Tuesday, August 29, 2006

«Το γράψιμο ενός μυθιστορήματος είναι πράξη ελευθερίας»

(Η συνέντευξη έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)


Στα 25 του χρόνια θεωρείται «χαϊδεμένο» παιδί των γαλλικών γραμμάτων, είναι καθηγητής λογοτεχνίας, έχει γράψει τρία μυθιστορήματα ως τώρα και έργα για το θέατρο, ενώ εξαιτίας του τελευταίου του βιβλίου είναι αναγκασμένος να αλλάζει συχνά τον τόπο διαμονής του. Ο λόγος είναι προφανής και δυσάρεστος, αφού στο λογοτεχνικό του στόχαστρο έθεσε το Ισλάμ στους καιρούς που η Δύση γίνεται πια αποδέκτης του ισλαμικού φονταμενταλισμού με φονικά χτυπήματα. Ο τολμηρός νεαρός δημιουργός, εκ Γαλλίας ορμώμενος, Florian Zeller, μας μιλά με αφορμή το βιβλίο του «Η σαγήνη του κακού» που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα σε μετάφραση της Μαρίας Κράλλη. Ο ίδιος παρά το νεαρό της ηλικίας του επιχειρεί να είναι συνομιλητής με πραγματικούς μύθους της σύγχρονης παγκόσμιας λογοτεχνίας, όπως ο Μίλαν Κούντερα και ο Σαλμάν Ρουσντί.

Ποιο ήταν το αρχικό σας κίνητρο για να γράψετε αυτό το μυθιστόρημα;

Στη Γαλλία και πιθανόν στην Ευρώπη, νιώθω ότι είναι όλο και πιο δύσκολο να σκέφτεσαι για μερικά θέματα, όπως είναι το Ισλάμ. Αν το κάνεις, αμέσως κινείς υποψίες ότι υποκρύπτεις άσχημες σκέψεις. Μια διανοητική τρομοκρατία πραγματικά κυβερνά τον Τύπο και τις εκδόσεις. Καταρχάς ήθελα να αντιδράσω σε αυτό ακριβώς.

Πιστεύω ότι «Η σαγήνη του κακού» είναι ένα δυνατό σχόλιο πάνω στις δυσκολίες των ανθρώπων να αντιμετωπίσουν τη νέα πραγματικότητα στον πλανήτη, σχετικά με το Ισλάμ, τους Μουσουλμάνους, την τρομοκρατία και το φόβο. Ποια είναι η θέση σας πάνω σε αυτά τα ζητήματα;

Νομίζω ότι η μεγαλύτερη φιλοδοξία για ένα μυθιστόρημα είναι να προσπαθήσει να καταστεί μαρτυρία για τον καιρό του. Αυτό είναι που ονομάζουμε ρεαλισμό. Το Ισλάμ, οι Μουσουλμάνοι, η τρομοκρατία, όπως και η οικονομία, το σεξ, η κατάθλιψη και το τέλος του εαυτού μας: όλα αυτά είναι θέματα που ειλικρινά πιστεύω ότι ένας μυθιστοριογράφος του καιρού μας πρέπει να ασχοληθεί με αυτά.

Διαβάζοντας κανείς το βιβλίο, αφήνεται να σκεφτεί πάνω στον έρωτα, το θάνατο και τις νέες συνθήκες που επικρατούν στον κόσμο. Ποιες ήταν οι προσδοκίες σας για το «ταξίδι» του εκεί έξω; Έχει επιτευχθεί η αρχική σας πρόθεση;

Δεν είχα συγκεκριμένες προσδοκίες. Το μόνο πράγμα που ήξερα ήταν ότι δεν ήθελα να γράψω μόνο ένα γαλλικό μυθιστόρημα. Έχω επηρεαστεί πολύ από τον Κούντερα και ειδικά από αυτό που εκείνος αποκαλεί «ευρωπαϊκό μυθιστόρημα».

Τι μπορεί να αποκομίσει κανείς από το μυθιστόρημα;

Ελπίζω να είναι ένα κωμικό ταξίδι. Όσο με αφορά, εννοώ απ’ όσο θυμάμαι, όλα τα βιβλία που διάβασα και μου άρεσαν πάρα πολύ, με έκαναν να γελάσω, ακόμη και όταν ήταν τραγικά.

Είναι η φαντασία και η λογοτεχνία ένα ασφαλές καταφύγιο για την ύπαρξή μας; Γράφετε ότι «ο λόγος ύπαρξης του μυθιστορήματος ήταν ακριβώς να μας προστατεύσει απ’ αυτή τη λήθη του «είναι», διατηρώντας τη ζωή κάτω από ένα διαρκές φέγγος». Είναι το «ευρωπαϊκό μυθιστόρημα» ένας αποτελεσματικός τρόπος να αντιδράσει κανείς στην τρομοκρατία, την εξουσία;

Πραγματικά πιστεύω ότι είναι ένας τρόπος αντίδρασης απέναντι σε κάθε είδους ιδεολογία. Η αίσθηση του μυθιστορήματος είναι αντι-ιδεολογική. Δεν γράφεται ποτέ για να αποδείξει κάτι ή για να πείσει κάποιον, αλλά για να εξερευνήσει ό,τι μπορεί να εξερευνηθεί από αυτό: ένα μέρος της ύπαρξης. Το μυθιστόρημα ίσως είναι το τελευταίο μέρος όπου όλα πρέπει να συγκρούονται, όπου δεν υπάρχει τελικό οριστικό συμπέρασμα. Όπως και στη ζωή. Γι’ αυτό και βρίσκεται σε πλήρη διάσταση με όλα αυτά τα συστήματα (θρησκευτικά, πολιτικά...), τα οποία υποκρίνονται ότι γνωρίζουν την αλήθεια και την επιβάλλουν. Η ιστορία αποδεικνύει ότι τα μυθιστορήματα πάντα ήταν ο πρώτος στόχος όλων αυτών των συστημάτων.

Λέτε ότι το μυθιστόρημα μπορεί να είναι ένα πεδίο αντιπαράθεσης δύο πολιτισμών. Πόσο επικίνδυνο ή ενδιαφέρον είναι το χάσμα ανάμεσα σε μας και τους άλλους;

Νομίζω ότι το καλύτερο παράδειγμα είναι αυτό που συνέβη στον Σαλμάν Ρουσντί. Το 1988, καταδικάστηκε σε θάνατο από το Χομεϊνί ακριβώς επειδή έγραψε ένα βιβλίο περιπαικτικό αλλά όμορφο για το Ισλάμ. Το να γράφεις ένα μυθιστόρημα είναι μόνο μια πράξη ελευθερίας, αλλά αυτό δεν είναι αποδεκτό με τον ίδιο τρόπο από παντού. Ο Σαλμάν Ρουσντί αποκάλυψε το χάσμα ανάμεσα σε δύο όψεις του κόσμου και επομένως ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς. Γι’ αυτό στενοχωριέμαι όταν άνθρωποι στην Ευρώπη στέκονται επικριτικά. Ήθελα να γράψω εναντίον αυτής της διανοητικής αντανάκλασης μέσα από αυτό το βιβλίο.

Είστε διαφορετικός άνθρωπος μετά τη συγγραφή του; Με ποιον τρόπο;

Πρέπει να αλλάζω αρκετά συχνά τον τόπο που ζω...

Ποιες είναι οι λογοτεχνικές σας επιρροές; Πείτε μου λίγα λόγια για την εμπειρία σας με τη λογοτεχνία ως αναγνώστης αλλά και ως συγγραφέας.

Μιλώντας για σύγχρονους συγγραφείς, νομίζω ότι ο Κούντερα είναι αυτός που άλλαξες τα πάντα για μένα. Όταν ήμουν 15 ετών, με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι η λογοτεχνία μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή. Ειδικότερα μέσα από τη θεωρία του για τη γραφή του μυθιστορήματος. Γι’ αυτό και αποτελεί ο ίδιος μέρος του τρίτου μου μυθιστορήματος. Όταν εκδόθηκε το πρώτο μου βιβλίο, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να το στείλω σε εκείνον.

Ποια είναι τα μηνύματα που λαμβάνετε από τους αναγνώστες σας από όλον τον κόσμο σχετικά με το βιβλίο «Η σαγήνη του κακού»;

Ότι ήμουν τρελός που τόλμησα να το γράψω.

«Ευρωπαϊκός διαφωτισμός» του 21ου αιώνα

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή. Θα ακολουθήσει και η συνέντευξη με το συγγραφέα)

«....Ο ισλαμικός κόσμος βλέπει σήμερα με ιδιαίτερα αυστηρό βλέμμα τη Δύση, που αντιπροσωπεύει στα μάτια του όλα όσα χρήζουν καταδίκης: τη διαφθορά, την παραφορά και την παρακμή. Βρισκόμαστε κατ’ αυτόν τον τρόπο σε μια αντεστραμμένη κατάσταση: όπως και στην εποχή των σταυροφόρων, το θέμα της δυτικής ακολασίας χρησιμεύει ως επιχείρημα στην ισλαμική Τζιχάντ...»


Ένα μυθιστόρημα που εξερευνά τη σημασία του ίδιου του μυθιστορήματος, την κοινωνική του χρησιμότητα με την έννοια της διαφώτισης των μαζών, στο σύγχρονο κόσμο. Για να είμαστε ακριβείς, στη μετά 11ης Σεπτεμβρίου εποχή. Ένα βιβλίο που χρησιμοποιεί γόνιμα τη διακειμενικότητα για να αναδείξει τη σπουδαιότητα της αμφιβολίας σε χρόνια που ο φόβος χτίζει τα δικά του απόρθητα οχυρά στο δυτικό κόσμο.
Το Κακό ορίζεται από τη δυνατότητά του να επιβάλει το θάνατο είτε με μια χούφτα εκρηκτικά ζωσμένα στο κορμί ενός καμικάζι στον υπόγειο σταθμό του μετρό σε μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα είτε με ένα σιδερένιο πουλί που πέφτει με ορμή και τρυπά με το θανατηφόρο ράμφος του το κέντρο της ισχύος του αναπτυγμένου οικονομικά κόσμου. Το γόητρο του Κακού έχει ήδη εξασφαλιστεί με τον πλέον δραματικό και θεαματικό τρόπο από την 11η Σεπτεμβρίου κι ύστερα, όσο για τη «σαγήνη» του, αυτήν ακριβώς επιχειρεί ο 25χρονος γάλλος Florian Zeller να ανιχνεύσει στο μυθιστόρημά του «H σαγήνη του κακού» που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα σε μετάφραση της Μαρίας Κράλλη.
Ο Φλομπέρ, ο Κούντερα και ο Σαλμάν Ρουσντί ενώνουν τις δυνάμεις τους κάτω από τη λογοτεχνική σκέπη που τους παρέχει -ερήμην τους προφανώς- ο νεαρός συγγραφέας, για να ειπωθεί, να διατυπωθεί και να βρει έρεισμα η μεγάλη αλήθεια της αμφιβολίας που φωλιάζει μέσα στο κατά Κούντερα «ευρωπαϊκό μυθιστόρημα». «...εκείνοι που σήμερα επιχειρούν να καταπνίξουν με τα καλά τους αισθήματα την ελευθερία της δημιουργίας, και δυστυχώς ακούγονται όλο και πιο πολύ, συναντούν με τις σκοταδιστικές τους ενασχολήσεις την προ του θριάμβου της λογικής εποχή...»
Η λέξη «τρομοκρατία» και η πρακτική που δηλώνει, δεν βρίσκει βάθρο να δαιμονοποιηθεί μόνο σε αυτά καθεαυτά τα δεινά της -τις ανθρώπινες απώλειες- αλλά ο Florian Zeller προχωρά ένα βήμα παραπέρα: θέτει στις παραμέτρους του Κακού ένα ακόμη στοιχείο καίριο. Πρόκειται για τους κινδύνους που διατρέχει η ίδια η μυθοπλασία, η πνευματικότητα, σε όλο αυτό το υπό το κράτος του τρόμου, φοβικό διεθνές περιβάλλον που διαμορφώνεται από αυτή τη λεγόμενη σύγκρουση των πολιτισμών. (Αν είναι τελικά σύγκρουση των πολιτισμών και όχι μια απλή -έως εξοργιστικά απλοϊκή- προσπάθεια επικράτησης της εκάστοτε ισχύος, άσχετα από το κουστούμι, δυτικό ή ανατολίτικο, που φορά κάθε φορά). «...ο λόγος ύπαρξης του μυθιστορήματος ήταν ακριβώς να μας προστατεύσει απ’ αυτή τη λήθη του «είναι», διατηρώντας τη ζωή κάτω από ένα διαρκές φέγγος. Η τέχνη του μυθιστορήματος θα αποτελούσε έτσι μια θετική έκβαση σε μια κρίση που άρχισε μαζί με τους Νέους Χρόνους. Θα μπορούσαμε καλύτερα να καταλάβουμε τους όρους του προβλήματος, εάν το διατυπώναμε ως εξής: εάν ο ισλαμικός κόσμος είχε γενικώς πρόβλημα με το μυθιστόρημα, αυτό συνέβαινε επειδή ζούσε, κατά μεγάλο μέρος, σε μια εποχή πριν τους Νέους Χρόνους, παγιδευμένος σε αρχαϊσμούς, επί της ουσίας ασύμβατους μ’ αυτό στο οποίο θεμελιώνεται το μυθιστόρημα: την ελευθερία, τη φαντασία, τη συνθετότητα, την αμφιβολία για όλες τις αλήθειες και την παύση της ηθικής κρίσης. Απ’ αυτή την άποψη, το μυθιστόρημα μπορούσε τελικά να γίνει το πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς...».
Αν επιχειρήσουμε αυθαίρετα να χαρακτηρίσουμε τη λειτουργία του μυθιστορήματος υπό το πρίσμα που την παρουσιάζει ο Florian Zeller -χρησιμοποιώντας, είναι η αλήθεια, ο ίδιος εποικοδομητικά το θεωρητικό υπόβαθρο του Κούντερα για το «ευρωπαϊκό μυθιστόρημα», θα λέγαμε ότι η μυθοπλασία αποτελεί έναν πυλώνα στήριξης, μια δικλείδα ασφαλείας για τη διατήρηση της ζωής μας ως πολιτών αυτού του παγκοσμιοποιημένου περιβάλλοντος στο διαυγές φως της αμφιβολίας και της αμφισβήτησης. Η φαντασία και η ελευθερία της δημιουργίας είναι το σχοινί για να δεθούμε στο κατάρτι και να ακούσουμε τις «σειρήνες» του Κακού χωρίς να υποκύψουμε στα θέλγητρά τους. Με άλλα λόγια είναι ένα είδος «ευρωπαϊκού διαφωτισμού» στο σκοταδισμό που καιροφυλακτεί στον 21ο αιώνα.
Ο Zeller ιχνηλατεί τα σημεία των καιρών μας, παραμένοντας πιστός απόλυτα σ’ αυτό που ομολογεί για το μυθιστόρημα ο Μίλαν Κούντερα στη συνομιλία του με το Φίλιπ Ροθ, όπως καταγράφεται στο βιβλίο του δεύτερου «Κουβέντες του σιναφιού - Ένας συγγραφέας, οι συνάδελφοί του και η δουλειά τους» (Εκδόσεις Πόλις, μετάφραση Κατερίνα Σχινά),«...Ένα μυθιστόρημα δεν επιβεβαιώνει τίποτα, απλώς αναζητεί και διατυπώνει ερωτήματα...Ο μυθιστοριογράφος διδάσκει τον αναγνώστη να κατανοεί τον κόσμο ως ερώτημα. Υπάρχει σοφία και ανεκτικότητα σ’ αυτή τη στάση. Σ’ έναν κόσμο χτισμένο πάνω σε ιερές βεβαιότητες, το μυθιστόρημα πεθαίνει...». Ο νεαρός γάλλος, ωστόσο, δεν θυσιάζει στο βωμό των ερωτημάτων την πλοκή του έργου του, ίσα-ίσα τα διατυπώνει μέσα από αυτή, διεκδικώντας την προσοχή και το ενδιαφέρον του αναγνώστη του. Δείχνει να είναι απόλυτα ικανός να ασκήσει το παιχνίδι της λογοτεχνικής σαγήνης ακριβώς για να καταγγείλει την άσκηση της τρομοκρατίας ή αλλιώς το ισοδύναμό της, δηλαδή «τον θάνατο της μυθοπλασίας». Γι’ αυτό και στήνει μια ενδιαφέρουσα ιστορία περιπλάνησης δύο ανδρών στην Αίγυπτο και αναζήτησης της σεξουαλικής ακολασίας επί του εδάφους της χώρας αυτής. Θα ανατινάζονταν άραγε ένας επίδοξος καμικάζι, αν είχε επί γης και αίφνης στα πόδια του τον ερωτικό παράδεισο που του τάζουν; Το χιούμορ και ο σαρκασμός επιστρατεύονται από το Zeller και δρουν καταλυτικά σε ένα βιβλίο που αναρωτιέται για την Ευρώπη, αν είναι ακόμα Ευρώπη, δηλαδή κοινωνία του μυθιστορήματος ή «Μήπως έχει αρχίσει ήδη η διαδικασία εισόδου της σε μια άλλη εποχή που δεν έχει ακόμα όνομα και για την οποία οι τέχνες δεν έχουν και πολύ σημασία;»

Ποιος είναι ο συγγραφέας

Καθηγητής λογοτεχνίας ο 25χρονος σήμερα Florian Zeller πρωτοεμφανίστηκε στα γαλλικά γράμματα πριν από τρία χρόνια, με το μυθιστόρημά του «Neige Artificiel». Ακολούθησε το βιβλίο του «Les Amants de n’ importe quoi». «Η σαγήνη του κακού» (La Fascination du Pire) είναι το τρίτο μυθιστόρημα του συγγραφέα, ο οποίος έχει γράψει επίσης έργα για το θέατρο και έχει τιμηθεί με το γαλλικό βραβείο Interallie 2004.

Monday, August 28, 2006

Το διαχρονικό ταξίδι του πεπρωμένου

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)

Μια εξοχική -εξωτική πια θα λέγαμε με τα σημερινά δεδομένα- επαρχιακή εικόνα της Σαρδηνίας, με τις καλαμιές μόνες στον άνεμο να θροϊζουν, γίνεται το τοπίο που στους κόλπους του η ζωή μια οικογένειας και λιγοστών περιφερειακών προσώπων αποκτά τραγική υπόσταση, εκείνη που της δίνει η πένα μιας γυναίκας που το 1926 κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Πρόκειται για το βιβλίο «Καλαμιές στον άνεμο» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, σε μετάφραση Κατερίνας Γλυκοφρύδη, γραμμένο από την Γκράτσια Ντελέντα το 1913.
Ήταν το αγαπημένο βιβλίο της ιταλίδας δημιουργού και αποτυπώνει έναν κόσμο, χαμένο στο παρελθόν για μας. Μπορεί η θεματολογία του να μοιάζει παρωχημένη, η γραφή να παραπέμπει στους μεγάλους κλασικούς τραγικούς -αλλά να μην μπορεί εύκολα να λάμψει εκεί ανάμεσά τους- ωστόσο το κείμενο διαθέτει μια διαχρονική ομορφιά, θαμπή βέβαια και όχι τόσο έντονα ελκυστική, που κρατά όμως τον αναγνώστη μέχρι το τέλος, με νωχέλεια που μαγνητίζει και αποτελεί ίδιον της προσωπικής μου ανάγνωσης σε ό,τι αφορά την κλασική λογοτεχνία. Αφήνω συνήθως εκείνα τα «μεγάλα» έργα που εγώ ίσως δεν εντυπωσιάζομαι ούτε από τη σπουδαιότητά τους ούτε από τις κατακτήσεις τους στον δικό τους καιρό, να μου μιλήσουν με το δικό τους ρυθμό κι αν είναι κάτι που θα αποκομίσω από την αξία τους, αυτό θα γίνει αθόρυβα και υπόγεια, όχι κραυγαλέα και θεαματικά. Αυτή είναι και η προσωπική αξία που δίνω εγώ στην κλασική λογοτεχνία και υπό αυτό το πρίσμα θα μιλήσω για τις «Καλαμιές στον άνεμο».
Είναι κάτι σαν ορός θεραπευτικός η γλώσσα του παρελθόντος που εισέρχεται στη σύγχρονη σκέψη και αντίληψη με τρόπο πολύ περισσότερο κριτικό από τα λογοτεχνικά πονήματα της εποχής μας, με ένα στόχο καίριο και καθοριστικό: να αποκαθάρει τη σκέψη και το συναίσθημα από τα περιττά, τα ανούσια, δηλαδή εκείνα που είναι προορισμένα να πεθάνουν στο πέρασμα του χρόνου. Και ναι, μένει τέτοιο απόσταγμα από το βιβλίο αυτό της Γκράτσια Ντελέντα, όσο κι αν αρχικά μοιάζει τροχοπέδη στη συγκεκριμένη θεώρησή του ο ξεχειλίζων λυρισμός, ο υπερβάλλων ζήλος στις περιγραφές των τοπίων. Ο αναγνώστης μένει με την αίσθηση ότι οι εικόνες του περιβάλλοντος χώρου είναι που αποτυπώνουν όλη την αλήθεια που θέλει να μοιραστεί μαζί μας η συγγραφέας. Σαν πάνω στις κινήσεις αυτών των καλαμιών, των δέντρων, των νερών που κυλάνε, του αέρα που σφυρίζει, γράφεται η ζωή των ηρώων της. ο ενστικτώδης τρόπος που φαίνεται να βιώνει και να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα η ίδια η Ντελέντα τη λογοτεχνία, είναι και το γοητευτικό στοιχείο που την περνά μάλλον στην αιωνιότητα των κλασικών δημιουργών. Αυτό είναι και το κέντρισμα που δέχεται ο σύγχρονος αναγνώστης για να την ακολουθήσει στις ιστορίες της.

Το παιχνίδι της μοίρας

«... είμαστε ακριβώς καλαμιές στον άνεμο... Είμαστε εμείς οι καλαμιές και το πεπρωμένο ο άνεμος...» Ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο Εφίξ, ένα υπηρέτης στην «αριστοκρατική» και ξεπεσμένη πια οικογένεια των Πιντόρ. Θυσιάζει όλη του τη ζωή και την ύπαρξη στην υπηρεσία των τριών αδερφών, Ρουθ, Έστερ και Νοεμί, καταπονημένος και «δεμένος» ταυτόχρονα από ένα παλιό έγκλημα που διαπράττει για την άλλη τους αδερφή, τη Λία. Πρόκειται για τη γυναίκα που κατορθώνει να σπάσει τα δεσμά της πατρικής καταπίεσής της και ελεύθερη να αναζητήσει τη ζωή της μακριά από την οικογένειά της. «... Άφηνε εκεί πάνω τον καλύτερο εαυτό του τη δύναμη που δίνει η μοναξιά όταν αφήνεις τον κόσμο πίσω σου... Προχωρούσε και πήγαινε προς έναν τόπο τιμωρίας: τον κόσμο...».
Από κείνη τη στιγμή κι ύστερα ο χρόνος θα ακινητοποιηθεί επικίνδυνα για τις τρεις αδερφές που μένουν πίσω σ’ ένα κτήμα με τη μοναδική αφοσίωση, επιμέλεια και φροντίδα του Εφίξ. «...Ήταν όμως μια τρέλα που με έχει παρασύρει, τώρα έχω ανοίξει τα μάτια μου, βλέπω πού είναι η αληθινή σωτηρία. Εσύ πού βρήκε την αληθινή σωτηρία; Ζώντας για τους άλλους; Κι εγώ έτσι θέλω να κάνω, Εφίξ...». Είναι ο διάλογος που έρχεται από το μέλλον που έχει χαθεί μπροστά από τα μάτια των τριών «φυλακισμένων» στο πεπρωμένο τους γυναικών και έχει τη μορφή του γιου της Λίας, εκείνης που τόλμησε να απομακρυνθεί από το δεσποτισμό των Πιντόρ. Το νέο πρόσωπο που εισέρχεται αργά πια στη ζωή τους είναι για να τους υπενθυμίσει τις χαρές και την ομορφιά που έχασαν. Είναι το μέτρο σύγκρισης του ζοφερού τους παρόντος με το παρελθόν που ξόδεψαν χωρίς να κάνουν τίποτα και με το μέλλον που δεν υπάρχει πια. «...Η περηφάνια, το πάθος, η επιθυμία να σπάσει την παλιά της μίζερη ζωή και με τα θρύψαλά της να χτίσει μια καινούργια, δυνατή, φλόγιζε τα μάτια της...» Στέρεα φιγούρα μέσα στη σήψη, την παρακμή και τη συνεχή απώλεια, ο Εφίξ. Αυτός ο άνθρωπος, με την ντοστογιεφσκική αχλύ, που αγάπησε, εγκλημάτησε γι’ αυτό, έκανε δηλαδή τα πάντα για την αγάπη, τη στερήθηκε ο ίδιος και από την άλλη έδωσε όση αγάπη θα μπορούσε να δώσει άνθρωπος σε άνθρωπο.


Λίγα λόγια για τη συγγραφέα

Η Γκράτσια Ντελέντα γεννήθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου του 1871 στη μικρή πόλη Νουόρο της Σαρδηνίας. Βρέθηκε σε μια εποχή γεμάτη κοινωνικές ανισότητες, ενώ η οικογένειά της ανήκε στην περίφημη μεσαία τάξη με αρκετά καλή οικονομική κατάσταση. Και η δική της ζωή θα μπορούσε να είναι ένα από κείνα τα «ήσυχα» μυθιστορήματα που έγραψε η ίδια. Τα κείμενά της από νωρίς γίνονται γνωστά στους ιταλικούς λογοτεχνικούς κύκλους. Θα βοηθήσει σ’ αυτό και η σχέση -αλληλογραφίας αρχικά, που κατέληξε όμως σε διακοπή της όποιας επαφής τους μετά τη συνάντησή τους- με το δημοσιογράφο-κριτικό και ωραίο άντρα στα νιάτα του, Stansis de Manca. Δεν θα διστάσει αργότερα να της γράψει μετά τη συνάντησή τους «Σας πέρασα για νάνο». Από το 1892 κι ύστερα σωρρεύονται οι απώλειες των δικών της προσώπων, ενώ από το 1897 τα βιβλία της εκδίδονται το ένα μετά το άλλο. Το 1900 παντρεύτηκε και ο άντρας της ανέλαβε να προωθήσει τα βιβλία της, κάτι που θα γίνει το σατιρικό θέμα οκτώ χρόνια αργότερα ενός μυθιστορήματος του Πιραντέλο, «Ο σύζυγός της».Το 1903 ανέλαβε την έκδοση του γνωστού έργου της Ντελέντα, «Ellas Portolu», ένας από τους μεγαλύτερους εκδοτικούς οίκους της Γαλλίας, ο Treves. Το 1920 η νουβέλα της «Madre» παρουσιάζεται από τον άγγλο συγγραφέα του «Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι», Ντέιβιντ Λόρενς στο αγγλικό κοινό. Το 1926 της απενεμήθη το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στις 15 Αυγούστου του 1930 πέθανε από καρκίνο. Στη θέση του σπιτιού της στο Νουόρο χτίστηκε μια εκκλησία που φέρει το όνομα του βιβλίου της «Η εκκλησιά της μοναξιάς».

Friday, August 25, 2006

Η βαθιά πολιτική διάσταση μιας ...απολιτίκ γενιάς

(Tα ποστ σε αυτό το μπλογκ μόλις τα εκατόστησαν!Ακολουθεί η συνέντευξη με έναν άνθρωπο που γνώρισα από τα μπλογκ και με το πρώτο του βιβλίο κέρδισε την προσοχή μου. Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή)


Οι σκηνές εναλλάσσονται με κινηματογραφικό ρυθμό. Η γραφή φρέσκια και «real thing», χωρίς να χάνει τη λογοτεχνική της υφή. Η ιστορία πρωτότυπη, ζωντανή, πάλλεται, χωρίς να την αναιρεί η καταιγιστική πραγματικότητα. Η πλοκή θίγει και αναδεικνύει πτυχές της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας με τρόπο μεστό και καταλυτικό, χωρίς ο πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας να ξεχνά ότι γράφει μυθιστόρημα και χωρίς να στερεί το δικαίωμα στον αναγνώστη να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα. Ο λόγος για το Γιώργο Γλυκοφρύδη και το πρώτο του βιβλίο «Ο επιβάτης» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νεφέλη. Στη συνάντηση μαζί του είχα καταφθάσει με την εντύπωση ότι είχα διαβάσει ένα χορταστικό μυθιστόρημα που ανέβλυζε τα σωρευμένα αποθέματα και τα ψυχικά φορτία χρόνων, έφυγα από κει αποκομίζοντας και κάτι ακόμα: την πεποίθηση ότι κάτω από το όποιο απολιτίκ υπόστρωμα της γενιάς των 40 και κάτι μπορεί να λανθάνει μια βαθιά πολιτική στάση. Όπως έγραφε στο άρθρο του στην «Αυγή» στις 27/6/2006 ο Μάνος Κοντολέων, «...Η πολιτική στάση απαιτεί γνώση του παρελθόντος, βίωμα του παρόντος και όραμα του μέλλοντος. Η πολιτική στάση απαιτεί ενδοσκόπηση και ευελιξία. Λογική όσο και συναίσθημα. Ρεαλισμό όσο και φαντασία. Τόλμη μα και σύνεση. Επανάσταση και συντήρηση. Δεν ξέρω τίποτε περισσότερο αποτελεσματικό ως προς την εφαρμογή όλων αυτών, από την ανάγνωση της λογοτεχνίας. Γιατί μέσα στα λογοτεχνικά κείμενα όλα αυτά υπάρχουν, αλληλοσυμπληρώνονται ή αυτοαναιρούνται, συνδυάζονται μα και πλαταίνουν...»


Οι κινηματογραφικές σας καταβολές είναι εμφανείς και στη γραφή σας. Γιατί επιλέξατε να αφηγηθείτε την ιστορία του «Επιβάτη» σας μέσα από τη λογοτεχνική οδό και όχι με μια ταινία;

Γιατί είναι πάντρεμα αυτών των δύο. Είναι το απόλυτο πάντρεμα και μάλιστα, είναι μελετημένο με την τεχνική έννοια του όρου. Δηλαδή οι παράγραφοι είναι χωρισμένες όπως είναι τα πλάνα. Η σύνταξη των παρομοιώσεων επίσης. Ουσιαστικά ακολουθούν μια λογική η οποία προκύπτει από την ψυχολογία. Παραδείγματος χάριν, υπάρχει ένα πακέτο τσιγάρα. Το βλέπεις. Και λες: ένα πακέτο τσιγάρα που είναι μπλε και τα τσιγάρα αυτά είναι Γκολουάζ π.χ. Είναι γραμμένο δηλαδή με την ίδια λογική, την οπτική καθαρά όπως συλλαμβάνεις τα πράγματα, γιατί με ενδιαφέρει ακριβώς το απόλυτο πάντρεμα κινηματογράφου-λογοτεχνίας, συνειδητά.

Πείτε μου στοιχεία που αισθάνεστε ότι διαφοροποιούν το μυθιστοριογράφο από το σκηνοθέτη.

Ο μυθιστοριογράφος είναι μόνος του, ό,τι κάνει το κάνει μόνος του. Ο σκηνοθέτης είναι μάνατζερ, έχει τουλάχιστον 100 ή 200 ή 10 ανθρώπους που διευθύνει και από εκεί κι ύστερα προκύπτει η συνεργασία. Εγώ επέλεξα να αντιγράψω κάποια στοιχεία της κατασκευής μιας κινηματογραφικής ταινίας, τα οποία όμως έρχονται μετά, δηλαδή είχα αναγνωστικό κοινό 15 ατόμων συγκεκριμένων οι οποίοι έκαναν σημειώσεις κανονικά.

Με ποιο κριτήριο είχαν επιλεγεί αυτά τα άτομα;

Με το κριτήριο ότι τους ήξερα σαν ανθρώπους. Ήθελα να ξέρω την αντίδραση αυτού του ανθρώπου που είναι αυτός ο «τύπος», του άλλου ανθρώπου που είναι ο άλλος «τύπος», του τρίτου που είναι ο τρίτος «τύπος».

Ήταν άνθρωποι που είχατε εμπιστοσύνη στην κρίση και τις προθέσεις τους...

Βέβαια. Και όντως πήρα πολύ διαφορετικές απόψεις.

Αυτοί δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν κατά κάποιον τρόπο το «κινηματογραφικό συνεργείο» σας;

Όχι καθόλου. Κινηματογραφικό συνεργείο θα μπορούσε να θεωρηθεί ο διορθωτής, ο επιμελητής, ο διορθωτής ο ορθογραφικός, ο σελιδοποιητής, όσοι παρεμβαίνουν, ο γραφίστας.

Στην προμετωπίδα του βιβλίου σας έχετε ένα απόσπασμα της Laurie Anderson. Παίρνοντας αφορμή από αυτό θα ήθελα να σας ρωτήσω, ποιος είναι ο «έκπτωτος άγγελος» στην ιστορία σας;

Ο πρωταγωνιστής, ο Νίκος. Γιατί κάνει πράγματα που ουσιαστικά ποια ηθική τρέχουσα θα συμφωνούσε με αυτά; Εγκαταλείπει και τη γυναίκα και την κόρη του, χωρίς κανένα λόγο, ολόκληρη την οικογένειά του. Είναι εγωιστής, είναι σνομπ. Εμφανίζεται σε μια σκηνή στην Πλατεία Εξαρχείων όπου το άλλο πρόσωπο του εξομολογείται από τα κατάβαθα της ψυχής του κι αυτός το ακούει σαν μια απλή αφήγηση.

Τι στάθηκε η αιτία και η αφορμή να γράψετε αυτό το μυθιστόρημα;

Η αφορμή ήταν πάρα πολύ απλή. Προσπαθούσα από το 1986 να δω πώς μπορεί κάποιος να βρεθεί με πάρα πολλά χρήματα.

Καθοριστικό στοιχείο αυτό για τη μυθοπλασία, βέβαια, στο βιβλίο.

Ναι, αυτό ήταν καθαρά η αφορμή. Η αιτία είναι γιατί θεωρούσα και θεωρώ ότι αυτό που συνέβαινε τότε στην Ανατολική Γερμανία και γενικά στα ανατολικά κράτη, είναι η τελευταία απανθρωπιά μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπάρχουν σήμερα κάποιοι οι οποίοι κάνουν αντίστοιχες συγκρίσεις σήμερα που μιλάμε, με αυτό που γίνεται με το Ισραήλ στο Λίβανο ή συγκρίνουν κάποια πράγματα που λαμβάνουν χώρα στη Λατινική Αμερική, συγκρίνουν τον τρίτο κόσμο ή συγκρίνουν την κατάσταση τότε με την πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών τώρα όποια κι αν θεωρείται ότι είναι. Δεν είναι συγκρίσιμα όμως αυτά.
Μιλάμε για ένα καθεστώς, το καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας και του τότε ανατολικού μπλοκ που όπως και παλιότερα ήταν μελετημένα και στημένα αντι-ανθρώπινα καθεστώτα, ενάντια στον άνθρωπο, σε στοιχειώδεις ανθρώπινες διαστάσεις. Το είχα ζήσει. Έμενα στο Δυτικό Βερολίνο. Εκεί βρέθηκα με το Θόδωρο Αγγελόπουλο που δούλευα τότε στην ταινία, ως βοηθός σκηνοθέτη στο «Μελισσοκόμο».
Το νούμερο ένα αντι-ανθρώπινο στοιχείο είναι αυτό που αναφέρεται και στο βιβλίο: δεν μπορούσες να ταξιδέψεις. Κάτι που καταντάει εντελώς παράδοξο στο πρακτικό επίπεδο, δεν μπορείς να πας δηλαδή ποτέ στον Πύργο του Άιφελ, ξέρεις ότι υπάρχει, αλλά εσύ δεν μπορείς να πας ποτέ εκεί, γιατί απαγορεύεται.

Οι περιγραφές κυριαρχούν. Σε κάποια σημεία με ασφυκτικό τρόπο, τολμώ να πω. Από την πλοκή ξεπηδούν και τα ψυχογραφήματα των ηρώων.

Όλη η λογική είναι μια κάμερα. Εγώ δεν υποδεικνύω τίποτα απολύτως. Δεν θα πω ποιο είναι το κακό, ποιο είναι το καλό -διαφαίνεται αυτό εντάξει- αλλά δεν υπάρχει διδακτικότητα ούτε για αστείο. Γιατί οι ίδιοι οι ήρωες δεν έχουν πολιτική στάση, άρα πώς θα έχω εγώ; Δεν είναι δεξιοί, αριστεροί ή σοσιαλιστές. Είναι μετά την ιδεολογία. Πολύ θα ήθελα να είναι μεταμοντέρνο, αλλά δεν είμαι εγώ που θα το πω αυτό.

Ποιο ήταν το δικό σας συναίσθημα, ως κυρίαρχο στοιχείο, που σας καθοδηγούσε σε όλη αυτή τη συγγραφική σας περιπέτεια;

Ότι επιτέλους θα μπορούσα να εκφράσω την εναντίωσή μου σε αυτή την κατάσταση που βρισκόταν η Ευρώπη τότε (σημ. ψυχροπολεμικά), αλλά με το δικό μου τρόπο. Εναντίωση υπήρχε σε αυτό από όλο το δυτικό σύστημα, ΗΠΑ και άλλοι, αλλά ήθελα αυτή η εναντίωση να εκφραστεί μέσα από τη δική μου γενιά η οποία δεν είχε πολιτική τοποθέτηση ούτε ιδεολογική, μηδέν, καμία. Δεν ήταν ΠΑΣΟΚ, Νέα Δημοκρατία, Συνασπισμός ή ΚΚΕ, τίποτα. Μηδέν. Η καθαρά γενιά X όπως λεγόταν.

Αναπαριστάτε τουλάχιστον με μυθιστορηματική πιστότητα τη ζωή στην ψυχροπολεμική Δυτική Γερμανία αλλά και την Ανατολική. Γιατί γυρίσατε σε κείνη την εποχή;

Γιατί είμαι υπέρ της απόλυτης δραματουργικής στήριξης των πραγμάτων. Π.χ. ο Τόμας Χάρις έχει γράψει τέσσερα μυθιστορήματα και είναι όλα και τα τέσσερα, είναι η ίδια ιστορία. Η δραματουργική στήριξη που υπάρχει για το Χάνιμπαλ που είναι ο κεντρικός ήρωας, είναι όχι απλώς άψογη, είναι στα επίπεδα της αρχαίας τραγωδίας. Είναι μάθημα δραματουργικής στήριξης και γενικά η αμερικάνικη λογική το έχει αυτό: τα πάντα πρέπει να στηρίζονται όσο γίνεται καλύτερα, όχι με την έννοια της αληθοφάνειας, με την ψυχολογική έννοια. Η πλοκή πρέπει να είναι αληθινή. Έχω επηρεαστεί πάρα πολύ από την αμερικάνικη λογοτεχνία. Γι’ αυτό και γίνεται όλη η αναφορά στο 1965, γίνεται μία απόλυτη στήριξη.

Οι μνήμες και οι πληγές είναι μεν ακόμη νωπές -ιστορικά- αλλά υπάρχουν και οι ιλιγγιώδεις ρυθμοί της εξέλιξης που σκορπάνε μια πρόσκαιρη λήθη. Γιατί επιλέγετε τη βία και τους τρόπους εκδήλωσής της τότε και τώρα, για να μιλήσετε για τους ανθρώπους και την εποχή τους;

Γιατί η βία είναι το κυρίαρχο στοιχείο. Όταν δεν υπάρχει τίποτα άλλο, βγαίνει η βία στην επιφάνεια. Αναφέρω ένα παράδειγμα: οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ανάγκη από ένα πολύ συγκεκριμένο ποσοστό της παγκόσμιας πετρελαϊκής παραγωγής κι αυτός είναι ο στόχος τους, δεν μπορεί να αλλάξει αυτός. Όταν εξαντλήσουν όλα τα μέσα, θα καταλήξουν στη βία. Δεν είμαι αντι-αμερικανός, το λέω αυτό ως παράδειγμα.
Κι αυτό συνέβαινε πάντα. Κάθε status ανάλογα με τα μέσα που έχει, χρησιμοποιεί βία. Άλλο παράδειγμα: η Χεζμπολά είναι πλήρως εγκατεστημένη και ενταγμένη μέσα στο λιβανέζικο κοινωνικό ιστό. Κατηγορείται το Ισραήλ γιατί βομβάρδισε μια παιδική χαρά. Δεν είμαι υπέρ την πράξης, το ξεκαθαρίζω. Αλλά οι κατιούσα ήταν εγκατεστημένοι μέσα στην παιδική χαρά. Ο εκβιασμός φέρνει την πράξη, άρα η βία είναι δεδομένη.

Ποιο είναι το αντίδοτο στη βία;

Η παιδεία. Εκτός κι αν κάνεις το λάθος κλικ που έκαναν οι Ναζί.

Τώρα που τα «τείχη» έχουν πέσει εδώ και 17 χρόνια, ποιο είναι εκείνο το στοιχείο που σας εκπλήσσει για τη ζωή στη Γερμανία σήμερα είτε ευχάριστα είτε δυσάρεστα; Πήγατε εκεί πριν από δύο χρόνια.

Το ευχάριστο είναι ότι δεν κρύβουν την Ιστορία τους. Κάτι που συμβαίνει παραδείγματος χάριν στην Ελλάδα. Θα αναφέρω ένα εντελώς γελοίο παράδειγμα -πού υπό συνθήκες μπορεί να στέκει-, αλλά ενδεικτικό: στην Αθήνα υπάρχει αυτή τρέλα να αλλάζουμε ονόματα στους δρόμους. Αλλάζει η Βασιλίσσης Σοφίας και γίνεται Δημοκρατίας. Εντάξει, δεν έχουμε βασιλευομένη δημοκρατία, αλλά υπάρχει λόγος να αλλάξει το όνομα του δρόμου; Να τον αποχαρακτηρίσεις; Σβήνεται αυτό που υπήρξε. Δεν μ’ αρέσει αυτό. Η Ιστορία πρέπει να φαίνεται και να υπάρχει. Οι Γερμανοί έχουν κάνει μέσα στο Βερολίνο Μουσείο Ολοκαυτώματος. Και είναι απλή κοινωνική ψυχολογία την οποία οι Γερμανοί την ξέρουν πάρα πολύ καλά.

Από ένα σημείο κι ύστερα στην αφήγησή σας τα νήματα κινεί ο έρωτας, με την έκφανσή του σε απόλυτη μορφή. Γιατί επιλέγετε αυτή τη μεταστροφή στο κέντρο βάρους της ιστορίας σας;

Είναι δύο πράγματα. Το πρώτο είναι ότι έχουν επιλεγεί πολλές μορφές αφήγησης επίτηδες. Το κεφάλαιο «Fanatic» είναι ταξιδιωτικό ως προς τη διάθεση της αφήγησης. Όταν στο τέλος υπάρχει αυτή η τρομακτική βία και η αστυνομία και όλα αυτά, επιλέγω αυτό που συμπαθώ εγώ το «thrilling», το «war» εντελώς, το πολεμικό. Εγώ βασίστηκα πάρα πολύ σε έρευνα, με βοήθησε και η αστυνομία. Και βασίστηκα στην ψυχολογία που υπήρχε στις απαγωγές των Αλβανών και στο επεισόδιο στην Οδό Νιόβης.
Η διαφορά στην αφηγηματική μορφή κάθε ενότητας έγινε εσκεμμένα. Το άλλο που λες για τον έρωτα, δεν ξέρω αν βγαίνει έτσι, για να το λες έτσι θα βγαίνει. Εγώ ήθελα να δείξω ότι οι ήρωες έχουν από πάνω τους ένα πεπρωμένο, το οποίο πεπρωμένο δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο χαρακτήρας τους. Το πεπρωμένο σου είναι ο χαρακτήρας σου ο οποίος θα σε οδηγήσει. Αν ο χαρακτήρας σου είναι ο Α, αποκλείεται σε μια πολεμική κατάσταση να φερθείς διαφορετικά και σε μια ερωτική διαφορετικά. Πάντα θα υπάρχει το υπόβαθρο το οποίο θα σε οδηγήσει στον πόλεμο να κάνεις αυτά, στον έρωτα θα σε οδηγήσει να κάνεις τα άλλα. Ο ήρωας ζει μέσα σε μια κατάσταση απίστευτης εντροπίας πολύ μεγάλου βαθμού κι αυτός είναι ο χαρακτήρας του. Σε απλά Νέα Ελληνικά είναι «χύμα στο κύμα».

Τι θέλετε να αποκομίσει ο αναγνώστης από το μυθιστόρημα αυτό;

Το ένα που θα ήθελα να αποκομίσει είναι ότι το πεπρωμένο και οι χαρακτήρες των ανθρώπων οι οποίοι διαμορφώνονται και από την ψυχολογική τους κατάσταση, δεν γίνεται να αλλάξουν επειδή συμβαίνει το ένα ή το άλλο. Μπορεί να επηρεαστούν σε πολύ μεγάλο βαθμό και να πιεστούν να κάνουν κάτι ή να ζήσουν κάπως που δεν θέλουν, αλλά να αλλάξουν αποκλείεται. Αυτό που θα ήθελα στο βάθος να αποκομίσει κάποιος είναι ότι η πολιτική, και ιδίως οι παλιές πολιτικές του υπαρκτού σοσιαλισμού είχαν αδιαφορήσει απόλυτα για τη στοιχειώδη ψυχολογία, απλή επιφανειακή ψυχολογία της πρώτης φροϋδικής ανάλυσης χωρίς να πηγαίνουμε καν προς τα κάτω. Από πλήρη παρεξήγηση των πραγμάτων, προσπαθώντας να δώσουν λύση σ’ αυτό που συνέβαινε, έφτασαν εκεί. Άλλωστε σήμερα τείνει ο ορθολογισμός να κριθεί ξανά. Η διαλεκτική κρίνεται ξανά. Ο μαρξισμός, η παλιά φιλοσοφία κρίνεται ξανά και περνάμε σε ένα άλλο πράγμα που θέλει να κρίνει τα πράγματα αλλιώς, το λεγόμενο μεταμοντέρνο.
Το θέμα δεν είναι να γυρίσεις πίσω, αλλά να δώσεις σημασία σε κάτι άλλο. Δηλαδή παραδείγματος χάριν η μονογαμία έχει πίσω της μια ηθική -με την καλή έννοια της λέξης ηθική- η οποία ηθική προέρχεται από συγκεκριμένες ανάγκες και πολιτικοκοινωνικά status. Αυτό κρίνεται ξανά, αλλά όχι με τη λογική του ’60, αλλά με το να διαβάσεις καλύτερα την όλη κατάσταση.

Όσον αφορά την πρωτοτυπία σας σε επίπεδο περιγραφικής δεινότητας μου θυμίσατε το Φιτζέραλντ σε κάποια σημεία, ακόμη και τον Απντάικ σε κάποια άλλα. Ποιες είναι οι λογοτεχνικές σας επιρροές;

Ναι, ο Απντάικ πολύ μεγάλος δάσκαλος.
Βασικότερη λογοτεχνική μου επιρροή είναι ο Στίβεν Κινγκ, αμφιλεγόμενος μεν, αλλά όπως πάντα κανείς πρέπει να διαβάζει κριτικά. Ο Τόμας Χάρις τον οποίο τον έχω μελετήσει σε όλα τα επίπεδα. Αυτοί οι δύο είναι οι βασικότεροι, μετά πάρα πολύ κλασικά πράγματα, όπως ο Ιούλιος Βερν, Μπορίς Βιάν και άλλοι πάρα πολλοί της επιστημονικής φαντασίας. Και βέβαια, πάρα πολύς κινηματογράφος, αυτό είναι νούμερο ένα επίδραση. Μάλλον έχω δει πιο πολύ κινηματογράφο απ’ όσο έχω διαβάσει.
Από Έλληνες, πολύ σύγχρονος βέβαια, ο Τατσόπουλος μου αρέσει πάρα πολύ, δεν έχει καμία σχέση με το πώς γράφω εγώ αλλά μ’ αρέσει το ότι κινείται σαν δραματουργική αράχνη πάνω απ’ τους ήρωες, δεν ορίζει την εποχή, αυτό είναι τρομερή ικανότητα. Σου δίνει τα πάντα γύρω από την ιστορία, αλλά μετά την πλάθεις εσύ. Και βέβαια, ο Παπαδιαμάντης μου αρέσει πάρα πολύ.

Αν ήταν ταινία το βιβλίο, τι ταινία θα ήταν;

Θα ήταν μια περιπέτεια που σε πιάνει απ’ τα μούτρα με το που ξεκινάει. Έχω χρησιμοποιήσει πιο πολύ τα δραματουργικά τεχνάσματα των κινηματογραφιστών παρά των λογοτεχνών στην αφήγηση.

Thursday, August 24, 2006

Το σκοτεινό ποτάμι της μοίρας

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)

Είναι μία από τις περιπτώσεις που αρχίζεις να διαβάζεις ένα βιβλίο, σχεδόν με ενόχληση. Δεν αντιλαμβάνεσαι πού το πάει ο συγγραφέας και σχεδόν είσαι έτοιμος να εγκαταλείψεις την ανάγνωση, αν είσαι απ’ αυτούς που τα παρατάνε τα βιβλία και τα πράγματα γενικότερα. Αν όχι, σε περιμένει μια ευχάριστη έκπληξη στο τέλος. Ο αγώνας σου να παραμείνεις στην υπόθεση δικαιώνεται και μάλιστα με τον καλύτερον τρόπο.
Είναι η ίδια αίσθηση, όπως όταν ακούς ένα από κείνα τα τραγούδια του Leonard Cohen που ο παλιοκαιρισμένος ρυθμός της μουσικής δεν μπορεί να σε συνεπάρει, αλλά ακούγοντας τις ιστορίες που διηγείται στους στίχους του, μαγεύεσαι και το κουβαλάς πάνω σου σαν πεπρωμένο μετά το τραγούδι. Είναι η ίδια ενόχληση που σε τριβελίζει, όταν ένας άνθρωπος προσελκύει την προσοχή σου, αλλά δεν καταλαβαίνεις το γιατί, μέχρι που έρχεται μια ματιά και σου αποκαλύπτει με όλη τη μεγαλοπρέπεια της ειλικρίνειας την αιτία, αρκετά αργότερα, βέβαια, όταν θα είσαι σε θέση και να καταλάβεις.
Με λεπτές αποχρώσεις παίζει στο μυθιστόρημά του «Η σπηλιά του πεπρωμένου» (Εκδόσεις Καστανιώτη) ο ολλανδός συγγραφέας Τιμ Κραμπέ, υφαίνοντας έναν αδιόρατο ιστό ενός ψυχολογικού θρίλερ, του οποίου τα κομμάτια του παζλ ενώνονται αργά και σου αποκαλύπτουν, βέβαια, με άκρως ενδιαφέροντα τρόπο το μέγεθος του ταλέντου του δημιουργού του, πρώτα απ’ όλα. Κάνει τον αναγνώστη ο Κραμπέ, έτσι όπως στήνει την ιστορία του, να αισθάνεται αμήχανα, σχεδόν ηλίθιος -ας μου επιτραπεί η έκφραση- στην αρχή και κάπου εκεί στη μέση του βιβλίου, αφού δεν μπορεί να συλλάβει το νόημα που έχουν τα τεκταινόμενα. Η μετάφραση της Ινώς Βαν Ντάικ-Μπαλτά, ένας ολοζώντανος λόγος που απλώνει αυτή την essence εκλεπτυσμού που αναδύει η πρόζα και η αφήγηση του Κραμπέ, στην αρχή παρουσιάζεται ως η μόνη αιτία να παρακολουθήσει ο αναγνώστης την υπόθεση. Στο τέλος θα ανταμειφθεί, πλημμυρίζοντας από συγκίνηση και θα καταλάβει την ωραιότητα που υπέβοσκε σ’ αυτή την απόκρυψη των προθέσεων του δημιουργού και την τόσο αργή και ώριμη εμφάνισή τους.
Είναι σαν να χρησιμοποιεί ακριβώς το αρνητικό -η εικόνα δείχνει τη μη ορατή όψη απ’ αυτό που επιδιώκει ο Κραμπέ- στην τεχνική του ο συγγραφέας από τις απόψεις του εκπροσώπου του Κακού στο έργο του, του Άξελ: «...Αυτό είναι όλο το κόλπο. Να κάνεις τους ανθρώπους να θέλουν αυτό που εσύ θες να θέλουν. Να τους εκφοβίζεις. Να φέρεσαι σαν να κάνεις κουμάντο εσύ. Να κάνεις τον άλλο να σκέφτεται ότι είναι τρελός αν δεν το κάνει. Οι άνθρωποι είναι τεμπέληδες, προτιμούν να υπακούν παρά να σκέφτονται οι ίδιοι κάτι που θέλουν. Χαίρονται όταν το σκέφτεσαι εσύ για πάρτη τους...»
Ο ήρωας αυτός γίνεται η αφορμή ο συγγραφέας να παρουσιάσει την αλγεινή όψη των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών και την παραβολή τους με την κόλαση των αναπτυσσόμενων περιοχών της Νοτιοανατολικής Ασίας. Η πραγματικότητα είναι φρικώδης -ναρκωτικά, εγκλήματα- ενώ ο εκπρόσωπος του Καλού, ο Έχον, θα συντριβεί απ’ αυτή, πετυχαίνοντας, ωστόσο, να περάσει μέσα από τον έρωτα στην αιωνιότητα η αγνότητα των αισθημάτων, της ύπαρξής του. Ο νόμος του θανάτου θα κερδίσει, η σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων θα επιβληθεί, πληρώνοντας, ωστόσο, τίμημα στην ίδια τη ζωή. «...Όλοι τους ήθελαν αυτό που εγώ ήθελα να θέλουν. Εσύ δεν γνωρίζεις τη ζωή, Έχον. Πρέπει ν’ αρπάζεις ό,τι μπορείς ν’ αρπάξεις. Ποτέ να μη ζητάς κάτι, αυτό βάζει στους ανθρώπους την ιδέα να μη σου το δώσουν. Ποτέ να μη φοβάσαι. Ο φόβος είναι λανθασμένη χρήση της εξυπνάδας. Ν’ αρπάζεις. Οι φοβητσιάρηδες αρπάζουν λίγα, οι θρασείς πολλά. Αυτός είναι ο νόμος της ζωής...»
Η τύχη, η μοίρα, το πεπρωμένο κινεί τα νήματα. Η βούληση συνθλίβεται. Η ομορφιά του πρώτου έρωτα γίνεται ένα σκοτεινό λαγούμι που κυλά η ζωή εκείνων των ανύποπτων που ενέδωσαν στα θέλγητρά του. «...Η σοφία είναι η τέχνη να λες κατά λάθος την αλήθεια. Όπως όταν κάνεις ένα παιδί. Πόσα εκατομμύρια σπερματοζωάρια υπάρχουν; Δέκα; Είκοσι; Το καθένα διαφορετικό, κι εσύ δεν μπορείς να καθορίσεις ποιο θα τα καταφέρει. Και τι αποδεικνύεται πως έχεις φτιάξει: ακριβώς κάποιον που τον αγαπάς τόσο πολύ όσο μπορείς ν’ αγαπήσεις κάποιον. Έχεις πει την αλήθεια χωρίς να το προσπαθήσεις. Έχω κάνει πολλά αστεία στη ζωή μου, αλλά μόνο τώρα κάνω αστεία που είναι αλήθεια. Κατά λάθος. Αυτό είναι σοφία...»
Με τέτοια μαεστρία που δεν είναι καθόλου «κατά λάθος» λογοτεχνική οικονομία, ο Τιμ Κραμπέ οικοδομεί σοφά την πλοκή της ιστορίας: δύο έφηβοι, ο Έχον και ο Άξελ θα βρεθούν σε μια ομάδα κατασκήνωσης ένα καλοκαίρι. Η συνάντηση αυτή θα καθορίσει τη ζωή του πρώτου, με γεγονότα που δεν μπορεί να συλλάβει ανθρώπινος νους ότι μπορεί να τα υπαγορεύσει το πεπρωμένο. «... Ένα παιδί σε μια παραλία πιάνει μια χούφτα άμμο και την πετάει. Πόσο μεγάλη είναι η πιθανότητα να ξαναβρεθούν αυτοί οι κόκκοι της άμμου όλοι μαζί σε μια χούφτα; Μηδέν. Αλλά πόσο μεγάλη ήταν αυτή η πιθανότητα πριν από χίλια χρόνια; Επίσης μηδέν. Μολαταύτα είχαν βρεθεί όλοι μαζί. Είχε συμβεί κάτι που δεν ήταν δυνατόν να συμβεί. Έτσι ήταν με όλα. Ένα βήμα που έκανε κάποιος, μια σταγόνα που έπεφτε από μια βρύση, ένα πουλί που καθόταν σ’ ένα κλαρί -ποτέ πια δεν θα συνέβαινε ακριβώς έτσι, ποτέ δεν ήταν δυνατόν να συμβεί...»
Στα θολά ύδατα της ύπαρξης βουτά τους ήρωές του ο ολλανδός μυθιστοριογράφος και τους αφήνει πάση θυσία να κολυμπήσουν. Άλλος επιπλέει πανηγυρικά, άλλος καταποντίζεται κι άλλος με τον ίδιο του τον πνιγμό καθαγιάζει τα νερά. «...Πρέπει να έχεις μια ζωή. Είτε σου τυχαίνει είτε τη διαλέγεις, πρέπει να τη ζήσεις όσο καλύτερα μπορείς. Αν ξεκινήσεις με αγάπη, αυτή μπορεί να χαθεί. Αν ξεκινήσεις χωρίς αγάπη, αυτή μπορεί να έρθει στην πορεία...» Στόχος είναι η ύπαρξη να αποκαλύψει τους χυμούς της, δηλητηριώδεις ή θεραπευτικούς και να τους ρίξει στην ίδια τη ροή των πάντων. «...’’Κατά βάθος δεν είναι ευχάριστο για ένα ποτάμι να μη φτάνει ποτέ το ίδιο στη θάλασσα’’, είπε ο Έχον. ‘’ Να μπορεί μονάχα να συνοδεύει ένα άλλο ποτάμι’’...»

Ο συγγραφέας

Ο Τιμ Κραμπέ γεννήθηκε στο Άμστερνταμ το 1943. Μαθητής ακόμα ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το σκάκι, για το οποίο έγραψε τρία βιβλία. Για τη δεύτερη μεγάλη του αγάπη, το ποδήλατο, έγραψε επίσης ένα βιβλίο, το «De Renner» («Ο ποδηλάτης», 1978). Έγινε γνωστός έξω από τα σύνορα της πατρίδας του με το πρώτο του μυθιστόρημα, «Het Gouden Ei» («Το χρυσό αυγό», α984), μεγάλη επιτυχία που έγινε γρήγορα και κινηματογραφικό έργο («The Vanishing»). Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα «Vertρaging» («Καθυστέρηση», 1994) και «De Grot» («Η σπηλιά του πεπρωμένου», 1997), το οποίο επανέλαβε το θρίαμβο του πρώτου του βιβλίου.

Wednesday, August 23, 2006

DOORS

(Πίσω απ' αυτό το κείμενο κρύβεται μια συγκινητική για μένα ιστορία. Δεν θα την πω εδώ. Πήρα αφορμή από ένα σημερινό ποστ του Silio D' Aprile και θεώρησα ότι ήταν σημαντικό αυτές οι λέξεις να υπάρξουν κάπου δημοσιευμένες στα ιστολόγια)


«Πόρτες ανοιχτές στον ήλιο» ονομάζεται η συλλογή διηγημάτων της Φωφώς Καραμήτσου-Χρονοπουλου που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις «ΔΕΔΕΜΑΔΗ». Πρόκειται για μία σειρά κειμένων που, όπως ευθύβολα δηλώνει και ο τίτλος τους, αναζητούν να αναδείξουν μέσα από καθημερινές ιστορίες και απλούς χαρακτήρες την ελπίδα και το φως που βρίσκει χώρο να υπάρξει και να απλωθεί μέσα από τις χαραμάδες ανθρώπινων τοπίων.
Σαν ξέφωτο ζεστό και παρηγορητικό που περιμένει να αγκαλιάσει τον αναγνώστη, μετά από μια δασώδη υγρή και σκοτεινή ερημία, μοιάζουν τα διηγήματα αυτά που, όπως η ίδια η συγγραφέας τονίζει στο προλογικό της σημείωμα «μη μου πεις πως για τα μεγάλα και τα σπουδαία αξίζουν μόνο τα λεγόμενα». Η δημιουργός τους δηλώνει ότι «είναι σελίδες της καθημερινής ζωής σε αλλιώτικες εποχές, με αληθινές ιστορίες», για να συμπληρώσουμε εμείς ότι το ανεπιτήδευτο ύφος τους και η βιωματική τους διάσταση προσθέτει στη ζωντάνια και την παραστατικότητά τους.
Οι φιγούρες των ηρώων κινούνται σε μια «παπαδιαμαντική» ατμόσφαιρα, με έντονη την ηθογραφική διάθεση της συγγραφέως. Οι χαρακτήρες ανθρώπων της ελληνικής υπαίθρου επιτυχημένα δομημένοι, είναι φορείς μια γλώσσας και μιας παράδοσης που αποξεχνιέται πίσω στο χρόνο, αν δεν βρίσκεται κάποιος κάθε φορά να την ανασύρει στο εμπρός και το τώρα, να της δίνει νέες διαστάσεις και να την προωθεί σε φωτεινούς ορίζοντες.

Η αμφισημία του κλασικού

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)

«...Το πρόσωπό μου μοιάζει μ’ ένα πρόσωπο που έχετε δει πολλές φορές. Οι πρόγονοί μου κατέκτησαν μια ήπειρο προχωρώντας με κόπο πάνω στις πεδιάδες σπαρμένες θάνατο, μέχρι που έφτασαν σ’ έναν ωκεανό που είχε στραμμένη την πλάτη του στην Ευρώπη και ατένιζε ένα ακόμα σκοτεινότερο παρελθόν...»


Να είσαι μαύρος, και γκέι, και νόθος γιος, και φτωχός, και αμερικανός που προτιμάς την Ευρώπη αλλά ζεις τη νεότητά σου στις Ηνωμένες Πολιτείες κάτω από τη σκληρότητα του ιεροκήρυκα πατριού σου, καθώς έχεις γεννηθεί στο Χάρλεμ τα χρόνια του Μεσοπολέμου σε μια κοινωνία βυθισμένη στην υποκρισία και τον πουριτανισμό της, προφανώς δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου. Η λογοτεχνία γίνεται αναπόφευκτα ένα σίγουρο καταφύγιο και δεν σε υποθάλπει απλώς, κατορθώνει να σε αναδείξει, αλλά και σε να σε ταξιδέψει στο μέλλον, μέσω του έργου σου.
Αυτή είναι η περίπτωση του James Baldwin. Ένας συγγραφέας που διαβάζοντας το έργο του «Το δωμάτιο του Τζοβάνι» -κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο μεταφρασμένο από την Τερέζα Βεκιαρέλλη)- και το οποίο γράφτηκε το 1956, αισθάνεσαι ότι δεν έχουν αλλάξει και πολύ τα προβλήματα των ανθρώπων από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα κι ύστερα. Όπως γράφει και ο ίδιος, «...Το ερώτημα είναι μπανάλ, αλλά ένα πραγματικό πρόβλημα της ζωής είναι ακριβώς ότι η ζωή είναι τόσο μπανάλ...». Ωστόσο, ο Baldwin παίρνει το κοινότοπο -για μας πια, καθώς η ομοφυλοφιλία στα χρόνια του ήταν σίγουρα ένα πολύ μεγαλύτερο ταμπού- και καταφέρνει να το αναγάγει σε μείζον υπαρξιακό ζήτημα, χωρίς σπουδαιοφανείς αναλύσεις και βαρύγδουπες ρητορείες. Λέει μια ιστορία, με καθημερινό τρόπο -τουλάχιστον έτσι σε αφήνει να νομίζεις- και σε συνεπαίρνει με τη δραματικότητα που προσδίδει στο απλό. Ο ήρωάς του είναι ένας νέος που ενώ βρίσκεται για διακοπές με τη φίλη και αγαπημένη του στο Παρίσι, στη διάρκεια σύντομης απουσίας της, έρχεται αντιμέτωπος με το δικό του ομοφυλοφιλικό πάθος. «...οι άνθρωποι, όμως, δυστυχώς, δεν μπορούν να επινοήσουν τα αραξοβόλια τους, τους εραστές και τους φίλους τους, όπως δεν μπορούν να επινοήσουν και τους γονείς τους...»
Και εξομολογείται τα εσωτερικά του δεινά, τις συγκρούσεις και την αμφιρρέπεια που τον κατατρέχει. Ο αναγνώστης του βιβλίου δεν χρειάζεται να έχει ομοφυλοφιλικές αναζητήσεις για να πάσχει μαζί με τον πρωταγωνιστή του βιβλίου. Φτάνει μόνο να αισθάνεται ότι δεν χωράει πουθενά στη ζωή του, ότι τον τρώει το σαράκι των δικών του επιθυμιών, όχι απαραίτητα σεξουαλικών. Αρκεί η προσωπική υπαρξιακή αγωνία του αναγνώστη για να γίνει μέτοχος του λογοτεχνικού μυστηρίου που ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια του ο δημιουργός. «...ο χρόνος είναι ένα κοινό πράγμα, είναι σαν το νερό για τα ψάρια. Όλοι είμαστε μέσα σ’ αυτό το νερό, κανένας δεν βγαίνει έξω απ’ αυτό, ή αν βγει, του συμβαίνει το ίδιο που συμβαίνει και στα ψάρια, πεθαίνει...»
Αρκεί η ανοιχτή καρδιά, το ανοιχτό μυαλό, για να καταλάβεις και να νιώσεις το συγγραφέα. Αρκεί να αισθάνεσαι τι είναι εσωτερική πάλη -καταβάλλει τη μέγιστη προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση άλλωστε ο λογοτέχνης. Αρκεί να μην επικεντρώνεις το ενδιαφέρον σου στη σεξουαλική αμφισημία του συγγραφέα, αλλά να είσαι σε θέση να διακρίνεις μια άλλη αμφισημία, εκείνη του κλασικού του έργου, η οποία συνίσταται στις κλασικές λογοτεχνικές του αρετές από τη μία πλευρά -καθώς δημιουργεί μια ατμόσφαιρα αριστοτεχνικά αποπνικτική- και στη μοντέρνα ομορφιά του, 50 χρόνια περίπου μετά την πρώτη του κυκλοφορία.
Η αγάπη, η ανθρωπιά και το αντίθετό τους αντιπαλεύουν με τη μνήμη, τη λήθη και το αποτύπωμά τους στη ζωή, όσο επώδυνο κι αν είναι αυτό. «...Οι άνθρωποι που θυμούνται τρελαίνονται από τον πόνο, τον πόνο να αναβιώνουν αιωνίως το θάνατο της αιωνιότητάς τους. Οι άνθρωποι που ξεχνούν παθαίνουν μια άλλου είδους τρέλα, την τρέλα της άρνησης του πόνου και του μίσους της αθωότητας. Κι ο κόσμος είναι κατά κανόνα χωρισμένος ανάμεσα σε τρελούς που θυμούνται και τρελούς που ξεχνούν. Οι ήρωες είναι σπάνιοι...»
Η αναζήτηση της αλήθειας είναι και στην ιστορία του μια επίπονη διαδικασία που λαμβάνει χώρα μέσα στον ιστό των ανθρωπίνων σχέσεων. «...οι άντρες -όχι μόνο τα μωρά σαν κι εσάς, αλλά και οι γέροι ακόμα- χρειάζονται πάντα μια γυναίκα να τους λέει την αλήθεια...» Η ομορφιά των επιλογών, αλλά και η σκοτεινή πλευρά του μυαλού και των αισθημάτων βρίσκει χώρο να καταστεί σχηματικά σ’ ένα δωμάτιο, αυτό του Τζοβάνι. Η δράση και η αντίδραση των ηρώων σ’ αυτό το χειμαρρώδες αφήγημα -που πότε κινείται σε ρυθμούς νωχελικής τζαζ και πότε σε τόνους ενός μελαγχολικού ρέκβιεμ- καθορίζεται από τις παρορμήσεις τους, τα τραυματικά βιώματα του παρελθόντος ή του παρόντος, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, τα συναισθήματα, τις επιθυμίες και τη λογική που αναμοχλεύει την προσωπική οπτική των πραγμάτων με την εξωτερική κοινωνική σύμβαση σε ένα παιχνίδι διαρκών συγκρούσεων. «...ίσως πατρίδα να μην είναι ένας τόπος, αλλά απλώς και μόνο μια αμετάκλητη κατάσταση...»

Ο συγγραφέας

Ο James Baldwin γεννήθηκε στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης στις 2 Αυγούστου του 1924. Στα δώδεκά του χρόνια δημοσίευσε το πρώτο του διήγημα στην εφημερίδα της εκκλησίας, όπου ο θετός του πατέρας ήταν ιεροκήρυκας. Από το 1943 αφιερώθηκε αποκλειστικά στο γράψιμο. Στο τέλος της δεκαετίας του ’40 κατέφυγε στην Ευρώπη, λόγω οικογενειακών και προσωπικών δυσκολιών αλλά και του ρατσισμού που επικρατούσε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Έζησε για δέκα χρόνια περίπου στην Ευρώπη, κυρίως στο Παρίσι και στην Κωνσταντινούπολη. Το 19587 επέστρεψε στις ΗΠΑ όπου και συμμετείχε ενεργά στο Κίνημα Πολιτικών Δικαιωμάτων των Μαύρων. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στη Νότια Γαλλία, όπου και πέθανε στις 30 Νοεμβρίου του 1987. Στα ελληνικά κυκλοφορεί επίσης το έργο του «Μια άλλη χώρα» από τις Εκδόσεις Πατάκη.

Tuesday, August 22, 2006

«Και τα βιβλία... μπίζνες είναι»

(Θυμήθηκα για εντελώς προσωπικούς λόγους αυτό το βιβλίο σήμερα. Παραθέτω το κείμενο που είχα δημοσιεύσει γι' αυτό πριν καιρό στη Φιλολογική Βραδυνή)


Πριν γράψω γι’ αυτό το βιβλίο διηγήθηκα σε γενικές γραμμές την ιστορία του σε ένα δεύτερο πρόσωπο. Κατάφερα παραδόξως να εξάψω τη φαντασία αναγνώστριας που εξαντλούνται οι ανησυχίες της σε δύο τρία αισθηματικά best seller το χρόνο ή το ανελλιπές ξεφύλλισμα του Cosmopolitan. Κι όμως το μυθιστόρημα μιλάει για τον εξαναγκασμό στην απώλεια της λογοτεχνικής ταυτότητας ενός συγγραφέα, τον κόσμο που χάνεται μέσα και γύρω του, τη συνεχή προσωπική συντριβή που υφίσταται εκείνος που βλέπει τα πράγματα γύρω του «διαφορετικά», «αλλιώς».
Από τις αντιδράσεις και τα επιφωνήματα της φίλης που της ξετύλιγα προφορικά την πλοκή του βιβλίου, συνειδητοποίησα και τη δυναμική της ιστορίας. Τον τρόπο που η περιπέτεια δίνει το στίγμα των ιδεολογημάτων χωρίς αυτά να είναι «παρείσακτα» σ’ ένα μυθιστόρημα. «...Όταν κινδύνεψα να παρανοήσω εντελώς, θυμήθηκα το μύθο του Ίκαρου, επισημαίνοντας ότι μπορεί ο Ίκαρος να τσακίστηκε, αλλά, τελικά, ο Δαίδαλος πέταξε. Αποφάσισα ότι ο Ζήνων αργούσε πολύ να μπει στο ψητό κι ότι οι θεωρίες του Θαλή έμπαζαν νερά από παντού. Κατέληξα επίσης ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση στην τρέλα κι ότι, αν αφαιρέσεις το γαλάζιο από το ιώδες, δε σου μένει το κόκκινο, απλώς αυτή την εντύπωση σου δίνει...»
Αυτό είναι απλώς ένα μικρό δείγμα της σύγχυσης στο μυαλό του συγγραφέα που περιγράφει ο Percival Everett, στο μυθιστόρημά του «Το σβήσιμο» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις, μεταφρασμένο από τη Χίλντα Παπαδημητρίου και σε επιμέλεια Αντώνη Ιωάννου. Πρόκειται για ένα βιβλίο που επιδέχεται πολλαπλών αναγνώσεων και προκαλεί με το σύνθετο τρόπο που δομείται. Είναι η διήγηση του συγγραφέα, στη χρονική διάσταση της οποίας εξελίσσονται τα προσωπικά και οικογενειακά δεινά του ήρωα. Είναι ένα δεύτερο βιβλίο μέσα στο βιβλίο, η παρωδία ενός μυθιστορήματος του ίδιου του μυθιστορηματικού πρωταγωνιστή. Είναι τα αποσπάσματα που παρεμβάλλονται από ιδέες επίσης του ιδίου για τη γραφή μελλοντικών διηγημάτων. Είναι επιστολές που παρατίθενται και τέλος μέρη ενός κειμένου, εν είδει εσωτερικών σκέψεων -που θυμίζει δοκιμιακή απόπειρα- πάνω στον τρόπο ψαρέματος πέστροφας, με λεπτομέρειες και παραλληλισμούς που συνθέτουν πληρέστερα την περσόνα του συγγραφέα-ήρωα του βιβλίου.
Μέσα σ’ όλη αυτή τη συνεχή διαπλοκή στοιχείων και προσώπων ενυπάρχει μια ρυθμική αρμονία ενδότερη που παρασύρει τον αναγνώστη στους δαιδαλώδεις διαδρόμους των αισθημάτων και των σκέψεων του κεντρικού ήρωα, Θελόνιους «Μονκ» Έλισον. «Είχα καταφέρει, λοιπόν, να πάρω εμένα, το συγγραφέα, να με αναδιατάξω και μετά να με διασπάσω, αφήνοντας πίσω δύο έργα, δύο σώματα, χωρίς όρια ανάμεσά τους, αλλά παρ’ όλα αυτά, περιχαρακωμένα από παντού. Είχα πιάσει τον εαυτό μου να στέκεται γυμνός μπροστά στον καθρέφτη, κι ανακάλυψα ότι, παρ’ όλο που δεν είχα τίποτα να κρύψω, αυτό ακριβώς με ανάγκασε να γυρίσω από την άλλη... Έπρεπε να σώσω τον εαυτό μου, να βρω τον εαυτό μου, κι αυτό σήμαινε, όπως φάνηκε ολοκάθαρα για μια πολύ σύντομη στιγμή, να χάσω τον εαυτό μου.»
Πολύ δυνατή η ένταση του σαρκασμού, της ειρωνείας, της παρωδίας, του χλευασμού σε όλη την έκταση του μυθιστορήματος και για θέματα που έχουν να κάνουν με τον «παραλογισμό» του κλειστού κλοιού των διανοουμένων, τις αντιφάσεις του εκδοτικού κόσμου, την εμπορευματοποίηση του πόνου, του ανθρώπου, την καταπόνηση της διαφορετικότητας (διακρίσεις, ρατσισμός, στερεότυπα σε φυλετικό επίπεδο, στο πεδίο των σεξουαλικών προτιμήσεων). Είναι ένα βιβλίο που λέει πολύ σκληρές αλήθειες με πάθος, χωρίς ίχνος κενού μελοδραματισμού, αλλά με ένα καίριο αποτέλεσμα: η αλήθεια να βρίσκει το στόχο της και να κατακεραυνώνει του πάντες που συνομολογούν με οποιονδήποτε τρόπο στη διαμόρφωση αυτής της πραγματικότητας που στήνεται εκεί έξω. Δεν θα ξεχάσω την εμμονή της φίλης που της διηγήθηκα σε αδρές γραμμές την πλοκή του μυθιστορήματος, να με ρωτά αν είναι πραγματική ιστορία... Μέχρι τότε δεν με είχε απασχολήσει και δεν με απασχολεί ακόμα. Ξέρω ότι θα μπορούσε να είναι πραγματική ή είναι πραγματική στη σκέψη ενός ανθρώπου, αυτό μου είναι αρκετό.

Μια «εκδοχή» της ιστορίας

Ο Μονκ είναι ένας αφροαμερικανός -τίποτα ωστόσο δεν το θυμίζει σε όλη την ανάγνωση και δεν νοιάζει και τον αναγνώστη τι χρώμα είναι ο ήρωάς του- συγγραφέας και καθηγητής σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ. Γράφει «δυσνόητα» βιβλία που ο εκδοτικός κόσμος απορρίπτει, ενώ δίνει «περιζήτητες» -χάρη στη σπανιότητά τους- διαλέξεις, επίσης, ακατανόητες. Ο πατέρας του έχει αυτοκτονήσει εφτά χρόνια πριν. Η μητέρα του βρίσκεται στα πρόθυρα ραγδαίας εκδήλωσης Αλτσχάιμερ και ο αδερφός του είναι ομοφυλόφιλος που τον χωρίζει γι’ αυτό το λόγο η γυναίκα του και τον απομακρύνει από τα δυο του παιδιά. Η αδερφή του Μονκ -γιατρός σε γυναικολογική κλινική, όπου γίνονται και εκτρώσεις- δολοφονείται από φανατικό κατά των εκτρώσεων, τότε η ζωή του αλλάζει άρδην. Γυρίζει πίσω στο πατρικό του να ζήσει με την ηλικιωμένη με άνοια μητέρα του και την επίσης γηραιά και μόνη οικονόμο τους. Εκεί ανακαλύπτει την αιτία της αυτοκτονίας του πατέρα του και μια αλήθεια που απέχει μακράν από ό,τι πίστευε για κείνον σε όλη του τη ζωή. Ταυτόχρονα, γράφει και υπογράφει με ψευδώνυμο μια παρωδία -«Η πατολογία»- ενός σύγχρονου best seller μιας άλλης αφροαμερικανίδας συγγραφέως. Η καριέρα του απογειώνεται και το λογοτεχνικό του ego καταρρακώνεται από την «επιτυχία». Ο Μονκ είναι ο ξεχωριστός και παράλληλα εξοστρακισμένος από το σύνολο που βιώνει με τον πλέον τραυματικό τρόπο την κυνική και διόλου ενθαρρυντική αλήθεια που του θυμίζει ο ατζέντης του: «Και τα βιβλία, Θελόνιους, μπίζνες είναι».

Monday, August 21, 2006

Οι αρχέγονοι διάδρομοι του πόνου

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)


"Stasis in darkness"
Sylvia Plath


Σαν να περνά κανείς μπροστά από έναν πίνακα ζωγραφικής. Μένει εκστατικός στα χρώματα και την υποβολή τους. Τα σχήματα είναι έντονα και δυνατά, αλλά άγνωστα για τον τυχαίο αυτόν περαστικό. Δεν τα αντιλαμβάνεται. Του μοιάζουν με γνώριμα σχέδια, αλλά και πάλι δεν θυμίζουν τίποτα κοντινό του, προσιτό. Τραβούν μόνο μέσα από τον ίδιο και βγάζουν στην επιφάνεια, αισθήσεις και συγκίνηση.
Αυτό πετυχαίνει και ο Φιλίπ Μπεσόν με το βιβλίο του «Ο αδερφός του» (Εκδόσεις Καστανιώτη, σε μετάφραση Σοφίας Διονυσοπούλου). Αναγκάζει τον αναγνώστη, όχι να βρεθεί ευθυτενής και ερευνητικός απέναντι από το καλλιτέχνημα, αλλά σε εμβρυακή στάση –ή έστω σε εξομοίωσή της, για να μην είμαστε υπερβολικοί- από τον πόνο που έρχεται και ανασύρει ο συγγραφέας μέσα από τα βάθη της ψυχής του αναγνώστη, ακόμη και αν ο ίδιος δεν έχει περάσει ποτέ την τραγική ιστορία που περιγράφεται στο βιβλίο. Το θέμα δεν αφορά τίποτα εξωπραγματικό, μακρινό κι απροσπέλαστο. Ίσως είναι μια πολύ καθημερινή υπόθεση, τουλάχιστον αυτό θα μπορούσαν να βεβαιώσουν όσοι ασχολούνται με ιατρικά επαγγέλματα ή έχουν περάσει χρόνο από τη ζωή τους σε νοσηλευτικά ιδρύματα. Κι όμως αυτό που διαφοροποιεί το βιβλίο από οποιοδήποτε μελό κοινωνικό ανάγνωσμα, είναι η ικανότητα του μυθιστοριογράφου να βάζει το κοινό του να πονά μαζί, αλλά για τους λόγους που θέλει εκείνο.
Λες κι η οδύνη χρειάζεται τέχνη για να μεταδοθεί, να αποδοθεί και όχι απλώς να διατυπωθεί. Αν και το προφανές μοιάζει να είναι ότι η ιστορία του συγγραφέα δεν μπορεί παρά να έχει να κάνει με ένα προσωπικό βίωμα, γι’ αυτό και λειτουργεί τόσο άμεσα στον ψυχισμό του αναγνώστη, απογυμνωμένη από «τεχνικά» τερτίπια της λογοτεχνίας, στο τέλος αποκτά κανείς την αίσθηση ότι ο Μπεσόν ήθελε να μιλήσει για κάτι άλλο, γι’ αυτό που ένιωσε ο κάθε αναγνώστης ξεχωριστά και όχι για ένα δικό του δράμα. Η αναπνοή γίνεται όλο και πιο δύσκολη, το στομάχι δένεται κόμπος, το μυαλό κινείται σαν υπνωτισμένο στα λιγοστά χνάρια της πλοκής και τα δάκρυα αρνούνται να κυλήσουν από τα μάτια του αναγνώστη, γιατί ο πόνος τον υποσκάπτει αργά και βασανιστικά. Θα τον φέρει μαζί του για κάποιον καιρό ακόμη, ποιος ξέρει πόσο…
Αυτό το μυθιστόρημα αντηχεί μια σπαρακτική κραυγή άλγους, βουβού και ανυπέρβλητου. Είναι κάτι που ξέρεις ότι δεν θα ξεπεραστεί ποτέ γι’ αυτό και δεν παλεύεις να το καταπνίξεις. Τουλάχιστον γι’ αυτό μιλά ο Μπεσόν, το κομμάτι του εαυτού του που χάνεται, αλλά δεν μπορεί να σβηστεί ποτέ από μέσα του. Μπορεί να πρόκειται για τον άλλο εαυτό που ήθελε να είναι ή ήταν εν αγνοία του και τον έχασε. Τον απώλεσε χωρίς εξήγηση ή μπορεί μια μοιρολατρική ερμηνεία μιας «κοσμικής» εκδίκησης να δίνει μια αιτία, αλλά πώς να σταθεί κανείς μόνο σ’ αυτό;

«…να μιλάς για το θάνατο δεν σημαίνει να πεις το θάνατο…»

Ο θάνατος ενός 25χρονου, όποιος κι αν είναι αυτός, δεν μπορεί παρά να περνά –λόγω του νεαρού της ηλικίας και μόνον- σε μια σφαίρα ανίερης νίκης του υπερβατικού απέναντι στη ζωή. Ο Τομά σβήνει, αυτό είναι το γεγονός και ο αδερφός του, το ζει. Με καθαρότητα που συγκλονίζει, ο Λυκά περιγράφει τη φυγή αυτή του αδερφού του από τη ζωή. Η αδερφική αγάπη και σχέση αποδεικνύεται και το δικό του μέτρο για να αυτό-προσδιορίζεται. Θα το χάσει κι αυτό. Πρέπει να βρει άλλους τρόπους για να δηλώνει τη διαφορά, πάνω στην οποία έγκειται και η ύπαρξή του. Στο φόντο της ετοιμασίας προς την κάθοδο του Τομά, γιατροί, νοσοκόμες, διάδρομοι νοσοκομείου, ο αδερφός, οι γονείς που πρέπει να αντιμετωπίσουν την ανυπόφορη αλήθεια, η κοπέλα που τον εγκαταλείπει. Στην απέναντι όχθη ένα νησί και η ομορφιά του, ένας νεανικός έρωτας, η δραματική του κατάληξη, ένας γέρος που θυμίζει μυθικό μάντη.
Ο κλαυθμός κι ο οδυρμός που δεν βρίσκει ξέσπασμα, υποδόρια κινείται σε όλο το βιβλίο, κάνοντας τον πόνο πανταχού παρόντα. Οι ανατροπές του συγγραφέα καλοδεχούμενες και σχεδόν αναγκαίες, όχι για να αποφορτίσουν τις καταστάσεις, αλλά για να προσδώσουν μια διάσταση ακόμα πιο τραγική. «Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΟΥ. Πώς να το εκφράσω αυτό, την απουσία του; Πώς να κάνω κατανοητό το άδειο σπίτι, το δυσανάλογο, το τρομαχτικό μες στη σιγή; Πώς να δεχτώ τη λιποταξία του, την έκλειψή του; Πώς να αντέξω το αφόρητο κενό, τη φριχτή έλλειψή του; Πώς να συνεχίσω με τη στέρηση, την αποστέρησή του;…Χάνω τα πράγματα, τη μνήμη τους, την ουσία τους. Αγγίζω ένα είδος ανυποστασίας. Γίνομαι ο ίδιος το κενό, η κένωση, το άδειο. Γίνομαι ή μη παρουσία του. Η απουσία του».
Η επώδυνη διαδρομή προς το απευκταίο ακολουθεί τις γραμμές του σώματος. Οι αισθήσεις οριοθετούν την πορεία προς την απομάκρυνση. Το κορμί εγκαταλείπεται κι εγκαταλείπει. Τα σημάδια της φθοράς αφθονούν. Η ασθένεια γίνεται ο καταλύτης για να καθαρίσει το τοπίο γύρω, να αποστειρωθεί και να μεταλλαχθεί σε κάτι τόσο μακρινό από τη ζωή. Η αρρώστια μοιάζει με ένα δυσάρεστο κι αναπόφευκτο μεσοδιάστημα ανάμεσα στη βιωμένη αλήθεια και το άγνωστο. «Απόψε το βράδυ κάθεται στο πιάνο και παίζει εκείνο το πρελούδιο του Μπαχ. Ο αυχένας του είναι άκαμπτος, η πλάτη σφιγμένη. Ναι, φαίνεται αυτή η ένταση. Όμως υπάρχει μια γλυκύτητα σ’ αυτόν, μια γλυκύτητα που πλημμυρίζει τα πάντα, που τον τρώει, τον καίει λίγο λίγο και στο τέλος τον αφανίζει.»

Ο συγγραφέας

Ο Φιλίπ Μπεσόν εμφανίστηκε στα γαλλικά γράμματα το 2001 με μυθιστόρημα «Όταν έφυγαν οι άντρες». Λίγους μήνες αργότερα και μετά την αναπάντεχη επιτυχία του πρώτου βιβλίου, κυκλοφόρησε το δεύτερο μυθιστόρημά του, το «Ο αδερφός του», το οποίο και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Πατρίς Σερώ. Η ταινία κέρδισε την Αργυρή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 2003.

Sunday, August 20, 2006

Ο ταλαντούχος κύριος Greer

(Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε πέρυσι τέτοιον καιρό στη Φιλολογική Βραδυνή, αφού είχα διαβάσει το εκπληκτικό βιβλίο του συγγραφέα το οποίο αγνοήθηκε στην Ελλάδα από κριτικούς και ίσως από το κοινό. Εγώ το λάτρεψα και είναι ένα από κείνα που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ...)


Είναι ένας από κείνους τους πολύ τυχερούς ανθρώπους, ευλογημένους από το ίδιο τους το ταλέντο και την επιμονή τους να δημιουργήσουν, που γράφουν ένα βιβλίο από αυτά που διαβάζονται και εγκαίρως εννοείται από τους σύγχρονούς τους, μιλάνε στην ψυχή και αλλάζουν και τον αναγνώστη τους. Πρόκειται για τον Andrew Sean Greer, το συγγραφέα του μυθιστορήματος «Οι εξομολογήσεις του Μαξ Τίβολι» που κυκλοφορεί στη χώρα μας από την ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΕΚΔΟΤΙΚΗ, σε πολύ καλή μετάφραση -με λόγο που ρέει και στα ελληνικά- του Γιάννου Αιόλου.
Ο ήρωας του βιβλίου, Μαξ Τίβολι, γεννιέται με ρυτίδες και άσπρα μαλλιά, ένας γέρος στο σώμα, με το μυαλό και την ψυχή ενός βρέφους. Μεγαλώνοντας τα κύτταρά του συνεχίζουν την ανυπάκουη αντίστροφη πορεία τους και το σώμα του ξανανιώνει επικίνδυνα μέχρι να γίνει παιδί, ενώ το πνεύμα του ανήκει σε έναν άνθρωπο πια ηλικιωμένο. Ο έρωτάς του, η φιλία του, η ζωή του, η απώλεια, ο θάνατος, η ευτυχία, όλα ειδωμένα από την ευρηματική και τόσο ποιητική κάποτε και άλλοτε σκληρή οπτική του αμερικανού 35χρονου συγγραφέα. «Είμαστε όλοι μας μια αγάπη στη ζωή κάποιου ανθρώπου», κραυγάζει πότε λυτρωτικά και πότε πικρά ο Μαξ Τίβολι στις εξομολογήσεις του, περνώντας αστραπιαία το κείμενο του δημιουργού του στη σφαίρα της απαστράπτουσας κλασικής λογοτεχνίας.
Στον αμερικανικό λογοτεχνικό «χάρτη» τον Adrew Sean Greer, τον έβαλε ένα διθυραμβικό κείμενο του John Updike στο «The New Yorker» για το εν λόγω μυθιστόρημα κανένα χρόνο περίπου πριν. Εκεί ο καταξιωμένος λογοτέχνης έγραφε για το νεότερό του ομότεχνο, πόσο «αστραφτερά ποιητικό και βαθιά συγκινητικό» είναι το τελευταίο του έργο, «στο εξεζητημένο στιλ του Προυστ και του Ναμπόκοφ».
Διαβάζοντας το βιβλίο του μαγεύτηκα. Δεν υπάρχει άλλη λέξη για να εκφράσω αυτό που ένιωσα, αν υποστηρίζει κιόλας το ίδιο και ο Updike, εγώ περισσεύω... Επιχείρησα σχεδόν από κεκτημένη εργασιακή ταχύτητα να έχω μια συνέντευξη μαζί του. Δεν πίστευα ότι θα είχα θετική απάντηση και μάλιστα χωρίς να έχει περάσει ένα εξάμηνο αλληλογραφίας με την ατζέντισα που τον εκπροσωπεί, όπως μου υπαγόρευε η πρότερη σχετική εμπειρία. Έστειλα με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο τις ερωτήσεις και μια μέρα μετά είχα τις απαντήσεις. Την έκπληξη για την άμεση ανταπόκρισή του διαδέχτηκε η πιο ευχάριστη ακόμη διαπίστωση ότι είναι ένας πολύ γοητευτικός άνθρωπος που απάντησε τόσο ζεστά, ειλικρινά και ολοζώντανα -αν και γραπτός ο λόγος, επιβεβαιώνοντας το ταλέντο του τόσο στη γραφή όσο και στην επικοινωνία- που με κέρδισε άλλη μια φορά, στηρίζοντας και με το παραπάνω τις εξαιρετικές εντυπώσεις που μου είχε αφήσει με το βιβλίο του. Ο ταλαντούχος κύριος Greer είναι μαζί μας:


Ποιο ήταν το αρχικό σας κίνητρο να γράψετε το βιβλίο «Οι εξομολογήσεις του Μαξ Τίβολι»; Ήταν κάποιο στοιχείο από την πραγματικότητα ή κάτι φανταστικό; Είναι πραγματικό το φαινόμενο που αφορά την ύπαρξη του ήρωά σας;

Διατυπώσατε πολύ καλά την ερώτηση. Η αρχική μου «ιδέα» για το μυθιστόρημα ήταν πολύ διαφορετική από το κίνητρό μου. Η ιδέα ήταν απλή από ένα τραγούδι του Μπομπ Ντίλαν «My Back Pages» με ένα ρεφρέν που πηγαίνει έτσι: «I was so much older then, I’m younger than that now». Μια μέρα τραγουδούσα μόνος μου το τραγούδι στην κουζίνα μου και στεκόμουν μπροστά από το ψυγείο, όταν συνέλαβα την ιδέα ενός άνδρα που ζει την ηλικία του ανάποδα. Ήταν τόσο απλό. Αλλά μου φάνηκε κακή ιδέα για μυθιστόρημα και απλώς την κατέγραψα. Αργότερα μόνο, όταν επέστρεψα στην ιδέα, τότε είδα ότι θα μπορούσε να γίνει ένα βιβλίο που θα είχα να σκεφτώ για την εξέλιξη του χρόνου, τις διαφορετικές πλευρές της αγάπης στο πέρασμα μιας ζωής, τη νεότητα, την ηλικία... και αυτός ο πιο φιλοσοφικός σκοπός μου ήταν το αληθινό μου κίνητρο. Μια απλώς έξυπνη ιδέα δεν με ενδιαφέρει. Είναι μόνο μια ιδέα που μου επιτρέπει να εξερευνήσω άλλες ακόμη πιο ενδιαφέρουσες.

Νιώθω ότι το συγκεκριμένο μυθιστόρημα αποτελεί ένα ισχυρό σχόλιο για τις δυσκολίες των ανθρώπων να αντιμετωπίσουν τόσο την πραγματικότητα όσο και τη φαντασία τους. Ισχύει αυτό και για σας; Πώς το χειρίζεστε;

Έχω να πω ότι βρίσκω πολύ αμήχανο να βρίσκεσαι σε ένα σώμα. Δεν νομίζω ότι είμαι ο μόνος. Ένα από τα υπέροχα πράγματα με μερικούς νέους ανθρώπους είναι το πόσο άνετα αισθάνονται με το σώμα τους, πόσο ελεύθερα κινούνται με αυτό. Κάτι που δεν υπήρξα ποτέ εγώ ως νέος άνθρωπος. Ήμουν πολύ ψηλός, πολύ αδύνατος, πολύ όλα τα πράγματα... Και τι περίεργη η στιγμή στη ζωή σου, όταν ανακαλύπτεις πόσο ελκυστικός είσαι για άλλους ανθρώπους και πόσο ευμετάβλητο είναι αυτό. Ακόμη βρίσκω πολύ διασκεδαστικό το να κοιτάζομαι σε έναν καθρέφτη και να βλέπω κάποιον λίγο μεγαλύτερο από ό,τι περίμενα να δω και πάντα έναν άγνωστο. Αν, λοιπόν, η φαντασία μου αποτυγχάνει να με βοηθήσει να φανταστώ πώς είναι να κατοικώ αυτό το σώμα, το δικό μου, αναρωτιέμαι: Πόσο αδύναμος είμαι να φανταστώ τις ζωές των άλλων; Πάρα πολύ, δυστυχώς, στοιχηματίζω. Και τι κρίμα!

Με κάνατε να κλάψω, διαβάζοντας το βιβλίο, και ταυτόχρονα να σκεφτώ βαθιά για την αγάπη, το θάνατο αλλά και τη ζωή μου. Ποιες ήταν οι δικές σας προσδοκίες για το «ταξίδι» της ιστορίας σας στον κόσμο; Έχει επιτευχθεί η αρχική σας πρόθεση;

Λοιπόν, η πρόθεσή μου ήταν ακριβώς αυτή που μου δώσατε: μια βαθιά συναισθηματική ανταπόκριση. Βέβαια, πήγα πολύ βαθιά μέσα μου για να το γράψω αυτό και ήταν συχνά συγκινητικό, παρόλο που πιστεύω όχι πάντα στα σημεία που ο αναγνώστης νομίζει. Τα πιο δύσκολα κερδισμένα κομμάτια (για το συγγραφέα) είναι συχνά αυτά που κυλάνε φυσικά για τον αναγνώστη. Θα πρέπει να σας πω εδώ ότι δεν είχα πουλήσει το βιβλίο μου πριν το γράψω. Δεν είχα ιδέα αν θα κατόρθωνα να το πουλήσω, καθώς μου έμοιαζε τόσο παρατραβηγμένο να ενδιαφερθεί κανείς γι’ αυτό. Τελικά, έγινε τόσο δημοφιλές ανά τον κόσμο που ήταν μεγάλο το σοκ για μένα. Ένα ευχάριστο σοκ. Με κάνει να πιστεύω ότι πρέπει να υπάρχουν άνθρωποι οπουδήποτε που συμμερίζονται τους ενθουσιασμούς μου.

Τι μπορούν να αποκομίσουν οι αναγνώστες από το μυθιστόρημα αυτό;

Θα ακουστεί παράξενο, αλλά πάντα ήθελα ένα βιβλίο που θα μπορούσε να προσφέρει όλες τις παλιομοδίτικες απολαύσεις της ανάγνωσης. Εννοώ ευχαρίστηση που εγώ συνηθίζω να απολαμβάνω από το διάβασμα, πράγματα όπως εκπλήξεις, όμορφες προτάσεις, νέες ιδέες, αστείους χαρακτήρες, ιστορικές λεπτομέρειες, συγκινητικές στιγμές. Μια πολύ παλιά ιδέα -καταλαβαίνετε γιατί νόμιζα ότι κανένας άλλος εκτός από μένα δεν θα ήθελε να το διαβάσει- αλλά που ακόμα δουλεύω με γνώμονα αυτή και στο επόμενο βιβλίο μου. Θεωρώ ότι η λογοτεχνία δεν είναι μόνο για του μελετητές. Εννοείται ότι είναι μια έξυπνη ευχαρίστηση.

Οι γονείς του Μαξ Τίβολι του έδωσαν έναν «Κανόνα» στη ζωή του: να είναι ό,τι οι άλλοι νομίζουν ότι είναι. Είναι αυτό ένας «ασφαλής παράδεισος» για την ευτυχία μας, τα όνειρά μας ή το αντίθετο; Βρισκόμαστε σε κίνδυνο πάντα να συντριβούμε από την άποψη των άλλων για μας;

Μου φαίνεται ότι είναι ένας πολύ επικίνδυνος «Κανόνας», να είσαι ό,τι οι άλλοι νομίζουν ότι είσαι. Και πολύ περίεργος κιόλας: όχι να είσαι ό,τι αυτοί θέλουν ή ό,τι είναι αυτοί, αλλά ό,τι νομίζουν ότι είσαι. Πίσω από αυτόν τον «Κανόνα» κρύβεται και η ιδέα που διερευνά παρακάτω στο βιβλίο ο Μαξ, ότι δηλαδή οι άνθρωποι στην πραγματικότητα δεν δίνουν και μεγάλη προσοχή σε σένα. Έτσι, νομίζουν ότι είσαι ένας πολύ ήπιος, καθημερινός άνθρωπος. Και οι περισσότεροι από μας υποκρινόμαστε ότι είμαστε κάτι τέτοιο, αν και είμαι απόλυτα σίγουρος ότι είμαστε κάτι πολύ παραπάνω απ’ αυτό. Αλλά οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να πεθάνουν λίγο για να προσαρμοστούν.

Πόσο επικίνδυνο ή ενδιαφέρον είναι το χάσμα ανάμεσα σε μας και τους άλλους; Θέλω επίσης και το σχόλιό σας για τις βομβιστικές επιθέσεις στο Λονδίνο. Είναι αποτέλεσμα του πολέμου μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών;

Πρόκειται για μια πολύ παλιά και απλοϊκή ιδέα, υποθέτω, το ότι η κατανόηση της κατάστασης των άλλων μετριάζει πολλές από τις διαμάχες μας. Μπορεί να ανακαλύψουμε, για παράδειγμα, ότι πολεμάμε για διαφορετικά πράγματα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, παραδείγματος χάρη, οι βομβιστικές επιθέσεις στο Λονδίνο αντιμετωπίζονται ως μέρος μιας «επίθεσης κατά της ελευθερίας». Αυτό δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Οι τρομοκράτες δεν ζώνουν τα σώματά τους με βόμβες, όπως οι κατεργάρηδες στα παιδικά βιβλία, σκεπτόμενοι «δεν θέλω κανένας να είναι ελεύθερος». Σίγουρα πιστεύουν στο θεό τους. Και δεν μπορώ παρά να παραδεχτώ αυτή τη στιγμή ότι μου είναι αδύνατο να καταλάβω, μου είναι αδύνατο να σκεφτώ τι να κάνω. Πολεμάμε για «ελευθερία», πολεμάνε για «θεό». Είναι τόσο τρομακτικό που κανείς δεν καταλαβαίνει και τα δύο τι σημαίνουν.


Αισθάνεστε ότι είστε ένας άλλος άνθρωπος μετά τη συγγραφή αυτού του βιβλίου; Με ποιον τρόπο; Είναι ο Μαξ Τίβολι ένα κομμάτι του εαυτού σας; Γιατί αυτός ο χαρακτήρας διαθέτει την εξαιρετική ικανότητα να γίνεται ένα κομμάτι από μας, τις ζωές μας...

Είμαι σίγουρα ένας μεγαλύτερος σε ηλικία άνθρωπος! Οι φίλοι μου θα σας έλεγαν ότι έγραψα αυτό το βιβλίο με τεράστιο προσωπικό κόστος, που γυρνούσα κάθε μέρα σπίτι και έτρεχα να δω τι είχα γράψει, τι είχα ακόμα να κάνω, τι θα γινόταν το μυθιστόρημα. Η ατζέντισά μου ανησυχούσε ότι μένοντας τόσο πολύ στο μυαλό ενός «τρελού», όπως ονόμαζε τον ήρωά μου, θα με οδηγούσε αυτό στον παραλογισμό. Εγώ, ωστόσο, δεν θυμάμαι τίποτα τέτοιο. Το θυμάμαι σαν μια πολύ αγαπημένη εμπειρία, καθώς όσο δύσκολο ήταν να οικοδομήσω το βιβλίο, τόσο θα μπορούσα να γράφω, όπως ο Μαξ, για πάντα. Ήταν εξυπνότερος από μένα και πιο ευγενής με πολλούς τρόπους, και πιο βίαιος και πιο συναισθηματικός. Ήταν ένα πολύ πραγματικό πρόσωπο για μένα, έτσι όταν έφτασα στην τελική εκδοχή του μυθιστορήματος, είδα ένα όνειρο -και αυτό είναι αλήθεια- ότι ο Μαξ στέκονταν δίπλα στο κρεβάτι μου, όπως ένας εραστής, έφτιαχνε τη βαλίτσα του, με αποχαιρέτησε και άρχισε να κατεβαίνει μια σπειροειδή σκάλα, ενώ εγώ έτρεχα πίσω του...

Ποιες είναι οι λογοτεχνικές σας επιρροές; Πείτε μας λίγα λόγια για την εμπειρία σας τόσο ως συγγραφέας όσο και ως αναγνώστης. Τι σας αρέσει να διαβάζετε;

Είμαι μεγάλος εραστής των πολύ παλιομοδίτικων βιβλίων: Nabokov, Proust, Ford Madox Ford κ.α. Βρίσκω στα βιβλία που γράφτηκαν πριν το 1950 μια προθυμία να καθίσουν κάτω και να φτιάξουν το όμορφο, δύσκολη δουλειά να δημιουργείς βιβλία που μπορούν να διαβαστούν πολλές φορές και να επηρεάσουν με πολλούς τρόπους. Είναι μια ευχαρίστηση που δεν υπάρχει πουθενά αλλού για μένα σε άλλες μορφές τέχνης, είναι η πολύ προσωπική απόλαυση να διαβάζεις ένα εξαίσιο βιβλίο. Αγαπάω τις ταινίες, αγαπάω τη ζωγραφική, είμαι ένας «μουδιασμένος» φαν της τηλεόρασης, αλλά μόνο τα βιβλία μπορούν να αλλάξουν τη ζωή μου. Διαβάζω, επίσης, πολύ αργά, πολύ προσεκτικά, γιατί προσπαθώ να καταλάβω τις τεχνικές της δουλειάς και συχνά καταγράφω πράγματα που βρίσκω σε ένα πολύ μικρό βιβλίο και τα χρησιμοποιώ αργότερα στη δική μου δουλειά. Η ποίηση ακόμη είναι μια μεγάλη επιρροή για μένα. Πάντα έχω ένα βιβλίο με ποιήματα στο γραφείο μου, της Anne Carson για παράδειγμα.

Ποια είναι τα μηνύματα που λαμβάνετε από τους αναγνώστες σας απ’ όλον τον πλανήτη για το Μαξ Τίβολι;

Συχνά μου γράφουν, ρωτώντας με αν πρόκειται για πραγματική ιστορία (πιθανόν λόγω της σημείωσης στο τέλος του βιβλίου). Δεν εκπλήσσομαι πια. Το βρίσκω τρομερά κολακευτικό να έχω δημιουργήσει κάτι τόσο αληθινό γι’ αυτούς, μέσα από μια ιδέα που είναι ολοφάνερα παράλογη. Υπάρχει καλύτερη ευλογία για ένα μυθιστοριογράφο;


Λίγα λόγια για το συγγραφέα

O Andrew Sean Greer γεννήθηκε το 1970 στην Ουάσιγκτον σε μια οικογένεια επιστημόνων. Εκεί σπούδασε συγγραφή στο Πανεπιστήμιο Μπράουν. Μετά από κάποια χρόνια στη Νέα Υόρκη όπου εργάστηκε ως οδηγός, τεχνικός κινηματογράφου και τηλεόρασης, μετακόμισε στο Σαν Φρανσίσκο και άρχισε να δημοσιεύει κείμενά του σε περιοδικά όπως το Esquire, το Paris Review και το Story.

Wednesday, August 16, 2006

Ανεπίδοτες επιστολές οδύνης

«...Ονειρεύομαι πως κάποτε θα τα καταφέρω να γίνω συγγραφέας. Όλοι αυτοί οι κολοσσοί που με περιτριγυρίζουν, ο Γκόγκολ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Τσέχοφ, βάζουν φωτιά στη φιλοδοξία μου. Πρέπει λοιπόν να γράψω! Μόνο αν γίνω συγγραφέας θα λυτρωθώ...Όμως, μόλις πατούσε το πόδι του στο έρημο σπίτι, ένας οξύς πόνος του μάγκωνε το στήθος, του έκοβε την ανάσα, δεν είχε από πού να γαντζωθεί. Το γραφείο του τον απωθούσε, τον απωθούσε ο Τσέχοφ, ο Μπεζανσόν, τα γραπτά του...»


Ποιος μπορεί να τα βάλει εύκολα με το αλάνθαστο ένστικτο των παιδιών ή με την ισχυρογνωμοσύνη τους ότι έχουν δίκιο; Ποιος μπορεί να αρνηθεί την ικανότητά τους να ανταποκρίνονται στην αλήθεια; Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει ότι η παιδική ηλικία, όταν είναι απαλλαγμένη από τα άγχη των μεγάλων και τις δυστροπίες τους, δεν είναι μια εποχή που ο άνθρωπος μπορεί να αντιλαμβάνεται -χωρίς πολλές αναλύσεις και τερτίπια της λογικής- την αξία, όπου κι αν κρύβεται ή λάμπει αυτή;
Είμαι ένα από κείνα τα παιδιά που μεγάλωσαν με τα βιβλία της Ζωρζ Σαρή και της Άλκης Ζέη, η δεύτερη, μάλιστα, ήταν και η αδυναμία μου, μ’ εκείνη τη Μέλια και το Καπλάνι της... «Ο Θησαυρός της Βαγίας» και το «Κρίμα κι άδικο» είναι από τα βιβλία της Ζωρζ Σαρή που έπεσαν στα χέρια μου μικρή και δεν αναρωτήθηκα ούτε στιγμή για την αξία τους. Κάποτε τα παιδικά αναγνώσματα περνάνε απλώς σ’ ένα κλειστό ντουλάπι της μνήμης κι ανασύρονται αυτοβούλως, χάρη στη δυναμική της καθαρότητας των αισθημάτων που κλείνουν στους κόλπους τους. Η ενηλικίωση δεν αφήνει και πολλά περιθώρια να είσαι σε θέση πάντα να διακρίνεις την αξία και την ομορφιά στη λογοτεχνία. Θαμπώνεσαι καμιά φορά είτε από διανοουμενίστικες αμφισβητήσεις είτε από τρέχοντα γούστα και νιώθεις αδύναμος αναγνώστης στην υπερπληθώρα της εκδοτική παραγωγής να αναγνωρίσεις το πραγματικά ωραίο κι απλό, μπορεί και διαχρονικό.
Έπρεπε να περάσει καιρός και να συναντήσω ξανά τη Ζωρζ Σαρή σε ενήλικα μονοπάτια ανάγνωσης για να πιστοποιήσω μέσα μου ότι αυτά που διαβάσαμε μικροί δεν είναι απλώς περιβεβλημένα με την αξία που τους δίνει η νοσταλγία -που δεν είναι και ο καλύτερος σύμβουλος- αλλά είναι βιβλία που βρέθηκαν στα παιδικά μας χέρια και τ’ αγαπήσαμε, γιατί ο συγγραφέας τους μας απηύθυνε το λόγο ειλικρινά, μιλώντας όχι μόνο στην παιδική μας αφέλεια, αλλά στην ανάγκη μας για αλήθεια μέσα και γύρω μας. Σ’ αυτή τη χρεία ήρθε η Ζωρζ Σαρή άλλη μια φορά να ανταποκριθεί, διηγούμενη μια ιστορία, με απλότητα, ομορφιά και τέχνη. Πρόκειται για το τελευταίο της μυθιστόρημα «Γράμμα από την Οδησσό» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη. Μια ιστορία γραμμένη σε επιστολική μορφή, όπως υπαγορεύει και ο τίτλος της, με αφηγητή έναν άνδρα, το Χριστόφορο, παραδομένο στις φλόγες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου που γλείφουν οδυνηρά τη ζωή του και την καίνε. Η ντοστογιεφσκική αχλύ που πλανάται στις σελίδες του, υποθάλπει έναν άλλον ιδιότυπο «Ρασκόλνικοφ», το Χριστόφορο, που το προσωπικό του «έγκλημα» θα φέρει μια «τιμωρία» τόσο βαθιά και επώδυνη, όπως μόνο η ίδια η ζωή ξέρει να ενορχηστρώνει τραγωδίες και να δίνει κατευθυντήριες γραμμές κάθαρσης για την κατάληξή τους. «...Όταν κάθισε στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και ο αστυνομικός πλάι στον οδηγό, έγειρε το κεφάλι του, έκλεισε τα μάτια του και χαλάρωσε. Ζωντάνεψε το κορμί του, πεντακάθαρο το μυαλό του. Ένας άλλος Χριστόφορος. Ανεξήγητο το φαινόμενο. Να ήταν η βότκα θαυματουργή; Ήξερε γιατί τον κουβαλούν στην Ασφάλεια. Όμως εκείνος είναι αθώος...»
Ένας άνδρας στα τριάντα και κάτι του, συνδέει τη μοίρα του με τους κεντρώνες της Ιστορίας, τη σαρωτική τους ισχύ. Η γραμμή της ζωής του παρασύρεται από τους ανέμους και τα ρεύματα της εποχής του, ενώ μέσα από τη γραφή της Ζωρζ Σαρή ξεπροβάλουν ψηφίδες μιας τοιχογραφίας των χρόνων εκείνων: από τον Ψυχάρη και το «Νουμά» μέχρι τη ζωή των Ελλήνων στην Οδησσό του 1914. Στη δίνη της ιστορικής συγκυρίας μια βαθιά αγάπη που θα κλονιστεί, ένα παράνομο ερωτικό πάθος που θα τελειώσει βιαίως, μια νομοτελειακή εξέλιξη των πραγμάτων και των αισθημάτων που δεν συντηρούνται με γράμματα και λογοτεχνικές απόπειρες. Η ζωή τα παρασέρνει όλα στο πέρασμά της, δυνατά, έντονα, καταλυτικά και δεν πολύ-καταλαβαίνει από χυμένο μελάνι σε σελίδες χαρτιού. Στις δικές της σελίδες χύνεται αίμα. «...Αγαπημένη, Έκλεισα το λεξικό του Μπεζανσόν και σου γράφω. Πόσες φορές μέσα από τα γράμματά μου σου φωνάζω βοήθεια. Τα ξαναδιαβάζω αυτά τα γράμματα, που ποτέ δεν θα ταχυδρομηθούν, και με τρομάζουν οι κραυγές απελπισίας μου, τα τόσα δάκρυά μου. Ωστόσο δεν μετανιώνω, μιας και τα λόγια μου δεν θα φτάσουν ποτέ σε σένα. Όταν θα είσαι πια στη αγκαλιά μου και θα τα διαβάζουμε μαζί, η απελπισία μου θα είναι παρελθόν, μέσα στην ευτυχία που θα νιώθαμε μπορεί και να σε συγκινήσει ο τρελός έρωτας του άντρα σου...»
Κάπου πήρε το μάτι μου τον επισειόμενο χαρακτηρισμό «μελό εποχής» για το νέο μυθιστόρημα της Ζωρζ Σαρή. Δεν ήξερα ότι και το μελό έχει εποχή... Αν έχει, υπάρχουν τόσα άλλα που διεκδικούν επάξια τον τίτλο, που ας αφήσουμε το «Γράμμα από την Οδησσό» να είναι ένα ηλεκτρισμένο, φορτισμένο συγκινησιακά κείμενο που αρπάζει τον αναγνώστη από τα δικά του αισθήματα και τον βυθίζει στον εαυτό του. Ο Χριστόφορος, ο εμπνευστής των ανεπίδοτων επιστολών, βιώνει τη μοναξιά, την εγκατάλειψη από τον ίδιο του τον εαυτό και την προδοσία από τους άλλους και προς τους άλλους, με έναν τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια για ανόητα κλαψουρίσματα. Η πλοκή που ξετυλίγει με μαεστρία η συγγραφέας, εξαλείφει και την παραμικρή χαραμάδα να εισρεύσει εύκολα η υγρασία οποιασδήποτε ρηχής συγκίνησης. Διάβασα το βιβλίο με την ίδια απορρόφηση -παραδόθηκα πλήρως στα θέλγητρα της δημιουργού-, όπως όταν ήμουν παιδί. Μου το επέβαλε η γραφή της Ζωρζ Σαρή. Και όταν είσαι παιδί, δεν αναλύεσαι σε ψεύτικα δάκρυα από φτηνό μελό, αλλά αναγνωρίζεις το πηγαία ειλικρινές και συγκινείσαι βαθιά ανθρώπινα, με την αφέλεια που έχουμε χάσει ακόμη και για τη λογοτεχνία που είναι τόσο θερμή τέρψη ψυχής και όχι εργοστάσιο παραγωγής αισθήσεων, αισθημάτων και ιδεών.

Tuesday, August 15, 2006

Η εξίσωση της ψυχής

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή. Το ανέσυρα και πάλι
με σκοπό να γράψω παρακάτω για τα εκπληκτικά "Χωριά" του Απντάικ που διάβασα στην άδειά μου)


«...Ωστόσο, μια τάξη και μια οργάνωση πρέπει να υπάρχουν στον κόσμο. Τα αισθήματα στοργής πρέπει να εκφράζονται, αλλιώς τίποτα δεν μένει όρθιο...»


Ξέρεις τι είναι να πιάνεις το απόλυτο τίποτα και να το κάνεις τα πάντα; Ξέρεις τι είναι να αρπάζεις λοξές ματιές, ένα φευγαλέο άγγιγμα, το επιθετικό μυωπικό βάδισμα, το αβέβαιο χρώμα των μαλλιών κάποιου και να το κάνεις λογοτεχνία; Ξέρεις τι είναι να παίρνεις απογυμνωμένα από τη ζωή αισθήματα, να τα ντύνεις με ακριβές λέξεις και να τα κάνεις δραστικές ιστορίες αγάπης και έρωτα; Ξέρεις τι είναι οι καταλυτικοί αυτοσχεδιασμοί σου να λύνουν την εξίσωση της ζωής, την εξίσωση της ψυχής, την εξίσωση της ανθρωπιάς και της αγάπης;
Ξέρεις. Αν είσαι ο Τζον Απντάικ. Αν καταπιάνεσαι με κάτι τόσες δα λεπτομέρειες και αναπλάθεις τη ζωή, την καθημερινότητα και την περνάς στην αιωνιότητα με ένα τακτ και μια ευγένεια που αναβλύζει πού και πού η κλασική λογοτεχνία. Δεν μ’ αρέσουν τα διηγήματα, δεν μ’ αρέσει ό,τι σκάει σαν πυροτέχνημα και δεν αφήνει τίποτα πίσω του. Για την ακρίβεια δεν μ’ αρέσουν τα σύγχρονα ελληνικά διηγήματα. Αναβλύζουν μια φτώχεια, μια μιζέρια, μια αναξιοπρέπεια, αυτή της ανάγκης να πεις τα χιλιοειπωμένα μέσα από εξωφρενικές σύντομες ιστορίες (κάπως σαν τα ανέκδοτα που εκμαιεύουν το γέλιο σχεδόν καταναγκαστικά). Και στο τέλος δεν τα λες και ο αναγνώστης δεν τα ακούει, κωφεύει κι αυτός. Γίνεται αυτιστικός σαν το συγγραφέα του και δεν αντιδρά, δεν ανταποκρίνεται.
Μα, επέτρεψα να με συντροφέψουν κάτι διηγημάτακια -με τίτλο «Αυτοσχεδιασμοί του έρωτα» που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Σταύρου Παπασταύρου- που με μάγεψαν με την απλότητα τους. Με ανάγκασαν να τα κοιτώ να σκάνε απαλά σαν κύματα στο χαρτί και να μου αφήνουν το φλοίσβο τους. Ο «μάγος» που τα ενορχήστρωσε δεν είναι άλλος από τον Τζον Απντάικ, αυτή η ήσυχη δύναμη της αμερικανικής λογοτεχνίας που φέρει κάτι από την ευρωπαϊκή φινέτσα στην οπτική του. Είναι από τους συγγραφείς που δεν πετάνε πυροτεχνήματα, δεν ανάβουν φωτιές για να τραβήξουν την προσοχή του αναγνώστη τους, αλλά υποσκάπτει αργά το αναγνωστικό «χωράφι», ανοίγει λαγούμια κάτω από τη γη και αλλάζει ρότα στον τρόπο σκέψης του αναγνώστη.
«...Το μόνο που μας απομένει είναι η πόζα μας...», διαπιστώνει καταλυτικά ψάχνοντας βαθιά στην ανθρώπινη ψυχή, αλλά μεταδίδοντας τα ευρήματα των ανασκαφών του με την πιο ανάλαφρη διάθεση και το πιο κομψό ύφος. Οι ιστορίες του δεν έχουν απλώς θέμα τους την αγάπη σε όλες τις μορφές της, αλλά την πραγματεύονται με έναν τόσο μοντέρνο τρόπο, τόσο φρέσκο που αν δεν γνωρίζεις την ηλικία του συγγραφέα, μπορεί και να νομίσεις ότι διανύει την πρώτη ώριμη περίοδο της ζωής του. Είναι πολύ σύγχρονος ο Απντάικ, πιο σύγχρονος από πολλούς νεότερους. Με έναν μαγικό τρόπο η ηλικία του προσδιορίζεται από το ταλέντο του και όχι το αντίστροφο.
Σε εκείνο το επίπεδο στο οποίο εντυπωσιάζει ο αμερικανός δημιουργός, είναι η διερεύνηση των σχέσεων μεταξύ άνδρα και γυναίκας. Αυτά τα καταπληκτικά ζευγάρια που πλάθει ολοζώντανα και καταλαβαίνεις ότι μπορεί να μην είναι απολύτως πραγματικά -δηλαδή έχουν υποστεί τις επεξεργασίες της μυθοπλασίας- αλλά είναι πέρα για πέρα αληθινά. Τα παρακάτω αποσπάσματα είναι άκρως αντιπροσωπευτικά:
-«...’’Φρανκ’’, φώναξε απεγνωσμένα, με τα δάκρυα νωπά ακόμα στα μάτια της. ‘’Γιατί πρέπει πάντα όλα να περιστρέφονται γύρω από σένα;’’ ‘’Διότι’’, θα μπορούσε να της είχε απαντήσει, ‘’μ’ έκανες ν’ αγαπήσω τον εαυτό μου’’...»
-«...Μια γυναίκα δεν ήταν παρά ένας κύκλος, το κέντρο του οποίου βρισκόταν κάπου αλλού...»
-«...μήπως και σώσω τη συνείδησή μου, μήπως και κλείσω εκείνη την πληγή που μένει, όταν ένα κομμάτι της ζωής χάνεται...»
-«...Να, λοιπόν, ποιο ήταν το μυστικό: Αυτό που οι άλλοι θεωρούν αυτονόητο ότι θα πάρουν από μας, εμείς αγωνιζόμαστε για να τους το παρέχουμε...»
-«...Η απιστία σκέφτηκε, διευρύνει τον ερωτικό ορίζοντα ενός ζευγαριού στην αρχή, αλλά τον αποδυναμώνει και τον φθείρει στο τέλος. Είναι σαν τα ψυχεδελικά φάρμακα, καταστρέφει τα κύτταρα...»

Η ...αρσενική Τζέην Ώστιν του 20ου αιώνα

Θα σταθώ λίγο παραπάνω στο αγαπημένο θέμα του Απντάικ, που παρεισδύει στα βιβλία του είτε ως αυτούσια θεματική είτε ως παρελκόμενο «αναγκαίο κακό». Είναι οι σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα. Στο μυθιστόρημά του «Το τέλος τους χρόνου» το οποίο επίσης κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Μ.Ε. Παξινού και Αλέξανδρου Πανούση, με γλύκα, τρυφερότητα, απεριόριστη αλλά ανάλαφρη ειρωνεία, γοητεία, σκιαγραφεί τις γυναίκες ξεσκεπάζοντας την αλήθεια τους -με τις χάρες και τις αδυναμίες τους-, όσο ο ίδιος ως εκπρόσωπος και του φύλου του καθρεφτίζεται σε κείνες. Στις πρώτες 30-40 σελίδες του μυθιστορήματος με έκανε να σκεφτώ ότι πιθανόν αν η Τζέην Ώστιν ήταν άντρας συγγραφέας του 20ου αιώνα θα έγραφε έτσι όπως ο Απντάικ.
Ο αμερικανός λογοτέχνης φτιάχνει μια ιστορία γεμάτη παρεκβάσεις -ως επί το πλείστον ιστορικές ή ιστοριοδιφικές, αλλά και επιστημονικές, με σκοπό να ενισχύσει το μεταφυσικό στοιχείο. Βυθίζει τον αναγνώστη σε μια αυθεντική ψευδαίσθηση από κείνες που μόνο η μνήμη, η ιστορία και η αγάπη μπορεί να δημιουργήσει -σε καιρούς που η οφθαλμαπάτη της ρεαλιστικής εικόνας καλύπτει τη μαγεία, την κατατροπώνει, την εξαφανίζει- μόνο και μόνο για να τον ταξιδέψει στο όνειρο: πόσο δύσκολο αλήθεια! «...Τι δεν πάει καλά μ’ εμένα, που θέλω ν’ αφήσω ένα ίχνος, σκαλίζοντας αυτές τις ασυνάρτητες και νευρικές σημειώσεις που αφορούν στην αργόσχολη ύπαρξή μου;...»

Friday, August 04, 2006

Με αφορμή τον Τροπικό

(Λίγο πριν φύγω για τον προσωπικό μου "τροπικό". Θα σας ξαναβρώ στις 15 του μήνα -Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)

«...Μας κατατρώγει του χρόνου ο καρκίνος. Οι ήρωές μας έχουν σκοτωθεί ή αυτοκτονούν. Ο ήρωας, το λοιπόν, δεν είναι ο Χρόνος, μα το Άχρονο. Πρέπει να βαδίσουμε, με βήμα κατάδικου, προς του θανάτου την ειρκτή. Δεν υπάρχει διαφυγή. Δεν θ’ αλλάξει ο καιρός...»



«...Η εποχή μας απαιτεί βία, αλλά εμείς δεν παίρνουμε παρά μονάχα κάτι εκτρωματικές μικροεκρήξεις. Οι επαναστάσεις τσακίζονται από τα γεννοφάσκια τους, ή πετυχαίνουν υπερβολικά γρήγορα. Το πάθος εξαντλείται πριν περάσει πολύς καιρός. Οι άνθρωποι ξεμένουν από ιδέες, comme d’ habitude. Τίποτα δεν προτείνεται που να μπορεί ν’ αντέξει παραπάνω από είκοσι τέσσερις ώρες. Ζούμε ένα εκατομμύριο ζωές στο διάστημα μιας γενιάς...», έγραφε το 1934 ο Χένρι Μίλερ στον «Τροπικό του Καρκίνου». Οποία επικαιρότητα! Μπορώ να στροβιλιστώ ασφαλώς στη δίνη της.
Είχα διαβάσει το βιβλίο στα πρώτα νεανικά μου χρόνια. Από κάποια έκδοση της κακιάς ώρας. Αυτό δεν εμπόδισε το δαιμονικό πνεύμα του Μίλερ να ρίξει τα σπέρματά του. Μου είχε κόψει την αναπνοή και τότε. Τώρα, ήρθε για να ξεπλύνει το μυαλό και την καρδιά από τα σύννεφα της άχαρης ζωής, ταξιδεύοντας ανάμεσα σε κουφάρια άλλων κλασικών δημιουργών και σε αδειανά κέλυφη - βιβλία - σύγχρονης λογοτεχνίας. Άνοιξα σαν το κοχύλι μια σταλιά, πήρα αέρα, όσο χρειαζόταν για να μην πνιγώ και ξεραθώ, μόνο για να ανασάνω καθαρά και ξανακλείστηκα εκεί μέσα καινούρια.
Όποιος δεν θέλει να βγει ούτε στιγμή από την αταραξία του και τη λήθη του και την ύπνωση των αισθήσεων και των αισθημάτων του, ας μην διαβάσει τις λέξεις που ακολουθούν. Δεν του χρειάζονται. Όνειρα γλυκά! Τηλεοπτικά και όχι δικά του. Άλλων. Ας συνεχίσει να αγνοεί το Μίλερ, ας συνεχίσει να αγνοεί τόσο την πνευματικότητα όσο και τη σωματικότητα. Ας παραμείνει στους παγετώνες της μη σκέψης του, της μη αίσθησης. Ας μην περάσει ποτέ σε κανέναν Τροπικό -παρά μόνον σε εκείνους των τάχα μου κοσμοπολίτικων «life style» ιλουστρασιόν τουριστικών θέρετρων κάπου εκεί στη Νοτιοανατολική Ασία της εξαθλίωσης των πολλών ιθαγενών και της καλοπέρασης των λίγων «τυχερών» Δυτικών. Ο Τροπικός του μυαλού μπορεί να λιώσει τους πάγους αυτής της σφύζουσας αστικής αποξένωσης της αδιαφορίας, της απληστίας, της αχρηστίας, της αχαριστίας, της ανηδονίας.
Δεν μπορεί να μην ζει το πνεύμα του Μίλερ. Δεν γίνεται αυτός ο χυδαίος πια πουριτανισμός, το βάναυσο politically correct να τα σκεπάζει όλα στις μέρες μας. Δεν γίνεται η ουσία του κόσμου, το μεδούλι της αλήθειας που ξεχειλίζει από τις λέξεις του Μίλερ - και την αριστουργηματική ελληνική μεταγραφή τους από το Γιώργο- Ίκαρο Μπαμπασάκη στην έκδοση από το Μεταίχμιο - να μην βρίσκει καρδιές να ποτίσει, αισθήματα να ξυπνήσει, κοιμώμενες ιδέες να ξεσηκώσει. Η αληθινή λογοτεχνία είναι επαναστατική, γιατί ανασταίνει πεθαμένες ψυχές, ξεβρασμένες στο σύμπαν της συνήθειας και της λήθης, της ασυδοσίας του τίποτα που κατατρύχει σε κάθε εποχή τον άνθρωπο.
Στα δικά μας χρόνια, αισθάνομαι όλο και πιο πολύ να με συντρίβει η έλλειψη της έμπνευσης, τόσο από την ζωή όσο και από την τέχνη που καθρεφτίζεται εκεί σπαραγμένος και κατακερματισμένος ο βίος μας. Παίρνω απλώς αφορμή από τις ηδονικά παρατεταγμένες λέξεις του Μίλερ να μιλήσω για αυτό. Το εξαιρετικό επίμετρο του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη με προέτρεψε αναλόγως. Διαβάζοντας το βιβλίο για δεύτερη φορά, ήρθε μια μανιασμένη φρεσκάδα στο πρόσωπο και το μυαλό μου και απαιτούσε αποφασιστικά να την ανακαλύψω και πάλι, να την υιοθετήσω, να την πάω κάπου παρακάτω, αν γίνεται. Δεν ξέρω αν θα το κατορθώσω, πάντως έχω τη διάθεση να την ασπαστώ για όσο θα γυροφέρνει στο νου μου ο Τροπικός. Εβδομήντα τόσα χρόνια μετά τη γραφή του, το κείμενο του Μίλερ είναι πιο ζωντανό από άλλα που μόλις τώρα γεννιούνται. Και φέρει μέσα του όλον εκείνο τον «καρκίνο», το σαράκι που κατατρώγει την ανθρώπινη ύπαρξη στο διηνεκές. «...Στον μεσημβρινό του χρόνου δεν υπάρχει αδικία: υπάρχει μονάχα η κίνηση της ποίησης που γεννάει την ψευδαίσθηση της αλήθειας και του δράματος...Για τον ένα ή τον άλλο λόγο, ο άνθρωπος θέλει το θαύμα, το αναζητάει, και για να το κατορθώσει θα πρέπει να πορευθεί μέσα από το αίμα. Θα διαφθαρεί από τις ιδέες, σε μια σκιά θα περιορίσει τον εαυτό του αν για ένα δευτερόλεπτο στη ζωή του όλη μπορέσει να κλείσει τα μάτια απέναντι στην αποτροπιαστική πραγματικότητα...»
Η αναζήτηση της ελευθερίας για το Μίλερ δεν είναι μια πρόθεση υποκινούμενη από κανένα άγονο ιδεαλισμό, είναι βιωμένη πραγματικότητα σε όλες τις ανατριχιαστικές της διαστάσεις και μεταφερμένη στο συγγραφικό του έργο με τρόπο αριστοτεχνικό. Πώς να αντισταθείς, λοιπόν, στην καταλυτική της ισχύ; Πώς να την αγνοήσεις; Πώς να συνεχίσεις τα τηλεοπτικά σου όνειρα ή την αδιάφορη μονήρη υπαρξιακή σου αγωνία; Πώς να επιτρέψεις στον εαυτό σου να πορεύεται ανέμπνευστος, παρασυρμένος μόνο από τη σύγχρονη συνήθεια; Ιεροσυλία δεν ακούγεται αυτό ή καλύτερα ανοησία; Και είναι. «...Δεν θα υπάρχουν διάνοιες - οι διάνοιες πέθαναν. Έχουμε ανάγκη από δουλευταράδες, από μπράτσα γερά, από πνεύματα που είναι διατεθειμένα να παρατήσουνε το φάντασμα και να προκρίνουνε τη σάρκα...» Πώς είναι δυνατό να μη ζητάς το θαύμα, μέσα σου και γύρω σου; Στην τέχνη ή τη ζωή; Θαύμα που έχει να κάνει με τον τρόπο που αγγίζεις τους ανθρώπους και τα αντικείμενα, με τον τρόπο που βλέπεις εσένα και τους άλλους, με τον τρόπο που προσλαμβάνεις και διυλίζεις ιδέες, με τον τρόπο που ζητάς την προσοχή των άλλων και τη δίνεις με τη σειρά σου σ’ αυτούς, με τον τρόπο που διαβάζεις βιβλία - αν διαβάζεις -, με τον τρόπο που παρέχεις θέση για τη λογοτεχνία στη ζωή σου.
«...Η τέχνη συνίσταται στο να κάνεις όλη, μα όλη τη διαδρομή, ναι, να το πας ίσαμε εκεί που δεν παίρνει άλλο, στο απώτατο άκρο. Αν αρχίσεις με τύμπανα, θα πρέπει να τελειώσεις με δυναμίτη ή με τρινιτροτολουόλη...». «Ο Τροπικός του Καρκίνου» είναι από μόνος του ένας δυναμίτης στα θεμέλια της αταραξίας, αφού κρούει τα τύμπανα και ρίχνει τα εκρηκτικά για όποιον γυρεύει, βέβαια, να αφουγκραστεί τις εκκωφαντικές τους δονήσεις.
«...Τα ανθρώπινα πλάσματα είχανε χαθεί από τον κόσμο μου - ήμουν απολύτως μόνος και για φίλους είχα τους δρόμους, και οι δρόμοι μιλούσανε σ’ εμένα μ’ εκείνη τη θλιμμένη, πικρή γλώσσα που συντίθεται από ανθρώπινη δυστυχία, λαχτάρα, λύπη, αποτυχία, χαμένη προσπάθεια...». Το παράξενο και το πιο γοητευτικό σ’ αυτό το βιβλίο είναι ότι κυνισμός του συγγραφέα είναι που αποκαλύπτει την ανθρωπιά, την αγάπη και την ανοχή για το διπλανό. Την αντοχή να ατενίζεις γόνιμα τους άλλους.
«...Για εβδομάδες και μήνες, για χρόνια, μάλιστα, σ’ όλη μου τη ζωή προσδοκούσα κάτι να συμβεί, κάποιο γεγονός εγγενές, κάτι μύχιο που θα άλλαζε τη ζωή μου, και τώρα, έξαφνα, εμπνευσμένος από την απόλυτη απουσία ελπίδας των πάντων, αισθάνθηκα ανακουφισμένος, αισθάνθηκα σάμπως ένα φοβερό φορτίο να είχε φύγει από τους ώμους μου...»

Αντί επιλόγου
«...κι όταν γυρεύεις το θαύμα πρέπει να σπείρεις το αίμα
σου στις οχτώ γωνιές των ανέμων
γιατί το θαύμα δεν είναι πουθενά παρά κυκλοφορεί
μέσα στις φλέβες του ανθρώπου». (Γ. Σεφέρης, LES ANGES SONT BLANCS, αφιερωμένο στο Henry Miller)

Thursday, August 03, 2006

Αλήθεια που αγκυλώνει

(συνέχεια "αγίων")

Προτού διαβάσω τη μονογραφία της Έλενας Χουζούρη για το Γιώργο Ιωάννου, μου είχε συστηθεί η μορφή του μέσα από ένα εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του Δαβίδ Ναχμία που είχε προβληθεί στην ΕΤ1, καθώς αργότερα και από μια σχετική παρουσίαση του βιβλίου της Χουζούρη «Σαν σπόρος αγκαθιού», στην οποία είχε διαβάσει ένα πολύ διαφωτιστικό και εμπεριστατωμένο κείμενό του ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης για το συγγραφέα. Το βιβλίο ξετυλίγει όλα τα αγκάθια της ζωής και της εργογραφίας -ακόμη και τις λογοτεχνικές και προσωπικές διαμάχες του Ιωάννου- με έναν τρόπο αποκαλυπτικό και εις βάθος που διατηρεί ωστόσο το σεβασμό προς τον δημιουργό. Και πετυχαίνει η Χουζούρη να καλύψει την ίδια την αγωνία του Ιωάννου: «...Να αποτραπεί η λήθη, να εξωραϊστεί η φθορά, να μη νικήσει ο θάνατος...»

Ελεύθερος πολιορκημένος του πάθους

(συνέχεια "αγίων")

Τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη τον είχα πρωτογνωρίσει μαθήτρια σε κάποια αποσπάσματα του έργου του στα σχολικά βιβλία των Νεοελληνικών Κειμένων. Οι άγονες φιλολογικές αναλύσεις ανέμπνευστων καθηγητών δεν σου αφήνουν και πολλά περιθώρια να αγαπήσεις ένα λογοτέχνη. Παρόλα αυτά ξανάρθε στο δρόμο μου ως «Σκλάβος του πάθους» δια χειρός Φίλιππου Φιλίππου. Βλέποντας και τη διάσταση του ανθρώπου -που πορεύεται παράλληλα με αυτή του δημιουργού- τον νιώθεις λίγο πιο κοντά σου. Και ανατρέχεις να αναζητήσεις και πάλι ποια ήταν η φιγούρα που κρύβεται πίσω από την «Τιμή και το χρήμα», πίσω από τον «Κατάδικο», πίσω από τη «Ζωή και το θάνατο του Καραβέλα». Και είναι ο ίδιος παθιασμένος δημιουργός και άνθρωπος που καμιά ηθογραφία δεν μπορεί να αποκαλύψει τόσο αποτελεσματικά, όσο η δική του.

Οι τρυφερές καρδιές βίαια καίγονται

(συνέχεια "αγίων")

Το Βιζυηνό τον αγαπώ, τον σπλαχνίζομαι και τον θυμάμαι. (Αυτό το τελευταίο θα εξαγρίωνε τους άσπονδους φίλους κι εχθρούς του που αποτελούσαν τον πυρήνα του σιναφιού του στα δικά του χρόνια.) Το ίδιο κάνει και ο συγγραφέας Δημήτρης Παπαχρήστος, δηλαδή αγαπάει, σπλαχνίζεται και διατηρεί ζωντανή τη μνήμη του «Τρυφερόκαρδου κυρίου Γ.Β.», στήνοντας ένα βιβλίο για κείνον που ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια του αναγνώστη όλη τη ζωή και την εργογραφία του Γεώργιου Βιζυηνού. Το έργο του αποτελούσε άλλωστε τον πιο σίγουρο καθρέφτη της ψυχοσύνθεσης αλλά και του βίου του μεγάλου αυτού πνευματικού ανθρώπου. Απολαυστικό το φανταστικό αυτό οδοιπορικό, πότε κινηματογραφικό και πότε με μια γνήσια θεατρικότητα, μαγνητίζει τον αναγνώστη και τον κάνει να συμπάσχει με τον τραγικό ήρωα. Κουρδίζεις τα δικά σου πικρά, πικρά τραγούδια με τα δικά του.

Ποιητικά άνθη

(συνέχεια "αγίων")

Το πρόσωπο μιας ποιήτριας του παρελθόντος περιμένεις να το αντικρίσεις μέσα από μια ανάλογη θεώρηση του έργου της και μια τέτοια προσέγγιση της φυσιογνωμίας της, τουλάχιστον όταν δεν διαβάζεις μια φιλολογική μελέτη ή ένα ξερό δοκίμιο γι’ αυτή. Ωστόσο, ο Ηλίας Καφάογλου είχε μια διαφορετική γνώμη, καθώς φαίνεται, γιατί βαρυφόρτωσε το κείμενό του για τη Μελλισάνθη με τόσες πολλές παραπομπές και σημειώσεις που χάθηκε η ατμόσφαιρα και όλη εκείνη η μαγική αχλύ της προσωπικότητάς της που υπόσχεται η φωτογραφία από το εξώφυλλο του βιβλίου ήδη. «Οι εποχές της Μελλισάνθης» βουλιάζουν κάτω από το βάρος όλων αυτών των -φιλότιμων μεν, και επίπονων φαντάζομαι να συλλεχθούν, αλλά λυπάμαι μου φάνηκαν παντελώς άχρηστες για τον αναγνώστη που θέλει να γνωρίσει τη Μελλισάνθη (μπορεί για το μελετητή του μέλλοντος να είναι πολύτιμες, ποιος ξέρει!)- παραπομπών και επεξηγήσεων. Θα προτιμούσα όλες αυτές τις αναφορές του ο συγγραφέας να τις έχει χωνέψει μέσα του, να τις έχει επεξεργαστεί -παρά να τις παρουσιάζει ως χιλιοτρυπημένο πάτσγουορκ στα μάτια του αναγνώστη- και να δώσει ένα αυθεντικά δικό του κείμενο με αφομοιωμένα όλα τα παραπάνω στοιχεία, απλό, εύληπτο και πιο αισθαντικό, όπως αρμόζει σε μια ποιήτρια. Και πάλι τονίζω, αφού τα βιογραφικά δοκίμια της σειράς αυτής της Ηλέκτρας δεν αποτελούν ξερές μελέτες, αλλά λογοτεχνικά δοσμένες προσεγγίσεις. Μακάρι ο Καφάογλου να είχε διατηρήσει το ύφος του εισαγωγικού σημειώματος σε όλο το βιβλίο. Παρά την προσωπική μου ένσταση με βάση το δικό μου γούστο, ο αναγνώστης μπορεί να λάβει σοβαρά ερεθίσματα για να ψάξει και να βρει τι ήταν η Μελλισάνθη και οι στίχοι της.

Wednesday, August 02, 2006

Στη στράτα της απλότητας

(συνέχεια "αγίων")

Αχνά, σχεδόν αθόρυβα, πολύ διακριτικά, με απλότητα πλήρη, ξεπροβάλλει μέσα από τις σελίδες του Κώστα Ακρίβου η φιγούρα του Στρατή Δούκα και «Η ιστορία ενός οδοιπόρου». Κι εδώ ο συγγραφέας δίνει το λόγο στον πρωταγωνιστή του και διατρέχουν παρέα, με μια ευγένεια που φαίνεται πως χαρακτήριζε και το Δούκα, τη ζωή του λογοτέχνη από τα Μοσχονήσια. Η γλώσσα του Ακρίβου έχει τις ρίζες της στην ακριβή ελληνική λογοτεχνική παράδοση του προηγούμενου αιώνα. Βαδίζει στις στράτες του Μυριβήλη και του Κόντογλου, φυσικά, αβίαστα και με τακτ. Μελετημένα και σχεδιασμένα έτσι ώστε να αποπνέει την εποχή τους, με λεπτομέρειες που σε φέρνουν πιο κοντά στα ήθη και το ήθος τους. Θυμίζει μια ζωγραφιά απλή, όπως η ελληνικότητα. «...Η αλήθεια είναι πως σ’ αυτό τον τόπο δεν αγαπάμε την αλήθεια. Γι’ αυτό όσοι υπερασπίζονται την αλήθεια, καταντούν μάρτυρες. Επομένως εκείνο που θα είχα να συστήσω είναι ν’ αγαπήσουμε περισσότερο την αλήθεια. Το λέγει άλλωστε και ο Σολωμός: Μάθε να θεωρείς εθνικό ό,τι είναι αληθές...»