Sunday, October 22, 2006

Ποιητική αλήθεια, αδεία της ψυχής

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε χθες στη Φιλολογική Βραδυνή)

«Μπορεί να πιάσει πάτο η ερημιά
όταν βουτάς με το κεφάλι στους ανθρώπους», καταλήγει στο ποίημά της «ΠΑΝΤΩΣ» η Έφη Πυρπάσου στη συλλογή με τίτλο «Ξενάγηση» (Εκδόσεις Καστανιώτη). Πρόκειται για μια ποιητική φωνή που αφυπνίζει, περνώντας μέσα από τα δύσβατα μονοπάτια της μοναξιάς, της προσωπικής αλήθειας, της ατομικής διάστασης, της ενδότερης αγωνίας. Στίχοι που κουβαλάνε ψυχικά φορτία ολκής και καταβολές ποιητικές σαν και κείνες του Νίκου Καρούζου, όπως προδιαθέτει τον αναγνώστη και η προμετωπίδα του βιβλίου.
Οι λέξεις της Πυρπάσου, βαλμένες στη σειρά, σε κάνουν να δεις ένα πρόσωπο γνώριμο, εκείνο του εαυτού σου και να αντικρίσεις τη δική σου υπαρξιακή ανησυχία. Γι’ αυτό που είσαι, γι’ αυτό που πιστεύεις ότι είσαι, γι’ αυτό που πιστεύουν οι άλλοι ότι είσαι. Σε ξεναγεί στον Άλλο η ποίησή της, δηλαδή και σε σένα.
Δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα, καμιά σιγουριά. Ακροβατείς μαζί με τις λέξεις της και μετεωρίζεσαι στα βάθη τους και στα δικά σου ύψη. «...Η μητέρα που σε γνωρίζει μόνο κλαίγοντας...» Με ένα κέρδος ολότελα δικό σου, να βυθιστείς στο νόημα της ζωής σου και να αναδυθείς απ’ αυτό πιο πλούσιος και φρέσκος, πιο γεμάτος και με επίγνωση των ελλείψεών σου* του δικού σου ανολοκλήρωτου. Σαν να έχεις παρακολουθήσει από έναν τρίτο μια ξενάγηση του ίδιου του ψυχικού σου τοπίου, της ματιάς σου να περικλείεις τον κόσμο, της θεώρησης των άλλων μέσα από το δικό σου βλέμμα, με ό,τι «αξιοθέατα» διαθέτεις και ό,τι ποιητικά ερεθίσματα σου βρίσκονται. Πότε σαν γροθιές στο στομάχι τα λόγια της Πυρπάσου και πότε σαν απαλό χάδι. Να εναλλάσσονται οι εικόνες, τα συναισθήματα, οι μνήμες και τα χάσματα της λήθης, με αφοπλιστικό ρυθμό και παύσεις ικανές να σε κάνουν να αναλογίζεσαι βαθιά και καίρια.

Στα δίχτυα της αστυνομικής πλοκής

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε χθες στη Φιλολογική Βραδυνή)

«...Ήταν η έννοια της αυτό-ομοιότητας, self-similarity στα αγγλικά. Ήταν μια μορφή επανάληψης κάποιων μοτίβων τόσο στη φύση όσο και στις κατασκευές του ανθρώπου που υποδήλωνε ότι, παρ’ όλο το χάος του κόσμου, σε όλα τα πράγματα υπήρχε μια τάξη -και μια επανάληψη- όσο πολύπλοκη κι αν ήταν...» (απόσπασμα από το βιβλίο «Η απαγωγή του εκδότη»)




Για έναν παράδοξο τρόπο, στη νεοελληνική λογοτεχνία η λέξη «πλοκή» -για πολλούς δημιουργούς- καταλαμβάνει μια θέση «μιάσματος». Προτιμούν το «κατάθεση ψυχής» και πελαγοδρομούν σε δαιδαλώδεις ψυχαναλυτικές κοινοτοπίες. Για έναν άλλον επίσης αδιερεύνητο λόγο, θεωρούν την αστυνομική λογοτεχνία «εύκολη» ή έστω «εύπεπτη», σε αντίθεση με την «κατάθεση ψυχής» που αρέσκεται να διατηρεί το γόητρό της ως τάχα μου «ποιοτική» παρά τη δυσανάγνωστη -και γιατί όχι ανύπαρκτη- πολλές φορές ποιότητά της. Σ’ αυτό το ισοζύγιο λογοτεχνικών αξιών που το γούστο του κάθε αναγνώστη και η εμπειρία του μπορεί να σταθμίσει το τι φέρει βαρύνουσα σημασία γι’ αυτόν, έχω γίνει καχύποπτη ή υποψιασμένη απέναντι στις «καταθέσεις ψυχής», αλλά με κανέναν τρόπο δεν λέω να απεμπλακώ από τα δίχτυα της ενδιαφέρουσας μαγείας του αστυνομικού μυστηρίου. Με ανταμείβει συχνά η εμμονή ή η επιμονή μου αυτή στην πλοκή, γι’ αυτό και επιλέγω να παρουσιάσω δύο βιβλία αυτής της υφής.
Αν και ως αναγνώστρια θα ήθελα τις μεταφυσικές προεκτάσεις που δίνει στην ιστορία του ο Δημήτρης Μαμαλούκας στο μυθιστόρημά του «Η απαγωγή του εκδότη» (Εκδόσεις Καστανιώτη) λίγο πιο έντονες και τα ψυχογραφήματα των ηρώων του λίγο πιο εκτενή και βαθύτερα, ο συγγραφέας κατορθώνει να αιχμαλωτίσει ιδιαίτερα αποτελεσματικά στα πλοκάμια του αστυνομικού μυστηρίου τον αναγνώστη του. Να το πω λίγο πιο γλαφυρά: δεν θα ήθελα να βρεθώ στον ίδιο χώρο με το συγγραφέα...Είναι απλό, φοβάμαι. Μην παρεξηγηθώ. Την ατμόσφαιρα του βιβλίου θέλω να μεταφέρω και τις αυξημένες δυνατότητες του δημιουργού επιχειρώ να εξάρω. Η ιστορία σε υποβάλει από μόνη της, δεν χρειάζεσαι άλλο μέσο. Η πλοκή κινεί τα νήματα και η λογοτεχνική δεινότητα του συγγραφέα έγκειται ακριβώς στον τρόπο που διαρθρώνει τη δομή της ιστορίας του, αλλά και στην ένταση που δίνει με τα ίδια τα συμβαίνοντα στην εξέλιξή της. Η «κατάθεση» της λογοτεχνικής του «ψυχής» έχει να κάνει απολύτως με τα γεγονότα που περιγράφει και τις διαστάσεις που τους δίνει ο ίδιος. Ό,τι θέλει να πει ο συγγραφέας, το λέει απευθείας, άμεσα, εύληπτα, με ωραία γλώσσα, απλότητα, διαύγεια και ζωντανό ύφος, αρκούντως απολαυστικά για τον ίδιο τον αναγνώστη του. Στο εξωτερικό, αυτό είναι ένα προσόν που εκτιμάται δεόντως, κάτι που δεν συμβαίνει με την ίδια ευρύτητα στη νεοελληνική λογοτεχνική πραγματικότητα. Αν ήταν στην Αγγλία ή έστω στην Ιταλία ο Μαμαλούκας, θα είχε μια άλλη αντιμετώπιση, αναμφίβολα. Ίσως, γι’ αυτό οι ήρωές του προτιμά να κινούνται σε έναν τόπο που ίδιος ξέρει καλά -λόγω σπουδών Φιλοσοφίας στη ίδια τη χώρα-, την Ιταλία.

Είναι τρελοί αυτοί οι ...Ιταλοί

Γράφοντας για Ιταλία, οι γείτονές μας είναι καλύτερα μυημένοι από μας στις αστυνομικές ιστορίες. Φταίει και η «μαφιόζικη» παράδοσή τους. Είδαμε άλλωστε τελευταία και το νεαρό Ιταλό δάσκαλο που συνέγραψε ένα βιβλίο σχετικό και έχει περιπέτειες τώρα, αφού δέχεται απειλές για τη ζωή του. Στην Ελλάδα κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση του Ανταίου Χρυσοστομίδη, εννέα ιταλικές ιστορίες με τίτλο «Εγκλήματα» γραμμένες από τους σπουδαιότερους σύγχρονους Ιταλούς συγγραφείς της αστυνομικής λογοτεχνίας. Πέρα από τα τρανταχτά ονόματα των Καμιλέρι, Αμανίτι και Λουκαρέλι περιλαμβάνονται διηγήματα και λιγότερο γνωστών στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό δημιουργών. Αυτό που κυριαρχεί στις ιστορίες -διαφορετικού ύφους και δομής η κάθε μία- είναι η ένταση των αισθημάτων που προκαλούν. Ξεχωρίζω «Το κρησφύγετο της Τερέζα» του ναπολιτάνου Ντιέγκο ντε Σίλβα, του Τζόρτζιο Φαλέτι την ιστορία με τίτλο «Ο βασικός καλεσμένος», το νουάρ παραμύθι του Τζανκάρλο ντε Κατάλντο «Το παιδί που έκλεψε η καλή μάγισσα» και του Κάρλο Λουκαρέλι «Ο τρίτος πυροβολισμός». Πρόκειται για κείμενα που κρατούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη και του κάνουν καλή παρέα είτε στην παραλία, όπως τα διάβασα εγώ το καλοκαίρι, είτε τα κρύα χειμωνιάτικα βράδια. Απλώς κοιτάς διερευνητικά γύρω σου, όσο τα διαβάζεις, να δεις μη και σε παρακολουθεί από πουθενά κάποιος από τους πρωταγωνιστές των ιστοριών...

Thursday, October 19, 2006

Στη δίνη και την οδύνη της μνήμης

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί παλιότερα στη Φιλολογική Βραδυνή)

Θα μπορούσε αυτή η σελίδα να αρχίζει με μια πιο λογοτεχνίζουσα χροιά. Θα μπορούσε. Αν δεν βλέπαμε ακόμη την ανθρώπινη φύση να εξευτελίζεται σε τηλεοπτικές οθόνες παγκοσμίως. Αν ο σύγχρονος ηττημένος τύραννος δεν σύρονταν από το άρμα του νικητή στη διεθνή αρένα. Αν ο πολιτισμός είχε κατορθώσει να εξαλείψει την αγριότητα και τα φρικώδη ένστικτα. Αν είχε αναγνωρίσει ο ισχυρός το δικαίωμα για το νικημένο στην αξιοπρέπεια της όποιας ήττας του. (Ποιος είναι ο νικητής και ποιος ο ηττημένος;)
Αν η πραγματικότητα δεν έσπευδε να δώσει επικαιρότητα σε μια μυθιστορηματική υπόθεση με πρωταγωνιστές αληθινούς, τότε θα μιλούσαμε μόνο για υπαρξιακές ανησυχίες, για αναμετρήσεις του ανθρώπου με τον εαυτό του, για την αγάπη, τη μοναξιά, τη φιλία, τον έρωτα, αναγνωρισμένα, διαχρονικά πράγματα. Εντάξει, όλα αυτά σε ένα φόντο εξωτικό -με δουλεμπόρους και σκλάβους, αποικιοκράτες και ιθαγενείς- ενός παρελθόντος, αν όχι ξεχασμένου, τότε -ακόμα καλύτερα- άγνωστου. Θα ανοίγαμε διάπλατα τα μάτια στις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες των περιγραφών της περασμένης αποικιοκρατίας και με την άγνοια και την έκπληξη απέναντι στο «πρωτόφαντο» γεγονός θα λέγαμε «κοίτα, τί γίνονταν τότε!». Θα δηλώναμε τον αποτροπιασμό μας, θα τα καταδικάζαμε και θα στρέφαμε όλη την προσοχή στα πανανθρώπινα, ωραία και αληθινά που ξεδιπλώνει, επίσης, με τις λέξεις του ο ολλανδός συγγραφέας, Άρτουρ Γιαπέν, στο μυθιστόρημά του «Ο ΜΑΥΡΟΣ ΜΕ ΤΗ ΛΕΥΚΗ ΚΑΡΔΙΑ» (Εκδόσεις Καστανιώτη) και θα ήταν αρκετό. Θα ‘χαμε τακτοποιήσει τις «εκκρεμότητες» απέναντι σε ένα βιβλίο. Όλα αυτά, αν η μνήμη δεν επανέρχονταν, δεν έπαιρνε σάρκα και οστά σε ζωντανή αλήθεια μπροστά στα μάτια μας, αν η αγριότητα είχε λήξει στη λήθη των περασμένων, αν η καταπίεση, οι διακρίσεις, το δίκαιο του ισχυρού είχαν μείνει γραφική ανάμνηση. Στη δεδομένη χρονική στιγμή πώς να αρκεστείς μόνο στις λογοτεχνικές αρετές ενός μυθιστορήματος που αισθάνεσαι ότι τα λέει όλα, μιλάει για όλα, όταν τα νοήματά του σε τραβάνε βίαια από το χέρι και σε ταρακουνάνε για την πραγματικότητα που αφήνεις (;) να εκτυλίσσεται γύρω σου;
Οι πολλαπλές αναγνώσεις των διαδραματιζομένων είναι δεδομένες και ο συγγραφέας δείχνει -με δάδες που αχνοφέγγουν προς την κατεύθυνση που εκείνος θέλει κάθε φορά- το δρόμο για να διαβάσουμε αυτό το βιβλίο. Το δυνατό φως, όμως, για να δούμε τη συγκεκριμένη ιστορία, τώρα, προέρχεται ουσιαστικά από το ζοφερό τοπίο, την σκληρότητα γύρω μας, τη σύγχρονη μορφή της αποικιοκρατίας και τις νέες εκφάνσεις της, στην εποχή της νέας τεχνολογίας, της νέας οικονομίας. Όπως λέει ο Άρτουρ Γιαπέν, «...Όσο περισσότερο εξημερώνει ο άνθρωπος τον εαυτό του, τόσο λαχταρά την αγριότητα...».
Με μαεστρία ο ολλανδός συγγραφέας αναπαριστά το 19ο αιώνα, επιλέγοντας να δίνει τις αλήθειες του σε άσπρο και μαύρο σκηνικό, αποκαλύπτοντας πάντα και το αρνητικό της φωτογραφίας. Η εικόνα πλήρης και το ψυχογράφημα των ηρώων εντυπωσιακά ολοκληρωμένο, με αποτέλεσμα αναπόφευκτα ο αναγνώστης είτε προτιμώντας το μαύρο είτε το λευκό των πραγμάτων είτε και το περιθώριό τους, να βρίσκει σημεία να συγκινηθεί, να πάσχει με τους πρωταγωνιστές. Ο Άρτουρ Γιαπέν κατορθώνει αριστοτεχνικά να κρατήσει θαυμαστές ισορροπίες στο θέμα -και τα θέματα- που πραγματεύεται, χωρίς να βαραίνει το κλίμα καταπιεστικά. Με μια ελαφράδα στην αφήγηση που αποτρέπει τον αναγνώστη να αποκαρδιωθεί, τον περνά στο δράμα και την τραγικότητα, όχι μόνο του μυθιστορήματος αλλά και της ανθρώπινης φύσης του, με τρόπο αποτελεσματικό και άμεσο, κατευθείαν στα μύχια σημεία της σκέψης και των αισθημάτων του. («Το κοριτσάκι μού χάιδεψε το μάγουλο και είπε : "’Εσύ, μαύρε με τη λευκή καρδιά". Δεν ήξερα τι να της απαντήσω από τη συγκίνηση. Τότε κοίταξε την παλάμη του χεριού της μήπως είχα ξεβάψει.»)
Η οπτική γωνία εναλλάσσεται συχνά για τα ίδια γεγονότα. Η έντεχνη αυτή αντιπαραβολή των δύο όψεων του νομίσματος κάθε φορά αποδεικνύεται ευρηματική και ιδιαίτερα λειτουργική. Η σύγκρουση των δύο κόσμων (Ολλανδοί-Ιθαγενείς) δεν έχει παρά να αναδείξει την ενότητά τους (το κοινό βίωμα της ανθρώπινης ύπαρξης), ακόμη κι αν αυτή αναδύεται από τη φρίκη του δουλεμπορίου και της αποικιοκρατίας. Ο εξωτισμός του περιβάλλοντος χώρου, Αφρική και Ινδονησία, συμβάλλει στη διευθέτηση ενός σκηνικού γοητευτικού που μπορεί όμως να φιλοξενήσει ταυτόχρονα και τη μεγαλύτερη σκληρότητα και αγριότητα.
Η στοχαστική διάθεση του συγγραφέα εναρμονίζεται πολύ καλά, «δένει» άριστα με τα διαδραματιζόμενα που δεν είναι πάντα βέβαιο ότι θα προβληματίσουν τον αναγνώστη, αφού ο εντυπωσιασμός από την τέλεσή τους μπορεί να λειτουργήσει μόνο ως πυροτέχνημα που αιχμαλωτίζει την αντίδραση του συναισθήματος αλλά όχι και της λογικής. Αυτή ακριβώς τη δυσκολία είναι που υπερβαίνει ο Γιαπέν, καθώς η σύνθεση των γεγονότων πότε με την υπόγεια και πότε με την άμεση ανάλυσή τους αποτελεί επίτευγμά του. Ούτε ρητορείες ούτε μεγαλοστομίες, ένα κείμενο δοσμένο με αφοπλιστική απλότητα, σχεδόν με αφέλεια, τόσο καλά μεθοδευμένη, όμως, που συγκινεί.
Και πώς να μην νιώσει ο αναγνώστης τις πρώτες αναταράξεις μέσα του, όταν από τη δεύτερη κιόλας σελίδα του κειμένου διαβάζει ότι «Χρώμα δεν έχεις από μόνος σου, χρώμα σού δίνουν οι άλλοι.»; Οι κατευθύνσεις που έχει να διαλέξει κανείς στη ζωή του, όπως παρουσιάζονται από το Γιαπέν, είναι δύο : η πλήρης εξομοίωση με το περιβάλλον –που τελικά δεν σημαίνει και αφομοίωση- και η υπεράσπιση της όποιας διαφορετικότητάς του σε μια συνεχή πάλη με τους άλλους : «...Το να πολεμάς τον εαυτό σου σαφώς δεν είναι πιο εύκολο από το να πολεμάς τους άλλους. Μόνο που φαίνεται λιγότερο…». Ο ήρωας του βιβλίου, ο Κβάμε που διάλεξε τη δεύτερη λύση, νικήθηκε από τον ίδιο του τον εαυτό στο τέλος, ενώ ο Κβάσι που θέλησε να εγκλιματίζεται στα βιαίως επιβαλλόμενα έξωθεν, κέρδισε την αγάπη, την πίστη, την αναγνώριση του αγώνα του με την ίδια του τη φύση, πάντα υφιστάμενος την καταπίεση, την αδικία, την απόρριψη, την προσβολή ακόμη και τη συγκατάβαση της ανοχής, που όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, είναι το ίδιο προφανής με τα υπόλοιπα. («…Όλα τα συνηθίζει κανείς. Αυτό είναι το χαρτί που κρατούν στα χέρια τους οι καταπιεστές και οι τύραννοι. Το θύμα τους λυγίζει για να μη σπάσει. Ο άνθρωπος προσαρμόζεται για να επιζήσει…»)


Ποιος είναι ο συγγραφέας

Ο Άρτουρ Γιαπέν γεννήθηκε το 1956. Έχοντας δουλέψει για χρόνια ως ηθοποιός και τραγουδιστής της όπερας, έκανε το συγγραφικό του ντεμπούτο το 1996 με τις «Μαγωνικές Ιστορίες». Έγινε γνωστός με το μυθιστόρημά του «Ο μαύρος με τη λευκή καρδιά» (1997), το οποίο έλαβε αμέτρητες τιμητικές διακρίσεις στην Ολλανδία και μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες. Ακολούθησαν η συλλογή διηγημάτων «Ο τέταρτος τοίχος» (1998) και το μυθιστόρημα «Το όνειρο του λιονταριού» (2002).

Ο « καταραμένος όφης» της Ιστορίας

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί παλιότερα στη Φιλολογική Βραδυνή)

«Τι όμως είσαι εσύ; Εσύ δεν ανήκεις ούτε στον λαό, ούτε είσαι σταλμένος απ’ τον Θεό. Δεν ανήκεις σε αυτούς που έχουν την εξουσία, ούτε σε αυτούς που την υφίστανται. Είσαι σαν το φίδι που προσφέρει τον καρπό της γνώσης. Και ξέρεις πολύ καλά πως το φίδι αυτό το καταράστηκε ο Κύριος και Θεός μας να σέρνεται πάντα με την κοιλιά και να τρώει σκόνη όλη του τη ζωή. Οι άνθρωποι, όταν το συναντήσουν, του λιώνουν το κεφάλι». Την επιτομή της ρεαλιστικής πραγματικότητας για τη θέση του διανοούμενου σε ένα καθεστώς που καταπνίγει την αλήθεια προς χάριν της Εξουσίας, της Δύναμης, της Ιστορίας, αποτελεί το μυθιστόρημα του Stefan Heym, «Η αληθινή ιστορία του Βασιλιά Δαβίδ» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου.
Θα κατηγορηθεί για λογοτεχνική εσχάτη προδοσία ο σοφός άνδρας, ο λόγιος που επιλέγεται από το Βασιλιά Σολομώντα να συγγράψει την ιστορία του πατρός του Δαβίδ. Ο Αιθάν με όπλο του τη λογική και την επιστήμη -και βαρίδια στην ψυχή του, τους δεσμούς με την καθημερινότητα, την απλή συζυγική ζωή, τον έρωτα, τις απολαύσεις, που θα εκμεταλλευτεί ο ύπουλος εχθρός που εκπορεύεται από την Εξουσία, για να τον κρατήσει στη σιωπή- ανακαλύπτει τις πτυχές εκείνες της Ιστορίας που δυσαρεστούν, δεν βολεύουν, είναι βλαπτικές για την υψηλή Αρχή. Αυτή ακριβώς η τάξη που καταδυναστεύει, θα θελήσει να καταστήσει τον ιστορικό, υποχείριό της για να καθαγιάσει την ύπαρξή της, να δικαιολογήσει την αποτρόπαια επιβολή της, να εξασφαλίσει την διαιώνισή της.
Ο σοφός Αιθάν αντιλαμβάνεται από την πρώτη στιγμή τους κινδύνους που διατρέχει, γι’ αυτό και προσπαθεί να κρατήσει τις εύθραυστες ισορροπίες μεταξύ ισχυρών προσώπων και αντικρουόμενων συμφερόντων. Αριστοτέχνης στην επεξεργασία του λόγου και της σκέψης, διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα για να φέρει εις πέρας το έργο που του ανατέθηκε «για την εκπόνηση της μίας, και μοναδικής, αληθινής και αυθεντικής, ιστορικών ακριβούς και υπηρεσιακώς ανεγνωρισμένης αναφοράς για την αξιοθαύμαστη εξύψωση, την ευλαβική ζωή καθώς και για τις ηρωικές πράξεις και τα θαυμαστά έργα του Δαβίδ Υιού Ιεσσαί». Θα αποδειχθεί πολύς, όμως, γι’ αυτή τη διεργασία, καθώς έχει ένα χαρακτηριστικό που περιττεύει : την οξυδέρκεια του ανθρώπου που αναζητά την αλήθεια και αναγνωρίζει την αξία της. Αποδεικνύεται ένας άλλος Προμηθέας, που αποκαλύπτει τη δύναμη της φωτιάς, όσο σιγοτρώει τα σωθικά του το σαράκι της αλήθειας και πληρώνει, βέβαια, το αντίτιμο της ιδιόμορφης αυτής μεσιτείας μεταξύ της βούλησης της Ισχύος και του δικαιώματος του ανίσχυρου προς τη Γνώση.
Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που κατορθώνει να παρασύρει στα αφηγηματικά του μέρη τον αναγνώστη στην εποχή που περιγράφεται, να μεταδώσει κάτι από το σκότος που περιβάλλει πτυχές της Παλαιάς Διαθήκης και να υπογραμμίσει για άλλη μια φορά την τομή που χάσκει ανάμεσα στο Μύθο και το Λόγο και τις ανάγκες που εξυπηρετούν κι οι δυο σε δεδομένες ιστορικές περιόδους. Τα πέπλα των βασιλικών χαρεμιών και οι διάδρομοι των πολιτικών μηχανορραφιών επιχειρούν να τυλίξουν τη γνώση των γεγονότων που «μπορεί δυστυχώς να παρασύρει τους ανθρώπους σε επικίνδυνες απόψεις», έτσι το ολοκληρωτικό καθεστώς αποφασίζει απροκάλυπτα να οδηγήσει τη σκέψη προς τη «σωστή» κατεύθυνση. Οι γυναικείες φιγούρες στο βιβλίο αναδεικνύονται ως ο δίαυλος κοινωνίας της γνώσης προς αυτόν που την αναζητά. Αρχετυπική η αναπαράσταση, προαιώνια η σχηματοποίηση και η σημειολογία της έχει ένα στόχο καίριο και αποτελεσματικό, να αφυπνίσει με την αλληγορία τις κοιμώμενες, επαναπαυμένες ή λανθάνουσες συνειδήσεις για το χρέος του διανοούμενου να στέκεται στο ύψος των περιστάσεων που υπαγορεύει το κοινό όφελος της Γνώσης και η Αλήθεια, γιατί στην πραγματικότητα αυτά δεν συγκρούονται ποτέ.
«Ο άνθρωπος μοιάζει με την πέτρα της σφεντόνας. Τον πετάνε πάνω σε στόχους άγνωστους στον ίδιο. Τι άλλο του απομένει να κάνει απ’ το να προσπαθεί να κάνει τις σκέψεις του να ζήσουν λίγο παραπάνω απ’ τον ίδιο, σαν σημάδι, έστω και δυσδιάκριτο, για τις επόμενες γενιές; Εγώ αυτό προσπάθησα. Ας κριθώ αναλόγως.», αφήνει την παρακαταθήκη του ο Αιθάν σ’ αυτόν τον κόσμο, αν και του υπενθυμίζει ο Αρχιευνούχος του Παλατιού ότι «σε έναν κόσμο ευνούχων δεν αξίζει να κρατάς αντρίκεια στάση». Ο διανοούμενος δεν άφησε να ευνουχίσουν τη σκέψη του, να εξαφανίσουν την παραγωγικότητα και τη δυναμική της, ακόμη κι αν αυτό το πληρώνει με τη Σολομώντεια Καταδίκη να βυθιστεί στη λήθη το έργο, που για να το υποστηρίξει, θυσίασε ό,τι αγαπούσε περισσότερο στον κόσμο, ενταφιάζοντας μαζί και την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του.

Στα ίχνη του συγγραφέα

Ο Στέφαν Χάιμ (Stefan Heym), ψευδώνυμο του Χέλμουτ Φλιγκ, γεννήθηκε το 1913 στο Κέμνιτς της Γερμανίας από εβραίους γονείς που ανήκαν στην εύπορη αστική τάξη της πόλης. Το 1931 αποβάλλεται από το λύκειο εξαιτίας της συγγραφής ενός αντιμιλιταριστικού ποιήματος. Η άνοδος των ναζί στην εξουσία το 1933 τον αναγκάζει να καταφύγει στην Πράγα και το 1935 στο Σικάγο. Σπουδάζει γερμανική φιλολογία.
Το 1944 κατατάσσεται στον αμερικανικό στρατό και συμμετέχει ως αξιωματικός του ψυχολογικού πολέμου στην απόβαση στη Νορμανδία, στην απελευθέρωση του Παρισιού και στην κατάληψη της Γερμανίας. Ζει και εργάζεται στο Μόναχο, ώσπου αναγκάζεται να γυρίσει στις Ηνωμένες Πολιτείες, λόγω υποψιών για συμπάθεια προς κομμουνιστικές ιδέες. Εκεί εκφράζει την αντίθεσή του για τον πόλεμο στην Κορέα, αρνείται τα παράσημά του, καθώς και την αμερικανική ιθαγένεια. Το 1952 εγκαθίσταται στην Ανατολική Γερμανία όπου και διαδηλώνει την πεποίθησή του ότι εκεί οικοδομείται μια νέα δημοκρατία. Δεν θα κρατήσει πολύ κι αυτό το φλερτ με τη δεδομένη καθεστηκυία τάξη. Το βιβλίο του με θέμα την εξέγερση των εργατών στο Ανατολικό Βερολίνο στις 17 Ιουνίου του 2953, θα απαγορευθεί να εκδοθεί στη χώρα. Κάτι που θα γίνει εφικτό πια το 1974 στη Δυτική Γερμανία. Το 1965 καταδικάζεται δημόσια από τον ηγέτη της Ανατολικής Γερμανίας. Το βιβλίο του «Η αληθινή ιστορία του βασιλιά Δαβίδ» κυκλοφόρησε το 1972 στο Μόναχο. Το 1978 διαγράφεται από την Εταιρεία Συγγραφέων. Το καθεστώς δεν τολμά να συλλάβει τον αντιφασίστα συγγραφέα του ζητά όμως να αυτοεξοριστεί στη Δύση, εκείνος αρνείται. Ο Χάιμ αντιτίθεται δημόσια στο κομμουνιστικό καθεστώς, παραμένοντας όμως κομμουνιστής. Το 1994 εξελέγη βουλευτής με τη σημαία του PDS στην ενοποιημένη πια Γερμανία, προεδρεύοντας μάλιστα στην πρώτη συνεδρίαση της Βουλής ως ο αρχαιότερος σε ηλικίας βουλευτής. Ο Χάιμ πέθανε το 2001 στο Ισραήλ, όπου συμμετείχε σ’ ένα συνέδριο αφιερωμένο στο γερμανοεβραίο ποιητή Χάινριχ Χάινε.

Tuesday, October 17, 2006

Ποιητική "Ξενάγηση"

(Το ποίημα που ακολουθεί είναι από την ποιητική συλλογή της Έφης Πυρπάσου με τίτλο "Ξενάγηση" που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη)

ΜΑΤΑΙΟ

Άλλος εδώ, άλλος εκεί,
διασχίζουμε δρόμους όπου όλοι είναι περαστικοί,
γειτονιές με σκυλιά που μας γαβγίζουν
και παιδιά που όταν η μπάλα τους ξεφύγει
κι έρθει προς το μέρος μας
τρέχουν αγριεμένα να την πάρουν πίσω
μην τυχόν τους την κλέψουμε,
λες και είναι η ευκαιρία μας
να γελάσουμε τον καθρέφτη
ή να κλάψουμε όλα τ' αραχνιασμένα δάκρυα.

Θα 'ναι που οι μνήμες
έχουν το βάρος της στάχτης, ποιος ξέρει...
Ίσως γι' αυτό σκορπίζουμε,
έτσι αδύναμα που εκπνέουνε
οι μέρες.

Thursday, October 05, 2006

Στις παρυφές της ευγένειας για την παιδική ηλικία

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε το Σάββατο 7/10 στη Φιλολογική Βραδυνή)

«...Όταν δανειζόμαστε ένα βιβλίο από το φίλο μας ή από τη βιβλιοθήκη του σχολείου ή της πόλης μας, φροντίζουμε να το επιστρέψουμε όπως το πήραμε. Δεν το σαλιώνουμε με τα δάχτυλά μας. Όταν το ξεφυλλίζουμε, δεν το τσαλακώνουμε, δεν το μουτζουρώνουμε και δεν το σκίζουμε...»


Στην ενήλικη ζωή μας, παραπονιόμαστε συχνά για την αγένεια γύρω μας. Για τον «κύριο» που προπορεύτηκε στο άνοιγμα μια πόρτας και δεν μας άφησε να περάσουμε, για την «κυρία» που μας μίλησε στον ενικό, αλλά εμείς επιμέναμε σε άπταιστο πληθυντικό, για το ασανσέρ που δεν μας κράτησαν, ενώ βιαζόμασταν τόσο, για τα σκυθρωπά, αγέλαστα και αμίλητα πρόσωπα που συναντάμε καθημερινά στη ζωή και τη δουλειά μας.
Θυμώνουμε μ’ αυτούς που ξέχασαν τα γενέθλια ή τη γιορτή μας, εξαγριωνόμαστε αν η προσωπική μας αλληλογραφία δεν έχει μόνο εμάς αποδέκτες, αλλά και φιλοπερίεργους άλλους, οργιζόμαστε αν μας κλείσουν το τηλέφωνο στα μούτρα. Σε μια συνάντηση ενοχλούμαστε αν ο άλλος μιλάει διαρκώς στο κινητό του ή αν χτυπάει δαιμονισμένα το άτιμο μηχάνημα και δεν μας αφήνει να συζητήσουμε. Να μην πω για το σινεμά ή το θέατρο που δεν μπορούμε να απολαύσουμε απερίσπαστοι την ταινία ή την παράσταση που επιλέξαμε, εξαιτίας των αδιάκοπων κουδουνισμάτων. Σε ένα τραπέζι εκείνος που διαθέτει και τους λιγότερο κομψούς τρόπους, δεν θα περάσει απαρατήρητος στα σίγουρα, ενώ αν είμαστε μη καπνιστές και ο άλλος σαν φουγάρο, χωρίς να μας ρωτήσει καν, αδειάζει τον καπνό του πάνω μας, ε, δεν είναι και το καλύτερό μας. Για να μην μιλήσω για τα μέσα μαζικής μεταφοράς και τις κάθε άλλο «ωραιότατες» οσμές που καταφθάνουν στη μύτη μας από τους γύρω αφρόντιστους συνεπιβάτες μας. Δεν έχω καμία διάθεση να ακουστώ σαν το Χατζηφωτίου του παρελθόντος ή το Ζαμπούνη του σήμερα, αλλά η στοιχειώδης ευγένεια εκλείπει όλο και πιο πολύ απ’ την καθημερινότητά μας, δίνοντας τη θέση της σε μια αδιαφορία για το διπλανό μας σε όλες τις εκφάνσεις της που αγγίζει τη σφαίρα του παραλόγου. Και δεν μιλάω για την προσποιητή και επιτηδευμένη καλή συμπεριφορά που μπορεί να είναι πιο ενοχλητική ακόμα και από την πιο κατάφωρη απρέπεια.
Αν αναρωτιόμαστε, τι απέγινε η ευγένεια, ε, δεν έχουμε παρά να ανατρέξουμε στην παιδική μας ηλικία. Εκεί θα ανακαλύψουμε πιθανώς και τις αιτίες της ύπαρξης ή της μη ύπαρξής της. Η αφορμή να τα γράψω όλα αυτά, ήταν ένα χαριτωμένο βιβλιαράκι που έφτασε στο γραφείο μου και απευθύνεται στα παιδιά, αλλά και στους γονείς που ενδιαφέρονται, ίσως, για τους καλούς τρόπους των παιδιών τους. Πρόκειται για το βιβλίο της Ρέας-Ελευθερίας Καρκαβάτσου, με τίτλο «Καλοί τρόποι για μικρές κυρίες και μικρούς κυρίους» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός στη σειρά «Βατόμουρο» για παιδιά από 7 ετών και πάνω.
Ο τίτλος με προκάλεσε αρχικά, καθώς μου έφερε στο νου αγαπημένα παιδικά αναγνώσματα. Εκείνα τα υπέροχα βιβλία από τη Λουίζα Άλκοτ που ανέδυαν σε κάθε τους σελίδα όχι μόνο ευγένεια σε επίπεδο καλών τρόπων, αλλά κάτι πιο ουσιαστικό: ευγένεια ψυχής. Αυτό το τελευταίο, αν δεν είναι έμφυτο και πηγαίο ίδιον κάποιου, η λογοτεχνία μπορεί μόνο να αμβλύνει τις πτυχές εκείνες του χαρακτήρα του που δεν είναι σε θέση να καλλιεργήσει κανείς από μόνος του. Όσο για την καθημερινή ζωή και τους καλούς τρόπους, αυτοί μπορούν να αποκτηθούν με λίγη καλή διάθεση, υπομονή και ένα σημαντικό δέλεαρ* αυτό του να πλησιάσεις αληθινά τον Άλλον, να τον σεβαστείς και να μην καταστρατηγείς το δικαίωμά του να είναι ευγενής, αν εκείνος το επιθυμεί.
Ως παιδί υπήρξα από το φύση μου ευγενικό. Δεν ξέρω πώς και γιατί, αλλά δεν χρειάστηκε να με κλείσουν οι άλλοι σε κανόνες. Το έκανα από μόνη μου και έβαζα και τους άλλους να ακολουθήσουν αυτούς τους κανόνες, με αφοπλιστική ικανότητα. Στην ενηλικίωσή μου πολλοί απ’ αυτούς τους κανόνες μου φάνηκαν ιδιαίτερα επωφελείς και άλλοι στάθηκαν παντελώς άχρηστοι. Ακόμη παλεύω να τους αποτινάξω, για να μην καταντήσουν ασφυκτικά συμπλέγματα. Στα παιδιά, όμως, δεν αρέσουν οι κανόνες και δη η επιβολής τους, η οποία συχνά είναι άκομψη, βασανιστική για το νεαρό της ηλικίας τους και δρα αποτρεπτικά στη συνέχεια της ζωής τους να θελήσουν να είναι «κύριοι» και «κυρίες» ή απλώς να παραμείνουν ευγενείς.
Το βιβλίο της Καρκαβάτσου μοιάζει με εγχειρίδιο «καθωσπρεπισμού» και δυστυχώς σε πολλά σημεία δεν κατορθώνει να απεμπλακεί από μια διάθεση διδακτισμού την οποία και αποστρέφονται οι μικροί μας φίλοι. Ωστόσο, είναι γραμμένο απλά, εύχρηστα, ελκυστικά για ένα παιδί, καθότι χαριτωμένα εικονογραφημένο από την Πέγκυ Φούρκα, και διαθέτει το πλεονέκτημα που διατηρεί πάντα ο γραπτός λόγος για τα παιδιά: έχει την ισχύ που δεν μπορούν συχνά να φέρουν οι υποδείξεις των γονιών τους, η γκρίνια τους και οι συνεχείς παραινέσεις που καταντούν τις περισσότερες φορές αιτίες ή αφορμές αλόγιστων καβγάδων.
Εμένα με άγγιξε η γλύκα των προθέσεων της συγγραφέως και με έκανε αντί σήμερα να γράφω για κάτι πολύ «λογοτεχνικό», βαρύγδουπο ή σπουδαιοφανές να ασχοληθώ με αυτές τις συμβουλές διαπαιδαγώγησης της παιδικής συμπεριφοράς, μπορεί και ψυχής. Αυτή η τελευταία είναι τόσο εύθραυστη και πολύτιμη που καλό είναι οι μεγάλοι, όταν σηκώνουν τα χέρια ψηλά με το αγύριστο κεφάλι των μικρών εξουσιαστών να αφήνουν την πρωτοβουλία σε καλογραμμένα βιβλία να πουν στα παιδιά τους, αυτά που εκείνοι αδυνατούν να εκφράσουν με κόσμιο και βεβαίως αποτελεσματικό τρόπο.

(Αφιερωμένο εξαιρετικά στους Τρεις Σωματοφύλακες -Librofilo, Demetrio Luca, nuwanda- που είναι ευγενείς ο καθένας με τον τρόπο του...)

Wednesday, October 04, 2006

Η κοινωνική διάσταση του νουάρ

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί παλιότερα στη Φιλολογική Βραδυνή)


«Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μου και δικός σου: τον μοιραστήκαμε
ποιός υποφέρει πίσω από το χρυσαφί μεταξωτό ποιός πεθαίνει;
Μια γυναίκα φώναζε χτυπώντας το στεγνό στήθος της:
‘’Δειλοί
μου πήραν τα παιδιά μου και τα κομμάτιασαν, σείς τα σκοτώσατε
κοιτάζοντας με παράξενες εκφράσεις το βράδυ τις πυγολαμπίδες
αφηρημένοι μέσα σε μια τυφλή συλλογή’’.
Το αίμα στέγνωνε πάνω στο χέρι που το πρασίνιζε ένα δέντρο
ένα πολεμιστής κοιμότανε σφίγγοντας τη λόγχη που του
φώτιζε το πλευρό.

Ήταν δικός μας ο ήλιος, δε βλέπαμε τίποτε πίσω από τα χρυσά κεντίδια
αργότερα ήρθαν οι μαντατοφόροι λαχανιασμένοι βρώμικοι
τραυλίζοντας συλλαβές ακατανόητες...»

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΗΛΙΟΣ
Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ

Η σαρωτική αυτή δύναμη της απελπισίας και της απόγνωσης, ο πόνος της απώλειας, η σκηνή από τα απομεινάρια μιας μάχης που έχει πάντα χαμένους, φέρουν πάντα τα ίδια χαρακτηριστικά έντασης στην ψυχή και το μυαλό του ανθρώπου, ανεξαρτήτως ιστορικής εποχής και χρονικής συγκυρίας. Είναι η αφοπλιστική ισχύς του «εγκλήματος που δεν ξεχνιέται», της «σφαγής», που συγκλονίζει. Τον αποτροπιασμό για το αδικοχυμένο αίμα άοπλων διαδηλωτών -ανάμεσά τους ήταν γυναίκες και παιδιά- στις 17 Οκτωβρίου του 1961 στο Παρίσι, επιχειρεί και κατορθώνει να ξυπνήσει στο σύγχρονο -ιδίως στον ανυποψίαστο για τα γεγονότα- αναγνώστη ο Ντιντιέ Ντενένξ με το βιβλίο του «Έγκλημα και Μνήμη» (Εκδόσεις Πόλις). Μετά από 22 ολόκληρα χρόνια (1983), από τη «σφαγή» στη γαλλική πρωτεύουσα Αλγερινών που διαδήλωναν υπέρ της ανεξαρτησίας του τόπου καταγωγής τους, ο γάλλος δημοσιογράφος και συγγραφέας έριξε φως στις πληγές που δεν είχαν κλείσει, στο αίμα που ζεστό περίμενε δικαίωση, τουλάχιστον από την ιστορική αλήθεια. «Αγγελιοφόρος» των μηνυμάτων του στην ελληνική αναγνωστική πραγματικότητα (20 χρόνια μετά από την πρώτη γαλλική έκδοση) γίνεται ο Ριχάρδος Σωμερίτης ο οποίος μετέφρασε το έργο -στο πρωτότυπο «un massacre α Paris»- και με έναν ιδιαίτερα διαφωτιστικό και περιεκτικό πρόλογο βάζει τον αναγνώστη στην απαραίτητα «σκοτεινή» ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος. Άλλωστε έχει κι εκείνος το δικό του μερίδιο -όσο μικρό κι αν το περιγράφει ο ίδιος- πραγματικής παρουσίας στα γεγονότα που περιγράφονται στο βιβλίο. Βρέθηκε κι εκείνος εκεί τότε. Τα παιχνίδια της ζωής και του χρόνου...Ένα ακόμη στοιχείο που προσθέτει στην ασπρόμαυρη αχλύ που περιβάλλει την αστυνομική ιστορία και στρέφει πιο έντονα την προσοχή του αναγνώστη στο «κρυμμένο τραύμα» της δράσης.
Το απόλυτο κόκκινο του αίματος και της μνήμης που επανέρχεται, μέσα από τις ανταύγειες του λευκού άγραφου (;) πίνακα της λήθης που επιβάλλεται από την εξουσία και του μαύρου χρώματος της ενθύμησης που η ίδια η ιστορική πραγματικότητα δεν αφήνει να σβήσει, ακόμη κι αν «επιστρατεύει» για τις επιδιώξεις της τη λογοτεχνία για να αναδείξει την αλήθεια. Όπως μας επιβεβαίωσε χαρακτηριστικά και ο κ. Ριχάρδος Σωμερίτης, μιλώντας για τη μεταφραστική του αυτή εμπειρία, «ο Ντιντιέ Ντενένξ έχει μια όμορφη και αποτελεσματική γραφή» για να συνεχίσει με μια -απολογητική σχεδόν- τόσο όμορφη και σπάνια ευγένεια, «εγώ προσπάθησα να μην προδώσω το λόγο του Ντενένξ, ήθελα να τον φέρω κοντά στον έλληνα αναγνώστη, γι’ αυτό έγραψα στην ελληνική γλώσσα και όχι σε μεταφρασμένα γαλλικά». Ο ίδιος απενεχοποιεί -κατά κάποιον τρόπο- πλήρως και τον αναγνώστη από τους όποιους πιθανούς ελιτίστικους δισταγμούς του να ασχοληθεί με μια αστυνομική ιστορία. Ο κ. Σωμερίτης δεν θεωρεί αυτού του είδους τη λογοτεχνία -αν και δεν κατατάσσει τα έργα με βάση τη θεματογραφία τους και μόνο- δευτερεύουσα.
Στην προκειμένη περίπτωση το ίδιο το κείμενο του γάλλου συγγραφέα δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για να μείνει κανείς μόνο στην αστυνομική δράση ή την πλοκή της υπόθεσης. Ο έλληνας μεταφραστής του σπεύδει να τονίσει ότι το «Έγκλημα και μνήμη» όχι μόνο παρουσιάζει ενδιαφέρον σαν μυθιστόρημα αλλά το καλό είναι ότι ο αναγνώστης μπορεί και να προβληματιστεί, διαβάζοντάς το. Και αυτό είναι το μόνο βέβαιο. Η σαγηνευτική ατμόσφαιρα του νουάρ μυθιστορήματος είναι μιας μορφής λογοτεχνικό «ντεκόρ», το ευχάριστο κλίμα που προδιαθέτει τον αναγνώστη, ώστε να μάθει την ουσία της ιστορικής αλήθειας με τρόπο όχι «εύπεπτο», όπως υποστηρίζουν κάποιοι, αλλά με μια αμεσότητα που λειτουργεί απευθείας στο θυμικό του ανθρώπου και κινητοποιεί ακαριαία της ευαισθησίες του.
«...Νωρίς το πρωί, χιλιάδες πεταμένα στο δρόμο παπούτσια, σπασμένα αντικείμενα και σκουπίδια κάθε λογής ήταν οι μόνες ενδείξεις για τις βίαιες συγκρούσεις που είχαν προηγηθεί. Βασίλευε επιτέλους η σιγή. Ένα σωστικό συνεργείο της Νομαρχίας αναζητούσε τραυματίες και νεκρούς. Χωρίς περιττές κινήσεις ή συνειδησιακά προβλήματα στοίβαζαν αδιακρίτως τα κορμιά το ένα πάνω στο άλλο.
-Εδώ ελάτε, έχουμε το δέκατο πέμπτο κουφάρι. Δεν είναι και πολύ ωραίο, έφαγε μια σφαίρα στο κεφάλι. Ε, λοιπόν; Θα ‘ρθετε επιτέλους να με βοηθήσετε;
Αναποδογύρισαν το πτώμα.
-Γαμώτο, δεν είναι αράπης! Γάλλος μοιάζει.
Ο υπεύθυνος του συνεργείου φάνηκε να μην ξέρει τι πρέπει να κάνει. Αποφάσισε να μην πάρει καμιά ευθύνη και ειδοποίησε τον προϊστάμενό του...Κατά το μεσημέρι η Γενική Διεύθυνση της Αστυνομίας έδωσε στη δημοσιότητα ένα επίσημο ανακοινωθέν. Έκανε λόγο για τρεις νεκρούς -εκ των οποίων ένας Ευρωπαίος-, εξήντα τέσσερις τραυματίες και έντεκα χιλιάδες πεντακόσιες τριάντα οχτώ συλλήψεις.»
Πώς να σταθεί μετά κανείς μόνο στα χαρακτηριστικά του αστυνομικού μυθιστορήματος και να απολαύσει μόνο τις αρετές του; Όταν τα γεγονότα σε προκαλούν να σκεφτείς για το φυλετικό μίσος και το πού μπορεί να οδηγήσει η έξαρσή του. Όταν έστω και από τη θέση του αναγνώστη αναγκάζεσαι να έρθεις αντιμέτωπος με τη βαρβαρότητα σε όλη της την τραγική έκταση. Ο Ντενένξ δίνει την εικόνα της φρίκης αλλά και της ματαιότητας των συγκρούσεων, σχεδόν με ένα χειρουργικό τρόπο σε όλο το μυθιστόρημα, αφήνοντας συνεχώς παράθυρα ανοιχτά στον αναγνώστη να διαπιστώσει μόνος του την ωμή βία, να δει τις πληγές και το αίμα που τρέχει, ενώ οι ανατροπές στη δράση και οι εναλλαγές των εικόνων φέρνουν πιο γρήγορα στο νου φράσεις, όπως «ατομική συνείδηση», «κοινωνική πραγματικότητα».

«Η σύγχυση της Δημοκρατίας και της Αυτοκρατορίας είναι η κινητήριος δύναμη του ρατσισμού»

(Η συνέντευξη έχει δημοσιευτεί παλιότερα στη Φιλολογική Βραδυνή)



Στα 34 του χρόνια τόλμησε κι έγραψε ένα βιβλίο για ένα θέμα-ταμπού για τη γαλλική κοινωνία που αναπαυόταν στη «μακαριότητα» της λήθης η οποία της επιβάλλονταν «άνωθεν». Στα 54 του τώρα πια, απολαμβάνει το κύρος και την αναγνώριση που του δίνει η υιοθέτηση του ίδιου μυθιστορήματος ως διδακτέας ύλης στα γυμνάσια της χώρας του και η μετάφρασή του σε 25 χώρες σε όλον τον κόσμο, μέχρι στιγμής. Ο Ντιντιέ Ντενένξ, μια συγγραφική φιγούρα που προβάλλει μεν από τα ράφια της αστυνομικής λογοτεχνίας, αλλά στόχο έχει την αφύπνιση της ατομικής ευθύνης και της κοινωνικής συνείδησης. Επιλέγει να «γράψει αντίθετα», γιατί όπως λέει ο ίδιος «όταν ξεχνάς το παρελθόν, καταδικάζεσαι να το ξαναζήσεις».
Το σημαντικό είναι ότι τα ιδεολογήματά του εναρμονίζονται πλήρως με την πλοκή και την ατμόσφαιρα του έργου του. Δεν κάνει «διδαχές» και «κηρύγματα» ούτε παραληρεί με κοινωνικο-πολιτικά λογύδρια. Στη γάργαρη ρύμη του λόγου του έρχεται μόνη της η δύναμη της αλήθειας και της πραγματικότητας να σπείρει κι άλλα «δαιμόνια» στη σκέψη του αναγνώστη, εκτός από το αστυνομικό. «...Όσα σας λέω, επισήμως δεν έγιναν ποτέ. Καμιά απόδειξη δεν υπάρχει. Ακόμα και για τα σαράντα οκτώ πτώματα : το Ινστιτούτο βρήκε τρόπο να αιτιολογήσει τον κάθε νεκρό με ένα σοβαρό και πειστικό λόγο θανάτου. Όλα τα στοιχεία διπλοκλειδώθηκαν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Καλό για τους πάντες είναι να μείνουν εκεί! Μην τα ανασύρετε στο φως. Θα αντιδράσουν όπως ο Δράκουλας : θα ζωντανέψουν πίνοντας το αίμα σας...»
Με μαεστρία ο Ντενένξ βάζει τους ίδιους τους ήρωες του βιβλίου του «Έγκλημα και μνήμη» να ομολογήσουν τα πραγματικά γεγονότα, ακόμη κι αν ο πιο πιστός του «υπηρέτης» στην εξέλιξη της υπόθεσης του έργου αναδεικνύεται η μυθοπλασία. Πολύτιμο εργαλείο στην προκειμένη περίπτωση -τι ειρωνεία- γίνεται η αστυνομική ανάκριση : «... -Αστυνομικοί νεκροί υπήρξαν;
-Όχι, ούτε ένας. Ούτε και τραυματίες. Μερικοί μπάτσοι μού ζήτησαν όμως να τους φωτογραφίσω ποζάροντας σαν κυνηγοί, με το πόδι πάνω στο κορμί κάποιου Αλγερινού... Και τώρα που το ξανασκέφτομαι, αυτό με είχε πραγματικά εκπλήξει. Οι διαδηλωτές ήταν άοπλοι. Ποτέ τους δεν αποπειράθηκαν κάποια αντεπίθεση. Μόνο να κρυφτούν κάπου ήθελαν, σε κάποια είσοδο σπιτιού να ξεφύγουν. Αυτά που έβλεπα ήταν σε πλήρη αντίθεση με τις όσες πληροφορίες μετέδιδε το συντονιστικό κέντρο...». Να, που 42 χρόνια πριν, τα γεγονότα δεν μιλούσαν από μόνα τους. Τα στόματα έκλειναν και έθαβαν την αλήθεια. Χρειάστηκε η λογοτεχνική σκαπάνη -απάντηση για μερικούς σημερινούς «τεχνοκράτες» που αναρωτιούνται για τη ...χρησιμότητα της λογοτεχνίας σήμερα- να τα ανακαλύψει και να τα γνωστοποιήσει. Να τα περάσει στις σελίδες της ιστορίας με τα μελανά χρώματα των νουάρ μυθιστορημάτων, βρίσκοντας το δολοφόνο και το όπλο και ξαναγυρνώντας, βέβαια, στον τόπο και το χρόνο του εγκλήματος.


Κύριε Ντενένξ, σε τι ακριβώς συνίσταται η δική σας προσωπική εμπειρία, όσον αφορά τα γεγονότα της 17ης Οκτωβρίου του 1961;

Ήμουν 12 χρονών την εποχή αυτής της σφαγής των φιλειρηνικών αλγερινών διαδηλωτών στους δρόμους του Παρισιού. Μερικούς μήνες αργότερα, το Φεβρουάριο του 1962, η αστυνομία κατέστειλε μια άλλη φιλειρηνική διαδήλωση και 10 Γάλλοι σκοτώθηκαν. Ανάμεσά τους ήταν μία φίλη της μητέρας μου, η Suzanne Martorell. Ο γιος της ήταν συμμαθητής μου, στο γυμνάσιο. Ήταν η πρώτη μου «επαφή» με το θάνατο. Αυτό άλλαξε για πάντα την αντίληψη που έχω για την τάξη, την αστυνομία. Έμαθα πολύ νωρίς ότι ο αρχηγός της αστυνομίας μπορούσε να είναι ο δολοφόνος.

Ποιο ήταν το κίνητρο για σας να προχωρήσετε και να γράψετε το βιβλίο για τη «σφαγή στο Παρίσι»;

Το βιβλίο ονομάζεται «Μeurtres pour mιmoire»(«Φόνοι προς ενθύμηση») και μοιάζει λίγο με μανιφέστο : το Κράτος μηχανεύτηκε να σβηστεί αυτό το επεισόδιο από τη μνήμη, είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που θα βγάλει από την οργανωμένη λήθη τους θανάτους που προκλήθηκαν από την αστυνομία. Στην αρχή, ήθελα να γράψω για το θλιβερό επεισόδιο του θανάτου της γειτόνισσάς μου, μα έπειτα κάνοντας έρευνες, συναντώντας μάρτυρες, συνειδητοποίησα το υπερβολικό μέγεθος αυτών που διεξήχθησαν στις 17 Οκτωβρίου του 1961. Το βασικό μου κίνητρο ήταν, γράφοντας αυτό το βιβλίο, να πω ότι δεν ήμουν συνένοχος στη σιωπή : μια κραυγή στην έρημο.


Τι είδους δυσκολίες αντιμετωπίσατε στη συλλογή των στοιχείων που αφορούν τα πραγματικά γεγονότα; Η ιδιότητά σας ως δημοσιογράφου σας βοήθησε καθόλου;

Δεν ήμουν παρά ένα μικρός δημοσιογράφος των προαστίων για τρία χρόνια και δεν κατείχα τις τεχνικές έρευνας. Το πραγματικό μου επάγγελμα ήταν εργάτης σε τυπογραφείο. Σκαρφίστηκα τη διαδικασία προσέγγισης : ανάγνωση παλιών εφημερίδων στη βιβλιοθήκη, συναντήσει με μάρτυρες. Ο γαμπρός μου, Αλγερινός που είχε εστιατόριο στο Aubervilliers, με βοήθησε. Από αυτόν κατάφερα να πάρω αρκετές πληροφορίες. Η Εθνική Βιβλιοθήκη είναι θησαυρός : ό,τι εκδίδεται, ακόμα και λαθραία, είναι αρχειοθετημένο σε καρτέλες. Όταν καταλαβαίνει κανείς τον τρόπο λειτουργίας του συνόλου των φακέλων, μπορεί να κάνει απίστευτες ανακαλύψεις.

Ποια ήταν η ανταπόκριση του κοινού, όταν εκδόθηκε για πρώτη φορά στη χώρα σας το βιβλίο; Υπήρξαν έντονες αντιδράσεις; Από ποιους και γιατί;

Μάλλον η σιωπή ήταν έντονη. Δεν δημοσιεύτηκαν άρθρα στον Τύπο, αλλά γινόταν γνωστό από τον ένα στον άλλο. Το βιβλίο είχε μια υπόγεια ζωή. Επειδή είχε εκδοθεί σε μία «αστυνομική» συλλογή, τη Μαύρη Σειρά του Gallimard, το κοινό αδιαφορούσε. Το περιβάλλον του μαύρου γαλλικού μυθιστορήματος ήταν καθοριστικό, δίνοντας στο βιβλίο το Μεγάλο Βραβείο της Αστυνομικής Λογοτεχνίας. Έπειτα το τηλεοπτικό κανάλι TF1, το οποίο δεν είχε ακόμα ιδιωτικοποιηθεί, έφτιαξε μια τηλεταινία την οποία παρακολούθησαν 9 εκατομμύρια άνθρωποι. Για την ιστορία, η εφημερίδα Le Monde Diplomatique αντιλήφθηκε την ύπαρξη του βιβλίου μου οκτώ χρόνια μετά την έκδοσή του, το 1991, με ένα τεκμηριωμένο άρθρο ενός ιστορικού, του Philippe Videlier, που παρατήρησε ότι ένα κρυμμένο ιστορικό γεγονός, γεγονός εξαιρετικό, επανήλθε στη συνείδηση μιας χώρας χάρη σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα!

42 χρόνια αργότερα από τα θλιβερά γεγονότα, πώς βλέπετε τον κόσμο γύρω σας; Ο ρατσισμός προς τους αλλοδαπούς παραμένει σοβαρό πρόβλημα για τη γαλλική κοινωνία ακόμη και σήμερα;

Η 17η Οκτωβρίου του 1961 έχει μια ουσιώδη συμβολική σημασία: για πρώτη φορά στην ιστορία των σύγχρονων αποικισμών, ένα λαός ορθώνεται στην καρδιά της Αυτοκρατορίας για να την αμφισβητήσει. Οι Αλγερινοί είχαν αποφασίσει να διαδηλώσουν στην Place de l’ Etoile, στα Ηλύσια Πεδία. Ήταν ανυπόφορο για τη γαλλική κυβέρνηση το γεγονός ότι θα γινόταν μια διαδήλωση εργατών των «τενεκεδουπόλεων». Αυτή ιστορία είχε τελειώσει. Η 17η Οκτωβρίου είναι για μένα το τέλος του αποικισμού που ξεκίνησε το 1830.
Η γαλλική κοινωνία δεν χώνεψε ποτέ την «απώλεια της μεγαλοπρέπειας» και το γεγονός ότι ηττήθηκε από τους Βιετναμέζους, τους Αλγερινούς. Το σχολείο της Δημοκρατίας μας διέπλασε με το δοξασμό της «εκπολιτιστικής αποστολής της Γαλλίας» και χρειάζεται προσπάθεια έντονης σκέψης για να κατηγορήσουμε τα σχηματοποιημένα στερεότυπα. Αυτή η σύγχυση της Δημοκρατίας και της Αυτοκρατορίας είναι η κινητήριος δύναμη του ρατσισμού. Υποδουλώναμε στο όνομα της Ελευθερίας, απαγορεύαμε στο όνομα της Ισότητας, κατασφάζαμε στο όνομα της Αδελφοσύνης.


Πώς σας φαίνεται που είκοσι χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση το βιβλίο κυκλοφορεί στην Ελλάδα;

Αυτό το βιβλίο δεν σταματά να κάνει το γύρο του κόσμου : τα ελληνικά είναι η 25η γλώσσα στην οποία κυκλοφορεί. Σύντομα θα είναι διαθέσιμο και στα τουρκικά. Κάθε χώρα το προσαρμόζει με τον τρόπο της, με βάση της δική της ιστορία. Στην Ιαπωνία είναι σχεδόν αδύνατο να αμφισβητήσεις τον Αυτοκράτορα Χίρο Χίτο, να δείξεις τις ευθύνες του ως αρχηγού του ναζιστικού πολέμου.
Το βιβλίο μου υποδεικνύει χωρίς περιστροφές τους υπεύθυνους γάλλους πολιτικούς, σε μια παρόμοια ιστορία. Οι Ιάπωνες το διαβάζουν λοιπόν σκεπτόμενοι έντονα τη δική τους κατάσταση, χωρίς να αθετείται το ταμπού του ονόματος του Αυτοκράτορα.


Ως ο συγγραφέας του μυθιστορήματος ποιος χαρακτήρας των ηρώων πιστεύετε ότι βρίσκετε πιο κοντά σας; Ίσως ο επιθεωρητής;

Ο επιθεωρητής Cadin είναι μια προσωπικότητα «ανάρμοστη». Είναι αστυνομικός και καθήκον του είναι να διαφυλάττει τα όρια του Νόμου. Να κάνει την επιλογή ανάμεσα στα «εκτός νόμου» και στα «εντός του νόμιμου πλαισίου». Το πρόβλημα είναι ότι αντιλαμβάνεται αρκετά γρήγορα ότι ο Νόμος δεν βρίσκεται πάντα στο ύψος των περιστάσεων, ότι καθυστερεί στην εφαρμογή του και στη συνείδηση των ανθρώπων, γεγονός που του απαγορεύει να καταδικάσει άτομα, όταν η κοινωνία είναι αυτή που σφάλλει. Από αυτή την άποψη νιώθω κοντά στον επιθεωρητή Cadin.

Στη ελληνική γλώσσα ο τίτλος του βιβλίου είναι «Έγκλημα και μνήμη». Μπορείτε να μας αναλύσετε τη σπουδαιότητα της μνήμης στην εξέλιξη της ανθρωπότητας;

Από τότε που ο Άνθρωπος απέκτησε την κυριότητα του παρόντος, του μέλλοντος και του παρελθόντος, εφευρίσκοντας όπλα ολοκληρωτικής καταστροφής, ο αγώνας για τη μνήμη έγινε καθημερινό στοίχημα. Δεν μπορούμε πια να σκεφτόμαστε τον κόσμο αγνοώντας ότι έχουμε την ικανότητα να διαγράψουμε το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Ο 20ος αιώνας ήταν αυτός όλων των εξαλείψεων και η 17η Οκτωβρίου στο Παρίσι είναι ένα μηδαμινό παράδειγμα. Κατά το θρίαμβο των Ναζί, το 1940 ο εξόριστος γερμανός φιλόσοφος Walter Benjamin έγραψε : «Οι νεκροί δεν θα είναι ασφαλείς από τον εχθρό εάν θριαμβεύσει». Καλούσε να πάρουμε ανάποδα την ιστορία, να εκφράσουμε πόσο το παρόν μας σφύζει από Ιστορία και να κάνουμε αυτόν τον ανθρώπινο κρίκο ένα χώρο αντίστασης. Ξέρουμε ότι αυτοκτόνησε μερικές εβδομάδες αργότερα.

Ποια είναι η άποψή σας για τον αμερικανικό «πόλεμο ενάντια στην παγκόσμια τρομοκρατία»;

Ειλικρινά πιστεύω ότι αν οι πλούσιες χώρες του κόσμου είχαν κηρύξει τον πόλεμο στη μιζέρια, πριν πολλές δεκαετίες, η επείγουσα ανάγκη να κηρυχθεί ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» θα ήταν σήμερα λιγότερο επιτακτική.

Πείτε μας λίγα λόγια για σας. Τι θα θέλατε να ξέρουν οι αναγνώστες σας για τον Ντιντιέ Ντενένξ;

Ένας βέλγος ερευνητής, ο Koenraad Geldof, έγραψε αυτές τις φράσεις : «Η βία, για τον Daeninckx, δεν είναι υπόθεση μικρών περιθωριακών ή γκανγκστερισμών, είναι πολύ συχνά θεσμικής φύσης : ο πόλεμος, η γενοκτονία, η αποβιομηχανοποίηση, η κοινωνική ανισότητα, πολιτική, πολιτιστική, οι πολιτικοί φόνοι (...)Οι διηγήσεις του, αστυνομικά μυθιστορήματα και αφηγήσεις ανάμικτες, είναι γεμάτες από καθημερινούς ανθρώπους οι οποίοι μάχονται κατά του ψέματος και της αδικίας και υπακούουν σταθερά σε μία μόνο και μάλιστα κατηγορηματική επιταγή: γράφουμε αντίθετα». Περισσότερες πληροφορίες, όποιος θέλει, μπορεί να βρει στην ηλεκτρονική διεύθυνση : http://www.editions-verdier.fr

Ποιες είναι οι μεγαλύτερες λογοτεχνικές επιδράσεις που έχετε δεχθεί; Μπορείτε να τις εντοπίσετε;

Υπάρχουν εκατοντάδες μυθιστοριογράφοι, ποιητές, σχεδιαστές κινουμένων σχεδίων, στιχουργοί, σεναριογράφοι, θεατρικοί συγγραφείς, γραφίστες, ζωγράφοι, γλύπτες. Δεν δίνω προτεραιότητα, στην πράξη της δημιουργίας, αυστηρά στη λογοτεχνική επιρροή. Αν υπήρχε ένας θα ήταν αναμφίβολα ο Τζακ Λόντον, για την αλήθεια του συγγραφέα, όπως και του έργου του, για τη γενναιοδωρία του, για τη στράτευσή του στην προοδευτική λογοτεχνία, την τρέλα των ονείρων του.


Ποιος είναι ο Ντιντιέ Ντενένξ
Γεννήθηκε το 1949 στο Σαιν Ντενί. Εργάσθηκε ως τυπογράφος, κοινωνικός λειτουργός και δημοσιογράφος. Θεωρείται από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του neo-polar, του γαλλικού νουάρ πολιτικού και κοινωνικού μυθιστορήματος. Υπήρξε από τους πρώτους γάλλους διανοούμενους (με τα βιβλία του : Le Goϋt de la veritι, Rιponse ΰ Gilles Perrault και Vladimir Jirinovski, le Russe qui fait trembler le monde) που κατήγγειλαν τη «φαιοκόκκινη συμμαχία», την επικίνδυνη σύμπραξη εξτρεμιστών της άκρας δεξιάς και της άκρας αριστεράς που τους ενώνει το μίσος τους για το δημοκρατικό πολίτευμα και ο αντισημιτισμός. Το «Έγκλημα και μνήμη» τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο αστυνομικής λογοτεχνίας, ενώ το μυθιστόρημά του Play Back απέσπασε το βραβείο Mystθre της κριτικής. Άλλα βιβλία του ιδίου είναι :
Mort au premier tour
Le Gιant inachevι
Le Bourreau et son double
Le Facteur fatal
La Mort n’ oublie personne
Les Figurants
Le Der des Ders
Lumiθre noire
Nazis dans le mιtro
Mιtropolice
Zapping
Cannibale
Raconteur d’ histoires

Η διάτρηση της σιωπής

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί παλιότερα στη Φιλολογική Βραδυνή)



Η Σιωπή

Όσο και αν μένουν ανεκτέλεστα τα έργα,
όσο και αν είναι πλήρης η σιγή (η σφύζουσα
εν τούτοις)και το μηδέν αν διαγράφεται
στρογγύλον, ως άφωνον στόμα ανοικτόν, πάντα, μα
πάντα, η σιγή και τα ανεκτέλεστα όλα, θα
περιέχουν εν μέγα μυστήριον γιομάτο, ένα
μυστήριον υπερπλήρες, χωρίς κενά και δίχως
απουσίαν, εν μέγα μυστήριον (ως το
μυστήριον της ζωής εν τάφω)- το
φανερόν, το τηλαυγές, το πλήρες
μυστήριον της υπάρξεως της
ζωής, Άλφα-Ωμέγα.

Ανδρέας Εμπειρίκος




Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα ασπρόμαυρο πάτωμα και πάνω του ένα πιόνι που στις διαδρομές του παρέμενε σιωπηλό και μοναχικό. Αν και συναντούσε κι άλλα πιόνια στο διάβα του, δεν επιχειρούσε να βγει έξω από το δικό του κάθε φορά τετράγωνο πλακάκι ούτε να καθρεφτιστεί στη λάμψη του δαπέδου και να δει τον εαυτό του ούτε να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού κατά το δοκούν το δικό του. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Όταν κάποτε το τολμούσε ή απλώς το κατόρθωνε, ήταν τότε που έμοιαζε ήδη πολύ αργά, αλλά δεν ήταν.
Η «μελωδία ενός ξεχασμένου παραδείσου» γίνονταν και πάλι η μουσική υπόκρουση της πορείας του : «Heaven, I’m in heaven...» άρχιζε να τραγουδά ο Φρεντ Αστέρ από το βάθος και νόμιζες ότι το παραμύθι θα ξεκινήσει, η Τζίντζερ Ρότζερς θα εμφανιστεί στην κορυφή της ολόφωτης κλίμακας στη σκηνή, το ζευγάρι θα ενωθεί και θα αρχίσει να στροβιλίζεται με τόσο αρμονικές κινήσεις που μοιάζουν να εκτελούνται από ένα χορευτή. Μόνο που στη θέση των δύο χορευτών ήταν το πιόνι και ο εαυτός του, που κατάφεραν κάποτε να συναντηθούν, να κοιταχθούν στα μάτια, να σπάσουν τη σιωπή τους με το βλέμμα και τελικά να συναποφασίσουν ότι μπορούν να πορευθούν παρέα ως μια ενιαία οντότητα και ύπαρξη για όσο παιχνίδι τους απομένει ακόμα.
Σε μια τέτοια παρτίδα από το ιδιόμορφο σκάκι της ζωής παρουσιάζονται οι δύο βασικοί ήρωες (πιόνια κατά την παραπάνω περιγραφή) της Λίλας Κονομάρα -η οποία και απέσπασε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου για το 2003 από το περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ για το ίδιο βιβλίο- στις νουβέλες της «Πεσσών Διάταξις» και «Μακάο» (Εκδόσεις Πόλις). Πρόκειται για τον κύριο Μόργκαν και τον Γκρεγκ Μόρισον. Δύο άνθρωποι που θα βρουν τον πραγματικό τους εαυτό και την αλήθεια που άφηναν να περνά από δίπλα τους σε όλη τους τη ζωή, χωρίς να τους αγγίζει. Για τον πρώτο ένα «μυστηριώδες» βιβλίο -μια πραγματεία πάνω στο σκάκι του κινέζου ιερέα της δυναστείας των Σουνγκ, Σουν Λο- και για τον δεύτερο ένα ναυάγιο και η περισυλλογή του από ένα πλοίο-φάντασμα με προορισμό το Μακάο. Είναι ακριβώς τα κίνητρα και οι αφορμές για να σπάσουν και οι δυο τη σιωπή τους προς τον ίδιο τους τον εαυτό και κατά συνέπεια τους άλλους γύρω τους, να ανακαλύψουν τον κρυμμένο άνθρωπο στην ψυχή τους. Όπως βάζει χαρακτηριστικά να ακούγεται από τα χείλη του Μπομπ Μακμπράιαν στο «Μακάο» η συγγραφέας: «...Για όλους μας, φίλε μου, υπάρχει κάποτε μια δεύτερη ευκαιρία. Αρκεί να μην την αφήσεις να περάσει χωρίς να τη δεις...δεν σκοτίζομαι πια για το μέλλον. Το παρόν με ενδιαφέρει, το παρόν και μόνο...»
Η πρώτη νουβέλα, «Πεσσών Διάταξις», θυμίζει στην ατμόσφαιρά του αλλά και στην εξέλιξη της διάρθρωσης του κειμένου, παραμύθι του Όσκαρ Ουάιλντ. Εκείνο το πολύ γνωστό με το Σκληρόκαρδο Γίγαντα και τον Κήπο του. Κάπως έτσι είναι σαν να μεταμορφώνεται και ο κύριος Μόργκαν, όταν ανακαλύπτει τη ματαιότητα της σκληρότητάς του, αλλά και την ομορφιά, την αγάπη και την αλήθεια που έχασε για χρόνια ολόκληρα από τη ζωή του, ενώ το ανθρώπινο τοπίο γύρω του αποκτά νέες διαστάσεις, δυναμική και σημασία, όταν αλλάζει μέσα του.
Κοινός τόπος με το «Μακάο» αποδεικνύεται η ενατένιση του σκηνικού και των διαδραματιζομένων από το βλέμμα της ανδρικής ψυχολογίας που σε αυτή τη νουβέλα προέρχεται από τον Γκρεγκ Μόρισον. Κατορθώνει, άραγε, μια γυναίκα συγγραφέας να ανιχνεύσει τα στεγανά της ανδρικής φύσης και ψυχής; Ένας άντρας μπορεί να μας απαντήσει. Στην ονειρώδη κατάσταση που χτίζει από τον τίτλο κιόλας η Λίλα Κονομάρα, χρησιμοποιώντας το εξωτικό Μακάο, αφήνει σκηνοθετικά ψήγματα εξαρχής που ανακαλύπτει σταδιακά ο αναγνώστης, προκειμένου να τον κάνει να υποψιαστεί για τα τρωτά της μαγείας, τα όρια και τις συνθήκες της πραγματικότητας, όλα αυτά μέσα στο γοητευτικό εσωτερικό χρόνο του κειμένου.
Τελικός στόχος της συγγραφέως μοιάζει η ουσιαστική διάτρηση της σιωπής από όπου κι αν προέρχεται. Είναι το άλλο κοινό στοιχείο ανάμεσα στον Μόργκαν και το Μόρισον, η βύθιση στη σιωπή της μοναξιάς, του φόβου. Η Κλάρα Φιλντ ενσαρκώνοντας ένα ρόλο σχεδόν φύλακα-αγγέλου, σαν τη μορφή του παράξενου παλαιοπώλη για τον κύριο Μόργκαν, γίνεται η προσωποποίηση του κίνητρου για την επίγνωση και τη γνώση, ένας ιδιόμορφος «από μηχανής θεός» που δείχνει την πόρτα για τη λύση του δράματος, αφήνοντας όμως όλη την πρωτοβουλία στον ήρωα (Γκρεγκ) και την αγωνία της επιλογής να τον τρώει και να τον επαναδιαμορφώνει : «Για να παιχτεί ένα παιχνίδι, χρειάζονται πάντα δύο, Γκρεγκ...τώρα νιώθεις πως ελίσσεσαι διαρκώς ανάμεσα σε σιωπηλούς σκοπέλους, αναπτύσσοντας στρατηγικές για να αντιμετωπίσεις την επόμενη κίνηση του αντιπάλου. Μετράς τις μέρες με νίκες και με ήττες, σ’ έναν αγώνα χωρίς τελειωμό...Ανάμεσα σε σένα και στον άλλο, απλώνεται η σιωπή, μια αβάσταχτη σιωπή...».Για να συνεχίσει η ίδια αρκετά παρακάτω την εξομολόγησή της για την κοινή της ζωή με τον άντρα της το Βίκτορ : ..«...Γιατί μη νομίζεις πως δεν τον εκδικιόμουν, κι αυτό, με το χειρότερο όπλο των ανίσχυρων: τη σιωπή. Για κάθε τι που του παραχωρούσα, τον απέκλεια από κάτι άλλο μέσα μου...».
Αυτά να λέγονται στον Γκρεγκ, τον άνθρωπο που είχε ορθώσει τα δικά του τείχη του φόβου και της σιωπής απέναντι στην αγαπημένη του Τζούντιθ με τρόπο σχεδόν απάνθρωπο για τον ίδιο του τον εαυτό πρώτα και μετά για τον απέναντί του κάθε φορά: «...οι μοναδικές στιγμές που το βλέμμα και τα χέρια του φανέρωναν όλη του την αγάπη ήταν όταν εκείνη ήταν ξαπλωμένη πλάι του, τις νύχτες, παραδομένη στον ύπνο. Λες και επρόκειτο για ένα μυστικό του οποίου το βάρος θα τον συνέθλιβε, αν αντίκριζε το φως της ημέρας...πασχίζοντας ίσως να θέσει υπό έλεγχο όλα όσα απελευθέρωνε χωρίς φραγμούς, η νύχτα...»