Thursday, September 28, 2006

Η αρσενική πλευρά της απώλειας

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί παλιότερα στη Φιλολογική Βραδυνή, γι' αυτό και στο κείμενο αναφέρεται ως "νέο" μυθιστόρημα του συγγραφέα. Δεν είναι βέβαια πια. Μου το θύμισε ο μπλόγκερ,"ζοφερός μεσαίωνας")


Θα μπορούσε να είναι ένα εγχειρίδιο Διαχείρισης Συγκρούσεων εντός του οικογενειακού πεδίου πάντα, που δεν εκδηλώθηκαν και δεν θα εκδηλωθούν ποτέ. Ένας υπόκωφος και ενδότερος λυγμός που δεν βρίσκει τόπο να καταστεί στα κενά της ζωής ενός ευαίσθητου άνδρα ή του πατέρα του, ενός «αχρείου-ποιητή».
Θα μπορούσε να είναι το λευκό παραβάν που καλύπτει πληγές και αναπηρίες συναισθηματικές από την κοινή θέα. Θα μπορούσε να είναι ένα απόγευμα διόλου ανώδυνης «ξάπλας» σε έναν άβολο καναπέ ψυχαναλυτή, με την ώρα να μην φτάνει στον ήρωα να διηγηθεί την ιστορία της ζωής του παραληρηματικά και λυτρωτικά, όπως θα ήθελε, γι’ αυτό αρκείται σε θραύσματα ενός δράματος που δεν εντοπίζεται. Σε αφηγήσεις γραμμών στη ζωή του που δεν τέμνονται από μόνες τους, παρά μόνο πρόσωπα τις συνδέουν και τις αποσυνδέουν κατά άγνωστη αλλά σχεδόν προβλέψιμη βούληση.
Ωστόσο, ο τίτλος είναι αρκετός για να προδιαθέσει για την απόγνωση που καραδοκεί, αλλά δεν «χτυπά», για τη θλίψη που ταλανίζει τον ήρωα, αλλά δεν έχει σκοπό να κάνει τον αναγνώστη να πολυασχοληθεί με το βουβό ή άφατο δράμα(;) του. Πρόκειται για το νέο μυθιστόρημα του Βαγγέλη Ραπτόπουλου «Χάσαμε τον Μπαμπά» που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πατάκη. Ο Άγγελος, κεντρικός ήρωας του βιβλίου, υπόκειται στις δοκιμασίες του συγγραφέα με μία διαφοροποίηση, σύμφωνα με τον ίδιο το Ραπτόπουλο, από τα υπόλοιπα κοινωνικά μυθιστορήματα της εποχής. Η δομή του βιβλίου μιμείται την ψυχοθεραπεία, μέσα από τρεις αφηγηματικές κατευθύνσεις: το παρόν και την αδυναμία του Άγγελου να σταθεί πατέρας για τα παιδιά της αγαπημένης του -η σύγχρονη πτυχή του προβλήματος δηλαδή-, το παρελθόν μέσα από μια βραδιά τραυματική -καθώς τότε το πρόβλημα κάνει την εμφάνισή του στις διαστάσεις που θα σημαδέψουν τον ήρωα αργότερα- και την παρενθετική αφήγηση (μέσα από ένα τετράδιο σημειώσεων του Μπαμπά του οποίου ο Άγγελος βίωσε την έλλειψή του από την εφηβεία κι ύστερα) που μοιάζει να έχει στόχο να «συσκοτίσει» περισσότερο τα στοιχεία για την ίδια την πηγή του προβλήματος.
Η πατρική φιγούρα και το ακόμη πιο σημαντικό, η έλλειψή της, τίθεται στο στόχαστρο, λες για να αναδειχθεί απλώς η «αρσενική» πλευρά των πραγμάτων που βιώνει ο Άγγελος. Δηλαδή το ατελέσφορο της θλίψης, της μοναξιάς, της απομάκρυνσης (όλες θηλυκού γένους οι λέξεις). Το πρίσμα που καθρεφτίζει τη θηλυκή πλευρά του ήρωα, έγκειται στο πόσο ευάλωτος αισθάνεται και είναι.
Μπορεί να ακούγονται βαρύγδουπα τα παραπάνω, γιατί στην ουσία είναι μια ιστορία που ο συγγραφέας επιστρατεύει μια αφοπλιστική ελαφράδα και απλότητα για να τη διηγηθεί. Μου θύμισε ανθρώπους που επειδή φοβούνται, μήπως παρεξηγηθεί οποιαδήποτε μελοδραματική τους διάσταση, το ρίχνουν στα καλαμπούρια για να εκτονώσουν την κατάσταση. Στο μυθιστόρημα υπάρχει διάχυτη μεν μια παρωδιακή νότα, ωστόσο κανείς δεν γελά ούτε και κλαίει. Μια υβριδική ατμόσφαιρα χαρμολύπης που δεν εκδηλώνεται κραυγαλέα, διαπερνά όλο το κείμενο.
Εκείνο που κερδίζει τον αναγνώστη -και σίγουρα το γυναικείο κοινό- είναι η σκιαγράφηση της ευαίσθητης πλευράς του Άγγελου. Ο συγγραφέας δεν φοβάται να δώσει με εικόνες γλύκας και ζεστασιάς, την τρυφερότητα ενός άνδρα. Αυτό είναι το συγκινητικό στοιχείο του βιβλίου και εκείνες είναι οι πιο λαμπρές του στιγμές. (Ο ίδιος ο Ραπτόπουλος το είχε ανάγκη μετά τη «δηλητηριώδη» κριτική του διάθεση στο προηγούμενο βιβλίο του, «Η επινόηση της πραγματικότητας»). Η απώλεια, που βροντοφωνάζει ο τίτλος του, είναι σαν να χρησιμοποιείται από το δημιουργό για να δικαιολογήσει την ευαισθησία του Άγγελου. Η απώλεια δηλώνεται, αλλά δεν βιώνεται από τον αναγνώστη, παραδόξως. Τα συναισθηματικά βάρη του ήρωα δεν τα επωμίζεται με τίποτα ο αναγνώστης που προσέχει να απομυζήσει απλώς τις στιγμές της θαλπωρής που του χαρίζει η καλοσύνη του Άγγελου και τις 111 -αφού τις έχει μετρήσει εκ των υστέρων ο συγγραφέας- αποφθευγματικές φράσεις για τη ζωή, τον έρωτα, την απώλεια, την αγάπη.
Μιλώντας με το Βαγγέλη Ραπτόπουλο -ομολογουμένως μια περίεργη συνομιλία, αφού δεν κατορθώσαμε να καταλήξουμε σε μια δομημένη συνέντευξη- υποστήριξε ότι ένα ερέθισμα για να ασχοληθεί με το θέμα (ένας πατέρας που παρατάει την οικογένειά του) ήταν η ανισορροπία αυτή που εμφανίζεται στο σύγχρονο κοινωνικό ιστό, με τα ζευγάρια που χωρίζουν και τους «μπαμπάδες του δεύτερου 15μερου». Η αλήθεια είναι ότι δεν κατόρθωσα να εντοπίσω διαυγώς ούτε τις προθέσεις του ιδίου ούτε τις εκδοχές της δεύτερης η τρίτης ανάγνωσης του βιβλίου του, ίσως γιατί δεν υπάρχουν τόσο ξεκάθαρα και από τη δική του πλευρά.
Μέσα από την κουβέντα με το Βαγγέλη Ραπτόπουλο που με ξένισε -ίσως αυτή η δημιουργική απορία μου να είναι ένα κάποιο κέρδος βέβαια, αφού με ανάγκασε να υπονομεύσω τους συνήθεις τρόπους διεξαγωγής μιας συνέντευξης -, αποφάσισα να σταθώ στην προσωπική μου υποκειμενικότητα και να την υπερασπιστώ. Ο αιφνιδιασμός από την αδυναμία μου να εκμαιεύσω από το συγγραφέα απαντήσεις σε ερωτήσεις διαρθρωμένες με τη δική μου εσωτερική συνοχή της σκέψης, σχεδόν είναι ανάλογος με την έκπληξη για τα κενά που υπάρχουν στην αφήγηση του βιβλίου, αλλά δεν απασχολούν και κανένα. Τόσα «γιατί», των οποίων οι απαντήσεις πλανώνται στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο συγγραφέας, αλλά καλείται να απαντήσει, μόνο αν αναρωτηθεί για την ύπαρξή τους, εννοείται, ο αναγνώστης.
Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή «σκόνταφτα» και πάνω στην καθημερινότητα και ορισμένες κοινοτοπίες της γλώσσας που χρησιμοποιεί ο Ραπτόπουλος, θα προτιμούσα το λόγο του λίγο πιο ποιητικό και ευρηματικό και παρόλο που ο ίδιος υποστηρίζει ότι στην εποχή μας δεν υπάρχει τίποτα αυθεντικά υψηλό, νομίζω ότι αυτό θα «ψήλωνε» λίγο την τέχνη του, όσο ρομαντικό ή άτοπο φαίνεται στον ίδιο κάτι τέτοιο. Με άφησε με την εντύπωση ότι ήθελε να πει δυο-τρεις ή άντε 111 προσωπικές αλήθειες και έπρεπε να στήσει μια ιστορία για να τις εντάξει. Θεμιτή και καλοδεχούμενη η ειλικρίνεια σε εποχές που όλοι θέλουν να παραστήσουν κάτι που θα ήθελαν απλώς να είναι. Γήινος και ρεαλιστικός μπορεί και να μιλάει τη γλώσσα της εποχής που ίσως είναι αυτή της συνεχούς προσπάθειας για ψυχοθεραπεία: «...Κατά τα άλλα και για να παραμείνω ο ερασιτέχνης ψυχολόγος που ήμουν κι όταν ξεκίνησα, έχω να προσθέσω το εξής πρωτότυπο. Πρόκειται για αποκλειστική μου ανακάλυψη και επιφυλάσσομαι για τα δικαιώματά μου. Το πένθος είναι ένα είδος τρέλας. Και υπ’ αυτή την έννοια, είτε μιλάμε για το μικρό πένθος ενός χωρισμού είτε για το μεγάλο του θανάτου, χρειάζεσαι, όπως και να το κάνουμε -τι άλλο; Ψυχοθεραπεία...»

Μνημόσυνο μιας εποχής

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)

«...Η ζωή στον δυτικό κόσμο και κυρίως στην Ευρώπη, θυμίζει όλο και πιο πολύ ένα απέραντο καλογυαλισμένο παρκέ σαλονιού, όπου επιτρέπεται να πατήσεις μόνο αφού έχεις βγάλει τα παπούτσια σου, μην τυχόν και το γδάρεις...Τι άλλη επιλογή έχει κανείς εκτός από το ιδιωτικό κουκούλι του, τη δουλίτσα και το σπιτάκι του;...»



Ζήλευα ανέκαθεν τις ανδρικές φιλίες. Φαίνονται πάντα στα μάτια μου πολύ καθαρές, πολύ τίμιες, πολύ σαφείς. Πολύ διαφορετικές από αυτές που αναπτύσσονται μεταξύ γυναικών και κρύβουν ένα σωρό ψυχικά μπερδέματα και συμπλέγματα, μια μάζα τσαλακωμένους ανταγωνισμούς, εγωισμούς και προδοσίες. Είχα πάντα την αίσθηση ότι οι άνδρες είναι πιο μόνοι από τις γυναίκες ή αισθάνονται έτσι -γιατί μου μοιάζουν πιο δύσκολοι στο να «ανοιχτούν» στους άλλους πραγματικά-, γι’ αυτό και θεωρώ τη φιλία τους όχι απλώς ιερή, αλλά και πυλώνα ένδειξης της ίδιας της προσωπικής τους ισορροπίας.
Όταν διάβασα το τελευταίο βιβλίο του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, με τίτλο «Φίλοι», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος, μου δόθηκε ένα επιχείρημα ακόμα σ’ αυτό που ήδη πίστευα. Το ότι, δηλαδή, είναι ένα είδος ηρωισμού η φιλία πια στις μέρες μας, εκείνη η ειλικρινής φιλία, απαλλαγμένη από μικρότητες, μικροπρέπειες και μικρούς καθημερινούς θανάτους. Το επιβεβαίωσα στο έπακρο αυτό, ακούγοντας την τελευταία καλύτερη ενήλικη φιλία μου να τελειώνει και επισήμως -αμέσως μετά την ανάγνωση του εν λόγω βιβλίου- μέσα από τα τηλεφωνικά σύρματα.
Μνημόσυνο στη φιλία, μου θύμισε το κείμενο του Ραπτόπουλου. Μνημόσυνο σε μια εποχή που ευνοούσε τη φιλία. Μνημόσυνο σε ανθρώπους που δεν μπορούν και δεν θέλουν να ζήσουν χωρίς τη φιλία. Μνημόσυνο σε μια ζωή που περνά και αποκτά ταυτότητα, την όποια ταυτότητα, από το πόσο κανείς κατορθώνει να είναι φίλος, να έχεις φίλους, να στέκεται ως φίλος. Αυθαίρετα ταύτισα στο βιβλίο του Ραπτόπουλου τη φιλία, τη διάθεση κανείς να υπάρχει μαζί με τους άλλους και μέσα από τους άλλους, με την εποχή που απλώς έχει παρέλθει. Είτε πρόκειται για τα τέλη της δεκαετίας του ’60 είτε πρόκειται για το πέρας των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Μου φάνηκε ένας απολογισμός του παρελθόντος -απώτερου και εγγύτατου- αυτό το ανάγνωσμα, όχι ιδιαίτερα αισιόδοξος, αλλά γνώριμος. Τα ήξερα αυτά που περιέγραφε, τα είχα δει, τα είχα οσμιστεί, τα είχα παρακολουθήσει να συμβαίνουν με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, τα είχα διαβάσει τα πιο παλιά. «...Και ενώ όλοι μας ξέρουμε ότι μεγαλύτερη πληρότητα νιώθεις όσο πιο πολύ ζεις στο παρόν, δραπετεύουμε από αυτή τη μοναδική και ανεπανάληπτη στιγμή που είναι ό,τι πολυτιμότερο έχουμε και καταφεύγουμε συνεχώς στη παρηγοριά ενός ανύπαρκτου παρελθόντος και ενός εξίσου ανύπαρκτου μέλλοντος...»
Η εξιστόρηση από το συγγραφέα της βαθιάς φιλικής σχέσης των τριών παιδιών που ανδρώθηκαν την εποχή της Μεταπολίτευσης στην Ελλάδα, αν και ξεκινά με διάθεση να μιλήσει μόνο για τους ανθρώπους, καταλήγει στο τέλος του βιβλίου να μιλά για την εποχή τους. Για τη νεοελληνική πραγματικότητα. Αυτή που βλέπουμε στις οθόνες μας, που διαβάζουμε στις εφημερίδες και στα περιοδικά, αυτή που ζούμε εκεί έξω στο δρόμο. Με τις ελλείψεις και τα πλεονάσματά της. «...Χωρίς τον Ηλία, χωρίς την εφαρμοσμένη, ζωντανή εκδοχή της καλοσύνης και της ανεκτικότητάς του, κινδυνεύουμε να κατρακυλήσουμε ανά πάσα στιγμή στην κακία και τη βαρβαρότητα και να μείνουμε εκεί...»
Ο συγγραφέας υπάρχει ως αφηγητής σε όλο το κείμενο, κάτι που του επιτρέπει να αποστασιοποιείται, όπου θέλει και να μιλά απευθείας στον αναγνώστη του, να αποκαλύπτει τις προθέσεις του και να αδιαφορεί για λογοτεχνικές φόρμες και μορφές. «...Ιδού λοιπόν γιατί υποπτεύομαι ότι γράφω εδώ τον τελευταίο καιρό. Συμπλέκοντας τις ατομικές μας στιγμές με τις συλλογικές, αγωνίζομαι να τις καρφιτσώσω σαν πεταλούδες στη συλλογή μου, να τις παγώσω και να τις διατηρήσω αναλλοίωτες. Να τους αποδώσω ποιότητα, κι έτσι να τις μεταβάλω, αν είναι δυνατόν, από εφήμερες σε αιώνιες.» Αυτό που μοιάζει παράδοξο, είναι ότι τις περιβόητες «ιστορικές στιγμές» που περιγράφει ο συγγραφέας, εγώ τις αξιολόγησα στο βιβλίο ως αναγνώστρια όχι με βάση τον ιστορικό τους απόηχο, αλλά με βάση τη διαπλοκή των προσωπικών στοιχείων του αφηγητή. Έδωσε ποιότητα στο ιστορικό και δημόσιο ο δημιουργός μέσα από το ατομικό και όχι το αντίστροφο και αναμενόμενο.
Αν και με ξένισε η τροπή του βιβλίου από ένα σημείο κι ύστερα, καθώς μετατράπηκε σε κριτική του Ραπτόπουλου, προφανώς για όλα αυτά που τον πνίγουν και τον ενοχλούν, κατά βάθος χάρηκα. Γιατί βρέθηκα να διαβάζω ένα βιβλίο που ήθελε κάτι να μου πει ο συγγραφέας και μου το ‘πε, ο κόσμος να χαλάσει ή καλύτερα ακόμη κι αν χάλασε η λογοτεχνική συνταγή. (Αν, ξαναλέω). Όλο και πιο συχνά διαβάζω βιβλία που δεν κατανοώ, γιατί γράφτηκαν, τι ήθελαν να μου πουν, σε ποιον απευθύνονται, παρόλο που ακολουθούν κατά γράμμα τις λογοτεχνικές φόρμες. Το βιβλίο του Ραπτόπουλου είναι χαλαρό -με όλες τις έννοιες-, ήσυχο, αναδύει μια ισορροπία, μια γαλήνη, μια άνεση και μια αυτάρκεια, μάλλον του ίδιου του δημιουργού, σου αφήνει κενό χώρο ως αναγνώστης να σκεφτείς και να αναπνεύσεις («...Η ζωή ως γνωστόν απεχθάνεται το κενόν...»), ακόμη κι αν στο τέλος δεν αισθάνεσαι ότι διάβασες κανένα αριστούργημα. Σου λέει απλά πράγματα, κοινώς παραδεχτά, μετρημένα. Κι έχει χαθεί τόσο το μέτρο μέσα και γύρω μας.
Είναι ένα βιβλίο που προσπαθεί να ανιχνεύσει τη νεοελληνική κατάντια της αφιλίας -μέσα από την περιγραφή μιας ζηλευτής φιλίας- σε όλα τα επίπεδα. Είναι ένα βιβλίο που ψάχνει το φιλότιμο που χάθηκε. Την μπέσα, την εντιμότητα εκείνη που αναδύουν οι ανδρικές φιλίες, όταν το κάνουν και πάνω απ’ όλα ψάχνει την αγάπη σε όλες τις μορφές της που φωλιάζει πια μόνο σε κάτι γωνιές ιδιωτικότητας πολύ καλά προφυλαγμένες. Ιδίως όταν η ιστορικές στιγμές δεν επιφυλάσσουν πια καμιά περιπέτεια, καμιά αλήστου μνήμης εμπειρία, αλλά γλιστρούν από πάνω μας χωρίς να αφήνουν εκδορές, κάπως σαν αδιάκριτο γκρίζο Ζέπελιν που δεν ξέρουμε τι βλέπει από μας και τι καταγράφει. «...Η ζωή είναι δρόμοι που πάνε παντού...»

Wednesday, September 27, 2006

«Ήταν κάθε μέρα σε πόλεμο»

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή, όπως εύλογα διαφαίνεται, Μάρτη μήνα, παλιότερα, πριν από μια διετία. Το υποσχέθηκα στο Librofilo και τον Αθήναιο, που αγαπάει την επιστολογραφία)




«Πάρε τα δώρα της ψυχής σου να 'ρτεις,
σου ετοίμασα τη μαύρη κάμαρά μου.
Στον κήπο μας αρρώστησεν ο Μάρτης
κι αρρώστησεν ο Μάρτης στην καρδιά μου...»

Κ. Γ. Καρυωτάκης




Διακόσια δέκα χρόνια πριν. Ακριβώς, Μάρτη μήνα. Η ημερομηνία είναι γενέθλια : 16 Μαρτίου 1794. Σ’ ένα κελί φυλακής σκιερό και μουχλιασμένο, γεννιέται η απόλυτη ειλικρίνεια σε έναν άνδρα που πολεμούσε την ψυχή του. Μόνο που αυτή είναι η τελευταία και καθοριστική μάχη. Και βγαίνει νικητής τουλάχιστον στο λογισμό και τη συγκίνηση του αναγνώστη που βρίσκεται απέναντι και μέσα στις γραμμές του βιβλίου του Ζερόμ Γκαρσέν «Ήταν κάθε μέρα σε πόλεμο» (Εκδόσεις Πόλις).
Έξω από τα στραγγαλιστικά κάγκελα της φυλακής, φωτιά και σίδερο. Η Επανάσταση που θα άλλαζε την ιστορία της ανθρωπότητας και η άλλη όψη της η Τρομοκρατία. Η Γαλλική Επανάσταση. «...η Επανάστασή μου σέρνει ξοπίσω της τα τελευταία κάρα των καταδικασμένων, τα εξιλαστήρια θύματα. Σε ένα από αυτά θα καθίσω κι εγώ, σε μια θέση που θα είναι ακόμα ζεστή...» Στα καλοκαμωμένα, λεπτεπίλεπτα και φροντισμένα -ελέω κραυγάζουσας ευγενικής καταγωγής- δάχτυλα του Μαρί-Ζαν Ερώ ντε Σεσέλ αποτίθεται η αλήθεια απογυμνωμένη από τα τερτίπια του μυαλού και της καρδιάς. Πένα, χαρτί και μελάνι στα χέρια του, τα όπλα του για τον αποχωρισμό. Κι αρχίζουν να στάζουν το δικό του αίμα, το αίμα της ζωής του, της ψυχής του, οι λέξεις, μέσα από την εκστατικά παραληρηματική γραφή του Γκαρσέν. Η ιδιότυπη de profundis εξομολόγηση του ήρωα αναδεικνύεται σε μια συνθήκη που θα ήθελαν οι γυναίκες να ανακαλύψουν ή να επιβεβαιώσουν για την ανδρική φύση, έστω για μια φορά στη ζωή τους, είναι όχι απλώς αρκετή, αλλά ιδανική, ενώ ορισμένοι άνδρες μάλλον επιβάλλεται να κατορθώσουν να πραγματοποιήσουν, έστω απέναντι στο πρόσωπο της γυναίκας που καθρεφτίζεται αυτόφωτος κι αυτοφυής ο εαυτός τους.
Ένας λυγμός, σχεδόν βουβός, που ξεφεύγει μέσα από την ερωτική επιστολή του συλληφθέντα Επαναστάτη, γίνεται φωνή διαμαρτυρίας εναντίον της καταφανέστερης αδικίας, αποκαλύπτει τις διαστάσεις της βίας και γίνεται ο πιο δυνατός τρόπος έκφρασης ενός έρωτα καταδικασμένου να έχει υπάρξει κραταιός και να μην έχει καμία προοπτική, κανέναν ορίζοντα πια, παρά να μένει μόνο σκόνη από αποξηραμένους κρόκους στα ολόλευκα χέρια της γυναίκας-αποδέκτη αυτής της ολοκληρωτικής αγάπης. «... Δεν με πειράζει η ξαφνική στέρηση της ελευθερίας μου. Με πειράζει η βεβαιότητα ότι δεν θα την επανακτήσω ποτέ...», ομολογεί τη στιγμή που το σώμα του έμεινε «ανενεργό» και για πρώτη φορά ήταν σε θέση να καταλάβει πόσα του οφείλει το ίδιο του το πνεύμα, ο καθ’ όλα προορισμένος από τα χαρίσματα της φύσης του να είναι ένας μοναχικός ερωτευμένος, σαν μελαγχολικός δόγης αλλοτινών εποχών, αλλά κατέληξε ένας κυνικός αριβίστας.
Ο άνθρωπος ο οποίος «είχε τη διεγερτική εντύπωση πως ήταν ένας πρίγκιπας της Δημοκρατίας» και που βροντοφωνάζει μέσα από τα καλλιγραφικά γράμματα της επιστολής του ότι δεν ανήκει πουθενά και είναι περήφανος γι’ αυτό, υπέκυψε στην προτροπή : «...για να επικρατήσουμε των κυνικών, οφείλουμε να τους ξεπεράσουμε σε κυνισμό». Διαπιστώνει εκ των υστέρων ότι «οι θετικές επιστήμες νίκησαν το ρομαντικό μυαλό μου. Μαράθηκα».
Την προσωπική του ήττα, εκείνη δηλαδή που απορρέει πρώτα από όλα από την ίδια του τη φιλοδοξία και την κενότητα των κοινωνικών του επιδιώξεων, μπορεί να την αναγνωρίσει όταν «...Η γνώση του επερχόμενου θανάτου οξύνει την ευαισθησία, φωτίζει τα τοπία με ένα απόλυτο φως, κάνει σχεδόν αβάσταχτα τα αρώματα της γης, του δάσους, των λουλουδιών, δίνοντας το βάρος της αιωνιότητας σε κάθε λεπτό που περνά, και στο σώμα που ακόμα δονείται, μια ελαφρότητα υπεράνθρωπη...». Το επώδυνο φως από τις αχτίδες της αθωότητας λάμπει ξανά στο μυαλό του Ερώ ντε Σεσέλ, όταν αναγκάζεται να απευθυνθεί προς την αγαπημένη του αφοπλιστικά, όπως αρμόζει στη γενναιότητα της ανδρικής φύσης, εκείνη που η γυναικεία φύση όχι μόνο αποζητά αλλά και επιδιώκει, όχι για να νιώσει νικήτρια επί του αντιπάλου, αλλά για να νιώσει τον απέναντι άνδρα ισάξιο συμμέτοχο στην πορεία αναζήτησης της αλήθειας και της ελευθερίας : «...Είμαι τριάντα τεσσάρων ετών και μόνος. Πολύ μόνος, κυρία μου. Πίσω από τον τοίχο που με χωρίζει από τους συντρόφους μου σ’ αυτήν την φυλακή, και που με προστατεύει απ’ αυτούς...».
Τα τρωτά της «ένδοξης» Ιστορίας, το παρασκήνιο της Επανάστασης, οι βιαιότητες και οι αδικίες των αγωνιστών γίνονται το ζοφερό κι αποπνικτικό τοπίο, για να ανθίσει ένας έρωτας και να πλυθεί μέσα στα γάργαρα και ξάστερα νερά του συναισθήματος η ταραγμένη και πολύπαθη ψυχή του Ερώ ντε Σεσέλ. «...Μέσα στα μάτια σας μίσησα λιγότερο τον εαυτό μου. Χάρη στην ανάμνησή σας, τον περιφρονώ λιγότερο...». Ενόψει του καταληκτικού τέλους, ο άνδρας στον οποίο η μητέρα του έλεγε καλύτερα να τον βλέπει να κρατά σπαθί παρά πένα, παραδέχεται την απιστία του ακόμη και προς τη μοναδική γυναίκα που αγάπησε και ομολογεί τη συμπεριφορά Ποντίου Πιλάτου που επέδειξε στις συνθήκες τρομοκρατίας της αιματοβαμμένης Επανάστασης.
Το μυθιστόρημα αυτό του Ζερόμ Γκαρσέν αποτελεί ένα αποτύπωμα ιδανικού ρομαντισμού, σε έναν κόσμο που δείχνει να μην ανέχεται ποτέ σε καμία εποχή τους επαναστάτες, και τους ειλικρινείς, αυτούς τους ρομαντικούς τρελούς που κάνουν την πραγματικότητα να είναι «αυτό το όμορφο πράγμα, που κινείται, δυνατό, βίαιο, διάχυτο, που ο νους αδυνατεί να το συλλάβει».

Ποιος είναι ο συγγραφέας

Ο Jerome Garcin, από τους πιο σημαντικούς κριτικούς λογοτεχνίας στη Γαλλία σήμερα, γεννήθηκε το 1956. Είναι αρχισυντάκτης των πολιτιστικών σελίδων του Nouvel Observateur και παραγωγός του «Le masque et la plume», της πιο γνωστής ραδιοφωνικής εκπομπής που είναι αφιερωμένη στο βιβλίο και η οποία μεταδίδεται από τον κρατικό σταθμό France Inter. Το «Ήταν κάθε μέρα σε πόλεμο», πρώτο του μυθιστόρημα, τιμήθηκε το 2001 με το βραβείο Maurice Genevoix. Έχει δημοσιεύσει επίσης δοκίμια.

Tuesday, September 26, 2006

Το ...πεφταστέρι

Αστέρι

Αστέρι στο ύπαιθρο αναμονή
Μοναχοί μας
Μελαγχολικό πνεύμα κατοικεί την ψυχή
Λείπει η σελήνη από τον ουρανό
Χάνει η φωνή του ανθρώπου
Τη μυρωδιά της

Πέφτει απ' το στερέωμα το αστέρι
Ρυτιδώνει την ψυχή
Τη φωνή μας
Όμως η μοναξιά τέρπεται
Οδηγεί κύματα την ηδονή
Στ' ανοιχτά της ύπαρξης
Στα ενδόμυχα
Της μελλούμενης σιωπηλής ζωής

Γιώργος Σαραντάρης

Monday, September 25, 2006

Η αγωνιώδης κραυγή της μνήμης

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί παλιότερα στη Φιλολογική Βραδυνή)


«...Η μορφή της μοίρας πάνω απ’ τη γέννηση ενός παιδιού,
γύροι των άστρων κι ο άνεμος μια σκοτεινή βραδιά του
Φλεβάρη,
γερόντισσες με γιατροσόφια ανεβαίνοντας τις σκάλες που
τρίζουν
και τα ξερά κλωνάρια της κληματαριάς ολόγυμνα στην αυλή.

Η μορφή πάνω απ’ την κούνια ενός παιδιού μιας μοίρας
μαυρομαντιλούσας...

...Αυτά τα πρόσωπα κι αυτά τα περιστατικά σ’ ακολουθούσαν...»

Γ. Σεφέρης (Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ)


Ανθρώπινες φιγούρες βγαλμένες από την ελληνική επαρχία στα μέσα του 20ου αιώνα: ένας κόσμος που τα απομεινάρια του φυλλορροούν. Φυσικά τοπία ικανά να αφυπνίσουν και να οικοδομήσουν την πιο ισχυρή οικολογική συνείδηση η οποία μπορεί να εδράζεται στη γνωριμία με την ομορφιά του περιβάλλοντος, έτσι όπως τη σμιλεύουν οι λέξεις σε ένα λογοτεχνικό κείμενο. Μια γλώσσα που μιλιέται από τους μυθιστορηματικούς ήρωες και ξέρεις ότι υπήρξε, αλλά φθίνει, επικίνδυνα. Μια κοινωνία ατόμων που κατασπαράζεται από τα αρχέγονα πάθη και τις ίδιες τις δυνάμεις αυτοσυντήρησής της.
Η ατμόσφαιρα στον βιβλίο «Η Κραυγή του Ήταυρου» του Βαγγέλη Κούτα που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ, φέρνει στο μυαλό τις αναθυμιάσεις από τα «Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα, μόνο που στο σύγχρονο μυθιστόρημα οι μάχες που μαίνονται είναι υπόγειες, προσωπικές, βυθισμένες στα έγκατα του μυαλού και της ψυχής των ηρώων. Οι χαρακτήρες κουβαλούν στους ώμους τους τα βάρη της μοίρας, θυμίζοντας στις αδρές τους γραμμές, «παπαδιαμαντικές» μορφές, ενώ το πεπρωμένο κινείται με μια ιδιομορφία, αυτή της ατομικής επιλογής. Μέσα στους τελματώδεις καλαμιώνες χτυπούν με ζέση καρδιές που δεν τολμούν να ξεπεράσουν τις λιμνάζουσες αδυναμίες τους. Η όποια λύτρωση σημαίνει φυγή από το ασφυκτικό περιβάλλον ενός χωριού που δυναστεύει τους ίδιους τους κατοίκους του, με νοοτροπίες ενός κλειστού κοινωνικού συνόλου, που πληγώνουν. Η όποια φυγή σημαίνει συνέπειες ακόμη βαρύτερες για κείνους που μένουν πίσω και οι οποίοι πληρώνουν τελικά το τίμημα της «ελευθερίας» εκείνων που τόλμησαν να αποδεσμευθούν από ό,τι τους ενοχλεί και τους καταπιέζει.
Το τέμπο στην εξέλιξη της ιστορίας κρατά η απόκοσμη κραυγή του Ήταυρου, ενός ερωδιού που σκορπά τη μυστηριώδη του σκιά στην υποβλητική ατμόσφαιρα των πνιγηρών βάλτων που εγκλωβίζουν ζωές, θρέφουν και καταπίνουν μυστικά, ξεβράζουν «κουφάρια» στα ακρότατα της λήθης. Η αναγνωστική απόλαυση σ’ αυτό το μυθιστόρημα καταρχάς ξεπηδά από την αγωνιώδη κραυγή «της γης και του ύδατος της υπάρξεως», δηλαδή της μνήμης.
Ο συγγραφέας κατορθώνει με αριστοτεχνικό τρόπο να αναπαραστήσει τη ζωή -την καθημερινή, αλλά και την ενδόμυχη των ηρώων του- σε μια εποχή που ήταν λίγο πριν από τη δική μας. Αναπόφευκτα ο αναγνώστης αναζητά τα νήματα εκείνα που τον συνδέουν με το κοντινό παρελθόν, πλην αδιερεύνητο για τον ίδιο. Η δυνατή πλοκή, η γρήγορη εξέλιξη της ιστορίας δεν δρα εις βάρος των πραγματολογικών εκείνων στοιχείων που συνιστούν το σκηνικό αλλά και τον ιστό που δομείται πάνω του μια παράλληλη τραγωδία, στα πρότυπα της αρχαίας. Αυτό που εντυπωσιάζει είναι η πιστή αναπαραγωγή του λόγου που χρησιμοποιούνταν σε μια εποχή τόσο κοντινή για το σύγχρονο Έλληνα, αλλά και τόσο μακρινή για τις διαστάσεις της τρέχουσας πραγματικότητάς του.
Διαβάζοντας την «Κραυγή του Ήταυρου», αν έχει κανείς ζήσει έστω για λίγο κάπου στην ελληνική επαρχία, κατορθώνει με τρόπο μαγικό να ανασύρει μνήμες από μορφές οικείες του πιο πρόσφατου παρελθόντος. Ο ρέων λόγος του συγγραφέα, η ζωντανή του γλώσσα δεν χάνεται στους δαιδάλους κανενός αμετροεπούς λυρισμού, ίσα-ίσα λειτουργεί για τον αναγνώστη σαν ένα είδος «μπούσουλα» για να περιπλανηθεί η φαντασία του δημιουργικά. Είναι σαν να βοηθά τον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντι από τις γραμμές του βιβλίου του, να ακολουθήσει δρόμους κρυφούς και μονοπάτια δύσβατα -στη σκέψη του, τα συναισθήματά του, την ενστικτώδη φύση του-, χωρίς όμως να τον κάνει φορέα δυσαρέσκειας για τους σκοτεινούς μαιάνδρους στους οποίους κρυφοπατά.
Λες και ο συγγραφέας απλώνει ένα προστατευτικό δίχτυ ασφαλείας για τον αναγνώστη του, με τρυφερότητα και όχι με διάθεση να τον εγκλωβίσει στη δική του πεπατημένη της σκέψης. Και μετά τον προτρέπει να βουτήξει στα μύχια της ιστορίας, με μία και μοναδική εγγύηση : ότι δεν θα βγει με τραύματα, αλλά ίσως και να αρχίσει να πιστεύει και πάλι στα θαύματα, εκείνα που μπορεί να κρύβονται πίσω από το πέπλο της ρεαλιστικής πραγματικότητας και τα λέμε Παραμύθι, είτε γιατί είναι τόσο ευφρόσυνα είτε γιατί είναι τόσο επώδυνα που δεν μπορούμε να τα δεχτούμε γι’ αλήθεια.
Οι μυθιστορηματικές φιγούρες, καμωμένες από κείνα τα υλικά της αλήθειας -τόσο που ο ίδιος ο συγγραφέας τονίζει στην αρχή του βιβλίου ότι οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα του βιβλίου είναι συμπτωματική- εξυπηρετούν όχι μόνο την πλοκή, αλλά αποτελούν και βασικές σημειολογικές αναφορές για την ίδια τη βαθύτερη ερμηνεία και ανάλυσή της, όπου αυτό αισθάνεται ο κάθε αναγνώστης ότι τον ενδιαφέρει να συμβεί. Οι χαρακτήρες «κρίνονται» εκ του αποτελέσματος της αμείλικτης πραγματικότητας που φτιάχνεται μόνο από πράξεις καταλυτικές, αν και ο συγγραφέας δεν διστάζει να «βάλει» τον αναγνώστη στους πιο απόμερους διαδρόμους του νου των ηρώων του : «...Όταν έφτασε στο δωμάτιό του, είχε κατασταλάξει. Ο δισταγμός και η αναποφασιστικότητα των τελευταίων ημερών χάθηκαν. Δεν μπορούσε να φύγει και να τους αφήσει στα χέρια του. Έπρεπε να γλιτώσει την Αγνή απ’ τα δόντια του και τον Δωρόθεο απ’ το βάσανό του...Έβγαλε το μαχαίρι απ’ τη ζώνη και το πήγαινε απ’ το ένα χέρι στο άλλο, σαν να ζύγιαζε το βάρος του. Το κοίταζε για λίγο με δαγκωμένο το πανώχειλό του και πήρε την γκρίζα πέτρα για να το τροχίσει τελευταία φορά. ‘’Αύριο βράδυ, αύριο βράδυ θα τελειώσουν όλα’’, σκέφτηκε και έφτυσε την πέτρα. Ήταν άδειος από συναισθήματα. Όλα μέσα του ήταν ένα σκοτάδι...»

Friday, September 22, 2006

Αποχαιρετιστήριο δώρο ...Σαββατοκύριακου

"Η καρδιά μας είναι ένα κύμα που δεν σπάει στην ακρογιαλιά"

Σας χαρίζω τις παραπάνω λέξεις του Γιώργου Σαραντάρη να σας συντροφεύουν το Σάββατο και την Κυριακή σας. Θα τις πάρω κι εγώ μαζί μου φεύγοντας απ' το γραφείο. Σας έχω πει ποτέ πόσο σας ευχαριστώ γι' αυτή την ιδιότυπη -και συνήθως βιβλιοφιλική- παρέα; Είναι όλα τα λεφτά...του κόσμου που δεν τα θέλω, τι να τα κάνω, βρε παιδί μου, τι να αγοράσω; Λέξεις, σκέψεις; Ε, εντάξει μπορεί μερικά βιβλία ακόμη...Μην μπαίνουν, ωστόσο, ιδέες στον εργοδότη μου. Να περάσετε γαλήνια και δημιουργικά το διήμερο. Θα τα πούμε από Δευτέρα.

«Η ποίηση μας εσωστρέφει, ενώ η πεζογραφία μας εξωστρέφει»

(Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε το Σάββατο 23/9/2006 στη Φιλολογική Βραδυνή)


Μικρός διάβαζε μανιωδώς Γκαούρ Ταρζάν και Μικρό Σερίφη. Εκεί ήρθε σε γνωριμία με την ωραία γλώσσα, τη γρήγορη κίνηση, την οικονομία του λόγου, τη λιτότητα του ύφους. Αργότερα στην εφηβεία του, ο Κρόνιν και ο Άγγελος Τερζάκης άνοιξαν τα πέπλα τη μαγικής λογοτεχνίας μπροστά του. Σήμερα, γράφει ίσως όπως οι περισσότεροι θα ήθελαν να ζουν: δηλαδή πυκνά, μεστά, με ουσία, με νόημα, με ειρωνική διάθεση και παιγνιώδη τρόπο, διασκεδαστικά, πείθοντας τον αναγνώστη ότι η δική του ποικίλη λογοτεχνική εκδοχή είναι και η μόνη εκδοχή της ζωής, για να παραφράσω τα λόγια του. Με αφορμή το απολαυστικό αφήγημά του «Τα οπωροφόρα της Αθήνας» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη, μίλησα με το Σωτήρη Δημητρίου για τη λογοτεχνία και τη ζωή. Πήγα στη συνάντηση μαζί του οπλισμένη με τις προκαταλήψεις μου απέναντι στη συχνή σπουδαιοφάνεια των καιρών, λογοτεχνικών και μη. Με περίμενε μια ανατροπή και μια μεγάλη έκπληξη. Ο άνθρωπος απέναντί μου μιλούσε με τον ίδιο ωφέλιμο και ανάλαφρο τόνο που απέπνεε το αφήγημα, επιβεβαιώνοντας ότι οι άνθρωποι είναι αυτό που γράφουν. Αν και άλλο οι άνθρωποι και άλλο τα βιβλία.



Καταρχάς, γιατί επιλέγετε τη μικρή φόρμα είτε του διηγήματος είτε του αφηγήματος; Γιατί αισθάνεστε πιο άνετα σ’ αυτή;

Γιατί ικανοποιεί η μικρή φόρμα την αίσθηση οικονομίας και μια τάση πυκνώσεως που έχω ως ομιλητής. Ξέρω ότι ως αναγνώστης και ως ακροατής προτιμώ τη μικρή φόρμα από τους άλλους, συνεπώς τους το ξαναγυρίζω και ως συζητητής και ως δημιουργός. Αφού εμένα με ενδιαφέρει η μικρή φόρμα από τους άλλους, γιατί να μην ενδιαφέρονται και οι άλλοι για τη μικρή φόρμα από μέρους μου;

Συζητώντας με μια συγγραφέα μου είπε ότι το μυθιστόρημα είναι σαν γάμος και το διήγημα σαν one night stand. Το συμμερίζεστε αυτό; Πώς θα οροθετούσατε εσείς το αφήγημα;

Κοιτάξτε, το είπα και στο βιβλίο* ο διαχωρισμός σε είδη είναι γραμματολογικός, δεν είναι των συγγραφέων. Μας βάζουν όρια στην ελευθερία μας ως δημιουργών και κατά τη γνώμη μου δεν θα έπρεπε να υπάρχουν αυτοί οι διαχωρισμοί. Έπρεπε να λέμε βιβλία απλώς χωρίς χαρακτηρισμούς, αφήγημα, νουβέλα. Αν θέλαμε να είχαμε διαχωρισμούς: πεζός λόγος, ποιητικός. Κι αυτός ο διαχωρισμός κατά τη γνώμη μου βλακώδης είναι, γιατί υπάρχουν μικρά πεζά που είναι ποιήματα εξαίσια και υπάρχουν ποιήματα που δεν είναι ποιήματα. Άρα ούτε αυτό θα έπρεπε να υπάρχει. Τώρα γι’ αυτό που είπε η φίλη λογοτέχνης, εννοεί ότι αφιερώνει κανείς πιο πολύ χρόνο; Τελείως εξωτερικό κριτήριο.

Εσείς δουλεύετε για αρκετό χρόνο τα κείμενά σας;

Νοερά ναι. Πολύ. Πάρα πολύ. Αλλά όχι όμως με τρόπο δηλωτικό, με τρόπο συνειδητό. Υπάρχουν κάπου μέσα μου και δουλεύονται. Μερικές φορές κάτι βλέπω, κάτι ακούω και το βάζω σε ένα διήγημα, νοερώς. Αλλά μετά από πολύ καιρό το γράφω.

«Τα οπωροφόρα της Αθήνας» είναι ένα χειμαρρώδες αφήγημα κατά τη γνώμη μου. Ποιο ήταν το αρχικό σας κίνητρο για να το γράψετε;

Το δικό μου κίνητρο ήταν ότι εδώ και πάρα πολλά χρόνια ήθελα να γράψω ένα μικρό βιβλιαράκι, ένα δοκίμιο, σκέψεις για την ιστορία της γραφής, κυρίως του διηγήματος. Όλο το έβαζα στο μέλλον, όλο το μετακύλια, αύριο, αύριο, αύριο* δεν ξέρω κι αν θα το ‘κανα και ποτέ κιόλας. Αυτό ήταν το δικό μου κίνητρο το οποίο ήταν εν υπνώσει. Και όπως λέω και στο βιβλίο, μια φίλη μου είπε ότι θα ήθελε να δει την ιστορία ενός διηγήματος, των γραφών του. Μου ήρθε μια φλασιά εμένα και λέω, ωπ, μήπως με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια; Και την ιστορία του διηγήματος με τρόπο παιγνιώδη και συγχρόνως να μιλήσω για τις σκέψεις που έχω, που έχω ακούσει που έχω διαβάσει, που έχουν χωνευτεί μέσα μου για διαφορετικό λόγο; Το κίνητρο ήταν κατά βάση να κάνω τις σκέψεις μου για τον πεζό λόγο.

Και είναι σαν να ανοίγετε μπροστά στα μάτια του αναγνώστη την «κουζίνα» του συγγραφέα, του διηγηματογράφου, με έναν ιδιότυπο τρόπο. Τι θέλατε εσείς να αποκομίσει ο αναγνώστης;

Κατά βάση, ευχαρίστηση. Δηλαδή να ευχαριστηθεί, να γελάσει, να σκεφτεί λίγο, πιο πολύ να χαμογελάσει και να πει ότι έχω δίκιο για μερικά πράγματα. Όχι για τη λογοτεχνία. Για τη ζωή κυρίως. Ένας ενδιάμεσος από στιγμές που έχουμε ζήσει όλοι. Ήθελα να πει ο αναγνώστης, ναι αυτό γίνεται, γίνεται και σε μένα, γίνεται και σε όλους. Εντάξει τώρα, θα μου πεις γιατί ήθελες να βάλεις έναν κοινό παρανομαστή; Πιο πολύ πλάκα ήθελα να κάνω.

Με εντυπωσιάζει η απάντηση, γιατί έχω έρθει με πιο σοβαροφανείς, βαρύγδουπες ερωτήσεις να κάνω και με αιφνιδιάζετε...

Ε, ναι πλάκα ήθελα να κάνω.

Πιστεύετε ότι μας λείπει αυτό;

Ναι, λείπει κι απ’ τη ζωή μας, λείπει κι απ’ τη λογοτεχνία, λείπει και από την τέχνη. Λείπει η πλάκα, ναι. Αντιμετωπίζουμε τη ζωή σαν κάτι μόνιμο, ιερό. Πρέπει να αλαφρώσουμε πολύ. «Πρέπει». Υπάρχει μια σοβαροφάνεια. Ξέρουμε ότι κατ’ ιδίαν όλοι οι άνθρωποι κάνουμε ιλαρές σκέψεις, ελαφρές σκέψεις, χαζές. Δεν το θέλουμε αυτό όμως στη λογοτεχνία. Ή το θέλουμε μάλλον, αλλά δεν μας το δίνουν. Έχουμε δύο πρόσωπα. Ένα πρόσωπο το κοινωνικό και ένα το προσωπικό. Το κοινωνικό πρόσωπο καπελώνει το προσωπικό, δηλαδή η κοινωνία δεν επιτρέπει τον αυτοσχεδιασμό. Αν είσαι μόνος σου δεν μπορείς να προχωράς, να κάνεις μεταβολή και να αρχίσεις να πηγαίνει με την όπισθεν, για πλάκα. Ή να είσαι μόνος σου και ξαφνικά να κάνεις γυμναστική, ανατάσεις, εκτάσεις. Αν είναι δύο, γίνεται. Αν είσαι μόνος σου, δεν γίνεται. Όσο πιο κοινωνία γινόμαστε, τόσο τα πράγματα μας δικαιολογούνται. Σε ένα άτομο μόνο, δεν δικαιολογούνται.

Η λογοτεχνία δεν δίνει μια δικαιολογία στο άτομο να διατηρήσει, να διαφυλάξει αυτό το προσωπικό στοιχείο;

Ναι, είναι μεγάλο δώρο αυτό. Γιατί με τη λογοτεχνία μπορείς να κάνεις ό,τι δεν θα ‘κανες μόνος σου, σαν ένα ζωντανό σώμα.

Λέτε κάπου «...Δεν ξέρω αν αφήνουν κανένα ίχνος αυτά που τελικά δεν βάζεις στο διήγημα. Ποιος ξέρει...». Στην τόσο πυκνή γραφή σας, τι θέση έχει η αποσιώπηση;

Έχει θέση, γιατί δίνω λαβή στον αναγνώστη να το μηρυκάσει, να δώσει τη δική του εκδοχή. Ένας ζωγράφος, ένας αναγνώστης ζωγράφος (το ξέρουμε πολύ καλά ότι στη ζωγραφική επικαλύπτουν συνεχώς με χρώματα τις επιφάνειες των έργων) θα ‘λεγε αίφνης, για φαντάσου και στη λογοτεχνία συμβαίνει αυτό; Εμένα σαφώς αφήνει ίχνος αυτό που κάλυψα. Και μόνο ο όγκος αφήνει ίχνος, στο λογοτέχνη τι διάολο όγκο έχει η λέξη που χάθηκε και αφήνει ίχνος; Ενδεχομένως έχει όγκο ψυχολογικό και διαγκωνίζει, φουσκώνει μια λέξη με ένα μυστήριο νοητικό τρόπο, η λέξη που δεν χρησιμοποίησες. Ενώ στο ζωγράφο το χρώμα μένει στον καμβά και πάνω του μπαίνει ένα άλλο, στη λογοτεχνία ποιος ξέρει...Είχα στο μυαλό μου τη ζωγραφική, όταν το έλεγα αυτό. Δεν είμαι σίγουρος, αν αφήνει ίχνος.

Ο συμπυκνωμένος λόγος του συγγραφέα προϋποθέτει σημαντικά εφόδια από τον ίδιο, κάποια ικανότητα. Ποια είναι τα εφόδια που εσείς θα θέλατε να έχει ο αναγνώστης σας;

Ευφυία. Ένα να του λες, δέκα να καταλαβαίνει. Φιλοπαίγμονα διάθεση. Ανεκτικότητα. Λίγο υπομονή και καλή διάθεση. Η καλή διάθεση είναι σε συνάρτηση με την υπομονή. Δεν έχουμε πολύ υπομονή σήμερα.

Διάβασα ένα κείμενο του Γιώργου Χειμωνά για σας που έλεγε ότι «με μια λιτή, φτωχή γραφή κατορθώνει να απελευθερώσει τον αβάσταχτα γοερό τρόπο που έχει ο Έλληνας να ζει τις συμφορές του και αποκαλύπτει αυτό που συνιστά την ουσιαστική υφή της λογοτεχνίας, αλλά και της εθνικής μας συγκίνησης: την τραγικότητα». Αισθάνεστε εκφραστής ή και υπερασπιστής είτε της ελληνικής ψυχής είτε της τραγικότητας αυτής;

Όχι. Ενδεχομένως επειδή τα θέματα των διηγημάτων μου είναι τραγικά...

Το επιδιώκετε;

Όχι. Κάθε άλλο. Είναι κάτι πηγαίο. Αλίμονο αν κάτσει κάποιος με πρόθεση να πεις προγραμματικά τώρα θα κάνω αυτό, να γίνω εκφραστής της τραγικότητας. Σε κάποια διηγήματα υπάρχουν και κάποιες κρυφές ή άμεσες ανάσες χιούμορ. Αυτό που λέει με «φτωχή, λιτή γραφή», έχει δίκιο, γιατί αυτό δεν γίνεται βέβαια με πρόγραμμα, αλλά στην τραγικότητα κανείς δεν μιλάει. Δεν μιλάμε καν, την βλέπουμε. Συνεπώς, αυτό το πράγμα όταν πας να το θίξεις λογοτεχνικά, δεν χρειάζονται φιοριτούρες. Όταν εμείς ως δέκτες της τραγικότητας, δεν μιλάμε, ο λογοτέχνης πρέπει να μιλήσει, να γράψει κιόλας, δεν μπορεί τότε να βάλει φιοριτούρες, να το στολίσει αυτό το πράγμα. Δηλαδή, από τη μη ομιλία στη θέα της τραγικότητας, περνάμε στην ομιλία της τραγικότητας στη λογοτεχνία που είναι ένα μείον ήδη, και να το περιπλέξουμε;

Γράφετε στα «Οπωροφόρα», «...Μου φαίνεται πως οι σταγόνες που απαρτίζουν το ρυάκι του διηγήματος είναι οι άλλοι άνθρωποι...» Βλέπετε ικανή τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία να προσεγγίζει τον Άλλο, τον άλλο άνθρωπο; Συχνά πνίγεται μέσα στην αυτοαναφορικότητά της.

Πνίγεται, μωρέ, πνίγεται όντως. Τώρα πού οφείλεται αυτό; Πιθανώς, μια εύκολη σκέψη είναι ότι από την οικογένειά μάς κάνουν νάρκισσους. Θεωρούμε τον ομφαλό μας κέντρο της γης. Εάν κάτι πρέπει να ‘χει στο μυαλό του και στην ψυχή του ο λογοτέχνης, είναι την έννοια της σχετικότητος και της ματαιότητος. Δεν είναι ο ομφαλός της γης, για όνομα του θεού! Μέχρι τα 80 είναι. Περαστικός. Άκρως περαστικός. Με το καλημέρα λέμε καληνύχτα. Θεωρούμε τον εαυτό μας φοβερά σπουδαίο. Δεν είναι. Κι αυτό ίσως μας το δίνει η οικογένεια. Ακούμε ότι είμαστε το παν και ποτιζόμαστε. Νομίζω ότι μεγάλο μέρος της λογοτεχνίας μας είναι ομφαλοσκοπικό.

Κάνατε την εκδοτική σας πρώτη εμφάνιση με ποιήματα. Γράφετε ακόμη ποίηση; Πώς οδηγηθήκατε μετά στην πεζογραφία;

Έχω μια ιδεοληψία σχετικά με την ποίηση και την πεζογραφία. Τα ποιήματα είναι λίγο μικρά χάι κου διηγημάτων, πολύ μικρά διηγήματα. Ποιήματα με πιο έντονο το πεζολογικό στοιχείο της ιστορίας. Η ποίηση απαιτεί αλκή νεότητος και εγρήγορση και να αρπάξεις τη στιγμή, γρήγορα αντανακλαστικά, νεότητα. Να κάνεις αστραπιαία πύκνωση του κόσμου όπως ο νέος μπορεί, αλλά πρέπει να έχει και συνδρομή απ’ το ταλέντο. Ενώ η πεζογραφία είναι πιο αναλυτική, δεν απαιτεί στιγμιαία εγρήγορση και αντανακλαστικά και δύναμη νεότητος και αίμα τρέχον ζωηρό. Η ποίηση μας εσωστρέφει, ενώ η πεζογραφία μας εξωστρέφει. Η ποίηση γιγαντώνει τον εαυτό μας μέσα, το κακό μας το πολλαπλασιάζει, αν πάμε στην ποίηση αδύνατοι, μας αδυνατίζει πιο πολύ. Ενώ η πεζογραφία μας δυναμώνει, αν πάμε αδύνατοι, μας παρηγορεί, γιατί φεύγουμε από τον εαυτό μας. Η ποίηση μας βάζει μες στον εαυτό μας. Ο νέος αντέχει την καταβύθιση, ο ποιητής μες στον εαυτό του. Ενώ η πεζογραφία απαλύνει το δημιουργό, απαλύνει άμεσα και τον αναγνώστη. Φεύγει, μπαίνει σε μια άλλη ιστορία. Τώρα, δεν θα ‘γραφα ποίηση. Αδύνατον. Μόνο ποίηση σαρκαστική, χιουμοριστική ή παιδική ενδεχομένως. Παιδικά ποιήματα μπορώ ίσως να γράψω, αλλά κανονικά ποιήματα, απαπαπα! Και προσιδιάζει προς την ποίηση το διήγημα. Γι’ αυτό και σιγά, σιγά νιώθω ότι μου είναι πιο εύκολο να κάνω μεγαλύτερη φόρμα παρά διήγημα. Και το διήγημα απαιτεί μιαν αλκή νεότητος, μια εγρήγορση ψυχική, σωματική για να συλλάβεις και να πυκνώσεις. Άρα κατά σειρά λοιπόν νεότητος, ποίηση, διήγημα και μυθιστόρημα. Είναι πολύ πιο εύκολο για μένα να γράφω κάτι μεγαλύτερο. Ίσως είναι μια ιδεοληψία αυτό για μένα.


Πώς σας φαίνεται το σημερινό τοπίο της ελληνικής λογοτεχνίας; Θεωρείτε ότι είναι καθρέφτης της κοινωνικής πραγματικότητας;

Είναι, βέβαια, εν πολλοίς, αλλά και μπορεί και να μην είναι όμως. Δεν ξέρω κιόλας. Καμιά φορά η ζωή παίζεται αλλού σε άλλα πεδία. Είναι και θέμα ικανότητος. Η ικανή λογοτεχνία αποτελεί ίσως έναν πιστό καθρέφτη μέρους της ζωής. Αν δεν είναι ικανή η λογοτεχνία, μπορεί να είναι και ψευδής καθρέφτης, να ‘ναι παραπειστικός.

Προσεγγίζετε τη μοναξιά του αστικού αθηναϊκού κόσμου πότε με ειρωνική διάθεση, παιγνιώδη πάντοτε, μέσα απ’ αυτό το αφήγημα. Πρώτα απ’ όλα θίγετε το μείζον ζήτημα της έλλειψης ανθρωπιάς και της καχυποψίας για το διπλανό. Φοβάστε μήπως σας χαρακτηρίσουν μελό ή φαιδρό; Πόσο εύθραυστες είναι οι ισορροπίες;

Όχι δεν φοβάμαι μήπως με χαρακτηρίσουν μελό. Αν είμαι ο ίδιος μελό ή φαιδρός, θα φοβόμουν ίσως, αλλά δεν νιώθω έτσι. Και δεν νομίζω ότι φοβάμαι για τα συναισθήματά μου. Κατά κάποιον μυστήριο τρόπο, από άλλες πηγές της ζωής έχω βραχεί και δεν πολυφοβάμαι. Δηλαδή αυτή η έλλειψη φόβου κατακτήθηκε με τα χρόνια. Πιο νέος δεν θα τολμούσα να γράψω ορισμένα πράγματα. Ούτε κατά διάνοια. Ας πούμε πριν από μια πενταετία δεν θα τολμούσα να ομολογήσω ότι δεν έχω πάρει το πτυχίο μου, τώρα το λέω όμως. Αυτή ήταν μια ντροπή, κάτι πολύ μειωτικό. Τώρα τέτοια πράγματα δεν τα ‘χω. Ας πούμε στα εβδομήντα μπορεί να απελευθερωθώ και σε πιο σημαντικά ακόμη. Δηλαδή μεγαλώνοντας, αν ήδη έχεις ροπή προς την ελευθερία, γίνεσαι πιο φιλελεύθερος. Αυξάνεις τα καλά σου χαρακτηριστικά και αυξάνεις και τα κακά σου επίσης. Εγώ γίνομαι πιο ελεύθερος.

Μπορεί να είναι επικίνδυνο κιόλας αυτό;

Ας πούμε ότι είναι επικίνδυνο, κι αν είναι επικίνδυνο, αφού σε είκοσι τριάντα χρόνια θα πεθάνω, τι με νοιάζει;

Monday, September 18, 2006

Η παιδική ματιά που αντικρούει τα πολιτικά ψεύδη

(Η συνέντευξη με την Dominika Dery δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 8/4/2006)

Γιατί ένας τόσο νέος άνθρωπος, όπως εσείς, αποφασίζει να γράψει για την παιδική του ηλικία; Ποιο ήταν το κίνητρό σας;

Το κίνητρό μου να γράψω το «δώδεκα μικρά κέικ» πηγάζει από έναν αριθμό από λόγους. Πρώτον, ήλπιζα να αναβιώσω τις ευτυχισμένες παιδικές μου αναμνήσεις. Ήθελα να καταλάβω από πού προέρχονταν αυτή η ευτυχία και γιατί δεν μπορώ να τη βρω στο σύγχρονο κόσμο, που υποτίθεται ότι είναι ελεύθερος και (σύμφωνα με τη μαζική διαφήμιση) μακαρίως κεφάτος. Μέχρι τα είκοσί μου, πήγα παντού, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, αυτή την οποία έβλεπα στην τηλεόραση μετά τη Βελούδινη Επανάσταση. Οπουδήποτε κι αν πήγα, βρήκα μαγαζιά γεμάτα από απίστευτα προϊόντα πακεταρισμένα σε πολύχρωμες συσκευασίες, είδα μερικά πανέμορφα σπίτια χτισμένα σε υπέροχες τοποθεσίες, είδα απαστράπτοντα αυτοκίνητα και σικ εστιατόρια. Επανειλημμένως βεβαιωνόμουν ότι υπήρχαν πολλές ευκαιρίες για κάποια σαν εμένα να κατακτήσει αυτόν τον τρόπο ζωής. Ωστόσο, ακόμη δεν έχω βρει πουθενά καμιά ευτυχία σε όλα αυτά. Έχω συναντήσει χαμογελαστούς ευγενείς ανθρώπους που υποκρίνονται ότι είναι ευτυχείς και αριστερούς διανοούμενους που επικρίνουν τη Δυτική κοινωνία χωρίς να φοβούνται αν θα διωχθούν από τη CIA. Έζησα τον ενθουσιασμό και την έκσταση και ικανοποίησα την περιέργειά μου, ταξιδεύοντας ανά τον κόσμο, αλλά δεν έχω υπάρξει πραγματικά ευτυχισμένη πάλι.
Τελικά, αποφάσισα να ερευνήσω τι ήταν αυτό που έκανε τη ζωή μου τόσο καλή, όταν ήμουν μικρή. Ξεκίνησα να γράφω το «δώδεκα μικρά κέικ», εμπνεόμενη από τα απομνημονεύματα μιας άλλης ευτυχισμένης παιδικής ηλικίας του Marcel Pagnol που τιτλοφορούνται «The Glory of My Father and My Mother’s Castle». Και η σοφία που κέρδισα από τη συγγραφή του βιβλίου μου ήταν εντυπωσιακά απλή. Ανακάλυψα ότι απλώς με το να έχω εμπιστοσύνη σε μένα (και το μικρό μου θεό) και λατρεμένους γονείς, υπήρξα προστατευμένη από τη θλίψη και την απογοήτευση που ήρθε αργότερα, όταν είχα χάσει πια την πίστη μου στην καλοσύνη και στον εαυτό μου.
Αυτό είναι το μήνυμα που ήλπιζα να μοιραστώ με τους αναγνώστες μου. Μετά από δώδεκα χρόνια ζωής στη Δύση, έφτασα να κατανοήσω ότι η αντίληψη των Δυτικών για τη ζωή στον Κομμουνισμό είναι τόσο στρεβλή όσο αυτή η αντίληψη που έχουν οι Ανατολικοί για τη ζωή στη Δύση. Χρησιμοποιώντας την προσωπική μου ιστορία, προσπάθησα να καταδείξω ότι τα πράγματα ποτέ δεν είναι όπως λέγονται και ότι η πολιτική μοιάζει με τη μαγεία, καθώς χρησιμοποιεί μαγικές λέξεις για να μεταμορφώσει ένα πράγμα σε κάτι άλλο. Ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν ένα παράδειγμα της καλής χρήσης αυτής της μαγικής προπαγάνδας τόσο από τους Ρώσους όσο και από τους Αμερικανούς. Η Βελούδινη Επανάσταση δεν άνοιξε τις πύλες της κολάσεως στον παράδεισο. Μόνο οι διαφημίσεις των Μάλμπορο αντικατέστησαν τις κομμουνιστικές αφίσες και οι νέοι πολιτικοί με κοστούμια Hugo Boss άρχισαν να κερδίζουν τη ζωή τους χρησιμοποιώντας ένα trendy λεξιλόγιο. Το Κόμμα (Party) είχε πεθάνει, ωστόσο ο καθένας συνέχισε να κάνει πάρτι (party), ακούγοντας δυνατή μουσική, χρησιμοποιώντας σλόγκαν και φορώντας στολές όπως πριν. Μας δόθηκε ελευθερία, αλλά είναι πραγματική ελευθερία; Ή είναι το ίδιο απαραίτητο να ελέγχεις τους ανθρώπους με το να τους κρατάς πίσω από το φράχτη; Εντέλει, αυτή την εποχή, δεν υπάρχει πουθενά μέρος σε αυτόν τον πλανήτη να ξεφύγεις.

Η αρχική ιδέα και οι προθέσεις σας για το βιβλίο, θεωρείτε ότι επιτεύχθηκαν;

Το ελπίζω, παρόλο που ακόμη έχω να συμπληρώσω τη συνέχεια από το «δώδεκα μικρά κέικ», το οποίο μας πηγαίνει στη Βελούδινη Επανάσταση και στα χρόνια που ακολούθησαν μετά απ’ αυτή. Γράφοντάς το, ήθελα να μεταφέρω την εμπειρία στους αναγνώστες μου της πτώσης του Σιδηρούν Παραπετάσματος μέσα από τα μάτια κάποιου που τα έζησε από την «άλλη» πλευρά. Ελπίζω να σκιαγραφώ μια έντιμη και συναισθηματική εικόνα των αναμνήσεών μου, καθώς πιστεύω ότι μέσα από τα αισθήματά τους είναι που μπορούν οι άνθρωποι από διαφορετικούς πολιτισμούς να καταλάβουν ο ένας τον άλλο. Είναι σχεδόν αδύνατο να συλλογιστείς την αλήθεια, αλλά είναι εύκολο να τη νιώσεις. Όπως βλέπω από τις αντιδράσεις των αναγνωστών μου μέχρι τώρα, είναι σαν, με τη συγγραφή του «δώδεκα μικρά κέικ», να έχω αντικρούσει έναν αριθμό από θεμελιώδη ψεύδη, χρησιμοποιώντας τα μάτια και τη φωνή ενός αθώου παιδιού (μοιάζει με εκείνο από το παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν) που βλέπει το «βασιλιά γυμνό» και δεν φοβάται να το πει.

Υπάρχουν πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία σε αυτό το βιβλίο. Ποιος ήταν ο ρόλος που διαδραμάτισε η φαντασία σ’ αυτό το μυθιστόρημα; Αισθάνεστε ότι ήταν ένα «rewriting» του παρελθόντος;

Το «δώδεκα μικρά κέικ» είναι ένα αυτοβιογραφικό κείμενο γραμμένο με τη μορφή ενός μυθιστορήματος. Η κάθε ιστορία στο βιβλίο έχει συμβεί. Είναι μόνο η αφήγησή τους από μένα που τις κάνει να μοιάζουν σουρεάλ. Ωστόσο, υπάρχουν πολλού τρόποι να πεις μια ιστορία και κανένας απ’ αυτούς δεν μπορεί ποτέ να είναι αντικειμενικά πραγματικός. Ακόμη και η πιο ρεαλιστική φωτογραφία είναι μια απλή ψευδαίσθηση, ένα κομμάτι χαρτί καλυμμένο από κουκίδες. Το καλύτερο που μπορούσα να κάνω, ήταν να μοιραστώ τις συναισθηματικές μου αναμνήσεις, περνώντας τις προσωπικές μου εμπειρίες μέσα από μεταφορές σχετικές με την κοινή εμπειρία. Ιχνογραφώντας το μεμονωμένο σχέδιο της ζωής μου, βρήκα την κοινή σοφία, γιατί τα σχήματα της ζωής του καθενός είναι τα ίδια στη βασική τους φόρμα. Όλοι κάποτε είμαστε παιδιά και όλοι συνειδητοποιούμε κάποτε ότι θα πεθάνουμε. Όλοι ερωτευτήκαμε για πρώτη φορά, είμαστε μπερδεμένοι με τη σεξουαλικότητά μας και είχαμε όνειρα τα οποία ποτέ δεν έγιναν πραγματικότητα, ασχέτως σε ποια πλευρά του πολιτικού ή θρησκευτικού φράκτη βρισκόμαστε. Τα υλικά μιας καλής ιστορίας είναι πάντα τα ίδια, μόνο οι τρόποι που αυτά αναμειγνύονται αλλάζουν. Αυτό μου θυμίζει την ελληνική ταινία που πραγματικά αγαπώ, «Πολίτικη κουζίνα» («The Touch of Spice», όπως μου την ανέφερε με το διεθνή της τίτλο, στη συνέντευξη η συγγραφέας). Το να λες ιστορίες μοιάζει πραγματικά με τη μαγειρική. Ποιος ήταν ο ρόλος, λοιπόν, της φαντασίας στο βιβλίο; Μάλλον, προσθέτοντας τα μπαχαρικά στο μίγμα, αναδεύοντάς το με αγάπη και χρησιμοποιώντας το σωστό χρόνο και θερμοκρασία για να το ψήσω στο φούρνο.

Πώς είναι η εμπειρία για ένα συγγραφέα να βλέπει τον κόσμο γύρω του με τα μάτια ενός μικρού κοριτσιού;

Μεγαλώνοντας, σταδιακά έβρισκα τον κόσμο ένα χωρίς νόημα μέρος να ζει κανείς. Ανοίγοντας την τηλεόραση, παρά την τεχνητή ευτυχία που επεδείκνυε, εγώ παρακολουθούσα τη Φύση και τη Ζωή να εξοστρακίζονται από τις ζωές μας. Θα έπινα τη φρεσκάδα της άνοιξης ενός βουνού από ένα πλαστικό μπουκάλι, θα μύριζα τον ωκεανό στο αποσμητικό μου και θα σκεφτόμουν για τα γελοία επιστημονικής φαντασίας μυθιστορήματα που έχασα ως έφηβη. Ποτέ δεν πίστεψα ότι το θαύμα της ζωής θα μπορούσε να συμπιεστεί σε κάψουλες και θα πωλούνταν σε ένα εμπορικό κέντρο. Η απογοήτευσή μου ήταν τεράστια. Αλλά μετά ανακάλυψα από την αρχή τη μικρή Dominika και την αγάπη της για τους ανθρώπους και την πίστη της για την καλοσύνη της Φύσης. Βλέποντας μέσα από τα μάτια της, ένιωσα ένα ζεστό αίσθημα μέσα στην καρδιά μου και πάλι, όπως παλιά. Και αυτό έγινε όταν συνειδητοποίησα ότι δεν είχε σημασία το τι βλέπω, αλλά ο τρόπος που επιλέγω να δω κάτι. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με το να αντικρίζεις τον κόσμο μέσα από ένα ζευγάρι ροζ γυαλιά. Πιστεύω ότι είναι σημαντικό να βλέπεις τα πράγματα γι’ αυτό που είναι, αλλά επίσης ξέρω ότι αυτό είναι αδύνατο, γιατί τα πράγματα αλλά ζουν συνεχώς. Η ζωή είναι μια αλλαγή. Και αυτό είναι που έφτασα να θαυμάσω στη μικρή Dominika: ήταν η προθυμία της να το αγκαλιάσει αυτό.

Νομίζω ότι το πιο ενδιαφέρον ήταν ότι μέσα από την αφέλεια της ηρωίδας σας, της Dominika, μαθαίνουμε πολλά για τις οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν στην Τσεχία 25 χρόνια περίπου πριν. Πώς είναι η κατάσταση σήμερα;

Για να συγκρίνω την κατάσταση της χώρας μου τότε και τώρα, θα ήθελα να χρησιμοποιήσω μια μεταφορά. Ζώντας στον Κομμουνισμό το ’70 και το ’80 ήταν σαν να είσαι ένα κοτόπουλο μέσα στο κοτέτσι. Περιστοιχιζόμασταν από ένα φράκτη, ελεγχόμασταν και ρυθμιζόμασταν από τους κτηματίες μας. Τα φτερά μας ήταν πιασμένα και οι περισσότεροι από μας δεν γνωρίζαμε τη ζωή έξω, αλλά ονειρευόμασταν έναν καλύτερο κόσμο από την άλλη πλευρά του εγκλεισμού μας. Οι κτηματίες έλεγαν ότι μπορούν να μας προστατεύσουν από την αγριότητα, τις νυφίτσες και τις γάτες. Μας έδιναν φαγητό σε αντάλλαγμα με τα αυγά και περιστασιακά έτρωγαν κανέναν από μας για δείπνο. Όσο δεν ήσουν εσύ που έτρωγαν, μπορούσες να ζεις μια σχετικά άνετη βαρετή ζωή γεμάτη ονειροπόληση, ψάχνοντας για σκουλήκια, αλλήθωρα στρέφοντας τα μάτια στον ήλιο και κάνοντας κουβεντούλα τεμπέλικα με τα άλλα κοτόπουλα. Μετά τη Βελούδινη Επανάσταση ο φράκτης έπεσε. Πολλά από τα κοτόπουλα πίστεψαν ότι οι κτηματίες έριξαν κάτω το φράκτη ακριβώς λόγω του θυμωμένου τους κακαρίσματος. Έτρεξαν, λοιπόν, έξω στην άγρια φύση, αλλά γρήγορα συνειδητοποίησαν ότι υπήρχε κι άλλος φράκτης έξω από το φράκτη μας. Πριν περάσει πολύς καιρός, πολλοί απ’ αυτούς έπαψαν να συλλαμβάνονται και άρχισαν να δουλεύουν για μια γιγαντιαία πτηνοτροφική φάρμα όπου ζουν στο δικό τους ξεχωριστό κλιματιζόμενο κλουβί, γεννούν αυγά και περιμένουν το θάνατό τους, παρακολουθώντας στην τηλεόραση National Geographic.

Πώς θα περιέγραφε η μικρή σας ηρωίδα, η Dominika, το σύγχρονο κόσμο;

Βλέποντας τη μικρή Dominika να μεγαλώνει σε ένα μαγικό κόσμο παραμυθιών, θα απογοητευόταν να διαπιστώνει ότι η μαγεία έχει γίνει πραγματικότητα στο σημερινό κόσμο και δεν είναι πια διασκεδαστικό. Κίνησε ένα remote control και η εικόνα εμφανίζεται στην κρυστάλλινη μπάλα. Πίεσε ένα κουμπί σε ένα μικρό κουτί και μπορείς να μιλήσεις με ένα φίλο που ζει στην άλλη πλευρά του κόσμου. Η μαγεία κανονίζει τις ζωές μας και εμείς έχουμε χάσει την επαφή με την πραγματικότητα. Οι άνθρωποι σταμάτησαν να χρησιμοποιούν τη φαντασία τους και αντί γι’ αυτό καταναλώνουν παθητικά την εύπεπτη κουλτούρα της διασκέδασης. Τα όνειρα έχουν γίνει ένα προϊόν που διαπραγματεύεται στο χρηματιστήριο αξιών. Λέξεις φθείρονται και σύμβολα παραβιάζονται. Όπως στη μαγεία, όλα σήμερα έχουν να κάνουν με την τελειότητα στην επιφάνεια. Η ουσία έχει χάσει την αξία της, γιατί στη μαγεία δεν υπάρχει ουσία. Έχει μείνει μόνο ένα τόσο δα κομματάκι στις ζωές μας που είναι φυσικό και αυθόρμητο. Αμήχανοι, αναζητούμε το σασπένς σε προβολές άλλων. Οι ήρωές μας πληρώνονται για να ζήσουν τις ζωές μας. Δεν έχουμε χρόνο να ζήσουμε. Έτσι όπως βομβαρδιζόμαστε με πληροφορίες, ξοδεύουμε τις μέρες μας διαρκώς επεξεργαζόμενοι άσχετα δεδομένα. Τα παιδιά μας δεν ξέρουν πώς να παίξουν πια. Οι παππούδες μας πεθαίνουν μακριά σε οίκους ευγηρίας όπου κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να ακούσει τις ιστορίες τους. Κοιτάμε αλλά δεν βλέπουμε. Ακούμε αλλά δεν αφουγκραζόμαστε. Όλοι λένε αγάπη, αλλά δεν αγαπούν. Αντί για έρωτα, κάνουμε σεξ. Και το ρολόι χτυπά αενάως και εμείς συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε για ένα καλύτερο μέλλον μέχρι να τελειώσουμε πεθαίνοντας από καρκίνους και καρδιακά επεισόδια. Αλλά βλέποντας αυτό, τι θα έλεγε η μικρή Dominika στη μεγάλη Dominika; «Άνοιξε τα μάτια σου. Ο κόσμος είναι όμορφος και υπάρχουν τόσα πολλά να ζήσεις. Άκουσε τον εαυτό του. Κλάψε αν είσαι θλιμμένη και γέλα αν είσαι χαρούμενη. Η ζωή είναι τόσο απλή. Αυτό που έχεις να κάνεις είναι να κάνεις ότι πραγματικά σου αρέσει».
Παρουσιάζετε την παιδική σας ηλικία σαν έναν προσωπικό παράδεισο. Είναι ένας χαμένος παράδεισος;

Ο χαμένος παράδεισος της παιδικής μου ηλικίας είναι μια κατάσταση του μυαλού. Γεννήθηκα καλόβολη με τον ήλιο να λάμπει πάνω από τα ύδατα της ψυχής μου. Αυτή η καλότυχη προδιάθεση και το γεγονός ότι είχα λατρεμένους γονείς με έκαναν ικανή να είμαι χαρούμενη, παρά τις δύσκολες συνθήκες που ζούσα. Είναι το λιγότερο παράλογο να ισχυριστώ ότι έχασα την ενδότερη ευτυχία μου μετά την πτώση του Κομμουνισμού. Αλλά έχοντας γράψει το «δώδεκα μικρά κέικ», πιστεύω ότι μπορώ να βρω τον παράδεισό μου ξανά. Τελικά κατάλαβα ότι δεν είναι ο ήλιος που σταμάτησε να λάμπει μέσα μου, αλλά εγώ είμαι που είχα αποστρέψει το πρόσωπό μου απ’ αυτόν.

Με ποιον τρόπο νιώσατε να σας αλλάζει ως άνθρωπο η συγγραφή του «δώδεκα μικρά κέικ»;

Άλλαξα αρκετά στη διάρκεια των χρόνων που μου πήρε να γράψω τα απομνημονεύματά μου. Το βρήκα εξαιρετικά δύσκολο να γράψω στα Αγγλικά και έσφιγγα τα δόντια μου μέχρι το τέλος. Αλλά έχοντας να γράψω σε μια δεύτερη γλώσσα από τη μητρική μου, έπρεπε να κρατώ τη γραφή μου πάρα πολύ απλή και να επικεντρώνω στο σχεδιασμό και το σκιτσάρισμα της ιστορίας μου, αντί να την ζωγραφίζω με χρώματα. Κοιτάζοντας τις γραμμές αντί τις φωτοσκιάσεις, αυτή ήταν μια νέα προσέγγιση στο γράψιμό μου και ήταν επωφελές για τον τρόπο που σκεφτόμουν. Έμαθα να εκφράζω τα συναισθήματά μου μέσα από τις σκέψεις μου αντί να εκφράζω τις σκέψεις μου μέσα από τα συναισθήματα. Επίσης, χρησιμοποιώντας τη φωνή της μικρής Dominika, έπρεπε να βλέπω τον κόσμο μέσα από τα μάτια της, κάτι που αποδείχθηκε πολύ ωφέλιμη εμπειρία. Αποφάσισα να υιοθετήσω τη μικρή Dominika στην καρδιά μου και να την αφήσω να με οδηγεί στη ζωή μου από εδώ και στο εξής.

Τι θα θέλατε να αποκομίσουν οι αναγνώστες σας από αυτό το βιβλίο;

Θα ήθελα να φέρω ένα χαμόγελο στα χείλη τους και να τους κάνω να θυμηθούν τον εαυτό τους, όταν ήταν παιδιά.

Η ιστορία που αφηγείστε, είναι μια γλυκιά ιστορία. Δεν φοβηθήκατε ότι ίσως οι κριτικοί θα χαρακτήριζαν (ή και θα κατηγορούσαν) τη γραφή σας απλώς και μόνον ως «γυναικεία λογοτεχνία»;

Όταν γράφω δεν σκέφτομαι καθόλου τους κριτικούς. Σκέφτομαι τους αναγνώστες που είναι πρόθυμοι να διεισδύσουν στις προτάσεις μου κάτω από την επιφάνεια. Δεν φοβάμαι την κριτική. Παλεύω μαζί της σε όλη μου τη ζωή. Είναι εύκολο να κρίνει, αλλά η αληθινή κριτική δεν ριζώνει στην αρνητικότητα. Είναι ένα δώρο και ένα εργαλείο σχεδιασμένο να μας βελτιώνει. Όμως, αν κάποιος αναφέρονταν στο βιβλίο μου μόνο ως «γυναικεία λογοτεχνία», δεν θα έχανα και τον ύπνο μου για την άποψή του. Θα το έκρινα ως ένα αλαζονικό σχόλιο μισογυνισμού. Τι σημαίνει «μόνο γυναικεία λογοτεχνία»; Είμαι γυναίκα και γράφω λογοτεχνία. Γιατί η λογοτεχνία μου θα έπρεπε να μετράει λιγότερο από άλλο λογοτεχνία; Αυτό για το οποίο γράφω είναι καθολικό και αν προσελκύει περισσότερο τις γυναίκες από ό,τι τους άνδρες, συμβαίνει αυτό γιατί οι γυναίκες είναι πιο ευαίσθητες και σοφές από τους άνδρες. Είναι τρομερή υποκρισία να χρησιμοποιείται η λέξη «γυναικεία» για να υποβιβάσει κάποιον είτε ως καλλιτέχνη είτε ως διανοούμενο. Και στο τέλος τέλος, δεν υποτίθεται ότι ζούμε σε έναν ελεύθερο κόσμο; Αυτό μόνο δείχνει ότι τόσο η «Γυναικεία Χειραφέτηση» όσο και ο «Κομμουνισμός» είναι μια λανθασμένη ιδέα που δεν έχει καμία σχέση με την ισότητα. Οι γυναίκες μπορούν να γίνουν αποδεκτές και να αναγνωριστούν από την επικρατούσα ανδρική κοινωνία μόνο αν δρουν και σκέφτονται σαν άνδρες. Για μένα αυτό είναι διάκριση. Το να είσαι ίσος σημαίνει ότι τα μέλη και από τα δύο φύλα σέβονται και εκτιμούν ο ένας τον άλλο γι’ αυτό που είναι. Όχι γι’ αυτό που υποκρίνονται ότι είναι. Επιστρέφοντας στο θέμα μας, αν υπάρχουν κάποιοι που αποκαλούν μια γλυκιά ιστορία «απλώς γυναικεία λογοτεχνία» ακριβώς επειδή είναι γλυκιά, τότε πραγματικά τους λυπάμαι. Πρέπει να είναι αληθινά πικρόχολοι.

Ο μυθιστορηματικός ήρωας, έρως

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στις 16/9/2006 στη Φιλολογική Βραδυνή)


«...Ποιον να πιστέψετε, λοιπόν; Βέβαια, μπορείτε να ψάξετε μόνοι σας, αλλά το πρόβλημα είναι ότι θα βρεθούν πολλοί που θα σας πουν ότι όλες αυτές οι ιστορίες είναι αληθινές, ή τουλάχιστον συνέβησαν σ’ αυτόν ή σε κάποιον άλλο κόσμο, που δεν είναι λιγότερο πραγματικός...»



Είναι κάποια βιβλία που ξέρεις ότι δεν θα σου πουν κάτι καινούριο. Δεν φταίνε αυτά, αλλά η θεματική τους που εντάσσεται στα αρχέγονα ερωτήματα και στα αρχετυπικά βάσανα του ανθρώπου. Ωστόσο, δεν αποφεύγεις την ανάγνωσή τους, για ένα βασικό λόγο: προσδοκάς να σου πουν το ήδη γνωστό με τρόπο διαφορετικό, σύγχρονο ή αν όχι ενισχυτικό του δικού σου τρόπου θεώρησης των πραγμάτων, τουλάχιστον πρωτότυπο και γιατί όχι, διασκεδαστικό.
Γιατί να σου πει ο Αλαίν ντε Μποττόν ή ο Φρανσουά Λελόρ κάτι νέο για τον έρωτα; Τι ξέρουν εκείνοι που δεν ξέρεις εσύ; Τι παραπάνω μπορεί να κομίσει η φιλοσοφία ή η ψυχολογία για το ζήτημα αυτό με το οποίο έρχεται αντιμέτωπος ο άνθρωπος προαιώνια; Δεν μπορούν εκ των πραγμάτων να σε διαφωτίσουν περαιτέρω, αλλά κατορθώνουν κάτι άλλο εξίσου σημαντικό. Μπορούν να σε βοηθήσουν να βάλεις σε τάξη -να οργανώσεις- τη σκέψη σου καλύτερα πάνω στο θέμα και εκτός απ’ αυτό να σε παρηγορήσουν. Ναι, η παραμυθία προκύπτει απ’ το ότι κι άλλοι ταλανίζονται απ’ τα ίδια ερωτηματικά, απ’ τα ίδια προβλήματα, μόνο που εκείνοι επιλέγουν να το δημοσιοποιήσουν με τρόπο λογοτεχνικό, άλλοτε καυστικό άλλοτε χιουμοριστικό και άλλοτε το ίδιο απελπισμένο με το δικό σου. Το κέρδος για τον αναγνώστη που επιλέγει να περιπλανηθεί στις σελίδες τους, είναι η απόλαυση να βρίσκει τον εαυτό του μέσα στις λέξεις και τις ιστορίες τους. Κι έτσι μπορεί να κοιτάξει το ίδιο το πρόσωπο, τα αισθήματά του, τις επιθυμίες του, τις συνθήκες της ζωής του, αποστασιοποιημένα, σαν αυτά ενός μυθιστορηματικού ήρωα. Τότε, μπορεί να πάρει και την απόφαση για το πώς θα συνεχίσει παρακάτω το δικό του «παραμύθι», τη δική του ιστορία, την ολόδική του μοναδική πορεία στη ζωή, εκεί που πρωταγωνιστεί ή κρύβεται στα παρασκήνια ή απέχει ή εμφανίζεται μόνο για το χειροκρότημα ή δέχεται την αποδοκιμασία ή κλέβει όλη την παράσταση αυτός ο μικρός ήρωας με το όνομα έρως.
Στη «Μικρή φιλοσοφία του ΕΡΩΤΑ» (Εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση Γιάννη Ανδρέου) ο Αλαίν ντε Μποττόν επιλέγει να καταγράψει μυθιστορηματικά το χρονικό μιας ερωτικής σχέσης, από την πρώτη ματιά και την αρχική γνωριμία μέχρι τη λήξη της και την απαρχή μιας άλλης. Η πλοκή του ειδυλλίου βρίσκει χώρο να ξετυλιχτεί μέσα από τα κουβάρι των αναλύσεων του ταλαντούχου και ευρηματικού συγγραφέα. Αλλά παραδόξως, καταφέρνει να κάνει τον αναγνώστη να μην ενδιαφέρεται τόσο για την εξέλιξη της ιστορίας όσο για τα συμπεράσματα τα οποία συνάγει ο μυθιστοριογράφος. Και τα οποία είναι εναργώς διατυπωμένα, εμπεριστατωμένα -όσο μπορεί ο ίδιος ο έρωτας από τη φύση του να τον αφήσει να το πράξει ο δημιουργός- και δίνουν και ένα άλλοθι στον αναγνώστη ότι εντέλει δεν έχασε την ώρα του, παρακολουθώντας κάποιον σημαδεμένο από τα βέλη του έρωτα να εξιστορεί τα παθήματά του. «...Κάθε φορά που μας συμβαίνει κάτι ολέθριο, ωθούμαστε να κοιτάξουμε πέρα από τις καθημερινές αιτιολογήσεις, μήπως και καταλάβουμε τι το ξεχωριστό είχαμε και δεχτήκαμε μόνο εμείς αυτή τη φρικτή, αφόρητη τιμωρία. Όσο πιο καταστροφική είναι η περίσταση τόσο ισχυρότερη και η ροπή μας να της προσδώσουμε ένα νόημα που δεν ενέχεται αντικειμενικά σ’ αυτήν, τόσο περισσότερο τείνουμε να ολισθαίνουμε σε μια από τις πολλές εκδοχές του ψυχοφαταλισμού...». Ακολουθώντας τα χνάρια του δεσμού των ηρώων του Αλαίν ντε Μποττόν από τη γέννησή του μέχρι και την οριστική του πτώση από τον παράδεισο του Έρωτα, μπορεί να μην γινόμαστε κατά τι σοφότεροι με την ευρεία έννοια του όρου, αλλά είμαστε σε θέση να διαγνώσουμε καλύτερα τι συμβαίνει στον ίδιο μας τον εαυτό, όταν πέσουμε στα δίχτυα του φτερωτού θεού, αν και τότε είμαστε τελείως τυφλοί, ίσως λίγο αργότερα, όταν καταλαγιάζουν μέσα μας οι πληγές από τα βέλη του. «...Ερευνούσα εξονυχιστικά το παρελθόν, αναζητώντας πηγές, οιωνούς, παραβάσεις, οτιδήποτε μπορούσε να αιτιολογήσει το παράλογο που με κύκλωνε, κάτι για να το απλώσω βάλσαμο στην πληγή μου, κάτι για να συνδέσω τα παράταιρα γεγονότα, μιαν ακολουθία που θα ένωνε, έστω εκ των υστέρων, τις σκόρπιες τελείες και παύλες της ζωής μου...»
Πιο απλοϊκή -αλλά τα είπε τόσο απλά και καίρια τα ίδια στη βάση τους περίπου πράγματα ο ντε Μποττόν- στη σύλληψή της η ιδέα του Φρανσουά Λελόρ για να μιλήσει για τον έρωτα* επιστρατεύει ο συγγραφέας το γνωστό ήρωά του, τον Έκτορα, στο βιβλίο του «Ο Έκτορας και τα μυστικά του έρωτα» (Εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση Εύης Βαγγελάτου) και χρησιμοποιεί με εκλαϊκευμένο τρόπο την επιστήμη του, την ψυχανάλυση, ο δημιουργός για να κάνει μια διεισδυτική τομή στην κόκκινη καρδιά, όχι αναίμακτη, βέβαια. «...Γιατί ο έρωτας σίγουρα είναι περίπλοκος, δύσκολος, βασανιστικός μερικές φορές, αλλά είναι η μοναδική στιγμή που το όνειρό μας γίνεται πραγματικότητα...» Ο νεαρός ψυχίατρος Έκτορας ξεκινά ένα περιπετειώδες και αγωνιώδες ταξίδι ανά τον κόσμο, προκειμένου να ανακαλύψει τι απέγινε ο καθηγητής Κορμοράνος μαζί με το νέο του επίτευγμα: τα αποτελέσματα μιας έρευνας που θα μπορούσαν να αλλάξουν τον ρουν της ανθρώπινης ζωής. Κι εκεί που ο ίδιος ήταν απλός αποδέκτης των εξομολογήσεων των ερωτευμένων που προσέτρεχαν για βοήθεια στο ιατρείο του, γίνεται φορέας των ίδιων των ερωτηματικών τους και βρίσκεται στρατολογημένος πια όχι μόνο να αναλύει τον έρωτα, αλλά και να τον αναζητά. Η ζωή του κλείνει πονηρά το μάτι και πρέπει να αποφασίσει, αν θα αδράξει τη στιγμιαία ευκαιρία να ανταποκριθεί στο κάλεσμά της ή να παραμείνει αδρανής παρατηρητής της. «...Έρωτας είναι να διαλέγεις έναν έρωτα. Μόνο που αυτό ήταν πολύ κοντά στο: Έρωτας είναι να παραιτείσαι...» Ο Φρανσουά Λελόρ σταχυολογεί ψήγματα σοφίας και εμπειρίας που μπορεί να αποκομίσει κανείς ζώντας μέσα σε μια ερωτική σχέση, αλλά και βιώνοντας την εγκατάλειψη στα ίδια τα άλλοτε θλιβερά και άλλοτε λυτρωτικά απόνερά της.

Η τυχοδιωκτική τόλμη της αφέλειας

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)

«...Ήταν η πιο ευτυχισμένη εποχή της ζωής μου. Η εποχή που δεν είχαμε λεφτά, δυνατότητες επιλογής, ευκαιρίες. Θα περνούσαν άλλα δεκαοχτώ χρόνια μέχρι να καταλάβω πως αυτά που είχαμε τότε ήταν ό,τι χρειάζεται για να είναι ευτυχισμένος ο οποιοσδήποτε άνθρωπος στη Γη. Ο ένας τον άλλον και καρδιές που ξεχείλιζαν από αγάπη.»


Είναι Τσέχα, αλλά έγραψε το πρώτο της μυθιστόρημα στα Αγγλικά. Έζησε τον Κομμουνισμό στη χώρα της και την πτώση του. Έγινε μάρτυρας της Βελούδινης Επανάστασης, αλλά ζει πια στην Αυστραλία. Παρακολουθεί τη ζωή από την άλλη πλευρά του κόσμου, τώρα που εκείνα τα τείχη πέρασαν στο παρελθόν και ορθώνονται νέα, εκείνα της δυτικής υπερκατανάλωσης, της αποξένωσης, της μελαγχολίας και της δυστυχίας της καλοπέρασης.
Έκανε ένα μποέμικο πέρασμα από το Παρίσι, έπλυνε πιάτα στο Μπρούκλιν, δούλεψε παράνομα ως σερβιτόρα στο Μανχάταν, δίδαξε Αγγλικά στην Πράγα και πούλησε κρασιά στην Αυστραλία. Όλα αυτά πρόλαβε να τα χωρέσει μόλις στα 31 χρόνια της ζωής της η Dominika Dery. Πολυσχιδής προσωπικότητα -χορεύτρια, ηθοποιός, δημοσιογράφος στο ραδιόφωνο SBS στο Σίδνεϊ- αισθάνεται πάντα ποιήτρια, όπως μας εξομολογείται στη συνέντευξη που ακολουθεί, κι ας μην έχει βγάλει δεκάρα από τα ποιήματά της, διαθέτει όλα εκείνα τα εχέγγυα εμπειριών που μπορούν να τροφοδοτήσουν τη φαντασία ενός συγγραφέα.
Στο πρώτο της βιβλίο, «δώδεκα μικρά κέικ», που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα σε μετάφραση της Χρύσας Τσαλικίδου, δίνει μια πλήρη τοιχογραφία, μέσα από τα μάτια ενός τετράχρονου παιδιού, της κατάστασης στην Τσεχία στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές του ’80. Οι λογοτεχνικές της καταβολές ριζώνουν στα μαγικά τσέχικα παραμύθια -που της πρωτοδιάβασαν οι γονείς της-, στον Ντοστογιέφσκι, τον Γκυ ντε Μωπασάν, τον Γκόγκολ, τον Αλμπέρ Καμύ, το Μαρκ Τουέιν, το Χέρμαν Έσσε, το Φόκνερ, την Τζέιν Όστιν, ακόμη και στο δικό μας Νίκο Καζαντζάκη. Στη σκηνή, ως ηθοποιός είχε τη δυνατότητα να μιλήσει με τις λέξεις του Σαίξπηρ, να γελάσει με τον Τσέχοφ, να κλάψει με τον Ευριπίδη και να αγωνιστεί με τον Γκαίτε. Η ποιητική της φύση την έσπρωξε να αφουγκραστεί τον Όμηρο, το Δάντη και τον αγαπημένο της Ρίλκε, όπως μας είπε η ίδια, και τόσες άλλες υπέροχες ψυχές που άφησαν τους στίχους τους να ξεπηδήσουν από μέσα τους με πάθος.
Είναι μια πολίτης του κόσμου που αν και ταξίδεψε στα πέρατα της Γης δεν κατόρθωσε να βρει εκείνη την ευτυχία που επεφύλασσε για κείνη η παιδική της ηλικία. Έτσι, στράφηκε και πάλι στο «χαμένο παράδεισο» των μικρών της χρόνων και με απόλυτα αυτοβιογραφική διάθεση, άρχισε να ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής της, με στόχο να κερδίσει το χαμόγελο των αναγνωστών της και να τους γυρίσει πίσω στη δική τους παιδική μακαριότητα. «...Ήταν η πιο ευτυχισμένη εποχή της ζωής μου. Η εποχή που δεν είχαμε λεφτά, δυνατότητες επιλογής, ευκαιρίες. Θα περνούσαν άλλα δεκαοχτώ χρόνια μέχρι να καταλάβω πως αυτά που είχαμε τότε ήταν ό,τι χρειάζεται για να είναι ευτυχισμένος ο οποιοσδήποτε άνθρωπος στη Γη. Ο ένας τον άλλον και καρδιές που ξεχείλιζαν από αγάπη.»
Συνεχίζει να αναζητά τον εαυτό της, επιχειρεί να τον επαναπροσδιορίσει μέσα στο νέο σκηνικό, στις τρέχουσες παγκόσμιες συνθήκες, κάνοντας μια βουτιά στο παρελθόν με τυχοδιωκτική τόλμη. Είναι αυτή η ευχέρεια που της δίνει η παιδική αφέλεια, η ματιά της τετράχρονης μυθιστορηματικής της ηρωίδας να αντικρίσει τον κόσμο στις διαστάσεις που επιβάλλει η καθαρή ψυχή ενός μικρού κοριτσιού. Διυλίζει τα πάντα μέσα από ένα πολύ ισχυρό φίλτρο, αυτό της αγάπης και φτιάχνει η Dominika Dery μια γλυκιά ιστορία για να σχολιάσει τα κακώς κείμενα της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης της χώρας της περίπου 25 χρόνια πίσω, με μια εξαγνιστική ελαφράδα και καθόλου ελαφρότητα. «...Το μαιευτήριο ήταν υπερπλήρες, γιατί η Πράγα έβριθε από γυναίκες σαν τη μητέρα μου που είχαν αποφασίσει ότι ο μοναδικός δρόμος για την ευτυχία στο σταλινικό καθεστώς περνούσε μέσα από τις οικογένειές τους. Ήταν η διαμαρτυρία τους και συνάμα μια αποδοχή...»
Διαβάζοντας το βιβλίο, σε κάποια σημεία, κατόρθωσε η μικρή ηρωίδα της να με απορροφήσει και να με κάνει ζωντανό μάρτυρα του δικού της τσέχικου παραμυθιού. Αν βλέπεις ένα τετράχρονο κοριτσάκι να συμμετέχει ενεργά στο χτίσιμο του σπιτιού του, σίγουρα συγκινείσαι. Αν βλέπεις τη μικρούλα αυτή -κοντούλα και παχουλή- πρωταγωνίστρια στο δικό της σύμπαν να αγωνίζεται να γίνει μπαλαρίνα, σκας ένα χαμόγελο που σε γυρνά σε δικές σου παιδικές μνήμες. Αν βλέπεις αυτή την αγνή ψυχούλα να έρχεται αντιμέτωπη με το θάνατο, αποχαιρετώντας μία μία τις γηραιές γειτόνισσές της που φεύγουν απ’ αυτή τη ζωή, δεν έχεις παρά να νιώσεις συμπάθεια και τρυφερότητα γι’ αυτό το πλάσμα. Ωστόσο, νομίζω ότι η δημιουργός αυτής της ιστορίας, μπορούσε να δώσει την ουσία των πραγμάτων μέσα από μια πιο πυκνή σε νοήματα γραφή και φυσικά μέσα από μια ιστορία με λιγότερη έκταση. Υπάρχει, βέβαια, και το ελαφρυντικό για κείνη ότι τόλμησε το εγχείρημα να γράψει όχι στη μητρική της γλώσσα, αλλά στα Αγγλικά, προκειμένου να απευθυνθεί σε ένα μεγαλύτερο αναγνωστικό κοινό.
Η εμπειρία της συνέντευξης μαζί της -διαδικτυακά μεν, πολύ ζωντανά δε- έμοιαζε με εκείνη του βιβλίου της, ήταν γλυκιά και τρυφερή, ανθρώπινη και άκρως επικοινωνιακή. Με εξέπληξε ευχάριστα όταν μου είπε ότι έχει δει την «Πολίτικη Κουζίνα» και ότι έχει διαβάσει Καζαντζάκη, αλλά πιο πολύ με ευχαρίστησε το γεγονός ότι αποδείχθηκε άνθρωπος- ανοιχτό βιβλίο. Κάτι που με έφερε στη θέση της αναπόφευκτης σύγκρισης με δικούς μας «βραβευμένους» και «υπερπουλημένους» (με την έννοια του best seller» συγγραφείς που θαυμάζεις μεν τα βιβλία τους, αλλά δεν σ’ αφήνουν να πεις το ίδιο και γι’ αυτούς. «Κλειστά βιβλία» που σε αντιμετωπίζουν με μια επαρχιώτικη καχυποψία, στερώντας από τους ίδιους την ευχαρίστηση μιας αμφίδρομης επικοινωνίας.

(Θα ακολουθήσει η συνέντευξη)

Wednesday, September 13, 2006

Ενσταντανέ Ψυχής και Ιστορίας

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)

Μια νουβέλα. Χωρισμένη στα δυο. Ένας άντρας και μια γυναίκα. Η μάνα και ο γιος. Η φωνή τους φιλτραρισμένη μέσα από τη μνήμη, γίνεται η ίδια η μνήμη. «Το θήραμα» (Εκδόσεις Κέδρος) δίνει τις συστάσεις ο τίτλος του βιβλίου, για να αναζητάς στις 115 σελίδες του τον κυνηγό. Είναι εκείνα τα ατελείωτα «αν» και τα «αν δεν» που προκύπτουν από την Ιστορία έτσι όπως γράφεται από τις άλλες, τις προσωπικές -τάχα μου μικρότερες και ασήμαντες- ιστορίες. Είναι η πολιτική και η οικονομία που γίνεται συνθήκη ζωής πάνω στο πετσί ενός ανθρώπινου κορμιού.
Η σκιά του κυνηγού καραδοκεί. Μέχρι τέλους στο βιβλίο, εκεί στη σημείωση που ο συγγραφέας, Νίκος Δαββέτας, ξεκαθαρίζει ότι «οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα γνωστά είναι εντελώς συμπτωματική». Κάποιος νιώθει θήραμα ακόμα μπροστά στη σαρωτική ισχύ της ζωής. Τα χείλη που ξεφεύγει η αφήγηση της Ιστορίας και των ιστοριών, αρχίζουν να αντιστοιχούν σε χαρακτηριστικά προσώπων που γίνονται επικίνδυνα οικεία. Κάτι διηγήσεις παππούδων και γιαγιάδων, κάτι εσωτερικές φωνές της μνήμης και του DNA, δεν μπορούν να αφήσουν τον αναγνώστη ασυγκίνητο.
Η μάνα στην αρχή λέει πώς τα ‘ζησε όλα από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κι ύστερα, μέχρι το φθινόπωρο του 1981. Θα μπορούσαν αυτά να ειπωθούν ένα χειμερινό απόγευμα σε ένα αστικό σαλονάκι, σε μια μάζωξη γυναικών, πάνω από κάμποσα φλιτζανάκια και πιατάκια του καφέ με «συνένοχες» στις εξομολογήσεις τις ηρωίδες του Ταχτσή από το «Τρίτο Στεφάνι». Χειμαρρώδης ο λόγος. Ξεπηδά από το στόμα μιας γυναίκας που μας λέει πολλά για κείνη ο ίδιος ο τρόπος που μιλά. Ο Δαββέτας παρουσιάζει αυτή την εγκλωβισμένη φιγούρα στις συμπληγάδες των γεγονότων που δεν μπορεί να ελέγξει η ίδια στη ζωή της, κατορθώνοντας να παρασύρει τον αναγνώστη στα ίδια τα πάθη της. Ούτε στιγμή δεν αμφισβητείς ότι έτσι έπρεπε να ειπωθούν όλα. Πειστικός ο συγγραφέας άρα επιτυχής η προσπάθεια.
Τα χνάρια της Ιστορίας που αχνοφαίνονται ή καθορίζουν απόλυτα τη ζωή της αφηγήτριας ούτε στιγμή δεν σε αποσπούν από το δράμα της. Η πολιτική και οικονομική Ιστορία του τόπου υφέρπει σε κάθε κουβέντα της γυναίκας, αλλά δεν καταδυναστεύεται με πληροφορίες ο αναγνώστης. Η Ιστορία υπήρξε, γιατί μια γυναίκα την έζησε μέσα από την ιστορία της. Δεν θα γραφούν ποτέ τα παραληρήματά της στα επίσημα ιστορικά κιτάπια, αλλά τι αυτό σημαίνει ότι δεν υπήρξαν; «...Τότε να σ’ έβλεπα, κυρά μου, τότε που είχαμε απέναντι θηρία...», αναφωνεί το ίδιο το «θήραμα» της υπόθεσης. Ο συγγραφέας στο σημείωμά του αναφέρει ότι τα περισσότερα γεγονότα είναι πραγματικά κι εκεί ακριβώς έγκειται και η δυσκολία η δική του: να αποδείξει στον αναγνώστη, με τη γλώσσα και τη γραφή του και ότι είναι πραγματικά. Να τα νιώσει κι ο αναγνώστης.
Και τα νιώθει. Έρχεται η επισφράγιση της ιστορίας από το δεύτερο πρόσωπο για να γίνει αυτό.«...Αιχμάλωτη όλων μας φυλακισμένη στις μικρές καθημερινές ανάγκες που δεν έχουν τίποτα το ηρωικό, τίποτα που να σε γεμίζει, που δεν κρύβουν ούτε μια ελάχιστη πράξη αγάπης, ικανής όταν επιστρέφεις σπίτι και πέφτεις στο κρεβάτι να σου εξασφαλίσει ένα όνειρο ανταπόδοσης...» Η συγκινητική εξομολόγηση της μητέρας θα ήταν λειψή, σχεδόν χωρίς «χρησιμότητα» αναγνωστική, αν δεν ήταν ο γιος να επισφραγίσει την Αφήγηση με την Κληρονομιά -δίνοντας ακόμα και αντίθετες πτυχές της- φορτίζοντας την ατμόσφαιρα με τη δική του αλήθεια και κάτι πινελιές χαρμολύπης. «Ανοησίες!», θα μπορούσε να πει ο συγγραφέας, για τις κριτικές προσεγγίσεις του βιβλίου, όσο κάτι (σαν ή απλώς επαγγελματίες) αναγνώστες -υπνωτισμένοι από μια διαστροφική και διόλου διακριτική περιέργεια- χειρουργούν πάνω σε ένα ζωντανό σώμα, όπως είναι ένα βιβλίο με τετελεσμένα περιστατικά και ψάχνουν ψύλλους στ’ άχυρα, όταν η πραγματικότητα τα έχει υπερβεί όλα.
Η φαντασία αποσύρεται τότε και δίνει τη θέση της σε μια πικρή ενδοσκόπηση, καθώς εκεί ωθεί τον αναγνώστη η αφήγηση του γιου. Είναι το «άθροισμα των απωλειών» που τον σπρώχνει να το κάνει. Καλοκαίρι του 1989 -οι συμβολικές ημερομηνίες αφήνουν όλο εκείνο το στίγμα για την πληγωμένη Αριστερά- και ο γιος έρχεται αντιμέτωπος με το τέλος της ιστορίας, όσο η Ιστορία γύρω του τρέχει με άλλες ταχύτητες, εκείνων των πολιτικών τριβών. Σε γεμίζει με υπόκωφα συναισθήματα και σκέψεις η αφήγηση του γιου. Είναι σαν την υπόνοια ενός ολόλαμπρου ήλιου, πίσω από σύννεφα που δεν αραιώνουν για να τον αφήσουν να λάμψει. «...Το παρελθόν δεν μπορείς να το αλλάξεις, δεν μπορείς να το διορθώσεις, το δέχεσαι έτσι όπως είναι. Μια μυρωδιά που ακολουθείς και με κλειστά τα μάτια. Το μέλλον, όμως, το μέλλον είναι η παγίδα, απαιτεί πρόβλεψη, οργάνωση, συμμετοχή. Να σκέφτεσαι διαρκώς τις ημέρες που έρχονται και να τρομάζεις για το πόσο ανέτοιμος είσαι να τις ζήσεις με κάποιον άλλον κι ακόμη πόσο δειλός, για να αναστρέψεις την εικοσιτετράωρη ροή τους...».

Κάλεσμα λογοτεχνικής ακροβασίας

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί παλιότερα στη Φιλολογική Βραδυνή)

«... ’’Δεν ήξερα ότι η λογοτεχνία είχε ξεκάνει τόσο πολλούς’’, ψιθύρισε σκεφτικά, απορώντας ποιες στο καλό μπορούσαν να είναι όλες αυτές οι άγνωστες μεγαλοφυϊες.
Η τάση για φυγή. Φυγή, ένα κακός όρος, καταδικασμένος απ’ όλες τις ηθικές, τις πολιτικές και ψυχολογικές φιλοσοφίες, αλλά που τελικά τη θεωρούσα ως τη μοναδική λύση, με την προϋπόθεση ότι θα ‘χα κάπου να δραπετεύσω. Ακόμα και τα όνειρά μας μολύνονται από την καθημερινότητα...»
Μια απόδραση από τα τετριμμένα λογοτεχνικά ήθη αποτελεί η σειρά διηγημάτων «Ο Σκύλος του Θεού» του Νάνου Βαλαωρίτη που επανακυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, για κείνους που αποφασίζουν να ακολουθήσουν τους κοσμοπολίτικους δρόμους των μοντερνιστικών επιλογών του. Μέσα από τις εναλλαγές της γραφής του, την ιδιαίτερη οπτική του, ο συγγραφέας είναι σαν να καλεί τον αναγνώστη να γίνει μάρτυρας -γιατί όχι και να συμμετέχει κιόλας, αν μπορεί και θέλει- σε μια ακροβασία με λέξεις και εικόνες.
Δεν είναι πάντα εύκολο για τον αναγνώστη να παρακολουθήσει τους λογοτεχνικούς ρυθμούς και τους συνειρμούς του Νάνου Βαλαωρίτη. Εξαρτάται τόσο πολύ από τις αναγνωστικές του εμπειρίες, καθώς και από το τι ζητά από ένα βιβλίο. Αν ψάχνει στιγμές έντασης και πάθους, θα τις βρει, μόνο αν ξεπεράσει τις δυσκολίες να βρει κώδικα επικοινωνίας με τη σκέψη του συγγραφέα ή αν αποφασίσει πεισματικά να ανακαλύψει στοιχεία που τον αφορούν αποκλειστικά τον ίδιο χωρίς τη συνδρομή του δημιουργού των διηγημάτων.
Αυτό που κατορθώνει σίγουρα ο Νάνος Βαλαωρίτης πάνω απ’ όλα, είναι η αγωνία που προκαλεί στον αναγνώστη για κάτι που λέγεται, γράφεται και δεν μπορεί ο ίδιος με ευκολία, σαφήνεια ή έστω με προσωπική βεβαιότητα, να κατανοήσει. Ωστόσο, λες και ο συγγραφέας εξυφαίνει έναν αόρατο ιστό, με την τεχνική του, γύρω από τον αναγνώστη και τον παρασύρει σε ατραπούς άγνωστες, επιτρέποντας στον «εγκλωβισμένο» μόνο να βλέπει μέσα από κάτι χαραμάδες γνώριμου προσωπικού φωτός.
«...Όρμησα στην πόρτα, κι ένας άντρας, με συνηθισμένο μάλλον παρουσιαστικό, με σπινθηροβόλο βλέμμα, κρατούσε έναν καθρέφτη, και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι ζούσα το στάδιο του καθρέφτη (στη λακάνια ορολογία: η είσοδος στη συμβολική συναίσθηση της ξεχωριστής μου ύπαρξης στα μάτια των άλλων, που μόλις την είχαν πάρει είδηση) -με άλλα λόγια, το καθετί αντανακλούσε, και μέσα από κείνα τ’ αναρίθμητα καθρεφτίσματα, επαναλαμβανόμενα χιλιάδες φορές, ήταν κι η δική μου εικόνα -όπως εμφανιζόταν μέσα από τα μάτια χιλιάδων ανθρώπων, προσηλωμένα στη μικρή οθόνη. Γινόμουν κομμάτι του συλλογικού ασυνείδητου του πλανήτη, αλλά δεν με πείραζε, παρέμενα ο εαυτός μου ακόμα κι όταν οι άλλοι ποθούσαν όλο και περισσότερο να με καταναλώσουν και να πιουν από την πηγή το καθαρό νερό που είχα ανακαλύψει μόλις πέντε λεπτά νωρίτερα...»
Ιδιαίτερα γοητευτικός είναι ο διάλογος που παρουσιάζεται στις σελίδες 180-182 στο διήγημα «ΦΕΥΓΟΝΤΑΣ», ενώ όλη η ατμόσφαιρα των κειμένων του μοιάζει να τυλίγεται από πέπλα πότε αληθοφάνειας, πότε πραγματικότητας, πότε ονείρου που υπακούουν στην ίδια αμφιβολία: «... Όσο και αν ακούγεται παράδοξο, η φανταστική περιπέτεια μπορεί να είναι τόσο βαρετή, εφιαλτική και γεμάτη αγωνία όσο και οποιαδήποτε πραγματική εμπειρία. Αλλά τότε τι είναι το αληθινά πραγματικό; Μήπως είναι ένα είδος που λειτουργεί σε όλα τα επίπεδα; Ακόμα και ο θαυμάσιος τρόπος ύπαρξης μπορεί να γίνει καταπιεστικός, άσχετα αν κάποτε ήταν κάτι καινούριο...»

«Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΕΝΟΣ ΒΑΡΙΕΣΤΗΜΕΝΟΥ ΗΛΙΘΙΟΥ»
(απόσπασμα)

«... Αλλά δεν είμαι στ’ αλήθεια εγώ που τα γράφω αυτά μα ο νους μου -δυνατός, ωραίος, επιθετικός, απόλυτος, καταπιεστικός, σπρώχνει συντρίβοντας συναισθήματα, εικόνες, ατμόσφαιρες, διαθέσεις, ασπρόμαυρα τοπία, χωρίς εξαίρεση. Αγνοεί τη θάλασσα, τα μάτια σας, τη ματιά σας(...) Η ζωή μου, ναι, η ζωή μου...Τι γίνεται με τη ζωή μου; Τίποτα. Τίποτα δεν μαθαίνεται από τη ζωή μου. Εγώ, αποκλεισμένος απ’ όλα ως συνήθως -η ζωή μου μέσα από τα συμφραζόμενα. Το τραγούδι τελειώνει. Πού να πηγαίνει; Είμαι εκείνη. Δεν το ξέρεις; Η φωνή της αδυνατίζει. Ακούγεται τραγική στην κασέτα. Τίποτα δεν καταγράφηκε. Το φως διαρρέει από το γαλαξία. Του προσδίδει αξιοπιστία. Δεν είναι μόνο το σώμα που υπάρχει εκεί αλλά και το φως. Το αξέχαστο φως, το έξοχο φως. Όλη μου η ζωή φαίνεται διαφορετική στο φως. Τολμώ να το κάνω.
Αμήχανος, δεν ξέρω τι να πω. Δεν ξέρω πού να πάω. Πού να κοιτάξω. Ακούω εκείνη την κουβέντα να επαναλαμβάνεται σιωπηλά. Η φωνή της ξεθωριάζει. Ακούγεται τραγική στην κασέτα. Τόσο κεφάτη. Με άγνοια για τους αστάθμητους παράγοντες. Βρίσκομαι σε αμηχανία. Και το φως... τόσο λαμπερό. Δεν μπορώ να κοιτάξω. Δεν μπορώ ν’ αντέξω εκείνη τη ματιά. Η πόρτα άνοιξε κι έκλεισε. Ο άνεμος. Πρέπει να μάθω ν’ αγαπάω. Ποιος είσαι; Ποιος ήμουν; Τα πάντα προσχεδιασμένα.»

Monday, September 11, 2006

Η ποίηση μέσα από τον έρωτα και το θάνατο

(Το παρακάτω έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)

Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΚΟΥΡΑΖΕΙ

...Αξίζει τον κόπο να είσαι μόνος, για να είσαι περισσότερο μόνος;
Αν το μόνο που κάνεις είναι να περιπλανιέσαι
στους δρόμους και τις πλατείες, θα τους βρίσκεις πάντα άδειους.
Πρέπει να σταματήσεις μια γυναίκα
να της μιλήσεις και ν’ αποφασίσεις να ζήσετε μαζί.
Διαφορετικά, μιλάς μόνος σου. Γι’ αυτό μερικές φορές
τη νύχτα στο σκοτάδι, ένας μεθυσμένος μιλάει στον κόσμο
και τους διηγείται τα σχέδια μιας ολόκληρης ζωής...

(Cesare Pavese, μετάφραση Γιάννης Η. Παππάς)



Η απαράμιλλη μουσικότητα της γλώσσας του σε αιχμαλωτίζει. Η απλότητα των στίχων του ήταν η πρωτοπορία της τέχνης του την εποχή που σημάδεψε την ιταλική λογοτεχνία με το έργο του. Η παγκοσμιότητα του λόγου του κερδίζει έδαφος, υπερνικώντας πρώτα απ’ όλα τον ίδιο το χρόνο που αξιώνει ή απαξιώνει κάθε μορφή τέχνης και δημιουργίας. Η καλλιτεχνική του ζωή αλλά κυρίως η ίδια του η απόφαση να θέσει τέλος σ’ αυτή και στη φυσική του υπόσταση, άφησαν ανεξίτηλα τα χνάρια τους στους λογοτεχνικούς δρόμους του περασμένου αιώνα.
Το χέρι που οπλίστηκε με τη δύναμη ή με την απόγνωση να κόψει το νήμα της ζωής του συγγραφέα και ποιητή Τσέζαρε Παβέζε (Cesare Pavese), είναι το ίδιο με κείνο που σμίλεψε στο χαρτί στίχους και ιστορίες. Η αναπότρεπτη πραγματικότητα της λογοτεχνικής αυτής απώλειας «έχτισε» εν μιά νυκτί - εκείνη της 26ης Αυγούστου του 1952- το «μύθο» του αυτόχειρα, στο ξενοδοχείο «Η Ρώμη» που βρίσκεται δίπλα στο σιδηροδρομικό σταθμό του Τορίνο. Όταν έδυσε το άστρο της ζωής του μεγάλου δημιουργού, ανέτειλε χωρίς κανένα δισταγμό ο σκοτεινός ήλιος της υστεροφημίας του. Ήταν αυτός που το 1939 έγραφε («Η τέχνη του ζην») ότι «όλο το πρόβλημα της ζωής είναι τούτο: πώς θα σπάσεις τη μοναξιά σου, πώς θα επικοινωνήσεις με τους άλλους». Αν μη τι άλλο και σύγχρονο ζητούμενο, τώρα που η μοναξιά -με νέους κώδικες και προσωπεία των καιρών- έρχεται να ανοίξει βαθιά φαράγγια ανάμεσα στους ανθρώπους και να τους απομακρύνει αρχικά από τους Άλλους και ύστερα από τον ίδιο τους τον εαυτό. Η ποίηση του Παβέζε βαθιά ανθρώπινη και γι’ αυτό μοντέρνα και σύγχρονα ουμανιστική, θα τολμούσα να πω, αναπτύχθηκε παράλληλα από τον ίδιο με τη σημαντική του μυθιστοριογραφική πλευρά, διεκδικώντας, ωστόσο, ισάξιες καλλιτεχνικές επιτεύξεις. Ο έρωτας, ο θάνατος, η γυναίκα, ο τόπος του και οι άνθρωποι του τόπου του, γίνονται οι πρωταγωνιστές της ποιητικής του κι αυτοί που δικαιώνουν στο πέρασμα του χρόνου τις ίδιες του τις επιλογές.
Η γνωριμία μου με την ποίηση του ιταλού δημιουργού έγινε από ένα ιδιαίτερα φροντισμένο και καλαίσθητο βιβλίο, «CESARE PAVESE, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ», των Εκδόσεων PRINTA από τη σειρά «Ποίηση για πάντα». Πρόκειται για μια δίγλωσση έκδοση -όσον αφορά την παρουσίαση των ποιημάτων- κάτι εξαιρετικά εκτιμητέο, όταν πρόκειται για ποίηση. Είναι ένα βιβλίο που κυκλοφορεί από το Δεκέμβριο που μας πέρασε, μεταφρασμένο από το Γιάννη Η. Παππά, με εισαγωγή του Massimo Cazzulo. Εκείνο που με τράβηξε να αγοράσω το βιβλίο και να ασχοληθώ μαζί του ήταν ένα επίγραμμα του ίδιου του Τσέζαρε Παβέζε στη θέση που συνήθως φιλοξενούνται τα βιογραφικά των λογοτεχνών: «Ήρθαμε στον κόσμο για να αλλάξουμε τη μοίρα σε ελευθερία και τη φύση σε αιτιότητα».
Η εισαγωγή είναι ιδιαίτερα κατατοπιστική για το τι έχει ο αναγνώστης να αντιμετωπίσει παρακάτω, με τις κριτικές επισημάνσεις του Massimo Cazzulo να αποδεικνύονται πάρα πολύ χρήσιμες, ενώ κάνει θετική εντύπωση το ότι δεν υπάρχει μονομέρεια ή επιμονή στο ζήτημα της αυτοκτονίας του Παβέζε. Είναι κι αυτό απλώς ένα στοιχείο που συνεκτιμάται στη λογοτεχνική του πορεία και δεν μονοπωλεί το ενδιαφέρον των κριτικών θεωρήσεων του έργου του. Διαφωτιστική και η εργοβιογραφία του ιταλού λογοτέχνη στο τέλος του βιβλίου, ενώ η παράθεση φωτογραφιών-ντοκουμέντων από τη ζωή του είναι πολύ ενδιαφέρουσα.
Η μετάφραση του Γιάννη Η. Παππά μπορεί να ελεγχθεί φυσικά από τον ίδιο τον αναγνώστη, καθώς οι πρωτότυποι στίχοι παρατίθενται δίπλα ακριβώς. Πολύ σωστή επιλογή, καθώς η μουσικότητα της ιταλικής γλώσσας είναι δύσκολο για να μην πω ακατόρθωτο, να μεταφερθεί στον έλληνα αναγνώστη. Έτσι έχει κανείς τη δυνατότητα να «κρίνει» απευθείας τον ιταλό δημιουργό και να μην οδηγηθεί σε πλάνες λόγω μεταφραστικών επιλογών. Η συγκεκριμένη μετάφραση είναι πιστή απόδοση των λόγων του Παβέζε, αν και θα προτιμούσα μια πιο ελεύθερη αλλά ποιητική γλώσσα στα ελληνικά, χωρίς ωστόσο, να γνωρίζω αν κάτι τέτοιο, βέβαια, είναι εφικτό.
Συγκινητικό το απόσπασμα από το κείμενο της Natalia Ginzburg, «Πορτρέτο ενός φίλου» που δίνει ένα γοητευτικό περίγραμμα της μελαγχολικής σκιάς του Τσέζαρε Παβέζε. «...Το να συζητήσεις εξάλλου μαζί του δεν ήταν ποτέ εύκολο, ούτε ακόμα κι όταν έδειχνε χαρούμενος: αλλά, μια συνάντηση μαζί του, θα μπορούσε να είναι μια κουβέντα, με λίγες λέξεις, τονωτική και ερεθιστική όπως με κανέναν άλλον. Με τη δική του συντροφιά, γινόμαστε πολύ πιο έξυπνοι: αισθανόμαστε έτοιμοι να μεταφέρουμε στα λόγια μας ό,τι καλύτερο και σοβαρό είχαμε μέσα μας. Διώχναμε τις κοινοτοπίες, τις ασαφείς σκέψεις, τις ασυναρτησίες...»

Λίγα λόγια για τη ζωή και το έργο του

Ο Τσέζαρε Παβέζε γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου του 1908 στο Σαν Στέφανο Μπέλμπο (επαρχία Κούνεο) κοντά στο Τορίνο. Οι γονείς του ήταν ο Εουτζένιο, γραμματέας του δικαστηρίου της πόλης και η Κονσολίνα Μεστουρίνι. Η αδερφή του Μαρία ήταν μεγαλύτερή του κατά έξι χρόνια, ενώ άλλα τρία μωρά πέθαναν πριν ακόμη ο Τσεζάρε γεννηθεί. Τον Ιανουάριο του 1914 ο πατέρας του πέθανε από καρκίνο στον εγκέφαλο, ενώ ο μικρός Παβέζε γράφεται στο Δημοτικό στο Σαν Στέφανο. Από το 1926 ως το 1929 φοιτά στη φιλοσοφική σχολή στο Τορίνο, όπου και μελετά με πάθος κλασική λογοτεχνία και αγγλική λογοτεχνία. Έχει σχέσεις με την ομάδα του Αουγκούστο Μόντι : Νορμπέρτο Μπόμπιο, Λεόνε Γκίνσμπουργκ, Μάσσιμο Μίλα.
Ασχολείται με την αμερικανική λογοτεχνία και επιδιώκει χωρίς το επιθυμητό αποτέλεσμα μια υποτροφία για το Πανεπιστήμιο Columbia. Σημαντικό ρόλο στη ζωή του θα διαδραματίσει ο έρωτάς του για την Τίνα, μια καθηγήτρια μαθηματικών, κομμουνίστρια και πολύ αποφασιστική γυναίκα. Παίρνει το 1930 το πτυχίο του κάνοντας εργασία για τον ποιητή Ουώλτ Ουίτμαν, κάνει μεταφράσεις από τα αγγλικά, γράφει διηγήματα και ποιήματα. Αξίζει να σημειωθεί ότι μετέφρασε το «Μόμπι Ντικ» που εκδόθηκε το 1932, τότε που έχασε και τη μητέρα του. Την επόμενη χρονιά γράφεται στο φασιστικό κόμμα για να εξασφαλίσει τη θέση καθηγητή, χωρίς στη συνέχεια να κατορθώσει να αποτρέψει τον εκτοπισμό και τη φυλάκισή του για την αντιφασιστική του δράση. Μετέφρασε Τζόυς, Ντος Πάσσος, Γερτρούδη Στάιν, Ντίκενς και Στάινμπεκ. Το 1938 τελειώνει το μυθιστόρημά του «Αναμνήσεις δύο εποχών» και γράφει το «Οι πατρίδες σου» το οποίο και τον καθιερώνει στα ιταλικά γράμματα. Εργάζεται πια στις εκδόσεις Einaudi όπου και θα συνεχίσει τη δουλειά του μετά την απελευθέρωση, το 1945. Το 1946 γράφεται στο ιταλικό κομμουνιστικό κόμμα, συνεργάζεται με την εφημερίδα L’ Unita και γνωρίζεται με τους Ίταλο Καλβίνο και Ντάβιντε Λογιόλο. Το 1951 παίρνει το βραβείο Stregga για το έργο του «Ένα ωραίο καλοκαίρι». Τον Αύγουστο του 1952 δίνει τέλος στη ζωή του, μόλις στα 42 του χρόνια. Ένα χρόνο μετά εκδίδεται η ποιητική του συλλογή «Θα ‘ρθει ο θάνατος και θα ‘χει τα μάτια σου» και τα δοκίμια «Η αμερικανική λογοτεχνία και άλλα δοκίμια».


Το ημερολόγιο του αυτόχειρα ποιητή*


2 Ιανουαρίου
(...) Τα πράγματα ξέρεις ότι συμβαίνουν όταν έχουν ήδη συμβεί. Την πληρότητα του ‘45-’46 την ξέρω τώρα. Τότε τη ζούσα.
Το ίδιο γίνεται και στην ιστορία. Γεύση του παρελθόντος, της συντήρησης. Πεπρωμένο είναι ν’ αφήνεσαι να ζεις την ολοκλήρωση, που έπειτα αποσαφηνίζεται εναργής και δημιουργική. Πεπρωμένο είναι αυτό που γίνεται χωρίς να το ξέρεις, όταν εγκαταλείπεσαι. Κατά κάποιον τρόπο, όλα είναι πεπρωμένο: ποτέ δεν ξέρεις αυτό που συμβαίνει. Υπάρχει μια μικρή, επιφανειακή, ορθολογική γνώση, κι εμείς πρέπει να εμβαθύνουμε όσο μπορούμε. Αυτό που μένει ακατάληπτο (θα το καταλάβουν οι μεταγενέστεροι -μ’ αυτή την έννοια δεν είναι ιρασιοναλισμός) είναι το πεπρωμένο. (...) Σχέση του πεπρωμένου με τη δεισιδαιμονία. Το πρώτο είναι η ενστικτώδης πράξη που ακόμα δεν είναι γνωστή, ούτε μπορεί να προβλεφθεί. Το δεύτερο είναι η ενστικτώδης πράξη που αναγνωρίζεται μετά. Το πρώτο είναι ένας τρόπος να ζούμε, το δεύτερο ένας τρόπος να πεθαίνουμε.(...)
4 Ιανουαρίου
Είδα και οσμίστηκα ό,τι χειρότερο έχει η Ρώμη. Εύκολη φιλία, ευκαιριακή ζωή, χρήμα που αποκτιέται και ξοδεύεται σαν να μην υπήρξε, και αντίθετα, όλα τα κριτήρια, τα γούστα, οι επιθυμίες κ.λπ. λειτουργούν για την απόκτηση χρημάτων.
Αρχίζει να μοιάζει σαν παιδική ηλικία (εφηβεία) και η ηλικία των τριάντα χρόνων. Μπορείς να κάνεις αφήγηση, δηλαδή, ακόμα και την κουλτούρα. Την ανδρική ηλικία μπορείς να την αντιληφθείς («μυθοποιήσεις») όταν παρουσιάζεται ως παιδική ηλικία.
Να ‘χεις αφομοιώσει κάποια εμπειρία, να διατηρείς κάποια απόσταση, σημαίνει να τη δεις σαν παιδική αφέλεια. Η μεγάλη ποίηση είναι ειρωνική.(...)
14 Ιανουαρίου
Απέχθεια για όσα έχω κάνει, για όλο μου το έργο. Αίσθηση αδυναμίας, φυσικού μαρασμού. Λυγισμένο τόξο. Και η ζωή, οι έρωτες, πού ήταν; τρέφω μέσα μου μια αισιοδοξία: δεν κατηγορώ τη ζωή. Βρίσκω πως ο κόσμος είναι ωραίος κι αξίζει να τον ζεις. Όμως εγώ καταρρέω. Αυτά που έκανα έκανα. Όσα μπορούσα; Επιθυμία, πόθος, αγωνία, να πάρεις, να έχεις, να κάνεις. Θα τα καταφέρω πάλι;(...)
1 Φεβρουαρίου
Η διαίσθηση δημιουργεί μύθο-θρησκεία
η βούληση δημιουργεί ιστορία-ποίηση ή θεωρία
Σφάλματα:
με τη διαίσθηση να θέλεις να δημιουργήσεις ιστορία
με τη βούληση να θέλεις να δημιουργήσεις μύθο.
Η βούληση ασκείται πάνω στους μύθους και τους μεταμορφώνει σε ιστορία. Πεπρωμένα τα οποία γίνονται ελευθερία.(...)
16 Μαρτίου
Το βήμα ήταν φοβερό κι ωστόσο έγινε. Απίστευτη γλυκύτητα από τη μεριά της, λόγια ελπίδας. Darling, χαμόγελο, διαρκής κι επαναλαμβανόμενη ευτυχία να βρίσκεται μαζί μου. Οι νύχτες της Τσερβίνια, οι νύχτες του Τορίνο. Είναι μια κοπέλα, μια καθημερινή κοπέλα. Και όμως, είναι αυτή - φοβερό. Μέσα από την καρδιά μου: δεν άξιζα τόσο.(...)
23 Μαρτίου
Ο έρωτας είναι πράγματι η μεγάλη επιβεβαίωση. Θέλει κανείς να υπάρχει, να είναι κάποιος, θέλει -αν πεθάνει- να πεθάνει με γενναιότητα, με θόρυβο, τελικά να μείνει τ’ όνομά του. Και όμως, πάντοτε τον έρωτα τον συντροφεύει η επιθυμία να πεθάνεις, να χαθείς. Ίσως γιατί είναι τόσο υπεροπτικά ζωή, ώστε, όταν χάνεσαι μέσα του, η ζωή επιβεβαιώνεται ακόμα πιο πολύ.(...)
25 Μαρτίου
Δεν αυτοκτονεί κανείς για τον έρωτα μιας γυναίκας. Αυτοκτονεί γιατί ένας έρωτας, οποιοσδήποτε έρωτας, μας αποκαλύπτει τη γύμνια μας, τη δυστυχία μας, την αδυναμία μας, το τίποτα.(...)
18 Αυγούστου
Αυτό που μυστικά φοβάσαι σου συμβαίνει πάντα...Όχι λόγια. Μια χειρονομία. Δεν θα ξαναγράψω.

*(Αποσπάσματα από τις τελευταίες ημερολογιακές σημειώσεις του λογοτέχνη, όπως έχουν μεταφραστεί από το Γιάννη Η. Παππά στο βιβλίο «CESARE PAVESE, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ», Εκδόσεις PRINTA )

Friday, September 08, 2006

Η ανατομία του ερωτισμού

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στις 9/9/2006 στη Φιλολογική Βραδυνή)

Η καθημερινότητα ενός ζευγαριού που περνάει τη γραμμή της μεσήλικης ζωής του, οδηγούμενο προς τον ορίζοντα της δύσης της. Ιδωμένη μέσα από τα μάτια του ανδρός που αναπολεί όλη την παρελθούσα ερωτική του δραστηριότητα, κάνοντας στάσεις στα «χωριά» της ύπαρξής του, τις γυναίκες που αγάπησε ή όχι, αλλά στα σίγουρα κοιμήθηκε μαζί τους.
Απολαυστικά και με την ευφυή αποστασιοποίηση που επιβάλλει το ταλέντο ενός τόσο πετυχημένου μυθιστοριογράφου, ο Τζον Απντάικ δίνει τις πτυχές του ερωτισμού μέσα από την προσωπική διαδρομή του ήρωά του στην αμερικανική πραγματικότητα ξεκινώντας από τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 και φτάνοντας στο σήμερα, επιτυγχάνοντας για άλλη μια φορά την εκτόξευση στην άχρονη σφαίρα του κλασικού. Το βιβλίο του «Χωριά» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση του Αύγουστου Κορτώ -την ελληνική εκδοχή του Μαρκήσιου ντε Σαντ, όπως είχαν υποσχεθεί τα πρώτα έργα του νεαρού λογοτέχνη- αφηγείται την ιστορία ενός αμερικανού επαρχιώτη από τους πρώτους που ασχολήθηκαν με το «θαύμα» των νέων τεχνολογιών στα προ-νηπιακά τους βήματα και έφτασε ο ίδιος μέχρι τις παρυφές του Μανχάταν. «...Ο Όουεν, μεγαλωμένος σ’ ένα χωριό ειδυλλιακό γαληνεμένο από τις κακουχίες, σε ένα έθνος που αποκήρυσσε απτόητο τους τεχνητούς παράδεισους του φασισμού και του κομμουνισμού, έχει μια ανάμεικτη γκαρνταρόμπα κοινωνικο-οικονομικών συμπεριφορών: ψηφίζει Δημοκρατικούς, επειδή οι γονείς κι οι παππούδες του ψήφιζαν τον Ρούζβελτ, αλλά συγχρόνως έχει τόσο χαμηλές προσδοκίες από την κυβέρνηση, ώστε κάθε υπηρεσία, κάθε σημάδι κρατικής ευνομίας αποτελεί γι’ αυτόν μια ευχάριστη έκπληξη...»
Ο ήρωας ακολουθεί την πορεία υλοποίησης του Αμερικανικού Ονείρου, αλλά με μια ιδιαιτερότητα που του προσδίδει ο δημιουργός του: οι σταθμοί του είναι οι γυναίκες της ζωής του, αν και μπορεί να πρόκειται για τόσο σύντομους σταθμούς όσο κάνει μόνο να ανοίξει η πόρτα του μετρό μπροστά σου ή πολύχρονοι, όσο διαρκεί η αιωνιότητα δύο γάμων και η απόκτηση παιδιών. Οι δομές της αμερικανικής κοινωνίας ανατέμνονται εναργώς από το συγγραφέα, μέσα από την εξιστόρηση των ερωτικών περιπετειών του Όουεν, με όσες γαργαλιστικές ή απλώς ρεαλιστικές λεπτομέρειες μπορεί να τους αποδώσει. «...’’Ο δείκτης ανοικοδόμησης’’, λέει τελικά, μετά από κάποιο δισταγμό, ’’είναι από τους βασικούς δείκτες οικονομικής ευρωστίας, κι επιπλέον δεν είναι λίγο αντιδημοκρατικό, μη σου πω αντιπατριωτικό -σύμφωνα με τον Μπους Νο 2- να φωνάζεις το γιο του γείτονα;’’
’’Το γιο του γείτονα;’’
’’Μη με γαμείς, καλύτερα γάμα το γιο του γείτονα’’...»
Κάποιοι βρίσκουν τον Απντάικ φλύαρο, εγώ νομίζω ότι πλέκει γύρω από τον αναγνώστη του ένα δίχτυ γοητευτικό για να αιχμαλωτίσει την προσοχή του, αργά, ελκυστικά, διεισδυτικά και βέβαια αποτελεσματικά. Διαβάζοντας τα βιβλία του, αισθάνεται κανείς ότι είναι βραδύκαυστα. Έρχεται μια στιγμή που ζεις και λες «αυτό θα μπορούσε να το είχε γράψει ο Απντάικ» ή «αυτή είναι σκηνή που θα περιέγραφε κάλλιστα ο Απντάικ». Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις σχέσεις των ζευγαριών είναι απαράμιλλη η πρωτοτυπία των περιγραφών του, χωρίς να αποποιείται ή να ξεχνά ούτε στιγμή της εσωτερικότητα των ηρώων του ή την υποδόρια μεταφυσική χροιά που δίνει στα κείμενά του και την υπόγεια ειρωνεία φυσικά. «...Οι ανθρώπινοι συνδυασμοί και τα στοργικά βλέμματα οφείλουν την ύπαρξή τους σε τέτοιες τακτικές επιφάνειες. Είναι τρέλα το να ζεις. Και τα χωριά υπάρχουν για να καταπραϋνουν αυτή ακριβώς την τρέλα -να την κρύβουν από τα παιδιά, να την εμφιαλώνουν για κατ’ ιδίαν χρήση, να γαληνεύουν τις προσταγές της σε συνήθειες, να μας προστατεύουν από το γύρω σκοτάδι κι από το μέσα σκοτάδι.»
Ο εμβριθής και πολυδιάστατος τρόπος που βλέπει τη γυναίκα και τη γυναικεία ψυχή, σχεδόν τον καθιστά κάθε φορά σύμμαχό της, αν και στην επιφάνεια υιοθετεί ακριβώς το αντίθετο. Αυτή η ανικανότητα που ακολουθεί τους ήρωές του, να κατανοήσουν βαθιά το γυναικείο φύλο, γίνεται το μεγαλύτερο όπλο και πιο σίγουρο όπλο του για να φτάσει ο ίδιος στην ουσία των πραγμάτων και των ανθρώπων. «...Ο Όουεν ένιωθε σαν μεταφραστής που έπρεπε να είναι παρών ώστε η Αλίσα να επικοινωνεί με τον εαυτό της...»
Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου δεν είναι ένας macho Αμερικανός, αλλά ένας άνδρας που θα θύμιζε περισσότερο δυτικο-ευρωπαίο που αναρωτιέται για τη ζωή του, θαυμάζει τις γυναίκες, αλλά και τις φοβάται μαζί, προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τα μυστικά τους και μαζί το ίδιο το μυστήριο της ζωής. Δεν είναι σε θέση ποτέ να προβλέψει τις αντιδράσεις τους ούτε και να σταθεί απέναντί τους χωρίς την απαιτούμενη αμηχανία. Δειλά στην αρχή και μετά με ζήλο αρχίζει να ανακαλύπτει τον κόσμο των γυναικών, αρχής γενομένης από τη μητρική φιγούρα που τον ακολουθεί μέχρι τέλους. Οι αισθήσεις του μαθαίνουν να εξασκούνται στην εξερεύνηση του γυναικείου κορμιού, ενώ ταυτόχρονα διερευνούν και τις πλευρές του γυναικείου μυαλού και ψυχισμού. Αλλά δεν τις προσβάλει ολοφάνερα, όπως ο Φίλιπ Ροθ, για να φανεί νικητής μπροστά τους στη μάχη με το άλλο φύλο. Αλλά τις παρατηρεί μέχρι τελικής πτώσεως, ιδίως όταν εκείνες δεν το ξέρουν. Είναι η ματιά του λογοτέχνη που σε κάνει να κοιτάξεις και τον εαυτό σου από άλλη οπτική γωνία. Κι αυτό είναι το κέρδος διαβάζοντας το μυθιστόρημα του Απντάικ. «...Οι άντρες χάνουν το χρώμα του προσώπου τους, γίνονται γκρι, σαν πέτρα, καθώς τα μάτια βυθίζονται στις κόγχες* οι γυναίκες, που ακόμα και στα τελευταία στάδια της ζωής μπορούν να επαφίενται στις σαρκώδεις αποχρώσεις του μακιγιάζ, επιδεικνύουν ένα απαστράπτον βλέμμα πάνω από μαραμένα αλλά ροδοκόκκινα μάγουλα. Κάποιες τις κολακεύει ο θάνατος, τονίζοντας το ανέκαθεν βλοσυρό και γενναίο ύφος τους...»
Αν και το βιβλίο υποτίθεται ότι είναι «ένα χρονικό προσωπικής πορνογραφίας», όπως αναφέρει και το οπισθόφυλλό του, δεν σοκάρει, δεν ενοχλεί, χάρη στην απαλότητα της γραφής του Απντάικ, στη σύνθετη σκέψη του, στη λογοτεχνική δομή που επιλέγει να διαρθρώσει τη ροή του λόγου του. «Το σεξ είναι ένα προγραμματισμένο ντελίριο που νικάει το θάνατο με την ίδια τη θανατερή του φύση* είναι το μαύρο διάστημα ανάμεσα στα αστέρια που γλυκαίνουν την ύπαρξή μας, φωλιασμένα σε φλέβες και σχισμές. Τα μέλη μας που η παραδοσιακή κοσμιότητα αποκαλεί επαίσχυντα, δοξάζονται.»

Wednesday, September 06, 2006

Βουτιά στο ατελέσφορο

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί παλιότερα στη Φιλολογική Βραδυνή. Το θυμήθηκα λόγω του τίτλου του, με όλα αυτά τα προβλήματα του μπλογκ που δεν σας αφήνουν να σχολιάσετε απρόσκοπτα)


Μύχιες αισθήσεις και αισθήματα, σκέψεις παραγκωνισμένες σε μια σκιά του νου, που σχεδόν αδυνατείς να περιγράψεις. Οσμίζεσαι μόνο χάρη στα ένστικτα. Σχέδια με το δάχτυλο μέσα στο σκοτάδι, με την πρόθεση να το κάνεις να σαλέψει. Οπές με βότσαλα στο νερό, με την προσδοκία να τρυπήσεις την απεραντοσύνη του. Χωρίς άλλο αποτέλεσμα. Χωρίς δηλαδή να θες να διαλύσεις το σκοτάδι, χωρίς να περιμένεις να περπατήσεις πάνω στο νερό, χωρίς να ελπίζεις ότι τα αισθήματα θα εκφραστούν και οι αισθήσεις θα προκύψουν.
Ανομβρία στον ορίζοντα. Στο τέρμα του, συγκεκριμένα. Δεν χορεύει κανείς το χορό της βροχής, δεν είναι κανείς διατεθειμένος να προκαλέσει τα θαύματα ούτε καν να τα υποψιαστεί. Ως θαύματα στα διηγήματα της Έρση Σωτηροπούλου στη συλλογή που κυκλοφορεί από τον Κέδρο με τίτλο «Αχτίδα στο σκοτάδι», παρουσιάζονται κάτι φευγαλέες στιγμές σαν να ξέφυγαν από ποίημα ή εφιάλτη που ο άνθρωπος ατενίζει τα όριά του, τα νοητικά, τα συναισθηματικά, τα ψυχικά. Εκεί κρύβεται το θαύμα για τη συγγραφέα, στο ανείπωτο που διατρέχει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, «...Όπως όταν ξυπνάς στη μέση ενός ονείρου, όπου όλα ήταν τέλεια, όλες οι δυνατότητες ακόμα ανοιχτές μπροστά σου, και νιώθεις το σώμα σου τόσο νέο, και ξύπνιο και δυνατό, και μένεις ακίνητος για να κρατήσεις όσο το δυνατόν περισσότερο μέσα σου αυτή τη στιγμή. Η υπέροχη αίσθηση διαρκεί δευτερόλεπτα και αρχίζει και ξεφτίζει και γλιστράς ξανά στον σαθρό κόσμο...».
Αυτή η συνεχής ανύψωση και πτώση από έναν προσωπικό παράδεισο ή ένα μαρτύριο ατομικό είναι που σε φέρνει σε αμηχανία ως αναγνώστη στις ιστορίες της Σωτηροπούλου. Η κοινή συνισταμένη όλων των διηγημάτων είναι αυτή η φευγαλέα αίσθηση που δημιουργούν. Μπορεί να γράφτηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και για ξεχωριστούς λόγους, έχουν όμως έναν άξονα που κινούνται γύρω του. Είναι η εντύπωση που μπορεί να αιχμαλωτίσει κανείς σε ένα βλεφάρισμα του ματιού, σε μια υποψία χαμόγελου ή δακρύσματος. Είναι- δεν είναι; Πρόκειται για μια ακροβασία σε ένα άγνωστο μεταίχμιο που υπάρχει σε όλα τα πράγματα: από το πιο υψηλό και βαρύγδουπο νόημα μέχρι την πιο καθημερινή και μηχανική πράξη. Αυτά, λοιπόν, η συγγραφέας τα ενώνει με τη ρευστότητα του λόγου της και κάνει τα δοχεία τους να συγκοινωνούν χωρίς διακρίσεις, κάπως σαν να αποκαθιστά ένα φυσικό νόμο που έχει ξεχαστεί ή παραμεληθεί. Το πετυχαίνει αυτό με έναν πολύ ιδιόμορφο τρόπο. Χωρίς να επιβάλλει κανενός είδους κορύφωση στα τεκταινόμενα, με αποτέλεσμα να προσδίδει στις ιστορίες της μια ακόμα πιο έντονη μελαγχολία. Είναι σαν βαρύ πέπλο που πέφτει πάνω σου και σε πνίγει. Δεν σ’ αφήνει ν’ αναπνεύσεις, γιατί ταυτόχρονα απαιτεί την προσοχή σου να φτάνει στο μάξιμουμ των επιδόσεών της, μήπως και ανακαλύψεις εκείνη την αμυδρά εικόνα της έκλαμψης που περιμένεις από μια σύντομη ιστορία, ένα διήγημα.
Η αλήθεια είναι ότι από το εξώφυλλο ήδη του βιβλίου της ένιωσα μια κάποια αποστροφή, παρά τη γοητεία της αισθητικής του, ίσως γιατί δεν θέλω κάποτε να πιστεύω στις αχτίδες που ξεπροβάλλουν μέσα στο σκοτάδι. Πριν διαβάσω τις ιστορίες της νόμιζα ότι θα ευαγγελίζονταν ελπίδες, που δεν καταδέχομαι κατά καιρούς από εγωισμό να νιώσω την ευεργεσία τους. Με ακόμη μεγαλύτερη δυσαρέσκεια ανακάλυψα ότι τα διηγήματά της με βύθιζαν σε μια αποσπασματικότητα και μια απογοήτευση που έχει να κάνει με το ατελέσφορο των πραγμάτων, των αισθημάτων. Την ήθελα, όπως αποδείχθηκε, ως αναγνώστης την ελπίδα -απλώς την προτιμούσα δύσκολα κερδισμένη-, αλλά η συγγραφέας δεν είχε τα ίδια γούστα και την ίδια άποψη με μένα. Παρόλα αυτά συνέχιζα να διαβάζω τις ιστορίες, λες και με είχε μαγνητίσει. Με είχε πιάσει ένα πείσμα να ανακαλύψω τι ήθελε επιτέλους να μου πει, γιατί γράφει έτσι. Αν δεν θέλει τη συναισθηματική μου ανταπόκριση, τη συγκίνησή μου, τη συμμετοχή μου, τι θέλει τότε; Τι ζητάει; Γιατί τέτοια και τόση ενορχήστρωση των λέξεων; Γιατί τόση επιμέλεια; Γιατί τέτοια προσεκτική φροντίδα να μην εισβάλει από πουθενά η αχτίδα της ελπίδας; Στην αρχή μου φάνηκε ότι επρόκειτο για μια ναρκισσιστική διάθεση της γράφουσας, μετά ένιωσα ότι το ατελέσφορο, η μοναξιά, ο θάνατος είναι από μόνα τους τόσο ακραία που η δημιουργός απλώς προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες. Δίνει την ακρότητα με τον πλέον μινιμαλιστικό και εκνευριστικό τρόπο για έναν αναγνώστη δύστροπο σαν εμένα, διατηρώντας συνεχώς τον απόλυτο έλεγχο αυτού που φτιάχνει, της ατμόσφαιρας, του ύφους, της υποτυπώδους πλοκής. Αυτό είναι που μ’ ενοχλεί περισσότερο, λοιπόν, αισθάνομαι ως αναγνώστης ότι θέλει να με κρατήσει σε απόσταση, να μου επιβάλλει από πού θα δω την ιστορία να εξελίσσεται, σχεδόν να μου υπαγορεύσει τη θέση μου. Και δεν μ’ αρέσει αυτό, γιατί νιώθω ότι θέλει να με αφήσει απέξω από την ιστορία, κάτι που μου μοιάζει ελιτίστικο και δεν πιστεύω άλλωστε ότι η Τέχνη είναι για τους μυημένους κάθε φορά.
«...Γυρίζω στο κρεβάτι μου και ξαπλώνω. Περιμένω με τα μάτια ανοιχτά. Η αχτίδα κάνει γκελ και πέφτει στο πάτωμα. Πνέει τα λοίσθια τώρα. Κόκκοι σκόνης τη διαπερνούν και γίνεται αόρατη. Όπου να ‘ναι θα νυχτώσει...». Μετεωρίζομαι ακόμη σε κείνη τη θολή αίσθηση που μου άφησαν οι ιστορίες. Σαν να περιπλανήθηκα μια νύχτα σε όνειρα και δεν είμαι σε θέση να περιγράψω τίποτα απ’ αυτά. Μπορεί αυτός τελικά να ήταν ο στόχος της συγγραφέως, δεν ξέρω αν συναντήθηκα πουθενά μαζί της. Μπορεί σε κάποια σημεία να έπιασα λαθραία μια κίνηση σχεδόν ανεπαίσθητη από τους ήρωές της που δεν τους θυμάμαι είναι η αλήθεια, έχω μόνο ένα περίγραμμα της μορφής τους, μακρινό κι επουσιώδες. Δεν ξέρω αν το θαύμα αυτών των ιστοριών ήταν να δω ότι υπάρχουν και δημιουργοί που αποστασιοποιούνται από τους «θαυματοποιούς». Πάντως έκανα μια γερή βουτιά στη λίμνη του ατελέσφορου. Όταν αναδυθώ θα ξέρω αν βρήκα και κάτι από τα πολύτιμα που υπόσχεται η λογοτεχνία ως απόλαυση.

Monday, September 04, 2006

Μαρτυρία από την άβυσσο της φρίκης

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)


«Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ’ αυτή τη γη,
σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή.
Άνθρωποι στών άλλων μόνο τη φαντασία.

Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό
ανδρείκελα, στής Μοίρας τα δυό τυφλά χέρια,
Χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ’ αστέρια…»

Κ. Γ. Καρυωτάκης



Τι πληγές να κατορθώσει να γιατρέψει ένας σκωτσέζος γιατρός στην Ουγκάντα του ’70 ; Ποια βαθιά τραύματα μπορεί να υποθάλψει καταρχάς και να καταγράψει ύστερα, και μόνον η παρουσία του σ’ ένα δικτατορικό καθεστώς; Η σιωπηλή έκφραση του φόβου σημαίνει και αποδοχή του φόβητρου; Εκτός από το κοφτερό νυστέρι και τους επιδέσμους του τι άλλο μπορεί να προσφέρει ένας αλλότριος επιστήμονας σ’ έναν καταδυναστευόμενο λαό; Αυτά τα ερωτήματα έρχεται να ορθώσει απροσπέλαστα και αδιερεύνητα στο βιβλίο του «Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΣΚΩΤΙΑΣ», ο Giles Foden, το οποίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ.
Το λινό ανοιχτόχρωμο πουκάμισο που απορροφά τον ιδρώτα του νεαρού γιατρού, είναι κι ο μανδύας της αφέλειας και της αθωότητας που θα γίνει νοσηρή, επικίνδυνη και μετά ένα «πουκάμισο» σαν ερπετού που θα πρέπει να αφήσει εκεί στο χώμα της Αφρικής, για να μπορέσει κάποτε εκείνος να γυρίσει πάλι στη ζωή της Δύσης; Και πώς γυρνά; Χωρίς τύψεις, χωρίς ενοχές; Εκμαυλισμένος από την ισχύ του τρελού δικτάτορα ή παρακινημένος από τη φρικτή μοίρα του καταδικασμένου λαού, παραμένει σε ένα μέρος επικίνδυνο ο ίδιος; Για να γίνει μάρτυρας του κακού και να το διαδώσει ή για να βοηθήσει με τις όποιες δυνάμεις ενός «μουζούνγκου» (ενός λευκού δηλαδή) στιγμιαία, μεμονωμένα και περιορισμένα να απαλυνθούν οι σωματικές πληγές μερικών –δυστυχώς, χαμένων από χέρι τελικά- ανθρώπων; Προδοσία της ανθρωπιάς ή υπακοή στο υπέρτατο δέος του Τρόμου;
Ο δόκτωρ Νίκολας Γκάριγκαν καταφθάνει στην χώρα των πολύπαθων κατοίκων της Μαύρης Ηπείρου την ημέρα που ένα ακόμα στρατιωτικό πραξικόπημα συντελείται. Η εξουσία περνά στα χέρια ενός παρανοϊκού δυνάστη του Ίντι Αμίν, πραγματικό πρόσωπο που ευθύνεται για τον κατασφαγιασμό πάνω από 300.000 ανθρώπων τα χρόνια, που και ο συγγραφέας πέρασε την παιδική του ηλικία στην αφρικανική γη. Από τη στιγμή ήδη της άφιξής του ο νέος γιατρός θα γίνει θεατής της πιο απίθανης πραγματικότητας. Αρχικά ο συγγραφέας μέσω του κεντρικού του ήρωα εμφανίζει σε όλες του τις διαστάσεις τον εξωτισμό και τη γραφικότητα του τόπου, με έναν τρόπο που θα μπορούσε μόνο να χαρακτηριστεί από ένα ιδιόμορφο δυτικοευρωπαϊκό φλέγμα.
Οι περιγραφές τόσο πλούσιες, χωρίς να γίνονται κουραστικές, δημιουργούν την ολοκληρωμένη εικόνα του τόπου και των διαδραματιζομένων, άλλοτε μαγευτικών και ειδυλλιακών και άλλοτε εφιαλτικών. Ακόμη και οι χαρακτήρες σκιαγραφούνται ενδελεχώς, εκτός από ένα χάσμα που υπάρχει και αφορά το βασικό ήρωα, το γιατρό Γκάριγκαν. Προφανώς εσκεμμένη επιλογή από τον Giles Foden, αφού δίνει πλήρως με αυτό το τέχνασμα (;) το κενό που συναντά η λογική, αλλά και η λογοτεχνική αλήθεια, προκειμένου να περιγράψει σε όλη της την έκταση τη φρίκη αλλά και να εξηγήσει τα αίτιά της. Αδύναμος ο ανθρώπινος νους να συλλάβει τη δυναμική της αποτρόπαιης πραγματικότητας. Από ένα σημείο κι ύστερα ο αναγνώστης παρακολουθεί την πλοκή με κομμένη την ανάσα, καθώς ο συγγραφέας κατορθώνει να τον κάνει συμμέτοχο στο φόβο του Γκάριγκαν. Φοβάσαι να αναπνεύσεις μην ακούσει, νιώσει ή μυριστεί όπως τα αγρίμια, τον τρόμο σου ο παρανοϊκός δυνάστης.
Η παθητικότητα που επιδεικνύει ο γιατρός μπροστά στις βαναυσότητες που βλέπει να εκτυλίσσονται γύρω του, η άρνησή του να δολοφονήσει τον Ίντι Αμίν και η αρχική αφέλεια που αντιμετωπίζει τις άγριες συνθήκες, μεγεθύνουν στα μάτια του αναγνώστη την απέχθεια για κάτι εξαρχής ειδεχθές, το πρόσωπο ενός δικτάτορα. Όσο παρουσιάζει ο Foden ανθρώπινες πλευρές -μέσα από το βλέμμα και την προσωπική μαρτυρία του Γκάριγκαν- του Ίντι Αμίν τόσο μεγαλύτερη τραγικότητα προσδίδει στη μοίρα του καταδυναστευόμενο λαού, των χιλιάδων σφαγιασμένων ανθρώπων. Ο Foden φέρνει έναν απλό καθημερινό πολίτη της επαναπαυμένης μακαρίως στην κοινωνική της πραγματικότητα ευρωπαϊκής Δύσης, όπως είναι ο σκωτσέζος νεαρός γιατρός, με τα προσωπικά του αδιέξοδα και τα υπαρξιακά διλήμματα -πραγματική πολυτέλεια για τους αυτόχθονες της αφρικανικής ηπείρου- να έρχεται αντιμέτωπος με τη βία στην απόλυτη μορφή της. Σε κάποιο σημείο του δίνεται η επίσης πολυτέλεια να νιώσει ακόμη κι ένα είδος ερωτισμού απέναντι στον υποκινητή της ίδιας του της φρίκης. Είναι ο μαγνητισμός από την κίνηση της κόμπρας πριν δηλητηριάσει το θήραμά της.
Η περιγραφή της κλιμακούμενης πορείας προς την επίγνωση και τη γνώση του τρόμου, της πραγματικότητας που υπερβαίνει κάθε λογοτεχνικό εγχείρημα, είναι το επίτευγμα του Foden. Πώς χάνει την αθωότητά του -ή καλύτερα την άγνοιά του- κανείς με τον πλέον φοβερό τρόπο. Η προδοσία έρχεται πρώτα απ’ όλα από το εξωτερικό περιβάλλον για τον Γκάριγκαν -η ματαίωση του ίδιου του αναγκαίου έρωτα προς μια γυναίκα το πιστοποιεί και σχηματικά αυτό- ενώ στο τέλος αναρωτιέται κανείς για τον προδότη και τον προδομένο. Δεν παίρνει απάντηση ο αναγνώστης, είναι εκεί να δώσει τη δική του λύση και εξήγηση, με τον ίδιο τρόπο που τον «αναγκάζει» ο συγγραφέας να νιώσει το φόβο, να αποποιηθεί την άγνοια, να καταδικάσει ενόχους, να αντιδράσει στην αδικία, να έχει συμμετοχή σε έναν κόσμο που παραμένει ξεχασμένος ακόμα.

Η «ταυτότητα» του συγγραφέα

Ο Giles Foden (Τζάιλς Φόντεν) γεννήθηκε το 1967. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Cambridge και εργάζεται ως κριτικός λογοτεχνίας στην εφημερίδα The Guardian. Ο Foden πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Αφρική και εκεί τοποθετεί την πλοκή των βιβλίων του, χωρίς να αποκλίνει από την ιστορική πραγματικότητα. Ο «ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΣΚΩΤΙΑΣ» (1998) τιμήθηκε με το βραβείο Whitbread πρώτου μυθιστορήματος, καθώς και με τα βραβεία Somerset Maugham Award, Betty Trask Award και Winifred Holtby Memorial Prize. Άλλα βιβλία του : Ladysmith (1999), Zanzibar (2002), Battle of Lake Tanganyika (2004).