Thursday, November 30, 2006

Οι κυματισμοί της ψυχής στον ωκεανό της ζωής

(Το κείμενο θα δημοσιευτεί το Σάββατο 2/12/2006 στη Φιλολογική Βραδυνή)


«...Η ζωή μας είναι γεμάτη από όλα αυτά που αναμένομε αλλά τελικά δε λένε να συμβούν, δεν μας δίδεται η χάρις...Χρειάζεται μεγάλο θάρρος για να μη βλάψεις τον εαυτό σου...»



Η θάλασσα έχει τη δυνατότητα να διαβρώνει. Αργά και σταθερά. Να σιγοτρώει απαλά και όμορφα, πότε γλείφοντας ήσυχα τα βράχια και πότε ρίχνοντας τις τρικυμίες της πάνω τους. Όπως τα αισθήματα, που ζουν άλλοτε μέσα στις ψυχές κρυφά και κάτω από τα υποστρώματα εμπειριών ζωής και άλλοτε σαρώνουν την ίδια τη ζωή χτυπώντας την επιφάνεια και την ουσία της με τρόπο σαρωτικά δριμύ.
Γι’ αυτή τη θάλασσα των αισθημάτων που είναι σε θέση να την κατανοήσει όποιος τη διαθέτει κιόλας μέσα και γύρω του, μιλάει η Ιωάννα Καρυστιάνη στο τελευταίο της μυθιστόρημα με τον εύηχο αλλά και ιδιότροπο τίτλο «Σουέλ» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Η ανάγνωση του βιβλίου κυλάει όπως το σουέλ, ο βουβός κυματισμός του ωκεανού, χάρη στη γλώσσα που επιλέγει η συγγραφέας για να ξεδιπλώσει την ιστορία της. Είναι μια γλώσσα ζηλευτά σμιλεμένη πάνω στις ζωές ανθρώπων που η μυθιστορία μπορεί να σκεπάζει τις μορφές τους με την αχλύ της. Δεν σε νοιάζει αν υπήρξαν αυτοί οι άνθρωποι, δεν σε νοιάζει καν αν παρουσιάζεται πειστικά η λογοτεχνική τους ανάπλαση, απλώς ακολουθείς τα χνάρια τους στο νερό. Στον ωκεανό της ψυχής που έχει και ναυάγια και μπουνάτσες και μποφόρ. Και αυτά τα περνούν απλοί καθημερινοί άνθρωποι, ιδιαίτεροι και μοναδικοί όσο η αξία της ζωής τους.

Αυτό μ’ αρέσει στην Ιωάννα Καρυστιάνη, που ασχολείται με ανθρώπους που ζουν σε ένα περιθώριο, αυτό της μοναδικότητάς τους να κρατάνε φυλαγμένα τα αισθήματά τους σαν θησαυρό. «...Καλύτερα η ζωή να περιγράφεται αδρά και να περιλαβαίνει λίγα, όποιος θέλει κι άλλα τα βρίσκει μέσα του και τα συμμαζεύει μονάχος...» Και δεν το συναντάμε συχνά στη ζωή μας αυτό, γι’ αυτό και περιμένει κανείς από τη μυθιστορία να το διαφυλάξει. Εκείνο που θαύμασα στο βιβλίο της τούτο, ήταν η ενάργεια με την οποία κατορθώνει να περιγράψει -αφού προηγουμένως διεισδύσει στο εσωτερικό της- την ανδρική ψυχή, μέσα από τη γυναικεία λογοτεχνική της ματιά. Με ισορροπία και αγάπη. Όσο για την πλευρά των γυναικείων χαρακτήρων, εκείνους τους αντιμετωπίζει με συγκατάβαση άλλοτε και άλλοτε με αιχμηρότητα, όπως ένας καλός καπετάνιος ξέρει να κουμαντάρει το πλοίο του, γιατί το γνωρίζει τόσο καλά όσο τον εαυτό του.

Η γραφή της σ’ αυτό το μυθιστόρημα είναι τόσο εμποτισμένη από το θέμα της αλλά και τις προθέσεις της ως προς αυτό, που κάνει το δεκτικό αναγνώστη να αισθάνεται τις αναταράξεις από τους κυματισμούς στις ζωές των ηρώων της. Γέρνει ο ήρωας, γέρνεις κι εσύ κατά τη μεριά του. Δένει τους κάβους ο ήρωας και προσαράζει στο λιμάνι, καταφεύγεις κι εσύ στο δικό σου απάγκιο μέσα σου.
«...Η ζωή είναι μια επιστροφή. Η μνήμη βάζει την όπισθεν και ξεθάβει πολλές μικρές ιστορίες σκόρπιες μέσα στα χρόνια, μετά τα εξήντα πέντε εβδομήντα μάλιστα η ταχύτητα επιστροφής είναι ιλιγγιώδης και αρκούν δέκα λεπτά για να γυρίσεις πίσω να τις μαζέψεις και να διαπιστώσεις πως δεν είναι παρά ξέφτια που απόμειναν από ένα παρελθόν που απέχει πια πολύ από σένα κι όσο μεγαλώνεις εσύ, μεγαλώνει και η απόσταση...»

Η αγία ελληνική οικογένεια ξεμπροστιάζεται για άλλη μια φορά σε ένα νεοελληνικό μυθιστόρημα, αλλά όχι δηλητηριωδώς. «...Θάνατοι και ζωές ενώνουν τις οικογένειες...» Μένει μια γλύκα στο τέλος, ότι έχει ειπωθεί η αλήθεια και δεν έχουν όλα τακτοποιηθεί για να ικανοποιηθεί το αίτημα του ρομαντικού αναγνώστη, αλλά για να αποκατασταθεί η τάξη, όπως στην αρχαία τραγωδία. Το καράβι κλυδωνίζεται στα κύματα, χάνεται για χρόνια στις θάλασσες και γυρίζει ύστερα στο λιμάνι του ταλαιπωρημένο, μπαταρισμένο και με πληγές που έχει ξεράνει η αλμύρα του θαλασσινού νερού. Το γλυκό νερό αναλαμβάνει να πλύνει τα τραύματα, να τα γιατροπορέψει και να τα απαλύνει στη στεριά των απάνεμων γηρατειών.
Ο βασικός πρωταγωνιστής της ιστορίας της Καρυστιάνη, ο Μήτσος Αυγουστής, εκτός από ναυτικός που έχει φάει τη θάλασσα με το κουτάλι, έτσι ώστε μπορεί πια να την περιδιαβαίνει στα τυφλά, είναι και ένας άνθρωπος βυθισμένος στην προσωπική του μοναξιά, την ερημιά μέσα του που προτιμά να τη ζει αυτή την κλεισούρα στον εαυτό του παρά να αντιμετωπίζει τους άλλους ανθρώπους της ζωής του. Αυτούς επιλέγει για μεγάλο διάστημα να τους αγνοεί, να τους κρατά μακριά του, να προσποιείται ότι δεν του λείπουν και δεν τους λείπει. Είναι ο φόβος που φωλιάζει στην ψυχή του που γίνεται τείχος ψηλό και ορθώνεται ανάμεσα σε αυτόν και τους δικούς του, που γίνεται ωκεανός ζωής που τους χωρίζει για χρόνια.

«...Το μίσος θέλει σφρίγος. Πρέπει να είσαι ξεκούραστος για να σου βρίσκεται η ορμή και η ένταση που θα σε ανυψώσει σε κάτι τόσο τραχύ και απόλυτο...» Η στυφάδα των ανερμάτιστων καταστάσεων που βιώνουν οι ήρωες του βιβλίου, δεν κρύβει πίσω της μίσος, μόνο βουβή αγάπη, βουβό πόνο, βουβό φόβο και αλήθεια που δεν ειπώθηκε ποτέ, δεν έσκασε με βία πάνω στους ανθρώπους σαν τρικυμιώδες κύμα, αλλά η απόκρυψη αυτής της αλήθειας κατέτρωγε τα σωθικά τους για μια ζωή χιλιοραγισμένη.

Monday, November 27, 2006

...Σουέλ...

"...Η ζωή μας είναι γεμάτη από όλα αυτά που αναμένομε αλλά τελικά δε λένε να συμβούν, δε μας δίδεται η χάρις..."

(Απόσπασμα από το τελευταίο μυθιστόρημα με τίτλο "Σουέλ" της Ιωάννας Καρυστιάνη, Εκδόσεις Καστανιώτη)

Friday, November 24, 2006

Η κομψή ...νοσηρότητα του βαθιά ανθρώπινου

(Το κείμενο θα δημοσιευτεί αύριο 25/11/2006 στη Φιλολογική Βραδυνή)

«...Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί όλοι αυτοί οι άνθρωποι νοιάζονται τόσο για μένα. Έως σήμερα οι πάντες με κοιτούσαν σαν να μην υπήρχα. Ήμουν διαρκώς Αόρατος Άνθρωπος, και τώρα, ξάφνου, είμαι ο χαμένος θείος που όλοι ξαναβρίσκουν...»



Γραφή μοντέρνα και αφοπλιστική. Εγκεφαλική που δημιουργεί το απολύτως δικό της λογοτεχνικό σύμπαν. Για να εισέλθεις στο πετσί της δεν χρειάζεσαι τίποτα παραπάνω εκτός από αγάπη για την ανάγνωση και τις εκδοχές της. Η αίσθηση είναι πρωτόγνωρη που αποκομίζεις, καθώς ο συγγραφέας είναι σε θέση να δημιουργεί μια υποβλητική ατμόσφαιρα, όχι μόνο με τα σκηνικά που στήνει, το φόντο, αλλά και την ψυχολογική αχλύ που περιβάλλει τις λέξεις του και ιδιαίτερα τα ψυχογραφήματα των πρωταγωνιστών στις ιστορίες του.
Οι ήρωές του λειτουργούν μέσα σε ιστορίες που φροντίζει να εξυφάνει η φαντασία του δημιουργού με αριστοτεχνικό τρόπο. Η γλύκα, η τρυφερότητα, η ειρωνεία, ο σαρκασμός, γίνονται όπλα σε μια μάχη για να σταθεί όρθιο και να αναδειχθεί το απολύτως ανθρώπινο στοιχείο. Η ίδια η ανθρωπιά, όπου φωλιάζει, όπως βρίσκει τρόπο να ανθίσει και να υπάρξει. Εκείνο που κομίζει ο Μισέλ Φέιμπερ στη σύγχρονη λογοτεχνία είναι η ιδιαίτερη οπτική του, ο τρόπος που προσεγγίζει τα θέματά του και δεν θυμίζει κάτι άλλο. Εκλεκτικές συγγραφικές συγγένειες που μπορεί να σου έρθουν στο μυαλό, είναι, ας πούμε, ο Καζούο Ισιγκούρο. Ο Φέιμπερ διαθέτει μια αυθεντικότητα που αποτελεί ζητούμενο και απορρέει από τον ευφυή τρόπο που ενορχηστρώνει τα πρόσωπα και τις καταστάσεις που τα βάζει να ζουν. Πρόσφατα στη χώρα μας κυκλοφόρησε η συλλογή με διηγήματά του «Τα δίδυμα Φαρενάιτ» από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, σε μετάφραση του Μιχάλη Μακρόπουλου.

Πρόκειται για ένα βιβλίο που σε ξαφνιάζει η κομψότητα με την οποία ο συγγραφέας αφηγείται τις ιστορίες του, χωρίς να γίνει κουραστικός, χωρίς να αισθάνεσαι ότι διαβάζεις κάτι χιλιοειπωμένο, χωρίς να βυθίζεσαι σε βεβαιότητες και χωρίς να πιστεύεις κι εσύ ως αναγνώστης ότι ακολουθείς την πεπατημένη. Γι’ αυτή την πολύ όμορφη αίσθηση ευθύνεται ο δημιουργός των ιστοριών που φροντίζει η γλύκα να εναλλάσσεται με τη σκληρότητα, η ευαισθησία να μπλέκεται με τη ρεαλιστική και κριτική επισκόπηση των κοινωνικών συνθηκών και της πραγματικότητας. «...Αυτό ήταν το πρόβλημα αν ήθελες να στήσεις οποιαδήποτε επιχείρηση εδώ πέρα. Ότι έπρεπε να επιλέξεις το εργατικό δυναμικό σου από ανθρώπους κολλημένους στο βούρκο της πλάνης τους, από χρόνιους άνεργους, αποτυχημένους χίπηδες, ανθρώπους με κλονισμένα νεύρα, αλκοολικούς, τρακαδόρους και ζητιάνους, μικροέμπορους ναρκωτικών...μια ολόκληρη ύπαιθρος γεμάτη αιώνιους ανεπρόκοπους που τα ετοιμόρροπα άθλια σπίτια τους βρομούσαν τσιγάρο, σκατά μωρού και αλκοόλ...»

Τα διηγήματά του μοιάζουν με κομμάτια μουσικής που δεν έχεις ακούσει πάλι, στην αρχή σε ξενίζουν ύστερα όμως, σε κάνουν μέτοχό τους, κοινωνό της μυσταγωγίας τους. Και το λεπτό χιούμορ του συγγραφέα, διόλου εύκολο ή προβλέψιμο, να ελλοχεύει εκεί που δεν περιμένεις να το βρεις. «...Η ησυχία ήταν απόλυτη. Συνήθως, στις επισκέψεις του Μορφέα, ο Παβαρότι ή ο Καρέρας τραγουδούσαν από τα ηχεία του απαρχαιωμένου στερεοφωνικού. Ο πατέρας της Ίλντικο ήταν το είδος ανθρώπου που πίστευε ότι τα σιντί δεν μπορούσαν ποτέ να συναγωνιστούν τους στιλπνούς οργανικούς τόνους του παλιομοδίτικου βινυλίου, ειδικά όταν έβγαιναν από ηχεία ρωσικής κατασκευής μεγάλα σαν τηλεφωνικοί θάλαμοι. Καθώς ήταν σχετικά κουφός, του άρεσε ν’ ακούει μάλλον δυνατά τους εισαγόμενους τενόρους του, αλλ’ αυτή τη στιγμή δεν ακουγόταν ούτε ψίθυρος από άρια...»

Εκείνο που πετυχαίνει ιδιαζόντως αποτελεσματικά ο Μισέλ Φέιμπερ είναι με χάρη να φτιάχνει ένα κλίμα νοσηρότητας, μέσα από παραδοξότητες συχνά καθημερινές και άλλοτε καταστάσεις που ανάγονται απολύτως στη σφαίρα μιας πολύ δημιουργικής και πρωτότυπης φαντασίας. Μέσα από την πνιγηρή ατμόσφαιρα -γιατί αυτό νιώθεις συχνά, να σου αφαιρεί τον αέρα να αναπνεύσεις ο συγγραφέας- ανοίγει χαραμάδες να διακρίνεις βαθιά ανθρώπινα συστατικά της ύπαρξης και της ψυχής. Όχι εύκολα προσπελάσιμα. Το γοητευτικό της γραφής του είναι ότι ακόμη και τη μεγαλύτερη τραγωδία μπορεί να την δώσει με μια περίεργη ελαφράδα. Και μένεις με την εντύπωση ότι για όσο διαβάζεις τα κείμενά του, μεταφέρεσαι πλήρως στον τόπο και το χρόνο τους -όχι πάντα με σαφήνεια προσδιορισμένα αυτά τα στοιχεία- και χάνεις την αίσθηση της πραγματικότητας. Κλείνοντας το βιβλίο, νιώθεις ότι σε ταξίδεψε αλλού. Κάπου βαθιά μέσα σου, με ένα τρόπο σαγηνευτικό και υπόγειο. Σαν να σου άνοιξε μια κλειδαρότρυπα να αντικρίσεις από λογοτεχνική απόσταση προσωπικής ασφάλειας τα ένστικτα και το δικό σου ασυνείδητο. Γι’ αυτό έχεις την αίσθηση ότι ξυπνάς από ένα όνειρο, πότε παραμυθητικό και πότε εφιαλτικό. Με αχνές εικόνες ανθρώπων που δεν ξέρεις αν πράγματι έχουν υπάρξει, αν ζουν μέσα σου, αν τις φαντάστηκες εσύ ή αν τις έχεις συναντήσει κάπου αλλού. Αλλά έχεις αισθανθεί την ανάσα και την πνοή τους. Σαν να σε κοίταξαν για μια στιγμή μέσα στα μάτια, ατένισες την ολότητα ή την αποσπασματικότητα της ψυχής τους και μετά αποσύρθηκαν, σημαδεύοντάς σε ανεξίτηλα.
Προφανώς, αυτή είναι και η δύναμη της λογοτεχνίας. Να φτάνει στα μύχια της ύπαρξης, με όχημα τις λέξεις και την προκλητική ομορφιά ακόμη και της ίδιας τους της σκληρότητας.

Thursday, November 23, 2006

Ιδανικός ομιλητής

Μ' αρέσει να ανακαλύπτω ότι οι άνθρωποι είναι αυτό που γράφουν ή μάλλον ο τρόπος που γράφουν. Χθες βράδυ, έζησα μια τέτοια επιβεβαίωση ακόμη. Έχει έρθει στην Ελλάδα ο συγγραφέας Τζέφρι Μουρ και παρουσίασε το νέο του βιβλίο στο Καναδικό Ινστιτούτο. Σε μια ζεστή και μικρή αίθουσα γεμάτη με βιβλία. Ένα αναλόγιο στην κορυφή του δωματίου και ο συγγραφέας που είχα απολαύσει το πρώτο του μυθιστόρημα "Σε δεσμά κόκκινων ρόδων (ρώτησε και το Σέξπιρ)" (Εμπειρία Εκδοτική) με χιούμορ, μια ελαφράδα στο λόγο του και στις κινήσεις του, με επικοινωνιακό χάρισμα (κληρονομικό ή μη, δεν ξέρω)και με ένα γοητευτικό ρυθμό και στιλ να μιλάει, χωρίς βαρύγδουπα λόγια για το νέο του έργο. Μαγεύτηκα. Κάποια στιγμή έπιασα τον εαυτό μου να κλείνει τα μάτια και να απολαμβάνει την ανάγνωση αποσπασμάτων στ' Αγγλικά και την απαράμιλλη πρόζα του Καναδού. Αμέσως έκανα την αντιπαραβολή με τις περισσότερες παρουσιάσεις βιβλίων ελλήνων συγγραφέων που έχω παρακολουθήσει και τις είδα να ωχριούν. Εγώ στην καρέκλα μου να βαριέμαι, το κοινό υπνωτισμένο και αδιάφορο συχνά, οι ομιλητές αδύναμοι να κεντρίσουν το ενδιαφέρον του. Η σύγκριση με τον καναδό δημιουργό έβγαζε χαμένους τους ιθαγενείς. Είχα μπροστά μου τον ιδανικό για μένα ομιλητή.
Όταν στη συνέχεια του μίλησα για το βιβλίο του που είχα απολαύσει την ανάγνωσή του, στην αφιέρωση που κοσμεί το εσώφυλλο του μυθιστορήματος πια, με ευχαρίστησε που υπήρξα "his ideal reader". Και το χάρηκα, ακόμη κι αν ήταν τυπικό απλώς, γιατί κάπου τα ιδανικά και των δυο μας είχαν συναντηθεί. Η τρυφερότητα και η ζεστασιά της γραφής του είχε αντίκρυσμα. Ήταν ο ίδιος που είχε γράψει το βιβλίο, χωρίς τείχη να τον περιχαρακώνουν στον περίκλειστο κόσμο μιας συγγραφικής περσόνας. Γιατί τι θέλουμε από τους καλλιτέχνες; Να μας τυλίγουν στο πέπλο της μαγείας τους. Κι αυτό το πετυχαίνει μόνο η προσωπική τους αλήθεια, όταν συναντάει και τη δική μας αλήθεια και εκτοξευόμαστε τότε στη σφαίρα της ομορφιάς και της καλαισθησίας. "Καλλίπυγος" άλλωστε είναι και η δική του αγαπημένη λέξη, ελληνική κι ας την προφέρει στην αγγλική γλώσσα με την καναδική του γλυκιά προφορά.

Friday, November 17, 2006

Ο επιστημονικός ορθολογισμός στην υπηρεσία της μυθοπλασίας

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στις 18/11/2006, στη Φιλολογική Βραδυνή)

ΜΟΤΟ: «...Μην ξεχνάτε πως είμαι Έλληνας. Σαν τον Πυθαγόρα κι εγώ, φοβάμαι πως μια ατέλεια στην αρμονία των αριθμών θα αντικατοπτρίζει ανάλογη ατέλεια στην αρμονία του Σύμπαντος...» (απόσπασμα από τα Πυθαγόρεια εγκλήματα)



Την τραυματική εμπειρία των άλυτων μαθηματικών προβλημάτων του βιβλίου της Γ΄ Δημοτικού που τα έλυνε η μαμά μου πρακτικά σε δευτερόλεπτα, αλλά εγώ σπαζοκεφάλιαζα ώρες, την δυσάρεστη αίσθηση ότι με σηκώνει ο δάσκαλος στον πίνακα κι εγώ δεν μπορώ να σύρω την κιμωλία μέχρι το τελευταίο «ίσον», την επιμονή του καθηγητή της Β΄ Γυμνασίου να μάθω τι εστί «πυθαγόρειο θεώρημα», την παπαγαλία των ασκήσεων γεωμετρίας της Β΄ Λυκείου που ξυπνούσα κάθε πρωί στις 5 για να μάθω, ε, δυστυχώς θα τα κουβαλάω πάντα. Ακόμη οι εφιάλτες μου στοιχειώνονται από αυτά, α, και Φυσική και κάτι Χημείες και Άλγεβρες, με κείνη τη ρημάδα την «παραγοντοποίηση». Ευτυχώς, που δεν χρειάστηκε παρακάτω να ζήσω μ’ αυτά, γιατί και έγκλημα θα μπορούσα να διαπράξω για πάρτη τους, τρόπος του λέγειν.
Μια ολόκληρη δεκαετία μακριά από τα σχολικά θρανία, δεν έφτασε να τα σβήσει και μόλις διάβασα «Πυθαγόρ...», σήκωσα αλαφιασμένη το κεφάλι και είδα τον πρότερο εφιάλτη να ορθώνεται μπροστά μου. Θα μου πείτε, είναι τώρα αυτή σοβαρή προσέγγιση για να ξεκινήσει κανείς να μιλήσει για λογοτεχνία; Δεν ξέρω αν είναι σοβαρή, αλλά αληθινή είναι.
Ευτυχώς, που δύο μυθιστορήματα που δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να αφυπνίζουν τη σκέψη του αναγνώστη και να διαφοροποιούν την οπτική κάτι πληγωμένων σαν κι εμένα από τα Μαθηματικά, απενεχοποιούν την ενήλικη ανάγνωση και μπορούν να σου ανοίξουν ένα παραθυράκι να οσμιστείς, ο ανίδεος και ο πλανεμένος από την ακατάλληλη σχολική διδασκαλία, τη μαγεία των Μαθηματικών και της Επιστήμης εν γένει, την ομορφιά και γιατί όχι, την αίγλη τους. Τουλάχιστον, εγώ τα απόλαυσα, γιατί σαν οκνηρός άνθρωπος που αγαπά τα ταξίδια με τη φαντασία, προτιμώ την εκλαϊκευση από την πλήρη άγνοια και αποχή απ’ αυτά που συνιστούν τον όρο Επιστήμη. Παρέα με το δέος μου για τους ανθρώπους που είναι σε θέση να αποκωδικοποιούν τα μυστικά της, βυθίστηκα μερικές ώρες της ζωής μου μέσα στην αχλύ της λογοτεχνικής ματιάς που μου επέτρεψε τα αντικρίσω τα μαθηματικά και τη φυσική, και την κβαντομηχανική χωρίς τρόμο και απέχθεια. Κι αυτό είναι ένα κάποιο κέρδος. Έτσι δεν είναι;
Απομονώνω το απόσπασμα από τα «Πυθαγόρεια εγκλήματα» του Τεύκρου Μιχαηλίδη (Εκδόσεις Πόλις) «...μια επιστήμη είναι ζωντανή μόνο όσο έχει ανοιχτά προβλήματα...» για να το φέρω στα μέτρα της λογοτεχνίας, παραφράζοντάς το: η λογοτεχνία είναι ζωντανή όσο προβληματίζεται, όχι μόνο για τον εαυτό της φυσικά. Στο εν λόγω μυθιστόρημα είχα την αίσθηση ότι διάβαζα ένα ξένο πόνημα μεταφρασμένο, διαπιστώνοντας μια αμηχανία στη γλώσσα και τη ροή της. Ίσως ο δημιουργός προσπάθησε πολύ να μας απλοποιήσει τα μαθηματικά ζητήματα, που έχασε σε κάποια σημεία το λογοτεχνικό ρυθμό της ιστορίας του. Αν και απόλαυσα την ατμόσφαιρα του βιβλίου, τους μποέμ καλλιτέχνες και τους μαθηματικούς στο Παρίσι των αρχών του αιώνα (υπέροχη η σκιαγράφηση του πρώιμου Πικάσο και των ζυμώσεων της καλλιτεχνικής του μεγαλοφυίας), αν και γεύτηκα τις ενοχλητικές παρωνυχίδες του Εθνικού Διχασμού στη χώρα μας, δυστυχώς έμεινα ανικανοποίητη ως αναγνώστρια από τη δομή της ιστορίας του. Μέχρι τη μέση και βάλε του βιβλίου, το έγκλημα που μου υπόσχονταν ο τίτλος δεν υπήρχε πουθενά. Κάτι που φαίνεται να εξηγείται βέβαια με όρους διαφορετικούς απ’ αυτούς της λογοτεχνικής θεώρησης ενός κειμένου: «...Στα μαθηματικά τίποτα δεν είναι προφανές...» Και στη λογοτεχνία αυτό που μαγεύει είναι το μη προφανές, το υπονοούμενο, το βραδύκαυστο, το υποβόσκον, το υφέρπον. Στα μαθηματικά η αμφιβολία είναι κινητήριος δύναμη, αυτό είναι και το κοινό τους στοιχείο με το σύγχρονο μυθιστόρημα και εδώ κατά τη γνώμη μου χωλαίνει το αποτέλεσμα των «Πυθαγόρειων εγκλημάτων». Σου αφήνει μεν μια ωραία νοσταλγική διάθεση και αίσθηση, αλλά δεν σε προκαλεί να αναρωτηθείς, να αμφιβάλεις, να συγκρουστείς μέσα σου με αισθήματα και ήρωες και τις συμπεριφορές τους. «...αυτός ο πίνακας δεν είναι ...μαθηματικός. Με ηρεμεί, δεν με προβληματίζει. Δεν νομίζω πως θα ξυπνήσω κάποια νύχτα για να ανακαλύψω σ’ αυτόν κάτι που ώς τότε μου διέφευγε. Θα τον σκέφτομαι πάντα με τρυφερότητα, ποτέ με αμφιβολία...»



Στον αντίποδα κινείται το μυθιστόρημα του Andrew Crumey, «Μόμπιους Ντικ» (Εκδόσεις Πόλις) σε μετάφραση από τον Τεύκρο Μιχαηλίδη. Ο συγγραφέας εδώ υφαίνει τη μυθοπλασία του με όρους κβαντομηχανικής και φιλοσοφίας, δίνοντας στον αναγνώστη του ένα συγκριτικό πλεονέκτημα: τη δυνατότητα να αναιρεί και να ανατρέπει μέσα του, με πολιορκητικό κριό την πλοκή του βιβλίου, παραδεδομένες ιδέες, αρχές, αξιώματα, θεωρίες ολόκληρες. «...’’Το ανθρώπινο μυαλό είναι σαν ...το σύμπαν!’’...» ή «...Ίσως το σύμπαν είναι ένας νους...». Η δουλειά του μεταφραστή, κοπιώδης και αποτελεσματική, (ιδίως με τις κατατοπιστικές και απολύτως απαραίτητες σημειώσεις του στο τέλος του βιβλίου) βοηθά τον αναγνώστη να μυηθεί στην ομορφιά και τη γοητεία του βιβλίου του Crumey. «...Η ζωή δεν είναι μια αφήγηση που μπορούμε να την ερμηνεύσουμε όπως μας αρέσει...» Η υπαρξιακή αναρώτηση ελλοχεύει παντού και σαν ενοχλητική μύγα τσιμπάει τη σκέψη του αναγνώστη από το λήθαργο, με στόχο να την βγάλει από την αδράνεια και την τεμπελιά της. «...Πάλι το μήνυμα εξαφανίστηκε πριν προλάβει να το ολοκληρώσει. Χάθηκε στο κενό* εκεί όπου καταλήγουν τελικά οι ζωές μας, οι μνήμες μας, οι εμπειρίες μας, για να εξαφανιστούν όπως το νερό που ακολουθεί την ελικοειδή του κίνηση μέχρι την τρύπα της αποχέτευσης...»

Η ματιά από την ...κουίντα της ζωής

(Το κειμενο δημοσιεύτηκε το Σάββατο 18/11/2006, στη Φιλολογική Βραδυνή)

Περιπλάνηση στο μη προφανές. Μια οπτική που διαπερνά τους ανθρώπους για να σταθεί πίσω τους, στην ουσία της ζωής τους, της ύπαρξής τους. Μια πολύ ενδιαφέρουσα γραφή που σε συνεπαίρνει με το ρυθμό του λόγου και σε τυλίγει στα πέπλα μιας καφκικής ατμόσφαιρας. Ο Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης στη νουβέλα του «Παραβολή» (Εκδόσεις Καστανιώτη), παρασέρνει τον αναγνώστη του στη συστολή και τη διαστολή ενός προσωπικού λογοτεχνικού σύμπαντος που χρωστάει τη σαγήνη του στην ενδότερη ροή των λέξεών του. Ποιητική γραφή με αντιποιητικές λέξεις, απογυμνωμένη από στολίδια και περιττά στοιχεία.
Ύφος στέρεο και δυνατό που πιάνει τον αναγνώστη από το λαιμό και του αφαιρεί την αναπνοή. «...Δεν πρόκειται να απαλλαγείς ποτέ από τους ανθρώπους, μου είπε. Είναι πάρα πολλοί για να γλιτώσεις από δαύτους. Αποφάσισε λοιπόν. Αν είναι να ζήσεις ανάμεσά τους, πρέπει να μάθεις να τους ξεχωρίζεις...» Η ομιχλώδης ιστορία της νουβέλας καθίσταται ένα πρόσχημα να ειπωθούν αλήθειες και να διαβρωθούν κάποιες άλλες. «...Ο χρόνος κάποτε γίνεται χώρος, μικραίνει όταν οι άνθρωποι μεγεθύνονται...» Ένα στιλιστικό εγχείρημα απολύτως επιτυχημένο από το συγγραφέα και εμπνευστή του, στο βαθμό που ο αναγνώστης επιτρέπει στον εαυτό του να γίνει μέτοχος αυτής της παραβολής, κοινωνός της. Περιμένω τη συνέχειά του.

Thursday, November 16, 2006

Βολτάροντας στο ουράνιο τόξο

"Κάνε μια βόλτα στο μονοπάτι ενός ουράνιου τόξου
κάνε μια βόλτα στο μονοπάτι ενός τραγουδιού,
κι όλα τριγύρω σου θα ομορφύνουν.
Υπάρχει μια διέξοδος από την κάθε σκοτεινιά κι ομίχλη,
περνά από το μονοπάτι ενός ουράνιου τόξου."

Τραγούδι των Ναβάχο

Monday, November 13, 2006

Οι παράλληλοι δρόμοι της ζωής και της εργογραφίας του Φιτζέραλντ

(Δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 11/11/2006)

Σφράγισε την αμερικανική λογοτεχνία της δεκαετίας του ’20, την εποχή της τζαζ, με τα διηγήματά του, τις νουβέλες και τα μυθιστορήματά του. Η κοινή ζωή του Φιτζέραλντ με την καλλονή Ζέλντα Σάιρ και η τραγική κατάληξη αυτής της σχέσης, άφησε ηχηρό αποτύπωμα στην κοσμική ζωή της γενιάς τους, αλλά και στην ιστορική καταγραφή της μυθιστορηματικής του μεγαλοφυίας. Ο Francis Scott Key Fitzgerald όπως είναι το πλήρες όνομά του, γεννήθηκε στο Σεν Πολ της Μινεσότα το 1896 σε μια περιοχή την οποίας το κοινωνικό ψηφιδωτό αποτελούσαν τόσο νοτιοαμερικανοί όσο και κάτοικοι ιρλανδικής καταγωγής. Σ’ αυτό το αμάλγαμα ανθρώπινων χαρακτήρων και ζωών ήρθε στον κόσμο και έκανε τα πρώτα του βήματα το προικισμένο αυτό πλάσμα, με την ιδιαίτερη ματιά για τον κόσμο που κατόρθωσε να αποτυπώσει την εποχή του με μια λεπτότητα και ακρίβεια που κάνει την ιστορική πραγματικότητα να ωχριά μπροστά στη δική του λογοτεχνική εκδοχή.
Ο πατέρας του, ο Έντουαρντ, ήταν ένας έμπορος, ευγενής από το Νότο του οποίου η επιχείρηση επίπλων είχε πέσει έξω. Η μητέρα του, η Μέρι ΜακΚίλαν, ήταν η κόρη ενός επιτυχημένου μανάβη και η ίδια αφιέρωσε τη ζωή της αποκλειστικά στην ανατροφή του γιου της. Αν και η οικογένειά Φιτζέραλντ ταλαιπωρήθηκε με μετακινήσεις, το 1918 ρίζωσε και πάλι στο Σεν Πολ των παιδικών χρόνων του μικρού Φράνσις. Στα δεκαοκτώ του ο νεαρός πια Φιτζέραλντ ερωτεύτηκε μια δεκαεξάχρονη πιτσιρίκα, η οποία χρόνια αργότερα (το 1925) θα αποτελέσει τον πρωτότυπο καμβά για να εξυφάνει ο μυθιστοριογράφος το χαρακτήρα της Νταίζυ Μπιουκάναν στον «Υπέροχο Γκάτσμπυ», το οποίο και δίκαια θεωρείται το καλύτερο έργο του και ένα από τα κορυφαία της παγκόσμιας κλασικής πια λογοτεχνίας. Η οπτική του λογοτέχνη είχε αρχίσει να πλάθεται, θα έκανε την εμφάνισή της αργότερα με μοναδικό τρόπο.

Το 1913 μπήκε στο πανεπιστήμιο του Πρίνστον, όπου δεν κατάφερε ποτέ να σταθεί στο ύψος των προσδοκιών της ακαδημαϊκής κοινότητας και της κοινωνικής διαστρωμάτωσής εκείνον τον καιρό. Δεν ήταν πλούσιος, αλλά θα έγραφε καιρό μετά «Το πλουσιόπαιδο». Έζησε για κάποια χρόνια μια πλούσια ζωή σε εμπειρίες και κοσμικά γεγονότα, αλλά δεν έγινε ποτέ ένας απ’ αυτούς, τους πλούσιους. Ο πλούτος τον απασχόλησε διεξοδικά στο έργο του, πότε ως φόντο των ιστοριών του και πότε ως κινητήρια δύναμη. Δεν έγινε ένας από κείνους, γι’ αυτό κατάφερε να περιγράψει τόσο καίρια και με αφοπλιστική πειστικότητα και εμβρίθεια τον κόσμο των εύπορων Αμερικανών. Όπως έγραψε στο «Πλουσιόπαιδο», (απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο, σε μετάφραση Μένη Κουμανταρέα, Εκδόσεις Κέδρος) «...Ας αρχίσουμε από τους πάμπλουτους. Είναι διαφορετικοί από μένα και σένα. Κατέχουν τα πλούτη και τα’ απολαμβάνουν από ενωρίς, κι αυτό τους επηρεάζει σε κάτι, τους κάνει ήπιους εκεί όπου εμείς είμαστε δριμείς, και κυνικούς εκεί όπου εμείς είμαστε εύπιστοι, έτσι ώστε, παρεκτός κι αν έχεις γεννηθεί πλούσιος, είναι πολύ δύσκολο να τους καταλάβεις. Πιστεύουν βαθιά μέσα τους ότι είναι καλύτεροι από εμάς, επειδή εμείς χρειάστηκε ν’ ανακαλύψουμε από μόνοι μας τις ανταμοιβές και τα κρησφύγετα της ζωής. Ακόμα και όταν συμβεί να εισχωρήσουν βαθιά στον κόσμο μας ή να καταποντιστούν χαμηλά σ’ αυτόν, εκείνοι εξακολουθούν να πιστεύουν πως είναι σε όλα καλύτεροί μας. Είναι διαφορετικοί...»

Άφησε τις σπουδές του το 1917, λόγω των χαμηλών του επιδόσεων και κατατάχθηκε στο στρατό. Οι εμπειρίες του από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν είχαν καμία σχέση με αυτές τις έντονες του Χέμινγουεϊ. Ποτέ δεν βρέθηκε στο πεδίο της μάχης και ποτέ δεν έγινε μάρτυρας πολεμικής δράσης. Το 1919, τον βρίσκουμε στη Νέα Υόρκη όπου έπιασε δουλειά σε μια διαφημιστική εταιρεία. Τότε θα εκδώσει και την πρώτη του ιστορία, το «Babes in the Wood» και με τα τριάντα δολάρια που του έδωσαν γι’ αυτό, πήγε και αγόρασε ένα ζευγάρι λευκά flannels.
Σταθμός στη ζωή του στάθηκε η γνωριμία του το 1918 με τη Ζέλντα Σάιρ, την οποία και παντρεύτηκε το 1920. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε και το πρώτο του μυθιστόρημα, «This side of paradise», ένα βιβλίο που έκανε επιτυχία και την οποία ο Φιτζέραλντ εξαργύρωσε γιορτάζοντάς την σε ατελείωτα πάρτι, μυθικό ζευγάρι ήδη με τη Ζέλντα. Τα λογοτεχνικά περιοδικά άνοιξαν τις πύλες τους στο νέο ελπιδοφόρο συγγραφέα και εκείνος άρχισε να δημοσιεύει τα διηγήματά του, όπως το γνωστό «The Diamond as Big as the Ritz». Η ξέφρενη ζωή του ζευγαριού άρχισε να σωρρεύει στην πλάτη του χρέη που αδυνατούσε να καλύψει και μέσα σε όλα γεννήθηκε το 1921 η κόρη τους. Το δεύτερο μυθιστόρημά του «Όμορφοι και Καταραμένοι» έτυχε χλιαρής υποδοχής από κοινό και κριτικούς και τότε αποφάσισε να μετακομίσει το 1924 στην Ευρώπη, όπου το κόστος ζωής ήταν χαμηλότερο. Εκεί γνώρισε και συνδέθηκε με κορυφαίους συγγραφείς της εποχής του, όπως ο Χέμινγουεϊ και η Γερτρούδη Στάιν. Ύστερα, το 1925 εξέδωσε το αριστούργημά του «Ο υπέροχος Γκάτσμπυ» που δεν του απέφερε τα οικονομικά οφέλη που ο ίδιος προσδοκούσε και άρχισε να βυθίζεται σιγά-σιγά στις αναθυμιάσεις του αλκοόλ.
Η επόμενη πενταετία βρίσκει το συγγραφέα να ταξιδεύει στη Γηραιά Ήπειρο και την Αμερική, ζώντας τη θυελλώδη σχέση του με τη Ζέλντα η οποία και περιγράφεται στο έργο του «The crack up» (1936). Ελέω πολυέξοδης ζωής με τη σύζυγό του, για λίγους μήνες το 1927 και αργότερα το 1931 και 1932 εργάστηκε ως σεναριογράφος σε ταινίες του Χόλιγουντ, αλλά δεν κατόρθωσε ποτέ να γίνει τόσο επιτυχημένος όσο θα έμενε αργότερα στην ιστορία για τη λογοτεχνική του δημιουργία. Το 1934 έγραψε το «Τρυφερή είναι η νύχτα» και τη διετία 1934-1936, δεν υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγικός. Στα μέσα της δεκαετίας του ’30 πίστευε πια για τον εαυτό του ότι δεν είχε υπάρξει συγγραφέας πρώτης γραμμής.

Αυτή η δεκαετία θα χαραχτεί στη ζωή του και στη μνήμη του κόσμου η χωρίς επιστροφή πορεία του προς την πτώση και το τέλος. Ο αλκοολισμός του και η νευρική κατάρρευση της γυναίκας του, ο εγκλεισμός της σε κλινική, τραβούν τα φώτα της δημοσιότητας πάνω στο πάλαι ποτέ ιδανικό ζευγάρι και η «χαμένη γενιά» σφραγίζεται από τις τραγικές τους φιγούρες. Εκείνη θα πεθάνει σε μια πυρκαγιά στο ψυχοθεραπευτήριο που νοσηλεύονταν το 1948, οκτώ χρόνια μετά το θάνατο του άντρα της. Ο Φιτζέραλντ δεν θα προλάβει να ολοκληρώσει το βιβλίο του «Ο τελευταίος μεγιστάνας» το οποίο είχε αρχίσει το 1939 και πεθαίνει στις 21 Δεκεμβρίου του 1940 στο Χόλιγουντ, στο διαμέρισμα της γυναίκας με την οποία έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, της κοσμικογράφου Σίλα Γκράχαμ.
Τον επίλογο στη ζωή του και τον επιγραμματικό του απολογισμό γι’ αυτή, τον είχε κάνει σε ανύποπτη στιγμή ο ίδιος, συμπυκνώνοντας σε λίγες φράσεις τη σπουδαιότητα του ίδιου του ταλέντου του, καθώς η μετριοφροσύνη αποτελεί ίδιον των μετρίων, κατά το κοινώς λεγόμενο. «Δεν είμαι κανένας μεγάλος άνθρωπος, αλλά καμιά φορά σκέφτομαι ότι η απρόσωπη και αντικειμενική ιδιότητα του ταλέντου μου και ο τρόπος που το θυσίασα κομματιάζοντάς το για να διασώσω την ουσιαστική του αξία, διαθέτει κάποιο είδος επικής μεγαλοσύνης».

Friday, November 10, 2006

Διαμάντια και τζαζ της καταραμένης γενιάς

(Το απόσπασμα αυτό, μέρος ενός αφιερώματος για τον Υπέροχο Φιτζέραλντ, θα δημοσιευτεί αύριο στη Φιλολογική Βραδυνή)


«…Ο Γκάτσμπυ πίστευε στο πράσινο φως, στο οργιαστικό μέλλον που χρόνο με το χρόνο χάνεται από μπροστά μας. Μας ξέφυγε τότε, αλλά δεν έχει σημασία –αύριο θα τρέξουμε γρηγορότερα, θ’ απλώσουμε πιο πέρα τα χέρια μας…Και μια ωραία μέρα…Έτσι χτυπιόμαστε πάντα, βάρκες κόντρα στο ρεύμα, που αδιάκοπα μας ρίχνει πίσω στο παρελθόν.» (Απόσπασμα από το «Ο υπέροχος Γκάτσμπυ» σε μετάφραση Φώντα Κονδύλη, Εκδόσεις Πατάκη)

«…Προσπαθεί να στραφεί στη ζωή. Το ίδιο κι κάθε συγγραφέας, εκτός από τους χειρότερους, αλλά στο κάτω κάτω οι περισσότεροι ζουν με μασημένη τροφή. Το επεισόδιο ή ο χαρακτήρας μπορεί να είναι από τη ζωή, αλλά ο συγγραφέας συνήθως τον ερμηνεύει σύμφωνα με το τελευταίο βιβλίο που διάβασε…» (Απόσπασμα από το «Όμορφοι και καταραμένοι» σε μετάφραση Ρένας Χάτχουτ, Εκδόσεις Ερατώ)



Όταν η σύγχρονη βιβλιοπαραγωγή έρχεται να σε στύψει, αφαιρώντας πολλούς από τους χυμούς της αναγνωστικής σου απόλαυσης και το λογοτεχνικό τοπίο αρχίζει να θολώνει στα μάτια σου από τη σκόνη και το συρφετό ανούσιων αναγνωσμάτων, υπάρχει ένα σίγουρο καταφύγιο: η παραμυθία του κλασικού. Τότε τα φίλτρα σου αναζωογονούνται, επαναπροσδιορίζονται, η εικόνα καθαρίζει μπρος στο αναγνωστικό σου βλέμμα και νιώθεις την ευεργεσία του ωφέλιμου να σε πλημμυρίζει.
Ακόμη κι αν εκείνο το ωφέλιμο δεν περίμενε ποτέ ότι θα αντιμετωπιστεί κάποτε ως τέτοιο, καθώς αποτελεί το επίχρισμα μιας εποχής, μιας εποχής το ίδιο μεταβατικής με τη δική μας. Μπορεί να μην έχουμε βγει από έναν πόλεμο και να μην ετοιμάζονται οι συνθήκες να μας βάλουν σε έναν νέο, αλλά με έναν ενστικτώδικο τρόπο, όταν αναζητώ αντιστοιχίες του σήμερα με το παρελθόν, προστρέχω πάντα στο Μεσοπόλεμο. Είτε σε επίπεδο ελληνικής λογοτεχνίας είτε αμερικανικής. Αισθάνομαι ότι αποπνέουν την ίδια γνήσια αύρα αμηχανίας για τη ζωή και την Τέχνη, παρόλο που η πατίνα του χρόνου φρόντισε να περιβάλλει με την αχλύ του εμβληματικού μύθου εκείνη την εποχή, παρόλο που οι δημιουργοί που θριάμβευσαν εκείνα τα δύσβατα χρόνια, έζησαν τη ζωή τους στα άκρα, λες για να επιτείνουν αυτή τη σημασία του μετεωρισμού στην ύπαρξη και την κοινωνία.
Υπάρχει ένας δημιουργός που δεν άρπαξε τα φυσικά όπλα του για να κυνηγήσει τον ίδιο του τον εαυτό στα μάτια του Άλλου πολεμώντας τον εχθρό μέσα του, όπως ο Χέμινγουεϊ. Δεν αρνήθηκε ωστόσο να παρασυρθεί από τη διάχυτη ατμόσφαιρα της εποχής του και να κατορθώσει ερήμην του να καταστεί τελικά ένας από τους κύριους εκφραστές της. Ένα μέλος από εκείνη την «καταραμένη γενιά» που ευεργετήθηκε από την ίδια την κατάρα της να φτάσει στο μέλλον με περγαμηνές αξεπέραστης δόξας και μεγαλείου. Ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ.
Μια ιδιαζόντως εκπλεπτυσμένη λογοτεχνική φιγούρα της «χαμένης» θρυλικής γενιάς της αμερικανικής δημιουργίας που έφερνε πιο πολύ σε ευρωπαίο συγγραφέα, που πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στη Γηραιά Ήπειρο, που δεν απόλαυσε την αναγνώριση που του έπρεπε όσο ζούσε, που ο βίος του φρόντισε πολλές φορές να επισκιάσει το έργο του.
Το πορτρέτο του εν λόγω καλλιτέχνη δεν μπορεί να ειδωθεί έξω από την ιστορική πραγματικότητα και έξω από τους κλυδωνισμούς της προσωπικής του ζωής η οποία φτάνει καμιά φορά να υπερβαίνει το ίδιο το συγγραφικό έργο του σε φήμη. Αυτή φαίνεται είναι και η αυθεντική πρώτη ύλη που πρέπει να διαθέτει κανείς για να λάμψει στην αιωνιότητα και να μην περάσει απ’ αυτή ως διάττων αστέρας, καταδικασμένος να σβήσει για πάντα. Η ουσία της αδαμάντινης υφής: να χαράζει ανεξίτηλα το μετέπειτα, αυτό που θα ακολουθήσει. Και μέσα από τις βαθιές χαράξεις να ανοίγει νέα αυλάκια στην Τέχνη που θα βάλει και τους επόμενους να κυλήσουν μέσα σ’ αυτά, χωρίς επιστροφή προς τον παράδεισο της λογοτεχνίας και την ίδια την πτώση απ’ αυτόν.
Στις σελίδες των βιβλίων του, ακούς το σαξόφωνο να διαχέει τις μελωδίες του στο μέλλον, τον αφρώδη οίνο να αφήνει τις απαστράπτουσες φυσαλίδες του στο ημίφως μιας εποχής που σφραγίστηκε από δύο παγκοσμίους πολέμους, έναν στην έναρξή της και έναν στη λήξη της. Και στο φόντο, οι σκιές από τις ανθρώπινες φιγούρες, αγκαλιασμένες σε ένα κομμάτι τζαζ, να ψιθυρίζουν μέσα από το θρόισμα του λικνίσματός τους, τον έρωτα, την απώλεια και την εγκατάλειψη. Μια προδομένη γενιά στα μάτια των σύγχρονών της και στα δικά της μάτια ακόμα, αλλά απολύτως δικαιωμένη από τους επερχόμενους με τρόπο μοναδικό. «…Σκεφτόταν τις στενοχώριες, τα ανυπόφορα βάσανα που είχε περάσει. Είχαν προσπαθήσει να του επιβάλλουν ποινές για τα σφάλματα της νιότης του. Είχε εκτεθεί σε ανελέητη δυστυχία, ακόμα και οι ρομαντικές φιλοδοξίες του είχαν τιμωρηθεί, οι φίλοι του τον είχαν εγκαταλείψει και η ίδια η Γκλόρια είχε στραφεί εναντίον του. Μόνος –μόνος τα είχε αντιμετωπίσει όλα.
Μόλις πριν από λίγους μήνες όλοι τον συμβούλευαν πιεστικά να υποχωρήσει, να υποταχτεί στη μετριότητα, να πάει να δουλέψει, να κάνει οτιδήποτε. Αλλά εκείνος ήξερε ότι ήταν δικαιωμένος στον τρόπο της ζωής του και είχε επιμείνει ακλόνητος…’’Ήταν σκληρός ο αγώνας, αλλά δεν τα παράτησα και βγήκα νικητής!’’» (ΟΜΟΡΦΟΙ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΙ, Εκδόσεις Ερατώ)

Wednesday, November 08, 2006

"Words"

Από το ομώνυμο ποίημα της Σίλβια Πλαθ:

"...fixed stars
govern a life..."

Monday, November 06, 2006

Μεταφυσικές αντανακλάσεις σε νουάρ φόντο

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί παλιότερα στη Φιλολογική Βραδυνή)


Να είσαι Θεός μέχρι τα τρία σου χρόνια. Στην εφηβεία σου να στραγγαλίζεις το πιο αγαπημένο σου πρόσωπο. Στη νεότητά σου να οραματίζεσαι εκπαραθυρώσεις από τα τζάμια μιας εταιρείας-δυνάστη στην Ιαπωνία. Δεν μπορεί παρά στα γηρατειά σου να είσαι ηθικός αυτουργός της δικής σου δολοφονίας, όταν για χρόνια ολόκληρα «αυτοκτονούσες» με κοκτέιλ Αλεξάντερ.
Πώς να χωρέσουν όλα αυτά σε μια ζωή; Γίνονται, πρώτα απ’ όλα; Η απάντηση είναι καταφατική. Και μάλιστα πολύ περισσότερα συμβαίνουν. Στη σκέψη και τη μυθιστορηματική γραφή μιας νεαρής Βελγίδας, βέβαια, που προσθέτει από το 1992 κι ύστερα τη δική της πρωτοτυπία - ομολογουμένως, με εξαιρετικά ευφάνταστο τρόπο- στην παγκόσμια λογοτεχνική παραγωγή. Η Αμελί Νοτόμπ συστήθηκε στα γράμματα με την «Υγιεινή του δολοφόνου» (στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια), ένα βιβλίο που έδωσε από την αρχή το έντονο στίγμα της δημιουργού του : «... Πώς θέλετε ένας συγγραφέας να είναι σεμνός; Είναι η πιο άσεμνη δουλειά του κόσμου: μέσα από το ύφος, τις ιδέες, την ιστορία, τις έρευνες, οι συγγραφείς μιλούν μόνο για τον εαυτό τους, και μάλιστα με λέξεις. Οι ζωγράφοι και οι μουσικοί, κι αυτοί για τον εαυτό τους μιλούν, αλλά με μια γλώσσα πολύ λιγότερο ωμή από τη δική μας. Όχι, κύριε, οι συγγραφείς είναι αναίσχυντοι. Εάν δεν ήταν έτσι, θα είχαν γίνει λογιστές, οδηγοί τρένων, τηλεφωνητές, θα ήταν αξιοσέβαστοι...».
Αυτό κάνει και η Νοτόμπ, την πιο «άσεμνη» δουλειά στον κόσμο, κατορθώνοντας ευφυώς να εξισορροπεί τη συχνά εμφανιζόμενη σκληρότητα και αιχμηρότητα στο λόγο της, με τη φινέτσα και την καλαισθησία. Έτσι, αφήνει την πλήρη γεύση των νοημάτων της, χωρίς να δυσαρεστεί κι εκείνους τους αναγνώστες που αρέσκονται σε πιο «απαλές» συγκινήσεις (λες και αποκαλύπτει την πλούσια και ολοκληρωμένη γεύση ενός καφέ που από μόνος του δεν είναι διόλου γλυκός, ακόμη και σ’ αυτούς που δεν μπορούν να αποχωριστούν τις τέσσερις κουταλιές ζάχαρη από τον καφέ τους). Τα κείμενά της γλιστρούν ανάμεσα στην ειρωνεία, τον κυνισμό, τη σάτιρα και την περιπαικτική διάθεση, αλλά με μια αρμονία και χάρη κλασική που αφήνει κάθε περιθώριο στην ανατροπή και την αναπάντεχη οπτική της συγγραφέως να παρεισφρήσει και να κλέψει την παράσταση.
Η βελγικής καταγωγής δημιουργός συνδιαλέγεται με τη λογική του αναγνώστη με μια εσωτερικότητα -προσδοκώμενη να επιτευχθεί από κάθε συγγραφέα- σε τέτοια έκταση που στο τέλος ενός βιβλίου της, έχει κανείς την αίσθηση ότι «χόρτασε». Ήταν παρόν το λογοτέχνημά της σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης να σου «μιλήσει» σε πολλαπλά επίπεδα, όποια είχες εσύ τη διάθεση, την αντοχή ή τη θέληση να «ακούσεις». Ίσως αυτό το σημείο να είναι και το τρωτό της Αμελί Νοτόμπ: είναι, δηλαδή, τόσο προφανώς, ακαριαία αποτελεσματική, στην επικοινωνία με τη λογική και το συναίσθημα του αναγνώστη, που αναρωτιέται κανείς για τη διάρκεια της επίδρασης από τα ερεθίσματα που δέχτηκε, αλλά και για την ύπαρξη ή όχι εκείνης της «μαγικής» αφανούς διαδικασίας που μπορεί να ξεκινήσει ένα βιβλίο στην ψυχή και το μυαλό του αναγνώστη. Όπως λέει η ίδια στο βιβλίο της «Μεταφυσική των σωλήνων», (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια), «...Το νοητικό τυχαίο γεγονός είναι μια σκόνη που μπαίνει κατά τύχη μέσα στο στρείδι τους εγκεφάλου, παρά την προστασία των κλειστών οστράκων του κρανίου...Μια έλικα φαιάς ουσίας, χωρίς λόγο, γεννά μια τρομερή ιδέα, μια φοβερή σκέψη - και μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο η πνευματική ειρήνη πάει περίπατο για πάντα...».
Η ίδια, ως συγγραφική οντότητα, αποτελεί ένα αμάλγαμα δυτικής σκέψης και επιδράσεων από την ανατολική φιλοσοφία, ενός ενδότερου, σχεδόν απόκρυφου εξωτισμού και ευρωπαϊκής ταυτόχρονα κουλτούρας. Ο σύγχρονος κόσμος παρουσιάζεται στις σελίδες της Αμελί Νοτόμπ, ιδωμένος στην αρχετυπική του μορφή, αλλά απαλλαγμένος από κοινοτοπίες που θα μπορούσαν να κάνουν τον αναγνώστη να προσπεράσει αδιάφορα τις φιλοσοφικές και μεταφυσικές διαστάσεις των πραγμάτων που παρουσιάζει η συγγραφέας στις ιστορίες που διηγείται. Η τέχνη, η ψυχολογία, η επιστήμη, η φιλοσοφία κι η καθημερινότητα διαπλέκονται σ’ έναν ενδιαφέροντα χορό αρμονίας που ξαφνιάζει ευχάριστα με την αίσθηση πληρότητας που αποπνέει. Το όλον κατακερματίζεται για να ανασυντεθεί σχεδόν μαγικά σ’ ένα νουάρ λογοτεχνικό σκηνικό υπαρξιακών αναζητήσεων και συγκινήσεων.
Η δύναμη της λογικής και της ευφυΐας, η απόλαυση και η ηδονή, ο Θεός και η πίστη, η τελετουργία της καθημερινότητας και η ζωή, ο έρωτας και ο θάνατος, το άτομο, η οικογένεια και η κοινωνία, γίνονται ο καμβάς για να φιλοτεχνήσει η συγγραφέας ιστορίες, που δίδονται με απλότητα και σαφήνεια. Ακροβατεί, βέβαια, ανάμεσα στην υπερ-απλούστευση και τη γενικότητα, χωρίς να αποκτά, όμως, ευτέλεια το κείμενό της. Τελικά γίνονται απλώς εύληπτα τα νοήματά της. Η πλοκή των μυθιστορημάτων είναι αυτή που την αποτρέπει από παραληρηματικές διδαχές, την επαναφέρει και τη συνδέει πάντα με τον πυρήνα ενός όλου που θέλει να αναδείξει. Αυτή ακριβώς η διερεύνηση και περιγραφή της ολότητας είναι το πιο γοητευτικό της στοιχείο και σε επίπεδο περιεχομένου στα βιβλία της. Συνταιριάζει στη σκέψη της πράγματα σύγχρονα αυτού του κόσμου και τα συνδυάζει με τη διαχρονικότητα της ύπαρξης, όλως περιέργως χωρίς να καταφεύγει σε συνηθισμένες μεταφορές, αλλά υιοθετώντας μια προσωπική, ιδιαίτερα ευρηματική, σημειολογία.
Στη «Μεταφυσική των σωλήνων», ένα μωρό που γεννιέται στην Άπω Ανατολή μιλά για τη ζωή και το θάνατο. Αναλύει με τρόπο απολαυστικά εύστοχο τον κόσμο γύρω του και λοιδορεί την ενήλικη λογική και πρακτική. Ένα βρέφος εμφανίζεται να γνωρίζει το νόημα της ύπαρξης, να το φέρνει στα μέτρα του και να επιχειρεί να το ξεπεράσει. «…Η ζωή είναι εκείνη που θα ‘πρεπε να θεωρείται ελαττωματική λειτουργία…», αποφαίνεται το μωρό που γνωρίζει την ηδονή, στη γεύση μιας σοκολάτας και τελικά εξημερώνεται : «Η απόλαυση είναι ένα θαύμα που μου μαθαίνει πως είμαι εγώ. Εγώ, είναι η έδρα της απόλαυσης. Η απόλαυση είμαι εγώ: κάθε φορά που θα υπάρχει απόλαυση, θα υπάρχει εγώ. Δεν υπάρχει απόλαυση χωρίς εγώ, δεν υπάρχει εγώ χωρίς απόλαυση!». Με την ίδια εμβρίθεια σχολιάζει το τέλος της ζωής : «…ο θάνατος, ήταν το ταβάνι. Όταν γνωρίζεις το ταβάνι καλύτερα απ’ τον εαυτό σου, αυτό λέγεται θάνατος. Το ταβάνι είναι αυτό που εμποδίζει τα μάτια ν’ ανεβούν και τη σκέψη να υψωθεί. Ταβάνι, δε, μοιραία σημαίνει κρύπτη: το ταβάνι είναι το καπάκι του εγκεφάλου…». Όσο για τη δύναμη μιας τόσο νέας και σύντομης ζωής, είναι δεδομένα εξασφαλισμένη. Κρατά ένα μωρό τον κόσμο στα χέρια του και τον κινεί κατά το δοκούν, γίνεται ο Θεός του περίγυρού του, ενώ η φύση υποτάσσεται αδιαμαρτύρητα στις προσταγές του: «…Ένα βράδυ είχα πει σ’ ένα βλαστό μ’ ένα μπουμπούκι στην κορφή του : ‘’Άνθισε’’. Την άλλη μέρα, είχε γίνει μια λευκή παιωνία σε πλήρη έκρηξη. Ήταν ολοφάνερο διέθετα δυνάμεις…». Ένα βρέφος, που όπως όλοι οι συνομήλικοί του, ξαναδείχνει τη ζωή, ξαναγνωρίζει τον κόσμο στους γονείς και τους δικούς του ανθρώπους, τους συστήνει εκ νέου με την πραγματικότητα, ενώ γίνεται ο άγραφος πίνακας (tabula rasa) που με τη λευκότητα του όποιου κενού του, μπορούν να ξαναδιαβάσουν οι ενήλικες στην αντανάκλαση του φωτός πάνω του, τη μυστική γραφή της πλήρους αλήθειας. Όσο για τις συμβουλές του μωρού προς τους μεγαλύτερούς του, πολύτιμες πραγματικά : «…Αν καταφέρεις να εγγράψεις τα θαύματα του παραδείσου σου στην εγκεφαλική σου ουσία, θα μεταφέρεις μέσα στο κεφάλι σου αν όχι τη θαυματουργή τους πραγματικότητα, τουλάχιστον τη δύναμή τους…».


Στην Ιαπωνία εκτυλίσσεται και η υπόθεση της ιστορία της «Φόβος και Τρόμος» (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια). Μια Ευρωπαία στη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου δοκιμάζει σκληρά τις αντοχές της, δουλεύοντας σε μια εγχώρια εταιρεία. Η Αμελί Νοτόμπ μας ανοίγει μια χαραμάδα να καταλάβουμε τη σύγχρονη ιαπωνική «κουλτούρα» της υπερ-εργασίας και των πολυεθνικών. Μας γνωρίζει με μια νοοτροπία σεξιστική και ρατσιστική, μέσα από μια φιλοσοφική και κριτική θεώρηση της κοινωνικής και επιχειρηματικής πραγματικότητας στην Άπω Ανατολή της οικονομικής ανάπτυξης και των οικονομικών δεικτών, που εκμηδενίζει το άτομο και την προσωπικότητά του. Πολύ περισσότερο αν είναι γυναίκα και δη ξενικής καταγωγής. «Στην Ιαπωνία η ύπαρξη είναι η επιχείρηση», όπως διαπιστώνει και η συγγραφέας, επιβεβαιώνοντας με τη σχηματική εξιστόρηση του εξευτελιστικού καταναγκασμού και της ψυχικής τρομοκρατίας που υφίστανται οι άνθρωποι εκεί, την ένταση του κοινωνικού δράματος που λαμβάνει χώρα. Όλα αυτά δοσμένα με μια ανάλαφρη διάθεση και πικρό χιούμορ, που εκμαιεύουν με τον πιο έντεχνο τρόπο την ευαισθησία του αναγνώστη.
Ακριβώς, τις όποιες επιδιώξεις των συγγραφέων χλευάζει η Αμελί Νοτόμπ στο πρώτο και όπως φαίνεται το πιο αριστοτεχνικά -μέχρι τώρα- πλήρες βιβλίο της, την «Υγιεινή του δολοφόνου» : «…Η ανθρώπινη ράτσα είναι έτσι φτιαγμένη ώστε όντα πνευματικά υγιή να είναι έτοιμα να θυσιάσουν τα νιάτα τους, το κορμί τους, του έρωτές τους, τους φίλους τους, την ευτυχία τους και πολλά περισσότερα ακόμη στο βωμό μιας φαντασίωσης που λέγεται αιωνιότητα…». Μια ιστορία με ήρωες μόνο στα άκρα τους, που κονταροχτυπιούνται σε ένα διαλογικό παιχνίδι ευφυΐας και λογικής. Μια θανάσιμη επιλογή που εξαντλεί τους πρωταγωνιστές και τους φέρνει αντιμέτωπους με την απόδειξη κάθε φορά της καλοσύνης, της αγάπης, της κακοπιστίας : «…Θαυμάζω την καλοσύνη που προέρχεται από την καλοσύνη ή την αγάπη. Αλλά γνωρίζετε πολλούς που την εφαρμόζουν την καλοσύνη αυτή; Στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι άνθρωποι είναι καλοί για να τους αφήνουν στην ησυχία τους…». Όσο για τη δημιουργία και μάλιστα τη λογοτεχνική, είναι χαρακτηριστική η κανιβαλιστική αντιμετώπισή της από την πλευρά της συγγραφέως μέσω των λόγων των ηρώων της, βέβαια : «…σπανιότατα είναι τα βιβλία που έχουν γραφτεί από καθαρή καλοσύνη. Τα έργα εκείνα, τα δημιουργείς μέσα στην αχρειότητα και τη μοναξιά, ξέροντας καλά ότι αφού τα πετάξεις στη μούρη του κόσμου, θα είσαι ακόμη πιο μόνος και πιο αχρείος…». Η «Υγιεινή του δολοφόνου» μοιάζει με ένα μυθιστορηματικό σχόλιο πάνω στα κίνητρα ενός ανθρώπου για να γράψει. Στην προκείμενη ιστορία ένα ανατριχιαστικό μυστικό του παρελθόντος κρύβεται πίσω από τη συγγραφική επιτυχία του κεντρικού πρωταγωνιστή, που εναλλάσσεται στις θέσεις του θύτη και του θύματος. Θα κερδίσει στο τέλος η σαγήνη, που ζητά και το τίμημα από εκείνους που αποφασίζει να ευνοήσει κάθε φορά. Η ερωτική έλξη και η πνευματικότητα εμφανίζονται στην οριακή τους μορφή, ενώ το ζητούμενο είναι η απόλαυση. «...Εάν ένας συγγραφέας δεν νιώθει ηδονή, τότε πρέπει να σταματήσει στη στιγμή. Το να γράφεις χωρίς ηδονή, είναι ανήθικο. Η γραφή εμπεριέχει ήδη όλους τους σπόρους της ανηθικότητας. Η μόνη δικαιολογία του συγγραφέα είναι η ηδονή του...»


«Ποτέ δεν πρέπει να γνωρίζει κανείς τους συγγραφείς»

Η Amelie Nothomb γεννήθηκε το 1967 στο Κόμπε της Ιαπωνίας από οικογένεια διπλωματών και ακολούθησε τους γονείς της σε διάφορα μέρη του κόσμου, κυρίως στην Ανατολή. Σπούδασε ρομανικές γλώσσες στο ελεύθερο πανεπιστήμιο των Βρυξελλών και στη συνέχεια εργάστηκε ως διερμηνέας στην Ιαπωνία. Σήμερα ζει στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες. «Γραφομανής», όπως αυτοχαρακτηρίζεται, σωστό «βιολογικό ρολόι της λογοτεχνίας», όπως την αποκάλεσε ο Τύπος, δημοσιεύει ανελλιπώς κάθε φθινόπωρο, από το 1992 και μετά, ένα μυθιστόρημα που γίνεται αμέσως μπεστ σέλερ στη Γαλλία και το Βέλγιο και μεταφράζεται σε διάφορες γλώσσες. Έχει τιμηθεί με πολλές διακρίσεις, ενώ βιβλία της διασκευάζονται για το θέατρο, την όπερα και τον κινηματογράφο.

Thursday, November 02, 2006

Η φυλακή του παραλόγου της ζωής και της ύπαρξης

(Το κείμενο θα δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 4/11/2006)

«...Η απελπισία εξημερώθηκε, έγινε λογοτεχνία και πίνακες ζωγραφικής. Όμως εμένα αυτό δεν με βοηθάει. Τόσο το καλύτερο για σας αν με την κουλτούρα καταφέρνετε να ξορκίσετε το δράμα του ανθρώπου, την τραγωδία του...»



Είναι ένα βιβλίο που θα μπορούσε να έχει γραφτεί μόλις λίγο καιρό πριν, τότε που καιγόταν η Γαλλία από τους πιτσιρικάδες που ο Σαρκοζί θα χαρακτήριζε «αλήτες». «...Σπανίως μια αόριστη διαύγεια, μια ημι-διαύγεια ανάμεσα στα παραπετάσματα του σκότους. Υπήρξαν επίσης επαναστάσεις, εμφύλιοι πόλεμοι, η γροθιά που έφαγα στα μούτρα. Συνέβησαν γεγονότα γύρω από εμένα. Χωρίς εμένα. Όμως, μ’ ενδιέφεραν. Οι δρόμοι, λέει, είχαν γεμίσει πτώματα, πλήθη κατέβαιναν σε διαδηλώσεις, άνθρωποι οργισμένοι. Ο νεκρός νεαρός στο πεζοδρόμιο, περιτριγυρισμένος από τους γείτονες ενός δρόμου που είχε τόσο αλλάξει...»
Είναι ένα βιβλίο που θα μπορούσε να έχει γραφτεί οποτεδήποτε. Αλλά όχι από οποιονδήποτε. Θα μπορούσε να έχει γραφτεί μόνο από έναν άνθρωπο που βλέπει γύρω του να αλλάζει ο κόσμος (ή να παραμένει ο ίδιος) και εκείνος συμμετέχει μόνο δια της παράλογης λογικής της προσωπικής του απομόνωσης. Θα μπορούσε να έχει γραφτεί από ένα δημιουργό που αφουγκράζεται τον παλμό της εποχής του, αλλά παραμένει κλεισμένος στους δικούς του εσώτερους ρυθμούς και κάποτε κατορθώνει αυτή την προσωπική ματιά του στον κόσμο να την κάνει και βλέμμα του ίδιου του κόσμου. Και γράφτηκε από έναν τέτοιο άνθρωπο της Τέχνης, το βιβλίο αυτό.
Ο Ευγένιος Ιονέσκο, ο μεγάλος αυτός δραματουργός, που σημάδεψε με το έργο του και το ρουν του σύγχρονου θεάτρου, έγραψε ένα και μοναδικό μυθιστόρημα που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα, με τον τίτλο «Ο Μοναχικός» σε πολύ καλή μετάφραση της Χρύσας Τσαλικίδου. Το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1973 και απηχεί ίσως σε ένα βαθμό την αντιμετώπιση από τον ίδιο τον κορυφαίο δημιουργό των γεγονότων του Μάη του ’68. Ίσως και όχι, γιατί διαβάζοντας το βιβλίο 33 χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, διέκρινα μια φρεσκάδα και μια διαχρονικότητα στη γραφή και τον τρόπο γραφής, αλλά και στην ουσία της πραγματικότητας που εναλλάσσεται γύρω μας και που ο Ιονέσκο συμπυκνώνει σ’ αυτό το τόσο μεστό και σύντομο έργο του, που θα μπορούσε να το είχε γράψει μόλις τώρα, αν ζούσε και έβλεπε τα συμβαίνοντα στον κόσμο. «...Είναι περίεργο: όλοι πιστεύουν ότι ο κόσμος, το σύμπαν, η πλάση, είναι πράγματα απολύτως φυσιολογικά, δεδομένα. Και υποτίθεται ότι αυτοί είναι οι σοφοί κι εγώ ο αδαής, ο βλάκας. Είμαστε σε μια φυλακή, σε φυλακή βεβαίως. Είναι επειδή θέλω να τα μάθω όλα για τα οποία δεν ξέρω τίποτα. Υπάρχει περίπτωση να δώσουν κάποτε την απάντηση; Ίσως σε μερικές δεκάδες ή εκατοντάδες γενιές οι άνθρωποι μπορέσουν να συλλάβουν το ασύλληπτο, να φανταστούν το αφάνταστο. Για να μη σταματούν να δουλεύουν, να παίρνουν λεωφορεία, να εκδίδουν βιβλία, να κάνουν υπολογισμούς, να ξεκινούν να κατακτήσουν το Διάστημα, θα πρέπει υποσυνείδητα να αισθάνονται ότι θα τα καταφέρουν. Όμως εγώ προσωπικά πιστεύω ότι χτίζουν πάνω στο κενό, στο τίποτα -που κι αυτό δεν είναι παρά μια λέξη. Δίνουμε ονόματα που δεν σημαίνουν τίποτα σε πράγματα για τα οποία δεν μπορούμε να πούμε τίποτα. Το απείρως μικρό... Έχοντας ήδη ψύχωση με το απείρως μεγάλο, αφέθηκα να στοιχειωθώ και από το απείρως μικρό...»
Ο ήρωας του μυθιστορήματος που μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, είναι ένας άνθρωπος μόνος, έξω και μέσα του. Που τον κατατρώει το υπαρξιακό άγχος, η ανησυχία γι’ αυτό που είναι (αν είναι) ο ίδιος και η αγωνία γι’ αυτό που είναι (αν είναι) ο κόσμος που τον περιβάλλει. Ένας περιχαρακωμένος στη βαθύτερη απομόνωσή του στην οποία μπορεί να παρεισδύσουν μεν τα τρέχοντα του κόσμου, αλλά τα αποκωδικοποιεί πάντα με το προσωπικό αλφαβητάριο της «ναυτίας του πεπερασμένου» και της «ναυτίας του απέραντου» που τον κατατρέχει. Το βιβλίο το διάβασα απνευστί, το χάρηκα όσο λίγα και βρήκα τόσους παραλληλισμούς με το σήμερα και τέτοια αυθεντικότητα στη σκέψη του Ιονέσκο που δεν θα μπορούσα παρά να τον αντιμετωπίσω ως απόλυτο εκφραστή της μοναξιάς του σύγχρονου ανθρώπου. Ακόμη και αν γίνεται κάτι τέτοιο ερήμην του. Ήταν και πάλι μπροστά από την εποχή του, είδε τη επόμενη στην ανατολή της, όσο η δική του ζωή προχωρούσε προς τη δύση της. Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου μου φάνηκε κατά παράδοξο τρόπο οικείος, γνώριμος, αν και είναι τόσο παράλογες οι επιλογές του που μόνο ως κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Πρόκειται για έναν τριανταπεντάρη που αποσύρεται από τη ζωή συνειδητά-ασυνείδητα, προσπαθεί να άρει την κατάρα να κοιτά πάντα τον τοίχο και εύχεται να ήταν σαν τους άλλους. Αλλά δεν μπορεί να είναι σαν τους άλλους, γιατί δεν ξέρουν ούτε αυτοί οι άλλοι ποιοι είναι, πώς είναι, γιατί είναι, αν είναι. «...Όλοι κάνουν ό,τι θέλουν. Όταν λέω ’’όλοι’’ εννοώ ’’αυτούς’’. Εγώ δεν είμαι στο κόλπο...»
Κλείνεται σε μια ιδιότυπη ατομική φωλιά που του υπόσχεται μια στοιχειώδη προστασία -ούτε ο ίδιος δεν ξέρει από τι, ίσως από την ίδια τη ζωή και το νόημά της- και βλέπει το χρόνο να φεύγει και να ακινητοποιείται με ένα τρόπο μοναδικά τραγικό. «...Εκείνο που με βασάνιζε πάνω απ’ όλα ήταν η αίσθηση ότι κάτι μου έλειπε. Αν ήξερα πώς να επωφελούμαι από την κάθε στιγμή, τα πάντα θα ήταν ωραία. Είχα χαραμίσει το ποτάμι της ζωής. Και τούτο πρέπει να είχε στερέψει...Πάντα κάτι έλειπε. Ανέκαθεν ένιωθα ότι κάτι μου έλειπε, οπότε τούτη η έλλειψη γινόταν τα πάντα. Τι έλειπε; Τι μου έλειπε; Ήθελα να τα ξέρω όλα. Αυτό μου έλειπε: το γεγονός ότι δεν ήξερα. Ήμουν αμαθής αλλά όχι τόσο ώστε να μην καταλαβαίνω την αμάθειά μου. Άραγε ξέρουν κάτι οι σοφοί; Τους φτάνει αυτό που ξέρουν; Τι άλλο υπάρχει;...»

Wednesday, November 01, 2006

"Όμορφοι και καταραμένοι"

"...Μόλις πριν από λίγους μήνες όλοι τον συμβούλευαν πιεστικά να υποχωρήσει, να υποταχτεί στη μετριότητα, να πάει να δουλέψει, να κάνει οτιδήποτε. Αλλά εκείνος ήξερε ότι ήταν δικαιωμένος στον τρόπο της ζωής του και είχε επιμείνει ακλόνητος..."

ΦΡΑΝΣΙΣ ΣΚΟΤ ΦΙΤΖΕΡΑΛΝΤ
"ΟΜΟΡΦΟΙ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΙ"
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΡΑΤΩ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΡΕΝΑ ΧΑΤΧΟΥΤ