, και από την άλλη θα τον υποδουλώσει, κλεισμένο κάτω από αλλεπάλληλες μάσκες που πρέπει να ξεφλουδίσει –έστω λίγο πριν το τέλος της ζωής του- για να βρει τον εαυτό του ή τον εαυτό που υπήρξε. «…Ένας άντρας μπορεί να αντιμετωπίζει τον πατέρα του σαν μονοπάτι ή σαν βάρος* και τα δύο μαζί θα ήταν πλεονασμός…»
Το στέρεο ψυχογράφημα που χτίζει ο Καπαρρός για τον ήρωά του, κάνει τον αναγνώστη να συμπάσχει με τον πρωταγωνιστή. «…Υπάρχουν θάνατοι που διαρκούν μία ζωή× άλλοι είναι πιο σύντομοι, πιο κοφτεροί…» Και ίσως του αφήνει και τον «αέρα», το χώρο να σκεφτεί το δικό του εαυτό που γεννήθηκε και γίνεται όπως ο ίδιος θέλει κι επιδιώκει. «…Οι συνηθισμένοι άνθρωποι είναι αυτοί που δεν ξέρουν να χειριστούν τη μνήμη τους…»
Η μνήμη είναι το μεγάλο «εργαλείο» του συγγραφέα να ανασυνθέσει μιαν ολόκληρη ζωή. Είναι και το «κλειδί» για τον αναγνώστη να παρακολουθήσει μια υπόθεση απάτης, καταρχάς απέναντι προς τον ίδιο τον εαυτό του απατεώνα. Όπως «…το προνόμιο της ευτυχίας συνίσταται στο να ακυρωθεί ο χρόνος…», έτσι και ένας θρυλικός απατεώνας στήνει το μύθο του πάνω στη μεγάλη απάτη που έστησε πότε εις βάρος και πότε υπέρ του ειδώλου του στον καθρέφτη, ακυρώνοντάς το. «…κανείς δε θα μπορούσε να τα πιστέψει όλα αυτά, φυσικά. Αλλά αυτή ήταν, ίσως, η προϋπόθεση των ιστοριών που αξίζουν τον κόπο…»