Monday, July 31, 2006

Συνομιλώντας με την Ευτυχία

(Το προηγούμενο κείμενο περί "αγίων", αυτό το ποστ και τα επόμενα πέντε αποσπάσματα, δημοσιεύτηκαν σε ένα αφιέρωμα το περασμένο Σάββατο στη Φιλολογική Βραδυνή)

Τα στιχάκια της, εκείνα που πουλούσε σε συνθέτες της εποχής της για ένα κομμάτι ψωμί, ηχούν στα αυτιά μου τραγουδισμένα πότε από τον Μπιθικώτση και τη Μοσχολιού, πότε ντυμένα με τη μουσική του Τσιτσάνη. Είχα ακούσει τόσες φορές καλλιτέχνες να μιλούν για τη θρυλική «γριά» του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, αλλά η μορφή της παρέμενε άγνωστη σε μένα. Όπως και η ζωή της. Μόνο το πάθος της για τα χαρτιά περνούσε από τις κουβέντες του σιναφιού στο μέλλον. Α, ναι, και το απαράμιλλο ταλέντο της, στα τυπικά των συζητήσεων. Που τελικά δεν ήταν τυπικά. Σ’ αυτή τη γυναικεία μορφή έδωσε φωνή -σπαρακτικά αληθινή- να εξιστορήσει το βίο της ο Γιάννης Bach Σπυρόπουλος. Με ένα κείμενο τόσο ζωντανό, παλλόμενο, ποιητικό, ίσως επειδή είναι γραμμένο από ένα μουσικό, με ένα ρυθμό που δεν μπορείς να του αντισταθείς. Με συγκίνησε το πρώτο πρόσωπο που χρησιμοποίησε τόσο πετυχημένα ο δημιουργός. «Ένα μπλουζ για την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου» είναι ο τίτλος του βιβλίου. Και πρόκειται για ένα μπλουζ που δεν ξεχνάς. Οι λέξεις του γυροφέρνουν στο μυαλό σου και καιρό μετά: «...Αν κάποιος βάλει στη σειρά που πρέπει τα στιχάκια μου θα είναι σαν μια τραγωδία. Σκόρπια χορικά για το δράμα έγραψα, μόνο αυτό έκανα. Να πω πως ο άνθρωπος είναι μια τραγική ύπαρξη...από παντού μ’ έβρισκαν κατάσαρκα οι καιροί, αντέχει ο άνθρωπος, άκουσέ με, σου το λέω εγώ, η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου...Όταν απευθύνεται σ’ εσένα ο πόνος είναι σαν να σε παίρνει στα σοβαρά ο Θεός, πώς να τον καταλάβεις αλλιώς τον Θεό! Ο πόνος σε βάζει στον κόπο του διπλανού σου και τον μοιράζεσαι έτσι...Το φυσικό σου πρόσωπο έχει μια χορδή ο νους που την κουρδίζει, είναι το ζητούμενο στην ύπαρξη, και αυτό που θα βγει προς τα έξω να το αναγνωρίζουν και να ξέρουν ότι εσύ έρχεσαι. Μ’ αυτό το μοναδικό σαν σήμα μορς δεν σε καταπίνει το χάος...». Μέσα σε ένα κείμενο 45 σελίδων, ο Γιάννης Bach Σπυρόπουλος ζωντανεύει τη γυναίκα, την καλλιτέχνη, την τραγική της υπόσταση, την αστείρευτη δύναμη της ψυχής της, με ένα καταλυτικό αποτέλεσμα: σε αναγκάζει να αναλογιστείς τη δική σου ζωή, τα δικά σου αποθέματα, σε βάζει στο δρόμο της όσο εσύ πορεύεσαι στο δικό σου. Σε αναγκάζει να διασταυρωθείς με το αμείλικτο βλέμμα της ειλικρίνειάς της και να μην το αποφύγεις στιγμή. Στην έκδοση περιλαμβάνεται και μια ανέκδοτη -μόνη σωζόμενη- συνέντευξη της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου (1971) από το αρχείο του Παναγιώτη Κουνάδη σε CD, της οποίας η απομαγνητοφώνηση υπάρχει επίσης στο βιβλίο.

Ακολουθώντας τα χνάρια της μνήμης και της «αγιοσύνης»

Οι μορφές των ανθρώπων. Και τα πρόσωπά τους. Τα διαφορετικά προσωπεία που ενδύθηκαν. Οι ζωές τους. Τα χνάρια που άφησαν στο πέρασμά τους από τούτο τον κόσμο. Τα προσωπεία που απεκδύθηκαν. Οι άλλες μορφές του καιρού τους που συνάντησαν. Οι δρόμοι τους που διασταυρώθηκαν. Που άλλοτε κινήθηκαν παράλληλα και δεν βρήκαν σημείο τομής ποτέ.
Και οι λέξεις τους. Που σμιλεύτηκαν στο χαρτί. Που ίσως δεν ειπώθηκαν ποτέ. Που καταγράφηκαν στο βινύλιο. Που τραγουδήθηκαν από τα στόματα άλλων. Που ακούστηκαν στον καιρό τους και πέρασαν και στο δικό μας καιρό. Που κλείστηκαν σε βιβλία και τα ανοίγουμε τώρα για να γνωρίσουμε τον κόσμο τους. Το προσωπικό τους σύμπαν. Είναι κάτι άνθρωποι που πορεύτηκαν στο παρελθόν και χάραξαν στην οδό της Τέχνης τους μονοπάτια που τα βρίσκουμε σήμερα μπροστά μας. Που τα παίρνουμε κι εμείς, όσο αναζητάμε το δικό μας δρόμο. Είναι κάτι άνθρωποι που άλλοτε παραγκωνίστηκαν από τους σύγχρονούς τους, άλλοτε περιφρονήθηκαν, άλλοτε απλώς επισκιάστηκαν, άλλοτε έλαμψαν τόσο που έκαναν τους γύρω τους να κλείσουν τα μάτια μπροστά στην πρωτόγνωρη αυτή ηλιοφάνεια της αυτόφωτης ύπαρξής τους. Είναι κάτι άνθρωποι που απ’ όπου πέρασαν άφησαν πίσω τους το μύρο της προσωπικής τους «αγιοσύνης». Κάτω από σβηστά φώτα, πίσω από κουίντες θεατρικές, λογοτεχνικές, του σιναφιού τους. Όσο κι αν τους παρέβλεπαν, όσο κι αν τους αγνοούσαν, εκείνοι ευωδίαζαν τη μοναδικότητά τους και προχωρούσαν με βήματα σταθερά στο μέλλον.
Έφυγαν από τη ζωή, αλλά καθαγιασμένοι με κείνη την ξέχωρη ευωδία που μας πλημμυρίζει και τώρα, αν θέλουμε να τη νιώσουμε κάτω από τους στίχους, τα γραπτά τους, μέσα από κάτι ασπρόμαυρες φωτογραφίες ή προσωπογραφίες. Εκεί που το βλέμμα τους πλανάται φλογισμένο κι αληθινό κι αναδύει την ενδότερη φωτιά που τους έκαιγε, που ζέσταινε τη λογοτεχνική τους στόφα, την καλλιτεχνία τους. Είναι «άγιοι» καθημερινοί της Τέχνης τους, που δημιούργησαν με μόχθο και ταλέντο τα δικά τους «θαύματα». Ο καιρός μας ψάχνει για «θαυματοποιούς» και κατασκευασμένα θαύματα της διαχείρισης. Υπήρξαν όμως άνθρωποι που δημιούργησαν απλώς, χωρίς να διαχειριστούν το παραμικρό στο δικό τους καιρό και δεν αναγόρευσαν ποτέ εαυτούς «θαυματοποιούς», αλλά παρέμειναν σκιώδεις δημιουργοί της προσωπικής τους αλήθειας και υπερασπιστές του ωραίου.
Στη μνήμη τους, δεν μπορεί κανείς παρά να γίνει κοινωνός αυτού του αντίδωρου, του έργου τους. Και να ακούσει την κουστωδία της εποχής τους, πίσω από τα πάθη, τα λάθη και τους ανθρώπους που τα διαφέντεψαν.
Στις ασπρόμαυρες προσωπογραφίες θα αναγνωρίσετε την όψη και θα αφουγκραστείτε τις φωνές της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, του Στρατή Δούκα, της Μελλισάνθης, του Γεώργιου Βιζυηνού, του Κωνσταντίνου Θεοτόκη και του Γιώργου Ιωάννου, όπως τους έδωσαν σάρκα και οστά μέσα από τις λέξεις τους ο Γιάννης Bach Σπυρόπουλος, ο Κώστας Ακρίβος, ο Ηλίας Καφάογλου, ο Δημήτρης Παπαχρήστος, ο Φίλιππος Φιλίππου και η Έλενα Χουζούρη. Είναι οι αθόρυβοι «άγιοι» και οι βίοι τους από τη σειρά «Βίοι Αγίων -Υπόγειες Διαδρομές» των Εκδόσεων Ηλέκτρα. Συνομιλώντας με την Ευτυχία, στη στράτα της απλότητας, συλλέγοντας ποιητικά άνθη της Μελλισάνθης, από τρυφερές καρδιές, που σκλαβώθηκαν από πάθη, αιχμηρά σαν αγκάθι...

Friday, July 21, 2006

Η άπατρις λογοτεχνία της ύπαρξης

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)

«...κανένας παράδεισος, μόνο αυτή η μονομανία του αστυνομικού μυθιστορήματος... μόνο το ταξίδι αξίζει την παράκαμψη, τη μετατόπιση, γράφοντας το έγκλημα δραπετεύεις απ’ αυτό, όχι πριν, ποτέ δίχως αυτό, μόνο στον ξεριζωμό, τη διάσχιση των φαινομένων, το λύσιμο των δεσμών, την αιώρηση...» Μια ακροβασία, χωρίς κανένα δίχτυ ασφαλείας. Με χέρια ανοιχτά να δείχνουν από τη μεριά του σύγχρονου αδιεξόδου του δυτικού ανθρώπου μέχρι τη δυστυχία του αναδυόμενου κόσμου της βίας και της εγκατάλειψης. Και με τα μάτια όχι μόνο της ψυχής, αλλά πάνω απ’ όλα της λογικής, να ατενίζει ο αναγνώστης το παρελθόν, μέσα από το δράμα της ίδιας του της ύπαρξης, προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο μετεωρισμός της αμφιβολίας και της διερώτησης, κι ας μην πρόκειται για δοκίμιο. Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που προκαλεί όχι μόνο το θυμικό του αναγνώστη, αλλά πάνω απ’ όλα διεγείρει τη σκέψη του, όχι τόσο για το έγκλημα και τη λύση του, αλλά την ίδια την αιτία που κρύβεται στην ιδιοσυστασία του.
Είναι ένα βιβλίο συναρπαστικό που σε περνά μέσα από βυζαντινούς διαδρόμους για να βγεις στο φως και το σκοτάδι του παγκοσμιοποιημένου σήμερα. Η Τζούλια Κρίστεβα, αυτή η πολυσχιδής προσωπικότητα της σύγχρονης διανόησης, έγραψε ένα μυθιστόρημα-μανιφέστο για τα συμβαίνοντα -κοινωνικά, εθνικά, διεθνικά, παγκόσμια τέλος πάντων- στον πλανήτη της δεύτερης χιλιετίας που ήδη διασχίζουμε. Το «Φονικό στο Βυζάντιο», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση Μπάμπη Λυκούδη, διαθέτει τον ιστό ενός αστυνομικού μυθιστορήματος, τον πυρήνα μιας ψυχαναλυτικής πραγματείας, τα πραγματολογικά στοιχεία ενός ιστορικού μυθιστορήματος και τη θαρρετή φωνή ενός διαγγέλματος. Η συγγραφέας του δίνει βήμα στις ίδιες της διαφορετικές της ιδιότητες να σχολιάσουν με μια ειρωνεία τόσο αποτελεσματική και καίρια -χωρίς να ξεχνάει στιγμή τη γοητεία της μυθιστορηματικής της γραφής- τη δυτική κοινωνία των μεταναστών, του θεάματος, του κέρδους, κάτω από τη «δαμόκλειο σπάθη» της τρομοκρατίας, του φανατισμού και της μισαλλοδοξίας. Η Κρίστεβα μιλά για τα πάντα χρησιμοποιώντας τα πάντα. Οι ήρωές της, απάτριδες του κόσμου μας, ψάχνουν το νόημα της ύπαρξής τους, φτάνουν στα ίδια της τα όρια και κάποιοι απ’ αυτούς τα ξεπερνούν με θεαματικό τρόπο. Όλα αυτά ενταγμένα σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία της οποίας τα ερείσματα είναι τόσο ρευστά και αθέατα όσο η ίδια η καταγωγή του κεντρικού πρωταγωνιστή του βιβλίου, του Σεμπάστιαν Κρεστ-Τζόουνς, ενός ιστορικού των μεταναστεύσεων. «...Οι πεταλούδες δεν έχουν ούτε σώμα ούτε πρόσωπο, μόνο μια κοίλη βέργα που πάνω της γαντζώνονται μεμβράνες ψυχής, φτερούγες διαστήματος, ιστία τοπίου...Αυτοί οι ακροβάτες κατοικούν στο φως και στα χρώματα, στον κοσμικό παλμό του οποίου μοιάζουν να είναι προσωρινό και φευγαλέο κρύσταλλο...Ο ιστορικός είναι μια πεταλούδα που κυνηγάει πεταλούδες, που αναζητά καινούρια θηράματα, χώρους πλουμιστούς, νεκρές εποχές, μαγνητικά ενδιάμεσα, τέλειες πλάνες και πεισματικούς πλάνητες που ραγολογούν το τρέμουλο του Χρόνου...»
Μια χρονική ρωγμή διανοίγεται από τη συγγραφέα, προκειμένου να κυλήσει η τωρινή πραγματικότητα μέσα από το αυλάκι της Ιστορίας, όχι απαραίτητα για να βρεθεί λυτρωτική και καθαρτήρια διέξοδος γι’ αυτή, αλλά κυρίως για να τεθούν τα προβλήματά της σε όλο τους το εύρος και τη δυναμική. Είναι ένα μυθιστόρημα που θέτει και πάλι τον Άνθρωπο στο ζωτικό του κέντρο. Όλες οι γνώσεις και οι αναρωτήσεις της Κρίστεβα επιστρατεύονται για να δοθεί στον Άνθρωπο η σημασία που του πρέπει σε έναν κόσμο που έχει καταστεί ανθρωποφαγικός.
Η υπόθεση του βιβλίου πολύπλοκη και δαιδαλώδης, όπως η διαπλοκή των ζητημάτων μεταξύ τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι, δεν χαλαρώνει στιγμή παρά τις όποιες θεματικές παρεκβάσεις. Η πλοκή ξετυλίγεται ακόμη και την ώρα που ο αναγνώστης περνά από τα καταγγελτικά -εν είδει απεγνωσμένου μανιφέστου- μονοπάτια του λόγου της Κρίστεβα για τα δεινά της εποχής μας. Από το φανταστικό τόπο, Σάντα Μπάρμπαρα, εξαφανίζεται ο καθηγητής ιστορικός Σεμπάστιαν Κρεστ-Τζόουνς, στα ίχνη του οποίου ρίχνεται ένας αστυνομικός συγγενής του -ο Νόρθροπ Ρίλσκυ- και μια γαλλίδα δημοσιογράφος, η Στεφανί Ντελακούρ, η φωνή της οποίας ενίοτε νιώθει ο αναγνώστης να ταυτίζεται με αυτή της συγγραφέως του μυθιστορήματος.
Θρησκευτικές σέκτες και μαφίες, γίνονται το σκοτεινό φόντο της υποβλητικής ατμόσφαιρας που ζητά ένα αστυνομικό μυθιστόρημα για να υπάρξει και να προσλάβει ακόμη και διαστάσεις θρίλερ. Συχνά σε πρώτο πλάνο περνά η διαπλοκή του παρόντος με το ιστορικό παρελθόν του Βυζαντίου, απ’ όπου αναδύεται με μαεστρία η μορφή της Άννας της Κομνηνής, της οποίας το έργο η «Αλεξιάδα» γίνεται το πρόσφορο έδαφος περιπλάνησης του καθηγητή Σεμπάστιαν Κρεστ-Τζόουνς. Η ταυτότητα που αναζητείται. Η πατρίδα που λείπει. Η αλήθεια που γίνεται το θήραμα στην εποχή του θεάματος. Ο σπαραγμός του ανθρώπου χωρίς ερείσματα. Το οδυνηρό ταξίδι προς την ψηλάφηση των καταβολών του. «...Δεν κλαίω σε καμιά γλώσσα, χωρίς λέξεις, με τη θύμηση του βλέμματός της, του αρώματός της, της μοναξιάς της κι αυτή η σιωπή, η σιωπή της, το λίκνο μου, ο τόπος μου...»

Thursday, July 20, 2006

Η μυθοπλασία του έρωτα

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)

«Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε
Σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα
Παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους
Τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
Και στη σκόνη του καιρού
Σημαίνει πως φοβούμαστε
Και η ζωή μάς έγινε ξένη
Ο θάνατος βραχνάς»

Γιώργος Σαραντάρης


Δεν φοβάται ο Ταχάρ Μπεν Τζελούν να είναι ποιητής, να ακουμπά τις γυναίκες με το αφηγηματικό του ραβδάκι, να αγγίζει το θάνατο με τις λέξεις, να υμνεί τη ζωή μέσα από τους λαβυρίνθους των συναισθημάτων και των σκέψεων, των ψευδαισθήσεων και της οφθαλμαπάτης.
Στο βιβλίο του «Λαβύρινθος Συναισθημάτων» που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Λιβάνη σε μετάφραση της Ελένης Χρονοπούλου και επιμέλεια του Μανώλη Πιμπλή, ξεδιπλώνει τις πτυχές ενός πολύ γνώριμου «υφάσματος» που καλύπτει τη ζωή, τη ζεσταίνει, τη θρέφει και άλλοτε την ξεγυμνώνει, τον έρωτα. Άξιος συμπαραστάτης σε αυτό το έργο ο Ερνέστ Πινιόν-Ερνέστ, ο οποίος ντύνει με τα σχέδιά του τις σελίδες του βιβλίου, αποτυπώνοντας και συμπληρώνοντας ενίοτε τη συγκίνηση που αναβλύζει από τις αράδες του συγγραφέα.
Θα δανειστώ ένα στίχο από ένα λαϊκό τραγούδι για να περιγράψω το αίσθημα που κατακλύζει τις γραμμές αυτού του εξωτικού, ακριβού και πλούσιου σε ψυχικές αναδιπλώσεις «υφάσματος» που ο Ταχάρ Μπεν Τζελούν αφήνει να δούμε τις άκρες του, τις λείες απαλές του επιφάνειες, τις ξεφτισμένες του κρυφές παρυφές: «έχει η αγάπη κάτι νόμους που δικαιώνουν τον απόντα». Αυτή την απόλυτη δικαίωση της απουσίας, τη μαρτυρική της ύπαρξη σέρνει ο αφηγητής του βιβλίου, φυγαδεύοντας σ’ ένα παιχνίδι αναπολήσεων και αναπλάσεων κάποιας πραγματικότητας -ερωτικής ίσως- όχι μόνο τον καλλιτέχνη που φιλοτεχνεί τα σχέδια στις σελίδες του αλλά και τον ίδιο τον αναγνώστη.
Σ’ ένα παραμύθι αισθήσεων και παραισθήσεων που σχεδόν μόνο η πραγματική ζωή ξέρει να ενορχηστρώνει τόσο τέλεια και αρμονικά, ο νους και η καρδιά ενός άνδρα περιπλανώνται στη Νάπολη της απάτης, του εγκλήματος, της σήψης, της σωματεμπορίας και της σύγχρονης μαφίας, για να ξαναβρούν και να ξαναζήσουν, όπως μπορούν, έναν παρελθόντα έρωτα που γίνεται ενεστώτας εξακολουθητικός των αναμνήσεων. «...Η ανάμνηση ενός πόνου είναι επίσης πόνος. Τριάντα χρόνια είχαν περάσει και ήμουν ο ίδιος άνθρωπος, πιστός στα πολυάριθμα μυστήρια της Νάπολης, πρόθυμος για την καταστροφή και πάντα έτοιμος να εμπλακώ σε ιστορίες τόσο περίπλοκες όσο αυτή».
Με ποιητικό ρυθμό, με εικόνες που μπερδεύουν εκμαυλιστικά την πραγματικότητα με τη μνήμη, ο αφηγητής υφαίνει τον ιστό ενός έρωτα, χρησιμοποιώντας το σκηνικό της πόλης σαν ζώσα εικόνα που μεταλλάσσεται συνεχώς. Δεν ξεχνάει να αποστασιοποιείται και να παρατηρεί τον ίδιο του τον εαυτό μέσα στο πότε ονειρικό και πότε εφιαλτικό κύμα: «...Ίσως δεν ήμουν παρά ένας γέρος ποιητής που νόμιζε ότι είχε υποδεχτεί στη ζωή του έναν έρωτα αθάνατο...» Σ’ αυτό το βιβλίο οι γυναίκες του Ταχάρ Μπεν Τζελούν κουβαλάνε κάτι από τη δυναμική των φιγούρων από εκείνες τις «Τρεις γυναίκες» του Ρόμπερτ Μούζιλ, χωρίς να διαθέτουν, ωστόσο, την εξονυχιστική βαθιά περιγραφή του αυστριακού δημιουργού. Ανάερες εικόνες, έτοιμες να φύγουν -φεύγουν κάποτε είναι η αλήθεια και επανέρχονται μέσα στα παιχνίδια του μυαλού. Πρόκειται απλώς για την ποιητική, καίρια καταλυτική και γενναία ματιά κάποιων ανδρών δημιουργών στην προσπάθειά τους να καταλάβουν τη Γυναίκα. Και τι πιο γοητευτικό από άνδρες που κατορθώνουν να σπάσουν τα σύγχρονα στερεότυπα του macho κυνισμού αλλά και του γλυκερού μελό -και τα δύο δημιουργούν την ίδια αποστροφή- και να περιγράψουν τη Γυναίκα διεισδυτικά, αληθινά, στιβαρά, δηλαδή γενναία. Το ίδιο σαγηνευτικό είναι όταν γυναίκες δημιουργοί καταφέρνουν να υπερβούν τα εσκαμμένα του δαιδαλώδους ψυχισμού τους και πέρα από προσωπικά συμπλέγματα και πρότυπα του συρμού να αρθρώσουν λόγο για τον Άντρα απενοχοποιημένα και αυτούσια. Ένα όλον, δηλαδή, που εκλείπει γύρω μας και έχει δώσει τη θέση του σε νευρωτικά, σπασμωδικά κομμάτια ενός θρυμματισμένου καθρέφτη που δεν δείχνει τίποτα πια, ούτε πρόσωπα ούτε ψυχές και προπαντός καμιά αλήθεια. Μόνο κάτι τάχα μου ρεαλιστικά στιγμιότυπα fake κι αυτά μιας εικονικής πραγματικότητας.
Η αμφιβολία, η αβεβαιότητα με την οποία σμιλεύει τις εκδοχές της ιστορίας του ο συγγραφέας δημιουργούν μια ατμόσφαιρα μαγική, αυτή που αξίζει στη μυθοπλασία του έρωτα: με όνειρα, ανανεούμενους ορίζοντες, μια ρευστή γλώσσα που αφήνει το σουρεαλισμό να κάνει καλά τη δουλειά του προς αυτήν την κατεύθυνση, υποθάλποντας την υγρασία του έρωτα, την «πνευματική κουφόβραση», την ξηρασία της στυγνής πραγματικότητας. «...Ένας μακρύς δρόμος με δέντρα αρχίζει από το βλέμμα. Λένε ότι οι χυμοί είναι τα συναισθήματά τους...»

«...Πίστευα ότι οι αναμνήσεις παραμένουν ανέπαφες, περνώντας έτσι από την πλήξη στην έκσταση, από την πλάνη στην πίκρα. Να γερνάς σημαίνει να χτίζεις ένα σπίτι όλο και πιο μεγάλο, με αναμνήσεις, με άγια λείψανα, με λάμψεις φωτός, με βαθιές σκιές και βαριές πέτρες...»

Wednesday, July 19, 2006

Στα απολεσθέντα της αγάπης

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)

Μια υπόκωφη εσωτερική κραυγή. Αυτή της βαθιάς κι ανεξάντλητης αγάπης. Μεταξύ τριών ανθρώπων που μεγάλωσαν μαζί, με κοινό πεπρωμένο από το οποίο δεν μπόρεσαν να διαφύγουν. Ο μόνος τρόπος να αμυνθούν έναντι της ίδιας της προδιαγεγραμμένης πορείας τους, ήταν η ψευδαίσθηση ότι η αποδεδειγμένα ακλόνητη αγάπη μεταξύ τουλάχιστον δύο εκ των τριών θα μπορούσε να παρατείνει το βίο τους.
Όταν μιλάμε για βίο, στο βιβλίο του Καζούο Ισιγκούρο «Μη μ’ αφήσεις ποτέ» που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση από την Τόνια Κοβαλένκο, εννοούμε τη ζωή κλώνων, όπως είναι οι ήρωες του συγκεκριμένου μυθιστορήματος, προορισμένοι μόνο να παρέχουν τα όργανά τους για μεταμοσχεύσεις των υπολοίπων ανθρώπων και να καταλήγουν αργά ή γρήγορα. Η θητεία του συγγραφέα σε κοινωνικά ιδρύματα στη Βρετανία αποδεικνύεται πολύτιμη για το εν λόγω έργο του, καθώς κατορθώνει να στήσει ένα τόσο ιδιόμορφο σύμπαν -αυτό ενός οικοτροφείου για παιδιά-κλώνους- μέσα στο οποίο βρίσκει χώρο να απλωθεί η μνήμη και να υπάρξει η όποια ζωή. Όλη η αφήγηση ακολουθεί τους διαδρόμους της μνήμης, είναι μια θύμηση τόσο ζωντανή που υποκαθιστά κάθε άλλη πραγματικότητα. Για την ακρίβεια δεν υπάρχει άλλη πραγματικότητα παρά η μνήμη και τα κατάλοιπά της. Όπως είχε πει και ο Τρούμαν Καπότε, οι αληθινά ερωτευμένοι είναι «μνήμη, η γη και το ύδωρ της ύπαρξης».
Τρία παιδιά, μεγαλώνουν στο Χέιλσαμ, αυτό το οικοτροφείο κλώνων, κάπου στη βρετανική επαρχία. Η Κάθυ, η Ρουθ και ο Τόμυ. Οι δύο απ’ αυτούς αγαπιούνται κρυφά, υπόγεια, ουσιαστικά, μακριά από την κοινή θέα, κατανοούν ο ένας τον άλλον σαν να πρόκειται για έναν άνθρωπο και μόνον. Αλλά δεν το ξέρουν ούτε και οι ίδιοι ή μάλλον φοβούνται να το παραδεχτούν, γιατί πονάει τόσο η αγάπη όσο και το προγραμματισμένο από τις έξωθεν συνθήκες τέλος της.
«...Ίσως να είχαμε όλοι στο Χέιλσαμ τέτοια μυστικά, μικρά, ιδιωτικά λημέρια, χτισμένα με αέρα κοπανιστό, στα οποία μπορούσαμε να καταφεύγουμε μόνοι, με τους φόβους και τις επιθυμίες μας. Αλλά το να ομολογούμε ότι είχαμε τέτοιες ανάγκες θα πρέπει να έμοιαζε τότε λάθος στα μάτια μας, σαν να φανερώναμε έτσι το προκάλυμμά μας...»
Το καταφύγιό τους είναι αυτό το υφέρπον αίσθημα. Ο συνδυασμός των δύο άλλων παιδιών -ο εξώφθαλμα ερωτικός- αποδεικνύεται ανίκανος να σταματήσει τη θλιβερή τους μοίρα. «...Είναι βλακεία να υποθέτουμε ότι θα έχεις την ίδια ζωή με αυτή του πρωτοτύπου...». Αυτό που χτίζει με μοναδική μαεστρία ο Καζούο Ισιγκούρο είναι ένας κόσμος τόσο αληθοφανής που σε τρομάζει με τις διαστάσεις και τις προεκτάσεις του στην πραγματική ζωή. Αυτό το περιθώριο του Χέιλσαμ μοιάζει με οποιοδήποτε περιθώριο φτιάχνει κανείς για να προστατέψει τις μνήμες του, την παιδική του ηλικία, τις καταβολές του και άρα τις «προδιαγραφές» του γι’ αυτό που λέγεται πορεία ζωής ενός ανθρώπου. Το αναπόφευκτο τέλος καραδοκεί για όλους. Εκείνο όμως που τους κάνει όλους ανθεκτικούς στη θλιβερή σκέψη του, είναι η αγάπη και η ανυπολόγιστη ομορφιά της.
Στο βιβλίο με το σπαρακτικό τίτλο «Μη μ’ αφήσεις ποτέ», η αγάπη παίρνει τη συμβολική μορφή μιας απλής κασέτας με μουσική. Η Κάθυ είναι η κάτοχός της και θα γίνει για την ίδια αργότερα ο τρόπος να της αποκαλυφθεί ο βαθύς έρωτας του Τόμυ για κείνη. Μια κασέτα στα απολεσθέντα της αγάπης, όπως είναι αυτό το βιβλίο ένα καταφύγιο της απολεσθείσας αγάπης για τον αναγνώστη. Αυτή η αγάπη είναι η μόνη φλόγα που κρατάει άσβεστη την ύπαρξη των ανθρώπων που αισθάνονται και είναι απόβλητοι. Άτομα που εμφανίζονται σαν να μην έχουν προέλευση και άρα ρίζα. Μόνο ένα κοινό μεσοδιάστημα στο οικοτροφείο, αυτό λέγεται ζωή -ακόμη κι όταν δεν είναι- γι’ αυτούς. «...Όλοι το ξέρουμε. Είμαστε φτιαγμένοι απ’ τα αποβράσματα. Από ναρκομανείς, πόρνες, μεθύστακες, αλήτες. Ίσως κι από φυλακισμένους, φτάνει μόνο να μην είναι ψυχοπαθείς. Αυτοί είναι τα πρωτότυπά μας. Αφού το ξέρουμε, γιατί δεν το παραδεχόμαστε;... τότε ψάξτε στους υπονόμους. Στα σκουπίδια. Ψάξτε στα αποχωρητήρια -εκεί θα βρείτε την προέλευσή μας...»
Η τέχνη μοιάζει με αποτύπωση του χαμένου παραδείσου μέσα στην ίδια τους την ψυχή. Μόνο διαμέσου των έργων της, τα παιδιά του Χέιλσαμ αποκτούν ψυχή και την απόδειξή της ότι υπάρχει.
«...ορισμένα έργα όπως οι πίνακες και τα ποιήματα, αποκάλυπταν τον εσωτερικό μας κόσμο. Είχε πει ότι αποκάλυπταν την ψυχή μας...»
Το μυθιστόρημα αυτό που θεωρείται από πολλούς το καλύτερο του Καζούο Ισιγκούρο μετά «Τα απομεινάρια μιας μέρας», διαπνέεται από έναν πόνο βουβό, ανείπωτο. Κλείνεις το βιβλίο και αισθάνεσαι ένα βάρος να σε πλακώνει στην καρδιά, μια θολούρα να απλώνεται στο μυαλό, μέσα από τα πέπλα της ανάλαφρης μελαγχολίας που ρίχνει ο συγγραφέας πάνω στον αναγνώστη του. Είσαι αναγκασμένος να ψάξεις μόνος σου για την «κασέτα» της ζωής σου και να έχεις τα μάτια σου διαρκώς ανοιχτά, μήπως και φανεί δίπλα σου εκείνος που έχει τη διάθεση και την αγάπη να ψάξετε μαζί για την ανεύρεσή της. «...Ο Τόμυ είχε σταματήσει την άσκηση τεντώματος και με κοιτούσε ερωτηματικά. Ξαφνικά, είχε γίνει πάλι παιδί, δίχως το παραμικρό προκάλυμμα, κι είδα να σκιάζει τα μάτια του κάτι που έμοιαζε με πονεμένη οργή...»

Tuesday, July 18, 2006

Η δικαίωση της αποτυχίας

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)


Είναι ένα μυθιστόρημα που δεν ξέρεις πολύ σίγουρα, αν διάβασες καθαρά τις γραμμές του και αν μπόρεσες να δεις πίσω απ’ αυτές, γιατί τα μάτια ήταν θολωμένα από δάκρυα καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης. Στην αρχή, κλαις απ’ τα γέλια, το χιούμορ του συγγραφέα δεν σ’ αφήνει να κάνεις διαφορετικά -κι ας συνυπάρχει το αστείο με το πικρό- και μετά, κλαις από τη συγκίνηση. Σε αναγκάζει ο ήρωάς του να πάσχεις κι εσύ κι ας κάνει τα πάντα να αλαφρύνει την ατμόσφαιρα με τα σπαρταριστά σχόλιά του.
Πρόκειται για «Το χρονικό ενός αδικημένου ποιητή» του Αστέριου Τσίκρα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Ο βασικός του ήρωας και αφηγητής των ίδιων των παθών του, ο Ασημάκης Βραϊλας είναι ένας πολύ συνηθισμένος άνθρωπος, που βαριέται το σχολείο γι’ αυτό το παρατάει. Έχει τη φλόγα της καλλιτεχνίας στη σκέψη του και μόνο, αφού μαγεύεται από τους φορείς της τέχνης, ασχέτως αν τα ερεθίσματά του στην επαρχία που ζει και στο οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον, είναι φτωχά και λίγα, ωστόσο είναι καταλυτικά για την ευαίσθητη ψυχή του. Στην πρώτη του νεότητα αποφασίζει να πάρει τη ζωή στα χέρια του και να πάει στην Αθήνα για να βρει την τύχη του ή καλύτερα για να ζήσει την αποτυχία του σε όλο της το εύρος και σε όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Η αποτυχία -και η επιμονή της στη ζωή του μυθιστορηματικού προσώπου- θα γίνει το πιο σίγουρο διαβατήριο για να περάσει στο λαμπερό δρόμο της ευτυχίας, έχοντας πληρώσει πάντοτε τα «διόδια» και με το παραπάνω κιόλας. «...Θα έλθει το ένα, θα έλθει το άλλο, θα έλθει το χρήμα, θα έλθει ο έρως, θα έλθουν καλύτεραι ημέραι -νισάφι πια! Ήθελον κάτι εκείνην την στιγμήν, εκείνον τον καιρόν, το αύριον δεν με απασχολεί, μπορεί και να μην είμαι ζων την αύριον ημέραν, το σήμερα επιθυμών διακαώς να ζήσω...»
Ο Ασημάκης Βραϊλας επιθυμεί να γίνει ποιητής κι ας φτάσει να νιώσει στο πετσί του, πόσο «απόβλητος» θεωρείται ο «όρος» και η ιδιότητα που αυτός αντιπροσωπεύει, στο σύγχρονο κόσμο. «...Ενώ ο χαρακτηρισμός ‘’ποιητής’’ εδήλωνε κάτι το ανύπαρκτον, εν ψώνιο που περιφέρεται άνευ εργασίας, βρίσκον απλώς ομοιοκαταληξίας ή γράφον εις ελεύθερον στίχον ποιήματα τα οποία δεν εκφράζουν τίποτε το συγκεκριμένον, δεν προσφέρουν κάτι το ωφέλιμον εις την κοινωνίαν και, το κυριότερον, δεν είναι δυνατόν να αποτιμηθούν εις χρήμα! Ουσιαστικώς δηλαδή ο ποιητής είναι άνεργος -και ας είμεθα πολύ ευτυχείς εμείς οι ποιηταί που, όποτε διαπράττεται ληστεία, δεν συλλαμβάνουν εμάς ως υπόπτους...»
Στην πραγματικότητα η ποίηση γίνεται το ρυμουλκό για να σύρει τον ήρωα στο απόγειο της αποτυχίας του και εκεί ν’ ανοίξει ένα παράθυρο για να μπει το ζωογόνο φως της ευτυχίας, με τη μορφή του έρωτα και της φιλίας. Προηγουμένως, όμως, ο Ασημάκης θα πρέπει να ζήσει το αδιέξοδο, να αναμετρηθεί με τον εαυτό του, τη μοναξιά του, την ίδια του τη θλίψη, την απογοήτευση, τη ματαίωση των πάντων. Κι αυτός θα γίνει ο πιο σίγουρος δρόμος για την έλευση της αγάπης και της ομορφιάς στη ζωή του. «...κι η άνοιξη αργούσε λίγο ακόμη - ευτυχώς, διότι δεν είχα πλέον καμίαν διάθεσιν να την υποδεχθώ, διότι η άνοιξη ήτο σκληρή, θα ήτο σκληρή, θα ήτο άδεια, κρύωνα, πεινούσα, ήμουν μόνος και σπάραζα, αιμορραγούσα εις κάποιον θλιβερόν διάδρομον δημόσιου νοσοκομείου, φοβόμουν, φοβόμουν πολύ. Εγώ ήμην μόνος...»
Ο συγγραφέας κατορθώνει να συνθέσει έναν πολύ συμπαθητικό κεντρικό χαρακτήρα, χρησιμοποιώντας τον για να διατυπώσει μέσω του ιδίου ένα πολύ δυνατό, καίριο και εύστοχο σχόλιο για τη σύγχρονη λογοτεχνική και κοινωνική πραγματικότητα. Ο πολυβασανισμένος Ασημάκης, μέσα από την πότε άδολη αφέλειά του και πότε με την κοφτερή του ειρωνεία μιλάει για τους πάντες και τα πάντα. Καμουφλαρισμένος πίσω από τη σκόπιμη αγραμματοσύνη του -πραγματικά πολύ γοητευτική η γλώσσα που χρησιμοποίησε ο Τσίκρας, ακόμη και αν αυτό ήταν ένα τέχνασμα ακόμη για να κάνει πιο αποτελεσματικό το σαρκασμό του- ο επίδοξος ποιητής είναι σε θέση να χλευάσει κάθε στοιχείο της πραγματικότητας που κονιορτοποιεί τα όνειρα των ανθρώπων και τους αναγκάζει να επιδοθούν σε έναν αγώνα για αναγνώριση και επιτυχία, προκειμένου να υπάρξουν.
Το ωραίο είναι ότι η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα -παρά την κατ’ επίφαση αχρονικότητα που φαίνεται να επιλέγει ο δημιουργός- περνά μέσα από τα πυκνά φίλτρα του χιούμορ και της ανθρωπιάς του ήρωά του. Δεν περιγράφεται ένας αποστειρωμένος μυθιστορηματικός κόσμος, αλλά το κοινωνικό περιβάλλον, με μια ιδιομορφία: αυτή της αληθινής ευαισθησίας, που δεν διστάζει να «σφάξει με το βαμβάκι» ακόμη και τον ίδιο τον πρωταγωνιστή. «...Εσκέφθην: ‘’Ασημάκη, μη γράφεις μόνο διά την χαράν της γραφής, μην περιγράφεις μόνο απαστράπτοντα αντικείμενα, αλλά κάμε κάτι ουσιώδες’’...»
Ο παιγνιώδης τρόπος -όπως αυτά τα τόσο απολαυστικά και αιχμηρά «ποιητικά σχεδιάσματα»- που υιοθετεί ο Τσίκρας, τον βοηθά να σκιαγραφήσει το προφίλ του ανθρώπου που δεν έχει «τα φόντα επισήμως -κοινώς αναγνωρισμένα» να αγαπηθεί ή να μεγαλουργήσει, αλλά διαθέτει κάτι κρισιμότερο, τη δύναμη να αγαπάει και να αγωνίζεται γι’ αυτό. Ακόμη κι αν τα όπλα του για να αντιμετωπίσει την ίδια τη ζωή και τις αντιξοότητές της είναι κάτι άτεχνα στιχάκια. «...’’Γράφεις τώρα;’’, κι εγώ του είπα κοφτά: ‘’Όχι, ζω’’...»

Monday, July 17, 2006

Στους "ιστούς" καλοκαιριάτικα

Για όσους επιμένουν ακόμα, καλοκαίρι καιρό, να περιδιαβαίνουν τα ιστολόγια μία άλλη πρόταση, εναλλακτική, καλοκαιρινή, της μνήμης και της ιστορίας. Δοκιμάστε να περιηγηθείτε κι εδώ:http://zervonikolakis.lastros.net/

«...no love, no glory...»

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)

«...Πραγματικά σπουδαία είναι μόνο τα άτομα που κατάφεραν να κάνουν ένα τις γνώσεις τους και τη στάση τους στη ζωή. Περιθωριακοί άνθρωποι σαν κι εμένα, που είναι μόνο μορφωμένοι, δεν είναι τίποτε άλλο από μοντέρνοι ζητιάνοι που κανείς δεν τους λέει πού πρέπει να κρυφτούν...»


Υπάρχει διεφθαρμένη ευαισθησία; Αναρωτιέται ο ήρωας του Βίλχελμ Γκενατσίνο στο ιδιόμορφο μυθιστόρημα -μάλλον με αφήγημα μοιάζει περισσότερο- που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, με τίτλο «Μια ομπρέλα για τη μέρα» και σε μετάφραση από τη Βίκυ Βολιώτη. Στην ουσία ο συγγραφέας του υπερασπίζεται σε όλο του το δημιούργημα αυτή την ιδιότυπη «διεφθαρμένη ευαισθησία». Είναι ο εσωτερικός μονόλογος, με μικρές διαλογικές ανάσες, ενός ανθρώπου που ζει σε ένα σύγχρονο αστικό περιβάλλον και συντρίβεται τόσο από την αίσθηση της ανυπαρξίας μέσα και γύρω του.
Η συνεχής αυτή σύγκρουση επιτυγχάνεται από τη διαρκή ματαίωση των πάντων για τον ίδιο τον ήρωα, όσο ο κόσμος γύρω κυλά ή καλύτερα μένει ακίνητος, έτσι όπως τον παρουσιάζει. Είναι μια ατμόσφαιρα που αναβλύζει πόνο και θλίψη, αν και η ειρωνεία του λογοτέχνη αλαφραίνει την κατάσταση πού και πού, με στόχο να την βαρύνει πολύ περισσότερο παρακάτω. Συναισθήματα που απορρέουν από την αδυναμία του κεντρικού ήρωα -έγκλειστου στον εαυτό του- να συμφιλιώσει το μέσα του με τον εξωτερικό κόσμο. Αυτό που λείπει από το σκηνικό είναι η αγάπη και η δόξα («...no love, no glory...» που λέει και το μελαγχολικό τραγουδάκι). Κι ας διατείνεται ο αφηγητής και πρωταγωνιστής ότι «η δυστυχία είναι βαρετή». Ο συγγραφέας κατορθώνει να την κάνει να μοιάζει εξαιρετικά δημιουργική, αποδίδοντας αυτό το κλίμα του καιρού μας, της μοναξιάς, της αποξένωσης. Είναι οι γρήγοροι ρυθμοί της καθημερινότητάς μας που τρέχουν και εξοστρακίζουν με βαναυσότητα το φαινομενικά ασήμαντο από τη ζωή μας και ενθρονίζουν στις προτεραιότητές μας ό,τι μοιάζει γυαλιστερό και σπουδαίο. «...Θέλω μόνο για λίγο να εκφράσω το ανάθεμα της καθημερινότητάς μου και μετά να συνεχίζω της ζωή μου. Όχι, δεν είναι το ανάθεμα, είναι το παράλογο της μέρας που θέλω να ξεφορτωθώ...».
Ο κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου συναντιέται με άλλες ανθρώπινες φιγούρες, στην πλειοψηφία τους γυναικείες, λες και μόνο για να εξυπηρετήσει τη λειτουργία αυτής της αντιπαλότητας με τον έξω -ακατανόητα παγερά αδιάφορο- κόσμο. Υποστηρίζει ότι ο ίδιος δεν έχει δώσει έγκριση στον εαυτό του να ζει -βλέπει, είναι η αλήθεια, ως υπόκλιση στη ζωή μόνο μια επιτυχημένη ερωτική πράξη σε δεδομένη χρονική στιγμή- όπως θεωρεί και ότι βρίσκεται μόνιμα σε μια συνεχή εκτροπή. Η τάση του να δραπετεύει, να φεύγει από παντού, δεν τον βοηθάει και ιδιαίτερα, αφού σε κάθε γωνία της καθημερινής του διαδρομής καραδοκούν πρόσωπα που τον απασχολούν με το δικό τους δράμα, τις δικές τους εμμονές, τους δικούς τους προφανώς εσωτερικούς μονολόγους που παραμένουν άγνωστοι για μας. Ο πρωταγωνιστής κατατρύχεται από μια ευφυή μισανθρωπία που ενίοτε δεν απέχει πολύ και από την ίδια την τρέλα. Οι ισορροπίες είναι ιδιαίτερα εύθραυστες. Οι άλλοι είναι εκεί, λες και μόνο για να του δώσουν την ευκαιρία να διατυπώσει τις δικές του θεωρίες, μέσα από την ενοχλητική παρουσία τους. Και έχει πολλές θεωρίες. «...Όλοι προσπαθούν να ανακαλύψουν τον τρόπο να νιώσουν ότι είναι κομμάτι του κόσμου...»
Κατορθώνοντας να εμφανίζει τον εαυτό του ως παρατηρητή των πραγμάτων γύρω του και ταυτόχρονα δρώντα-απόντα οργανισμό σε αυτό το σύστημα των ανθρωπίνων σχέσεων, μιλά αποφθεγματικά -στον εαυτό του και στον αναγνώστη- με έναν αέρα Όσκαρ Ουάιλντ. Κι ας μην έχει καμία χλιδή, καμία αίγλη η πραγματικότητα που τον περιβάλλει, ούτε προσπαθεί άλλωστε να της προσδώσει κάποια τέτοια ανάλογη ιδιότητα. Απευθύνεται σε ανθρώπους και μιλάει άλλωστε για ανθρώπους που «η ζωή τους δεν εξελίχθηκε σε τίποτε άλλο εκτός από μια παρατεταμένη βροχερή μέρα και το σώμα τους σε τίποτε άλλο από μια ομπρέλα για τη μέρα».
Ωστόσο, δεν σταματάει να περιγράφει εξονυχιστικά, πολλές φορές με λυρικές εξάρσεις ή καλύτερα ποιητικές, πρόσωπα και πράγματα. Όλα περιβεβλημένα με την πάχνη της μελαγχολίας και της υπαρξιακής αγωνίας. Μοιάζει με μανιφέστο διαμαρτυρίας αυτό το κείμενο. Φωνάζει με πάθος ο συγγραφέας την απάθεια του έξω κόσμου για το τι γίνεται αληθινά μέσα στην ψυχή ενός ανθρώπου. Τόσο που αυτός ο άνθρωπος αναρωτιέται αν είναι τρελός ή αν σκοπεύει να γίνει κάτι τέτοιο. «...Γιατί κλωσάει το μυαλό σου τέτοια κλούβια αυγά, που κανείς δεν θέλει ν’ αγοράσει;» Η φαντασία του ήρωα, η σκέψη του, αυτά δηλαδή που μοιάζουν να είναι περιττά και άχρηστα στον έξω κόσμο και ακριβώς τα στοιχεία που τον διακρίνουν από τους άλλους, αναδεικνύονται σε επικίνδυνα χαρακτηριστικά: «...Τέχνη αναμνήσεων για υπαλλήλους! Δεν θα τους χρησιμέψει σε τίποτα. Αντίθετα, θα ρωτήσουν τρεις φορές πώς γράφεται η μνημοσύνη, γιατί δεν έχουν ξανακούσει ποτέ αυτή τη λέξη. Θα σε κοροϊδέψουν. Τέχνη μνήμης! Τι είναι αυτό; Η ονειροπόλησή μου δραπετεύει και με χλευάζει την ώρα της απόδρασης!...»
Η μνήμη, η ονειροπόληση, οι εσωτερικές σκέψεις αντιμετωπίζονται από τον ίδιο το φορέα τους σαν ποινικό αδίκημα. Το ίδιο και η αγάπη που εκλείπει παρά τις θεωρίες γι’ αυτήν που είναι παρούσες, εννοείται, αφού φροντίζει γι’ αυτό ο έτοιμος ανά πάσα στιγμή πρωταγωνιστής να βυθιστεί στην παράνοια: «...Αγαπάμε μόνο όταν δεν θέλουμε πια να δραπετεύουμε από τον άλλον, παρόλο που διαισθανόμαστε ότι αυτός ο άλλος θα έχει απαράδεκτες απαιτήσεις...Αγαπάμε όταν συνειδητοποιούμε ότι η αγάπη που ζούμε τώρα κάνει να μοιάζουν ανούσια όλα όσα πιστεύαμε πριν για την αγάπη...»

Ο συγγραφέας

Ο Βίλχελμ Γκενατσίνο γεννήθηκε το 1943 στο Μανχάιμ και σήμερα ζει στη Χαϊδελβέργη. Το 1998 βραβεύτηκε με το μεγάλο βραβείο της Βαυαρικής Ακαδημίας Τεχνών και το 2004 με το σπουδαιότερο γερμανικό λογοτεχνικό βραβείο, το Γκέοργκ Μπύχνερ.

Friday, July 14, 2006

Οι ανοιχτές πληγές του φυλετικού μίσους

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στις 15/7/2006 στη Φιλολογική Βραδυνή)

Η παράξενη διαθήκη ενός ιαπωνικής καταγωγής έμπορου γίνεται η αφορμή, η εγγονή του να ανατρέξει στο παρελθόν και να γίνει μάρτυρας της αποκάλυψης της δολοφονίας τεσσάρων εφήβων στο ψυγείο του καταστήματός του. Μια ανθρωποθυσία στο βωμό του ρατσισμού.



Είμαστε μια κοινωνία που, από το 1989 κι ύστερα, απέκτησε μια ποικιλότητα στη δομή και τη μορφή της τόσο γρήγορα και σχεδόν υπόγεια -αν σκεφτούμε τους λαθρομετανάστες που καταφθάνουν από θάλασσα και στεριά- που ακόμη δεν έχει «χωνέψει» τις αλλαγές της. Οι πληθυσμοί που ήρθαν και έρχονται από την Ανατολική Ευρώπη, την ασιατική ήπειρο και την Αφρική προσπαθούν να επιβιώσουν, διεκδικούν τη θέση τους στο νεοελληνικό κοινωνικό ψηφιδωτό και διαμορφώνουν ένα νέο χάρτη.
Το κοινώς λεγόμενο ότι οι Έλληνες δεν ήταν ρατσιστές μέχρι τώρα, γιατί δεν τους είχε χρειαστεί να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο ή ότι ξέρουν από προσφυγιά και είναι φιλόξενοι, δίνει τη θέση του συχνά σε κάτι τραγελαφικά εθνικιστικά και σοβινιστικά ξεσπάσματα. Πότε επ’ ευκαιρία εθνικών εορτασμών και κάτι άνευ προηγουμένου επεισοδίων για το ποιος θα κρατά τη σημαία στις παρελάσεις, πότε κάποιος αλλοεθνής πιάνει το σταυρό των Θεοφανίων και ακούει τα σχολιανά του, πότε η Εσμεράλδα από την Αλβανία «αναγκάζεται» να αλλάξει το όνομά της σε Αλεξάνδρα για να μην ξεχωρίζει και πολύ από τους αυτόχθονες. Η προφανής αλήθεια είναι ότι οι Φιλιππινέζες καθαρίζουν τα σπίτια των προαστίων μας, οι αλβανικής καταγωγής κυρίες συγυρίζουν τους ηλικιωμένους μας, οι Ινδοί δουλεύουν σε παραγωγικές βιομηχανικές μονάδες, οι συμπαθέστατοι μαυρούληδες ασκούν την τέχνη του παραεμπορίου στους δρόμους της χώρας, οι Κινέζοι αποκτούν επιχειρηματική δραστηριότητα, κοπέλες από την Ανατολική Ευρώπη -και συχνά θύματα του trafficking- κοσμούν τη νυχτερινή ή ερωτική ζωή των νεοελλήνων, οι Πολωνοί βάφουν τα σπίτια μας, οι Βορειοηπειρώτες καλλιεργούν τα χωράφια μας και ξανακατοικούν την έρημη επαρχία μας.
Σ’ αυτό το μωσαϊκό -με την παρανομία και την ευνομία να εναλλάσσονται κάποτε με ένα δυσδιάκριτο ρυθμό- ερχόμαστε αντιμέτωποι με τον περιλάλητο Άλλο. Τα συμπτώματα εκδήλωσης ρατσισμού δεν λείπουν. Αναμετρώμαστε ανά πάσα στιγμή με το πόσο «ανοιχτή» κοινωνία είμαστε. Και πραγματικά ανοιχτή κοινωνία είναι εκείνη που δέχεται τη διαφορετικότητα, αλλά την προστατεύει με το πέπλο της ισότητας και της ισονομίας. Βρισκόμαστε σε ένα μεταιχμιακό χρονικό σημείο που δεν θα μας έβλαπταν αναγνώσματα που καταδεικνύουν χαίνουσες πληγές του φυλετικού μίσους. Θα μας χρειαστεί. Ας διαβάσουμε για να ανοίξουμε το μυαλό μας και ν’ απλώσουμε το χέρι μας στον Άλλο, οποιοδήποτε άλλο.
Ένα βιβλίο που αποκαλύπτει τις τραγικές διαστάσεις του ρατσισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι αυτό της Nina Revoyr που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ηλέκτρα σε μετάφραση του Γιάννη Δοδόπουλου. «Η διαθήκη» είναι ένα μυθιστόρημα που γυρνά τον αναγνώστη στη διάρκεια των ταραχών στο Γουότς το 1965 και με μια ιστορία που κρύβει ένα αστυνομικό μυστήριο -χωρίς στη δομή της πλοκής του να έχει να κάνει με αστυνομική λογοτεχνία- φέρνει στην επιφάνεια τα καλά κρυμμένα, κάποτε, και δύσβατα μονοπάτια του φυλετικού μίσους. Η παράξενη διαθήκη ενός ιαπωνικής καταγωγής έμπορου γίνεται η αφορμή, η εγγονή του να ανατρέξει στο παρελθόν και να γίνει μάρτυρας της αποκάλυψης της δολοφονίας τεσσάρων εφήβων στο ψυγείο του καταστήματός του. Μια ανθρωποθυσία στο βωμό του ρατσισμού.
Αν και το βιβλίο περισσότερο εκτενές απ’ ό,τι χρειαζόταν -μπορούσε η δημιουργός του να απαλείψει ένα μεγάλο μέρος σύγχρονων και ανούσιων τεκταινομένων και να εμφανίσει ένα πυκνό σε νοήματα κείμενο- διασώζεται στα Ελληνικά από τη μετάφραση, που κρατά ένα λογοτεχνικό τέμπο και συντηρεί τον αναγνωστικό ρυθμό. Βοηθάει σε αυτό και η συνεχής εναλλαγή του μυθιστορηματικού χρόνου που διαδραματίζονται τα περιγραφόμενα γεγονότα. Η Nina Revoyr ξεδιπλώνει το κουβάρι της ζωής των μεταναστών από την Ιαπωνία στην αμερικανική κοινωνία του περασμένου αιώνα. Τα στρατόπεδα εγκλεισμού του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι υποβαθμισμένες περιοχές του Λος Άντζελες, τα διαμερίσματα και τα στέκια ομοφυλοφίλων στις παρυφές του Χόλιγουντ γίνονται το φόντο να ξετυλιχτεί η ιστορία της. Μια γυναίκα η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με το παρελθόν της οικογένειάς της, ενώ αναζητά διέξοδο από την παρηκμασμένη λεσβιακή της σχέση. Ψάχνει τον εαυτό της και βρίσκει ένα ζευγάρι μάτια να καθρεφτιστεί η απόγνωσή της στη μοναξιά του Τζέιμς Λένιερ, ενός ανθρώπου που είχε υπάρξει ένας από απόσταση μάρτυρας της θλιβερής ιστορίας που είχε λάβει χώρα το 1965. Η τρυφερότητα και η βαθιά φιλική σχέση κατανόησης που θα αναπτυχθεί μεταξύ τους, γίνεται ένα από τα κλειδιά να ανοίξει το κουτί της Πανδώρας του παρελθόντος.

Wednesday, July 12, 2006

Η ερωτική σχέση ανάγνωσης-γραφής

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)


Να βρίσκεσαι μόνος -αρχέγονη κατάσταση, ποτέ επιλογή- και να αναζητάς απεγνωσμένα (είτε με την ιδιότητα καταρχάς του αναγνώστη είτε δευτερευόντως με αυτή του συγγραφέα) ένα ζευγάρι μάτια για να καθρεφτιστείς στο άδειο αυτό δωμάτιο της ύπαρξης. Μήπως και δεις τον εαυτό σου στη λάμψη του βλέμματος του Άλλου και βγεις από το σκοτάδι. Μήπως και η φωνή του Άλλου γίνει αιτία ή και μόνον η αφορμή να περάσεις από την ανάγνωση -την τόσο προσωπική και μοναχική- στη γραφή, της οποίας η μοναχικότητα διασπάται και διαλύεται και καταργείται, όταν ο στόχος της είναι να προσεγγίσει τον Άλλον κάθε φορά.
Μ’ αυτή την ψευδαίσθηση ο Μωρίς Μπλανσό (Maurice Blanchot) στήνει ένα ολόκληρο αφήγημα, ξεδιπλώνοντας με μοναδικό τρόπο την ερωτική σχέση μεταξύ ανάγνωσης και γραφής. Στο τέλος, βέβαια, ξέρεις -είτε από την πλευρά του αναγνώστη είτε απ’ αυτή του συγγραφέα- ότι έχεις καταλήξει και πάλι μόνος, απλώς έχεις δώσει στον εαυτό σου την ψυχοφθόρα πολυτέλεια να πλανηθεί και να περιπλανηθεί στις ατραπούς της σκέψης σου για να ανταμώσεις τον Άλλον.
Στο τέλος της ημέρας, στη διάρκεια της οποίας λαμβάνει χώρα αυτή η ιδιότυπη αλλά απείρως σαγηνευτική αφήγηση του γάλλου διανοητή και μυθιστοριογράφου, βρίσκεσαι και πάλι μόνος στο άδειο δωμάτιο. Δεν ξέρεις καν πια αν το άδειο δωμάτιο υπήρξε, υπάρχει ή το επινόησες και ανακαλύπτεις με τον πλέον τραυματικό και σίγουρο δρόμο της πραγματικότητας ότι αυτό που έψαχνες ήταν ο ίδιος σου ο εαυτός και ίσως το νόημα της ύπαρξής σου, που -κακά τα ψέματα- κανένα βιβλίο, καμία ανάγνωση και καμία γραφή δεν είναι σε θέση να σου αποκαλύψει.
Ένα Εγώ ή έναν Άλλον -σύντροφο τον ονομάζει ο Μπλανσό-, στρεβλωμένο από τα κάτοπτρα της ανάγνωσης και της γραφής μπορείς να συναντήσεις σ’ αυτό το βιβλίο, γιατί ο συγγραφέας του θεωρούσε τη λογοτεχνία ως την κρισιμότερη ανθρώπινη δραστηριότητα και όπως ο ίδιος έλεγε για τον εαυτό του, χρησιμοποιώντας το τρίτο πρόσωπο: «Η ζωή του είναι εξ ολοκλήρου αφιερωμένη στην λογοτεχνία και στην σιωπή που της είναι συναφής».
Πρόκειται για το εξαιρετικό βιβλίο, «Εκείνος που δεν με συντρόφευε», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Σμίλη, σε μια χειμαρρώδη, καταιγιστική και εμπνευσμένη -όσον αφορά την επιλογή της γλωσσικής και νοηματικής απόδοσης στα ελληνικά- μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη. Στο ίδιο μήκος κύματος, απόλυτα συνυφασμένο με την ατμόσφαιρα του γαλλικού κειμένου και το επίμετρο του μεταφραστή, μια πραγματικά γοητευτική, θα έλεγα και απαραίτητη-σχεδόν σαν συνέχεια της σκέψης του Μπλανσό- παρέμβαση με τον τίτλο «Εγώ, η ανάγνωση». Δίνει, μάλιστα, στον αναγνώστη αν θελήσει να την διαβάσει πρώτη και έναν «μπούσουλα» για να αντιμετωπίσει τη δαιδαλώδη γραφή του Μπλανσό.
Δεν μπορώ να αντισταθώ στην αυθαίρετη αντιγραφή -ας με συγχωρήσει ο δημιουργός, αλλά αυτά απομονώνω ως αναγνώστρια- αποσπασμάτων από τον τόσο ωραίο γραπτό ειρμό του Δημήτρη Δημητριάδη που συμπληρώνει άρρηκτα τη δική του θεώρηση των πραγμάτων με αυτή του συγγραφέα του βιβλίου, αλλά και με αυτή του κάθε αναγνώστη: «Τώρα που η ανάγνωση έχει τελειώσει, η ανάγνωση μπορεί να επιστρέψει στον εαυτό της... η ανάγνωση που δεν ήμουν πριν να βρεθώ εμπρός σου, διότι μόνον εμπρός σου γίνομαι η ανάγνωση που είμαι, εμπρός σε εσένα, γραφή, γίνομαι αυτό που γίνομαι επειδή εσύ είσαι αυτό που έχω εμπρός μου...Εγώ, η ανάγνωση, που διαπλάστηκα από εσένα και που είμαι το μόνο πράγμα σε όλον τον κόσμο που μπορεί να βρεθεί στην θέση σου και είναι σε θέση να σε συντροφεύσει...Εγώ, η ανάγνωση, βρήκα σε εσένα, γραφή, τον σύντροφό μου, αυτόν που με κάνει να είμαι ανάγνωση που είμαι και βρίσκω σε εσένα αυτό που δεν βρίσκω πουθενά αλλού, όχι μόνον επειδή με κυοφόρησες και με γέννησες εσύ, δεν αρκεί, όπως γνωρίζεις, αυτό, αλλά, κυρίως επειδή με διέπλασες με τα υλικά που είσαι πλασμένη κι εσύ. Έτσι, εσύ κι εγώ συντροφεύουμε η μία την άλλη, δεν συνοδοιπορούμε ακριβώς, εσύ πάντα προηγείσαι, εγώ πάντα έπομαι...Μόνον εγώ, η ανάγνωση, μπορώ να σε συντροφεύω, και πάντα θα το κάνω... επειδή είσαι γραφή... δεν χαρίζεσαι εκ των προτέρων...δεν διευκολύνεις...επειδή προσεγγίζεσαι δύσκολα, κατακτάσαι δύσκολα, κατανοείσαι δύσκολα...επειδή δεν έχεις προσβάσεις, δεν δίνεις εξηγήσεις, δεν επιτρέπεις τυποποιήσεις, συμβάσεις, επειδή, γραφή, είσαι σκληρή με την γραφή, κι αυτό διαμορφώνει την έλξη σου, την ανεξάντλητη σαγήνη σου, αυτό σε κάνει όμορφη και ποθητή...επειδή δεν υπολογίζεις κανέναν και τίποτε...και αυτό που είσαι σε κάνει απροσπέλαστη, δύσβατη, απαιτητική. Γι’ αυτό είσαι μόνη και θα παραμείνεις μόνη, ασυντρόφευτη...»
Ως αποδέκτης της παραπάνω γραφής -αναγνώστρια- αποφάσισα να αντιμετωπίσω την ιδιόμορφη αυτή ιστορία του Μπλανσό -που σε κάνει να φτάσεις νοητικά και νοητά μέχρι τα μύχια της ύπαρξης- σαν να διαβάζω για μια ερωτική σχέση. Το κείμενο του γάλλου δημιουργού προσφέρθηκε κι έτσι κατάφερα σχηματικά, όπως επιλέγει και ο ίδιος ο αφηγητής, να καταλάβω, να νιώσω αυτό που είναι η ανάγνωση και αυτό που είναι η γραφή, σαν να αποτελούν ένα αμοιβαίο μεταξύ τους αντικείμενο του πόθου.
Ένα διαρκές κάλεσμα κι ένας συνεχής αποχαιρετισμός αδιάρρηκτα συνυφασμένα σ’ αυτό που μπορεί να αποκαλείται ΕΡΩΤΑΣ, δηλαδή αναρώτηση, για να παίξουμε και με τις λέξεις. Όλο το κείμενο του Μπλανσό είναι έτσι δομημένο σαν να περιγράφει ένα ερωτικό, υπαρξιακό και ψυχολογικό θρίλερ μεταξύ δύο ανθρώπων σε έναν κοινό χώρο: Αυτός και Αυτός που δεν τον συντροφεύει. Στο τέλος μπορεί και να αποδειχθεί ότι είναι ο αναγνώστης ή ο συγγραφέας μόνος με τον ίδιο του τον εαυτό. Άλλωστε αυτό δεν είναι ο έρωτας; Όπως έλεγε και σε μια συνέντευξή της στη «ΓΥΝΑΙΚΑ» η Κική Δημουλά, «Τον έρωτα εγώ τον θεωρώ μονομερή. Δεν μπορώ να φανταστώ έναν έρωτα με αμοιβαιότητα, είναι αδύνατον. Δηλαδή, κάποιος προηγείται σε υπερβολή. Κάποια στιγμή, αυτός που δίνει περισσότερα, για χψ λόγους, παύει να δίνει τόσα πολλά. Ο άλλος το διαισθάνεται το βλέπει αυτό και τότε γίνεται εκείνος πλειοδότης. Λοιπόν οι άνθρωποι παίζουν, ένα παιχνίδι επικρατήσεως είναι ο έρωτας. Ένα παιχνίδι προορισμένο να τελειώνει.»
Σ’ αυτό το τέλος θα σταθώ που μοιάζει με το τέλος του βιβλίου, το τέλος της ύπαρξης, το τέλος του έρωτα, το τέλος εν γένει στη ζωή μας, ακόμη κι αν αυτό περιλαμβάνει την ανάγνωση και τη γραφή, χρησιμοποιώντας τη ματιά του Μπλανσό, «...Εάν όμως το γράφειν με έχει κάνει μια σκιά για να με καταστήσει άξιον του σκότους, οφείλω επίσης να σκεφτώ ότι αυτός ο ελιγμός επέτυχε περισσότερα από όσα θα έπρεπε, διότι η επιφυλακτικότητα και η διακριτικότητα εξωθήθηκαν, μέσα στην προοπτική αυτήν, από εμένα τόσο μακριά ώστε όχι μόνον εγώ δεν έκανα τίποτα για να διαταράξω αυτές τις στιγμές, αλλά ούτε κι αυτές με διατάραξαν, έτσι ώστε η ανάμνηση που διατηρώ από αυτές με κάνει να περιπλανιέμαι τραγικά μέσα στο κενό
...Ίσως το καθετί που πεθαίνει, ακόμη και η ημέρα, προσεγγίζει τον άνθρωπο, ζητάει από τον άνθρωπο το μυστικό του θνήσκειν. Όλα αυτά δεν θα διαρκέσουν πλέον πάρα πολύ. Ήδη, αισθάνομαι με έναν τρόπο μακρινό ότι δεν έχω πια το δικαίωμα να καλώ τον σύντροφό μου -αλλά και πάλι θα με άκουγε; πού είναι τώρα; ίσως εδώ πολύ κοντά;...όλα είχαν ήδη εξαφανιστεί, εξαφανιστεί μαζί με την ημέρα.»

Monday, July 10, 2006

Η υψηλή τέχνη της αλήθειας

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)


Είκοσι ολόκληρα χρόνια του προηγούμενου αιώνα χαρτογραφούνται μέσα από την επιστολογραφία που αναπτύχθηκε ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού από δύο πολύ ξεχωριστούς ανθρώπους. Η ιδιαιτερότητά τους έγκειτο στο ότι αγαπούσαν τόσο πολύ τα βιβλία που κατόρθωσαν να κάνουν την καταγραφή της ζωής τους -ερήμην τους, βέβαια- ένα βιβλίο αριστουργηματικό.
Από το 1949 έως και το 1969, η καθημερινότητα στη μεταπολεμική Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες περνά μέσα από τις γραμμές επιστολών, καθ’ όλα τυπικές αρχικά κι ύστερα προσωπικές μεταξύ της αμερικανίδας συγγραφέως, Helene Hanff και του Frank Doel. Το βιβλίο - το οποίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά- με την εν λόγω αλληλογραφία φέρει ως τίτλο του τη διεύθυνση του λονδρέζικου βιβλιοπωλείου Marcs & Co, «84, Charing Cross Road», όπου και εργάζονταν ο Frank Doel. Όλα ξεκίνησαν από μια αγγελία του βιβλιοπωλείου που ανακάλυψε η Helene Hanff σε μια εφημερίδα. Αμέσως απευθύνθηκε σε αυτό με επιστολή της, αναζητώντας σπάνια αντίτυπα ή εκδόσεις συγκεκριμένων λογοτεχνικών έργων.
Η σχετική απάντηση από τη Βρετανία έφτασε και άρχισε η ιδιόμορφη «πελατειακή» αυτή σχέση, μεταλλασσόμενη σε βαθιά κι ανθρώπινη φιλία που στη βάση της βρίσκονταν πάντα το βιβλιοφιλικό πάθος και οι προεκτάσεις του, δηλαδή η ανθρωπιά και η αγάπη.
Οι επιστολές από αυστηρά «formal letters» θα γίνουν σιγά-σιγά το πεδίο σημαντικών βιβλιοκριτικών επισημάνσεων και καθημερινών εξομολογήσεων, χωρίς να εμπίπτουν σε καμία ευτέλεια ή να καταλήγουν ένας κυκεώνας ατέρμονων ανταλλαγών προσωπικών απόψεων. Η Helene Hanff είναι εκείνη που ανέλαβε την πρωτοβουλία να δώσει μια άλλη νότα ανάλαφρης και χιουμοριστικής διάθεσης στα γράμματά της, σε μια προσπάθεια να κάμψει το φλέγμα του βρετανού παραλήπτη των επιστολών της. Χαρακτηριστικά αναφέρει στις 25 Μαρτίου του 1950 σε γράμμα της προς τον F.P.D., «...Τώρα που μπαίνει η άνοιξη, έχω ανάγκη από ένα βιβλίο με ερωτικά ποιήματα. Όχι Keats ή Shelley. Στείλτε μου ποιητές που μπορούν να ερωτεύονται χωρίς να σαλιαρίζουν: Wyatt ή Jonson ή όποιον νομίζετε εσείς -το αφήνω στην κρίση σας. Ένα ωραίο βιβλιαράκι, αρκετά μικρό ώστε να χωράει στην τσέπη του παντελονιού μου και να το παίρνω μαζί μου στο Σέντραλ Παρκ. Κουνηθείτε λοιπόν! Πηγαίνετε να το βρείτε! απορώ πραγματικά πώς συνεχίζει να υπάρχει αυτό το μαγαζί.»
Στα χρόνια της μεγάλης ανέχειας για τη Γηραιά Ήπειρο, μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τότε που η πείνα μαστίζει και τη Βρετανία, η αμερικανίδα συγγραφέας θα βρίσκει τρόπο από τις πενιχρές οικονομίες της να στέλνει με το ταχυδρομείο τρόφιμα στο Frank Doel, για κείνον, την οικογένειά του και άλλους εργαζομένους στο συγκεκριμένο βιβλιοπωλείο. Απ’ όλους, όσοι ευεργετήθηκαν από τα δώρα της από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού θα λάβει ευχαριστήρια γράμματα γεμάτα ευγνωμοσύνη κι αγάπη, από ανθρώπους που δεν είχε συναντήσει ποτέ στη ζωή της.
Διαβάζοντας ο σύγχρονος αναγνώστης το βιβλίο με τις επιστολές αισθάνεται με ένα περίεργο τρόπο ότι έχει γνωρίσει αυτούς τους ανθρώπους ίσως κι ότι διαθέτει μια κάποια συγγένεια μαζί τους. Πρόκειται για κείμενα που κατόρθωσαν να μείνουν ολοζώντανα παρά το πέρασμα του χρόνου, για έναν ακριβώς λόγο: μιλούν τη γλώσσα της ανυπόκριτης αλήθειας και εκπέμπουν το μεγαλείο του ανθρωπισμού που δεν κρύβεται πίσω από βαρύγδουπα σχήματα ή πλουμιστές μάσκες. Καθημερινοί άνθρωποι που ξέρουν να δίνουν και να αγαπούν, έστω μέσα από μια χούφτα γράμματα. Πολύ ρομαντικό, θα έλεγε κανείς στους κυνικούς καιρούς που διανύουμε, ωστόσο πραγματικό, αληθινό και γι’ αυτό μεγαλειώδες.
Τα γράμματα αναδύουν την αξιοπρέπεια των αποστολέων τους, τη χάρη και την καλοσύνη τους, έννοιες που ψάχνουμε τόσο πολύ την έκφρασή τους να τη βρούμε ατόφια στην καθημερινή ζωή μας. Είναι ένα βιβλίο που σου υπενθυμίζει να πιστεύεις στους ανθρώπους, αλλά και στα βιβλία. Ναι, δεν είναι παρά μόνο βιβλία ή μήπως όχι; Η ζωή γράφεται εκεί ή μήπως αυτά ξεκινούν να γράφουν τη ζωή κάποτε; Δεν έχουν παρά να το διαπιστώσουν οι φανατικοί βιβλιόφιλοι. Ανεξαρτήτως προθέσεων του αναγνώστη ένα βιβλίο κρύβει πάντα τις δικές του κι αυτή είναι η πρόκληση να τις ανακαλύψουμε, για να γίνεται η ζωή μας Τέχνη και η Τέχνη ζωή.

Saturday, July 08, 2006

Στα βήματα ενός λογοτεχνικού μπλουζ

(Η συνέντεξη είχε δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)


«Να μιλάς για το θάνατο δεν σημαίνει να πεις το θάνατο», γράφει κάπου ο Φιλίπ Μπεσόν. Έτσι και το να μιλάς για την αλήθεια ή την τέχνη δεν σημαίνει να πεις την αλήθεια ή την τέχνη. Άλλωστε ένα μυθιστόρημα ενδείκνυται απόλυτα για κάτι τέτοιο. Αρκεί αυτός ο μικρός θεός που γίνεται κάθε φορά ο δημιουργός, όσο γράφει ένα βιβλίο, να αναπλάσει έτσι την πραγματικότητα, μέσα από την οδό της φαντασίας, ώστε να συναντήσει και τους δρόμους του αναγνώστη.
Στο τελευταίο του μυθιστόρημα ο Θανάσης Χειμωνάς ,«Η ΜΠΛΕ ΩΡΑ», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη, έριξε πολύ και βαθύ μπλε χρώμα, λες βγαλμένο από πίνακα του Σαγκάλ και στην ονειρική του πνιγηρή ατμόσφαιρα έκλεισε τους ήρωές του να διηγηθούν την ιστορία τους για την τέχνη και την αλήθεια της, την αλήθεια και την τέχνη της, μέσα από τις εντάσεις που μπορεί να φτιάξει τόσο αποτελεσματικά μόνο η βιωμένη πραγματικότητα. Στον ασφυκτικό κλοιό ενός σχεδόν ψυχολογικού θρίλερ, ο Δημήτρης -διόλου ευχαριστημένος από τη ζωή του- αναγκάζεται να αναζητήσει το σκηνοθέτη αδερφό του, Αντώνη που εξαφανίζεται. Οι ρυθμοί γρήγοροι, η γλώσσα άμεση και απλή, το ύφος μοντέρνο, αλλά η κατάληξη πολύ κλασική: έχεις την εντύπωση ότι άκουσες ένα μπλουζ. Μπορεί να μην θυμάσαι τα λόγια του, αλλά η μελαγχολική του διάθεση αποτυπώθηκε πλήρως. Ο πόνος, η θλίψη, η απώλεια, η μνήμη. Κλείνεις το βιβλίο με ένα μούδιασμα στο στομάχι. Η μυθιστορηματική πραγματικότητα έχει γίνει και δική σου, ενώ την αλήθεια της τη νιώθεις απλώς.
Συνάντησα το Θανάση Χειμωνά ένα ολόφωτο καλοκαιριάτικο μεσημέρι με ζέστη που μέσα σε λίγη ώρα είχε δώσει τη θέση του σε φθινοπωρινό μπουρίνι. Κουβαλούσα μαζί μου τρεις εικόνες: μια μέρα που παραλίγο να μην πάω στη δουλειά για να τελειώσω το προηγούμενο μυθιστόρημά του «Ανεξιχνίαστη ψυχή» διαβάζοντας τις περιπέτειες της ηρωίδας του Μαρίας, μια συγκεχυμένη διήγηση για τον πατέρα του και την αίσθηση της πλήρους απορρόφησης στην ανάγνωση της «ΜΠΛΕ ΩΡΑΣ». Έφυγα με μία ιδιαίτερα παρήγορη σιγουριά από την κουβέντα μαζί του: ότι τα βιβλία είναι οι δημιουργοί τους και το αντίστροφο.

Διαβάζοντας κριτικές για σας, τονίζουν την κοινωνική διάσταση των πραγμάτων που περιγράφετε κάθε φορά. Εγώ νομίζω ότι τουλάχιστον τα δύο τελευταία βιβλία μοιάζουν με ενσταντανέ από ψυχικά τοπία. Θα σας χαρακτήριζα «φωτογράφο» ψυχικών τοπίων. Εσείς τι επιδιώκετε περισσότερο την κοινωνική ανάλυση ή το ψυχογράφημα του σύγχρονου κόσμου;

Η αλήθεια είναι ότι, όταν γράφω γενικά, δεν επιδιώκω τίποτα. Δηλαδή καθαρά είναι κάτι που θέλω να το κάνω και το κάνω. Υπάρχουν κάποια θέματα με τα οποία ασχολούμαι, για παράδειγμα στα «Σπασμένα ελληνικά» -το δεύτερό μου βιβλίο- που η ηρωίδα είναι Αλβανίδα, κάπου αφορά το ρατσισμό, αλλά ακόμα και κει δεν κάθισα να γράψω ένα βιβλίο κόντρα στο ρατσισμό. Απλώς ήταν ένα θέμα που με ενέπνευσε και το έγραψα. Δεν έχω κάποιο στόχο. Υπάρχουν κάποιες αναλύσεις της κοινωνίας, απλώς επειδή αποτελώ μέρος της και είναι λογικό αυτό το πράγμα να βγαίνει στο χαρτί. Αλλά δεν σκοπεύω να αναλύσω ούτε κάποιον άνθρωπο ούτε το πώς σκέφτονται κάποιοι άνθρωποι. Είναι κάτι που βγαίνει φυσιολογικά.


Να ξεκινήσουμε από τον τίτλο του μυθιστορήματος «Η ΜΠΛΕ ΩΡΑ» και να παίξουμε λίγο με τις λέξεις: θα λέγατε ότι είναι ένα λογοτεχνικό blues με την έννοια ότι έχει μέσα του κρυμμένο πόνο και θλίψη;

Δεν έχει σχέση ούτε με την Εθνική ούτε με τη Νέα Δημοκρατία (γέλια). Κάθε λογοτεχνικό βιβλίο που σέβεται τον εαυτό του οφείλει να έχει πόνο και θλίψη. Εγώ προσωπικά δεν θα διάβαζα ποτέ ένα βιβλίο που θα ήταν όλοι χαρούμενοι και θα πήγαιναν όλα πολύ καλά. Αυτό που λέω πάντα είναι ότι για να γίνει κάποιος συγγραφέας, σημαίνει ότι κάτι δεν πρέπει να πήγε καλά κάποια στιγμή στη ζωή του και αναγκάστηκε να εκτονωθεί κι άρχισε να γράφει. Κάποιος που όλα του πάνε καλά δεν θα κάτσει να γράψει. Θα κάνει άλλα πράγματα που δίνουν μεγαλύτερη ευχαρίστηση.

Τι δεν πήγε καλά, λοιπόν, με σας;

Αυτά είναι προσωπικά θέματα. Σε όλους κάποια στιγμή τα πράγματα δεν πάνε όπως τα θέλουμε, σε άλλους λιγότερο σε άλλους περισσότερο. Από κει και πέρα κάθε οργανισμός αντιδρά ανάλογα. Εμένα αντέδρασε, γράφοντας.

Είναι σαν να υπνωτίζετε τον αναγνώστη σας, να τον αιχμαλωτίζετε σε ατμόσφαιρες φορτισμένες –συχνά θρίλερ. Κατά τη γνώμη μου υπηρετείτε μια σύγχρονη ιδιότυπη μεταφυσική, που απορρέει από στεγνό και στυγνό κάποτε ρεαλισμό. Γιατί επιλέγετε αυτόν τον τρόπο;

Δεν είναι κάτι που το επιλέγω. Είναι καθαρά θέμα στυλ. Πιστεύω ότι έτσι μου βγαίνει. Εκφράζομαι καλύτερα μέσα από το ρεαλισμό. Η αλήθεια είναι ότι την ατμόσφαιρα τη δημιουργώ υποσυνείδητα με κάποια τεχνική που έχω, την οποία δεν την έχω εξετάσει. Απλώς διαβάζοντας μετά τα κείμενά μου, βλέπω ότι βγαίνει. Προσπαθώ να δώσω μια εικόνα μια κατάσταση, όχι περιγράφοντάς τη πολύ έντονα, αλλά με κάποιες λέξεις ή με κάποιες λεπτομέρειες πολύ ασήμαντες οι οποίες όμως θα βάλουν τον αναγνώστη στο πνεύμα αυτού που ζω. Αλλά ακόμα κι αυτή η τεχνική, που είναι φανερή, πιστεύω, μου το ‘χουν πει κι άλλοι και το βλέπω κι εγώ, δεν είναι κάτι που το σκέφτηκα. Όταν ξεκινάω να γράφω, δεν έχω καμία τεχνική στο μυαλό μου. Είναι καθαρά θέμα προσωπικής έκφρασης, είναι κάτι που βγαίνει μόνο του.

Ο ήρωάς σας ο Δημήτρης κινείται με γνώμονα τη φαντασία του –ένστικτο και συνεχώς «δικαιώνεται» ακόμη και δυσάρεστα. Πόσο εμπιστεύεστε τη φαντασία; Είναι ο πιο σίγουρος δρόμος για την αλήθεια, τουλάχιστον για την αλήθεια ενός συγγραφέα;

Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι μόνο η φαντασία, αλλά είναι και γεγονότα που τον οδηγούν να κάνει κάποιες εικασίες, αλλά στηρίζεται σε κάποιες ενδείξεις. Κάπου, όμως, ο ίδιος θέλει να αφεθεί. Ουσιαστικά, η εξαφάνιση αυτή του αδερφού τού δίνει μια αφορμή να ξεφύγει. Βρίσκει ένα νόημα για τη ζωή του με την ιστορία με τον αδερφό του.


Από την άλλη πλευρά, ο Αντώνης, ο ταλαντούχος καλλιτέχνης και διανοούμενος εμφανίζεται ως «προστατευόμενο είδος» από την οικογένειά του, κάποιος που χρήζει ειδικής μεταχείρισης. Είναι εύθραυστες οι ισορροπίες της καθημερινότητας για έναν άνθρωπο που αφοσιώνεται στην τέχνη του;

Πιστεύω πως ναι. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, για έναν άνθρωπο που αφοσιώνεται τόσο πολύ. Ο Αντώνης είναι ένας άνθρωπος που απορροφιέται από την τέχνη. Ζει σε έναν κόσμο διαφορετικό από αυτόν που ζουν οι υπόλοιποι και γι’ αυτό έρχονται οι συγκρούσεις με τους άλλους, εκτός από τον αδερφό του, ο οποίος τον καταλαβαίνει απόλυτα και ακόμα και στις δύσκολες στιγμές κάπου τον θαυμάζει. Γενικά νομίζω ότι οι σχέσεις είναι πολύ εύθραυστες, για τους συγκεκριμένους ανθρώπους, όπως είναι ο Αντώνης, όπως ήταν ενδεχομένως άλλοι άνθρωποι στο παρελθόν ή τώρα που ζουν ανάμεσά μας, είναι κάτι το λογικό να γίνει.


Ο Δημήτρης είναι η γείωση του Αντώνη, το αντιστάθμισμα στην καλλιτεχνική φύση και κάποιος που φαίνεται να γλιτώνει απ’ αυτή.

Δεν είναι πάντως ένα alter ego, όπως μου έχουν πει άλλοι.

Κατασπαράζει, λοιπόν, η Τέχνη; Είναι σαρκοβόρα και πρέπει κανείς να κρατάει αποστάσεις ασφαλείας;

Ποτέ δεν πρέπει. Δεν πρέπει, αλλά ναι. Ο Αντώνης κατά κάποιον τρόπο το επιδιώκει, κάπου θέλει πραγματικά να αφεθεί σ’ αυτό που εμείς ονομάζουμε Τέχνη. Θέλει να κάνει κάτι πολύ μεγάλο το οποίο όμως δεν μπορεί να το κάνει ποτέ 100%. Όσο πλησιάζει, αυτό μεγαλώνει ακόμα περισσότερο και δεν μπορεί να το καταφέρει ποτέ. Οπότε είναι σαν το μύθο του Σίσυφου, που έσπρωχνε το βράχο κι αυτός ξανακατέβαινε. Αλλά δεν πρέπει να κρατάμε επιφυλάξεις, γιατί έτσι αναπτύχθηκε η τέχνη, ο πολιτισμός σε τελική ανάλυση.


Μιλήστε μου για τις λογοτεχνικές σας επιρροές.

Δεν νομίζω ότι έχω συγκεκριμένες. Γράφω βασισμένος σε δικά μου βιώματα, αυτά με έχουν εμπνεύσει, αυτά με έχουν κινήσει στο να γράψω. Υπήρξαν μυθιστορήματα που μ’ άρεσαν πολύ, όπως «Η αισθηματική αγωγή» του Φλομπέρ, την οποία την είχα διαβάσει, όταν ήμουν φοιτητής στη Γαλλία και κάπου άλλαξε και η εικόνα που έβλεπα τη λογοτεχνία, αλλά δεν θα ‘λεγα ότι έχω επιρροή από το Φλομπέρ. Αν υπάρχουν επιρροές, είναι περισσότερο από τον κινηματογράφο. Αυτό μου το λένε πολλοί, ότι ο τρόπος που γράφω είναι αρκετά κινηματογραφικός, ο τρόπος που δίνω τους διαλόγους.


Πόσο δύσκολο είναι να βρει κανείς μια ταυτότητα –αναγνωρίσιμη και από το αναγνωστικό κοινό- μέσα στην εκδοτική υπερπαραγωγή;

Περίπου 7.000 τίτλοι κάθε χρόνο είναι ένα τεράστιο νούμερο για μια χώρα που δεν διαβάζει. Οι Έλληνες δεν διαβάζουν, όπως διαβάζουν οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Άγγλοι. Δεν είναι ιδιαίτερα εύκολο. Το θέμα είναι ότι τα βιβλία κάπου αντιμετωπίζονται σαν ποπ επιτυχία, με την έννοια ότι ακούγονται ένα-δυο μήνες, πάνε στο ράφι και εξαφανίζονται. Το οποίο, βέβαια, δεν είναι λογικό, γιατί την ποπ επιτυχία θα την ακούσεις, θα την ακούσεις, στο τέλος θα τη βαρεθείς. Το βιβλίο θα το διαβάσεις ή δεν θα το διαβάσεις. Από την άλλη, με τόσα βιβλία που βγαίνουν, θα έπρεπε να υπάρχουν βιβλιοπωλεία σαν το ΟΑΚΑ, σαν το Μέγαρο Μουσικής για να χωράνε. Και ξέρεις ότι ένα βιβλίο σου έχει ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για να ακουστεί, αν περάσει αυτό το χρονικό διάστημα, τότε θα μείνει απαρατήρητο.

Συνήθως αναζητώ με εμμονή, χωρίς να σημαίνει ότι βρίσκω κιόλας, τη βαθύτερη –αν γίνεται και την προσωπική- πρόθεση ενός συγγραφέα σε ένα έργο του. Αυτή τη φορά με το δικό σας μου δόθηκε έτοιμη από τον Τύπο, αλλά παραδόξως δεν με αφορούσε. Το περίεργο είναι ότι ανέσυρε από τη μνήμη μου μια θολή διήγηση, σαν ντοκιμαντέρ της ΕΤ1, για τον πατέρα σας. Θέλετε να μου μιλήσετε γι’ αυτό; Ποια ήταν η δική σας πρόθεση γι’ αυτό το βιβλίο;

Καταρχήν θεωρώ ότι ο συγγραφέας δεν πρέπει ποτέ να δίνει κατευθύνσεις. Π.χ. αν έβγαινα τώρα και έλεγα ότι αυτός ο ήρωας είναι ο πατέρας μου, η άλλη είναι η ξαδέρφη μου ή δεν ξέρω τι, κάπου καταστρέφω το δικαίωμα του αναγνώστη να βρει κάτι δικό του. Αυτή είναι η λογοτεχνία, η τέχνη. Κάθε άνθρωπος μπορεί να ανακαλύψει κάτι δικό του, διαβάζοντας ένα βιβλίο, ένα ποίημα, ακούγοντας ένα τραγούδι. Δεν θέλω να βάζω σε δρόμους τους αναγνώστες μου. Γενικά στα κείμενά μου υπάρχουν κάποια πράγματα που έχω ζήσει, όπως και άλλα τα οποία είναι τελείως fiction.

Είναι θεραπευτικό να αναπλάθει κανείς την πραγματικότητα μέσα από τη λογοτεχνία;

Ναι, είναι. Βοηθάει πολύ και θα φέρω ένα παράδειγμα, όχι τόσο σημαντικό. Κάποτε είχα μια ερωτική ιστορία στη Γαλλία, δεν πήγε καλά. Η κοπέλα η συγκεκριμένη προτίμησε κάποιον άλλον. Μετά από λίγο καιρό εγώ έγραψα ένα διήγημα, όπου η ηρωίδα η οποία αντιστοιχούσε στην κοπέλα αυτή, σκότωνε το συγκεκριμένο άνθρωπο. Δηλαδή πραγματικά ήταν πολύ μεγάλη ευχαρίστηση, ότι πήρα μια εκδίκηση κατά κάποιον τρόπο μέσα από τα γραπτά μου. Είναι μια καλή εκτόνωση.

Έχω την αίσθηση, όπως στο βιβλίο του Φιλίπ Μπεσόν («Ο αδερφός του», Εκδόσεις Καστανιώτης) ότι στην αρχή ο Δημήτρης υπάρχει γιατί υπάρχει ο Αντώνης –που είναι σπουδαίος- και μετά το αντίστροφο: ότι υπάρχει ο Αντώνης γιατί ο Δημήτρης υπάρχει και μπορεί να τον κρατήσει ζωντανό. Ήταν «Η ΜΠΛΕ ΩΡΑ» μια προσπάθεια να κρατήσετε ζωντανή τη μνήμη;

Όχι ιδιαίτερα. Τουλάχιστον όχι συνειδητά. Η αλήθεια είναι ότι ήταν ένα ρίσκο για μένα το συγκεκριμένο βιβλίο, γιατί εγώ δεν έχω αδέρφια, οπότε δεν ξέρω πως είναι να αγαπάς τον αδερφό σου. Είναι ένα πρόσωπο που δεν υπάρχει στην οικογένειά μου, δεν είναι ένας παππούς που πέθανε. Δεν ξέρω κατά πόσο το πέτυχα. Γενικά όλα τα βιβλία κατά κάποιον τρόπο κρατάνε ένα κομμάτι της μνήμης, συντηρούν κάτι στο μυαλό. Σε τελική ανάλυση πιστεύω ότι ο λογοτέχνης είναι κατά κάποιον τρόπο ιστορικός. Με την έννοια ότι ένας άνθρωπος του 2100 που θα θελήσει να δεις πώς ήταν η ζωή το 2000, θα έχει καλύτερη εικόνα διαβάζοντας τη λογοτεχνία της εποχής παρά διαβάζοντας ιστορία. Τα γραπτά μένουν.

Friday, July 07, 2006

Οι πληγές της χαμένης παιδικότητας

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)


«Η επιτυχία μιας ζωής εξαρτάται άραγε από κάτι άλλο, εκτός από την ικανότητα ν’ αγαπάς;»


«Ποια να είναι η αληθινή ιστορία μιας ζωής;», αναρωτιέται η ψυχαναλύτρια Καθλήν Κέλλυ-Λαινέ στο βιβλίο της «Πήτερ Παν ή το θλιμμένο παιδί» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Άγρα σε μετάφραση της Βάνας Χατζάκη. Η ίδια η συγγραφέας του ιδιότυπου αυτού μυθιστορήματος επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα που αφορά τον εαυτό της, ξεδιπλώνοντας μαζί το νήμα της ζωής του ομώνυμου ήρωα του παραμυθιού αλλά και του δημιουργού του, James Matthew Barrie.
Μέσα από την παράλληλη διήγηση των τριών ιστοριών ανοίγει το δρόμο στον αναγνώστη να αναζητήσει στα δικά του παιδικά χρόνια τα χνάρια εκείνου του «θλιμμένου παιδιού» που κρύβει μέσα του κάθε άνθρωπος όποιας ηλικίας κι αν είναι. Σε ανεβάζει στα παραμυθένια φτερά του Πήτερ Παν για να ατενίσεις από ψηλά τη δική σου Χώρα του Ποτέ-Ποτέ, με το βλέμμα του Φρόιντ να σε κοιτάζει εποπτικά σε κάθε σου τέτοια ψυχαναλυτική πτήση. Την ίδια ώρα σε προσγειώνει στο δράμα της ζωής του δημιουργού αυτού του φανταστικού ήρωα, ενώ με ένα διάφανο κάτοπτρο σε περνά μέσα από την προσωπική της περιπέτεια η Καθλήν Κέλλυ-Λαινέ. Με ένα και μόνο σκοπό: να εντοπίσεις τις δικές σου πληγές, να τις αγγίξεις -ακόμη κι αν πονάνε- και αν το αποφασίσεις εσύ και μόνο, να τις επουλώσεις, να τις γιάνεις για να προχωρήσεις πιο δυνατός στους δρόμους της δύσκολης αλλά αναπόφευκτης και ανακουφιστικής, όταν επιτυγχάνεται υγιώς, ενηλικίωσης. «...Όπως η κυκλοφορία του αίματος στο σώμα, η ψυχική συνέχεια εξασφαλίζει τη ζωή του πνεύματος...»
Η συγγραφέας, αξιοποιώντας στο έπακρο και με αριστουργηματικό τρόπο τις ψυχαναλυτικές της γνώσεις, τείνει μια ζεστή αγκαλιά σε κάθε παιδί που υποφέρει, που έχει απαρνηθεί -όχι λόγω δικής του υπαιτιότητας, τα παιδιά άλλωστε είναι τόσο αγνά και ευάλωτα βέβαια, αλλά εξαιτίας των εξωτερικών συνθηκών, «της απειλής της Ιστορίας», των λαθών των γονιών του, της υπερβάλλουσας ασφυκτικής αγάπης τους ή της πλήρους αδιαφορίας τους- την παιδική του ηλικία, που έχει αναγκαστεί να μεγαλώσει γρηγορότερα ή να παραμείνει για πάντα καθηλωμένο σε μια άγονη και προβληματική παιδικότητα, τη Χώρα του Ποτέ-Ποτέ. «... Καταπώς φαίνεται είναι ευκολότερο να προσεγγίσεις την ιστορία σου μέσα από την ιστορία κάποιου άλλου...»
Διάβασα το βιβλίο πριν από καιρό, διάλεξα να γράψω γι’ αυτό αφήνοντας να περάσει ο χρόνος, προκειμένου να κατορθώσω μια αποστασιοποίηση από το ανάγνωσμα. Φοβάμαι ότι δεν τα καταφέρνω ακόμη και τώρα. Υπήρξε καταλυτικό για την κατανόηση της δικής μου προσωπικής ιστορίας και της οικογένειάς μου, χωρίς να έχω ζήσει καμία τραυματική παιδική ηλικία ή οικογενειακά δράματα. Το κείμενό μου παραμένει κατώτερο των ψυχαναλυτικών διεργασιών και της συγκινησιακής φόρτισης που μου προκάλεσε το βιβλίο.
Επιστρέφοντας στην προσπάθεια κριτικής θεώρησης του μυθιστορήματος και της έκδοσής του στα ελληνικά, να επισημάνω την υπέροχη εικονογράφηση που εξαίρει και τη βαθιά ψυχαναλυτική χροιά του κειμένου. Είναι ένα βιβλίο ατμοσφαιρικό τόσο σε επίπεδο περιεχομένου όσο και ελληνικής έκδοσης. Αυτή η ατμοσφαιρικότητα, ωστόσο, έχει και μία άλλη σημαντική παράμετρο: η όποια συναισθηματική προσέγγιση δεν μπορεί παρά να διαφέρει εξολοκλήρου από αναγνώστη σε αναγνώστη, καθώς ο καθένας κουβαλά τα δικά του βιώματα και σ’ αυτά απευθύνεται η συγγραφέας. Αυτά ανασύρει από τη μνήμη του αναγνώστη, αυτά χρησιμοποιεί για να τον ταξιδέψει στη βαθιά φωλιασμένη θλίψη του, καθώς όπως λέει και ο Φρόιντ, «Οι συγγραφείς μάς είναι πολύτιμοι σύμμαχοι, γιατί γνωρίζουν ένα σωρό πράγματα μεταξύ ουρανού και γης, που τα αγνοεί παντελώς η σχολαστική παιδεία μας».
Η Καθλήν Κέλλυ-Λαινέ είναι σαν να κρατά συνεχώς μια πλάστιγγα που ζυγίζει από την μία και την άλλη πλευρά, σε μια προσπάθεια να αποκαταστήσει τις χαμένες ισορροπίες της ψυχής, την αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης και το ειδικό βάρος της κάθε βιωματική πράξης. «... όταν κάποιος γίνεται μεγάλος δεν μπορεί παρά να παραμείνει μικρός... γιατί το να είναι μεγάλος παραμένει παιχνίδι...»
Παίρνω αφορμή απ’ αυτή τη φράση της ψυχαναλύτριας για να αναφερθώ σε ένα επίσης αξιομνημόνευτο ανάγνωσμα που με τη λογοτεχνική ενάργεια της δημιουργού του κατορθώνει επιτυχώς να περιγράψει την οδυνηρή μετάβαση από την παιδικότητα στην ενήλικη δράση και πραγματικότητα. Πρόκειται για το φιλοσοφικό παραμύθι της Ιρέν Νεμιρόβσκυ, «Το παιδί -θαύμα» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση της Έφης Κορομηλά. Είναι ένα βιβλίο που φέρει πια την πατίνα του κλασικού, γραμμένο από μια συγγραφέα που σε νεαρή ήδη ηλικία κέρδισε την αναγνώριση και την καταξίωση. Η ιστορία της Νεμιρόβσκυ μιλά για τον Ισμαήλ Μπαρούχ, ένα φτωχό παιδάκι που κέρδισε την εύνοια και την προστασία της ιδιότροπης και εκκεντρικής πλούσιας «Πριγκίπισσας», χάρη στο τραγουδιστικό του ταλέντο, η απώλεια του οποίου κατά το πέρασμά του στην αφύπνιση της εφηβικής του συνείδησης αποδείχθηκε μοιραία. Ο παραγκωνισμός του από κείνους που αγάπησε, από κείνους που έκανε τα πάντα να ευχαριστήσει, τον οδήγησε στο τέλος. Η γνώση της άγνοιάς του και η απώλεια από τον εαυτό του αυτού του παιδιού-θαύματος που υπήρξε, έκλεισαν την αυλαία δια παντός, έσβησαν τα φώτα και τον βύθισαν στο αιώνιο σκοτάδι του. Ένα παιδί που δεν κατάφερε να παραμείνει για πάντα παιδί, ένα παιδί που δεν κατόρθωσε να σταματήσει το χρόνο και τιμωρήθηκε γι’ αυτό από τους άλλους και τα ίδια του τα χέρια. Η μεγαλοφυία του κατάπιε την ευτυχία του. Η επιτυχία και το αντίστροφό της στη συνέχεια τον ρούφηξαν και τον έστειλαν στη Χώρα του Ποτέ-Ποτέ, χωρίς επιστροφή. Όπως λέει και η Καθλήν Κέλλυ-Λαινέ στο δικό της βιβλίο, «...όσοι όμως έχουν πια μεγαλώσει δεν τολμούν να ριψοκινδυνέψουν ακροβατώντας όπως ο Πήτερ Παν στον αέρα, από φόβο μήπως σκοντάψουν και πέσουν πίσω στη Χώρα του Ποτέ-Ποτέ...»

Thursday, July 06, 2006

Ο μαγικός ρεαλισμός του έρωτα

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)

Ένα στέρεο οικοδόμημα, με τους αρμούς του στηριγμένους με δεσμά κόκκινων ρόδων και στίχους του Σέξπιρ. Όσο ποιητική ή ονειρική κι αν ακούγεται η παραπάνω διατύπωση, αφορά ένα σύγχρονο μυθιστόρημα, απολύτως γειωμένο με την πραγματικότητα και ταυτόχρονα «φευγάτο», συναρπαστικό, που βασίζει μέρος της γοητείας του στη διαπλοκή στοιχείων του έργου του Σέξπιρ στη ζωή του κεντρικού του ήρωα.
Το βιβλίο είναι το «Σε δεσμά κόκκινων ρόδων (ρώτησε και τον Σέξπιρ)» του Τζέφρι Μουρ που κυκλοφορεί από την ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΕΚΔΟΤΙΚΗ σε μετάφραση από τη Βάνια Λαμπρινίδου. Ένα απολαυστικό μυθιστόρημα που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ενώ τον αφήνει με την ισχυρή εντύπωση ότι παρακολούθησε μπροστά του να εκτυλίσσεται ένα έργο ολοκληρωμένο, αύταρκες και αριστοτεχνικά διαρθρωμένο. Στο τέλος της ανάγνωσης αυτό που κυριαρχεί ως αίσθηση είναι η αρχιτεκτονική μαεστρία του δημιουργού που καταφέρνει να ισορροπεί τις εσωτερικές σκέψεις του πρωταγωνιστή του με μια πλοκή ακανθώδη, θα μπορούσε να πει κανείς.
Άλλωστε, τα κόκκινα τριαντάφυλλα γι’ αυτό που ξεχωρίζουν -εκτός από την έκλυτη γοητεία τους- είναι εκείνα τα αιχμηρά, πολλές φορές αόρατα, αγκάθια που φιλοξενούν στον κορμό τους. Μπορούν να είναι ευαίσθητα, εύθραυστα -όπως οι κεντρικοί ήρωες του Τζέφρι Μουρ- και την ίδια στιγμή επικίνδυνα. Ένα αγκάθι των άλικων ρόδων, βέβαια, τρυπώντας τον επίδοξο θαυμαστή τους μπορεί και να αφυπνίσει ένα πολύ σημαντικό αίσθημα, αυτό του πόνου. Μέσα από τη θλίψη, λοιπόν, τον ιδιότυπο προσωπικό πόνο του Τζέρεμι, τη μελαγχολία του που βρίσκει πότε διέξοδο και πότε ένα παραπάνω κίνητρο για να γιγαντωθεί μέσω του έρωτα, ο καναδός συγγραφέας χτίζει μια ιστορία για το πως ένας άνθρωπος κυνηγά τις επιθυμίες του, τη μοίρα του, το πεπρωμένο του οποίου έχει πιστέψει ότι κατέχει τις κατευθυντήριες γραμμές του.
Με έναν ιδιαίτερα έξυπνο και ανατρεπτικό τρόπο ο μυθιστοριογράφος διατυπώνει μια προσωπική μεταφυσική, πολύ αληθινή, πολύ γοητευτική και πάνω απ’ όλα διόλου σαθρή, όπως τουλάχιστον πείθει τον αναγνώστη. Τα ερείσματά της βρίσκονται στις κλασικές αξίες -που μεγαλειωδώς εκφράζει και ο Σέξπιρ- της ανθρώπινης ύπαρξης, ενώ εκδηλώνονται με τα πλέον αποτελεσματικά μέσα: το χιούμορ και την ειρωνεία. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου ο συγγραφέας κερδίζει τον αναγνώστη του, με την ευφυή του τεχνική, αλλά και με ένα περιεχόμενο τόσο βαθιά ανθρώπινο που δεν μπορείς παρά να δεθείς στα ...δεσμά των ρόδων του, με τη ματιά του ...Σέξπιρ να σε κρυφοκοιτάζει.
Τα πάντα γυρίζουν γύρω από το σύμπαν μιας μαγικής «Σελίδας» -ενός τυχαίου συμβάντος- που γίνεται για τον Τζέρεμι μια πολύ δημιουργική εμμονή και πολύ βασανιστική κάποτε, αφού πρόκειται για μια τυχαία σελίδα από ένα βιβλίο που διαλέγει ο ίδιος στα τυφλά και που υποτίθεται ότι κρύβει μέσα στις λέξεις της όλο το νόημα της ζωής του, όλους τους διαδρόμους της μετέπειτα πορείας του. Κάτι σαν «γκουρού» του ήρωα εμφανίζεται η μορφή του Τζέραρντ, ένας απατεώνας, χαρτοκλέφτης, στοιχηματάκιας, ένας άνθρωπος που ξέρει να ζει τη ζωή του σε όλες της τις διαστάσεις. Αυτός είναι που θα βοηθήσει στη διάπλαση του χαρακτήρα του μικρού Τζέρεμι, που όταν μεγαλώνει αναδεικνύεται σε έναν ιδανικό κυνηγό της ουτοπίας, ένα δονκιχωτικό τυχοδιώκτη του έρωτα και του απόλυτου αντικειμένου του πόθου του, της Μιλένα. «...Ο έρωτας, λέει ο Πλάτωνας στο ‘‘Συμπόσιο’’, έχει να κάνει με την ατέλεια που αναζητά την τελειότητα. Ήταν κεραυνοβόλος έρωτας; Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Είναι απλά ένα κύμα αδρεναλίνης και τεστοστερόνης, τίποτα περισσότερο. Και δεν νομίζω ότι οι γυναίκες αισθάνονται ποτέ κάτι τέτοιο -ή τουλάχιστον ότι τόσο πολύ όσο οι άντρες, που αν βγουν έξω μία βόλτα, το αισθάνονται ανά μία ώρα. Ο Μάρλοου τα παραλέει. Το δε ‘‘Ρωμαίος και Ιουλιέτα» είναι φούμαρα. Είναι εντελώς αδύνατο να ερωτευτείς, αν δεν έχεις ανταλλάξει δύο λόγια πρώτα -σε αυτή την περίπτωση είναι σαρκικός πόθος, δεν είναι έρωτας...Μήπως ήθελα τη Μιλένα, επειδή νόμιζα ότι θα μπορούσα να τη βοηθήσω; μήπως την είχα δει καλός Σαμαρείτης, Φλόρενς Ναίτινγκεϊλ ή Καρλ Γιουνγκ; (Το να επιθυμείς μία γυναίκα σημαίνει να επιθυμείς να τη σώσεις, λέει ο Άπνταϊκ.)...»
Η ενδότερη μελανή φιγούρα του Τζέρεμι έλκεται από την εξωτερικά σκοτεινή φιγούρα της Μιλένα. Και τότε αρχίζει μια περιπετειώδης προσπάθεια κατάκτησης του μοναδικού ανθρώπου που μπορεί να του αντισταθεί. Ένα κοινώς διαδεδομένο μυστικό, μια φήμη που κρύβεται μόνο από κείνον που δεν θέλει να την πιστέψει, θα αποτελέσει το αγκάθι των δεσμών που νιώθει ήδη ο Τζέρεμι ότι έχει στήσει γύρω και μέσα του η Μιλένα.
Η κόλαση και ο παράδεισος του ήρωα είναι αυτή η κοπέλα: «Την ώρα που τα έγραφα αυτά, τα κατάλαβα όλα: είχα διασχίσει το κατώφλι ενός άλλου κόσμου, η γνωριμία μου με τη Μιλένα ήταν η απαρχή της ζωής μου ή το τέλος της». Ο Φάλσταφ του Σέξπιρ διαπλέκεται με την ινδουιστική μυθολογία και το ερωτικό δράμα Σακούνταλα στο μυαλό του ήρωα. Οδηγώντας το πάθος του στην κορύφωσή του, μέσα από μια τελετουργία απόγνωσης την οποία βοηθάει να στηθεί σημειολογικά η ίδια η λογοτεχνία.
Η οφθαλμαπάτη και η ψευδαίσθηση μέσα στο αστικό περιβάλλον της καναδέζικης μεγαλούπολης δρουν ως το συστατικό μιας ψυχεδελικής παραίσθησης που στη δίνη της στριφογυρίζει τις επιθυμίες, τα όνειρα, τις αγωνίες και τις ελπίδες του Τζέρεμι. Η ατμόσφαιρα συχνά του μυθιστορήματος θυμίζει θρίλερ ή αστυνομικό νουάρ. Οι νύξεις πάνω σε λογοτεχνικά έργα, τα λογοπαίγνια και όλα εκείνα τα στοιχεία που με δεξιοτεχνία ενορχηστρώνει ο Μουρ στην πυκνή γραφή του κειμένου του, υφαίνουν ένα πέπλο γύρω από την ιστορία του που θυμίζει έντονα μαγικό ρεαλισμό.

Ο συγγραφέας

Ο Τζέφρι Μουρ γεννήθηκε στο Μόντρεαλ. Σήμερα μοιράζει το χρόνο του ανάμεσα στην πόλη του και το Βαλ Μόριν, στο Κεμπέκ. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο, στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης στο Παρίσι και στο Πανεπιστήμιο της Οτάβα, όπου ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στη μετάφραση. Διδάσκει μετάφραση στο Πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ και στο Γαλλικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Κονκόρντια. Για το μυθιστόρημα «Σε δεσμά κόκκινων ρόδων» τιμήθηκε με το Βραβείο Commonwealth ως πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας.

Wednesday, July 05, 2006

Η ουτοπία των κλασικών

(Το κείμενο έχει δημοσιυτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)

Έχοντας συνδέσει το όνομα του Βολταίρου, όχι όπως ο υπόλοιπος δυτικός κόσμος με τη φωτεινή έκλαμψη της ανθρώπινης σκέψης το 18ο αιώνα, αλλά με την τραυματική και αποτυχημένη προσπάθεια «παπαγαλίας» των κεφαλαίων περί Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού του βιβλίου της ιστορίας της Γ΄ Λυκείου, λόγω Πανελληνίων, είχα ορκιστεί στον εαυτό μου ότι δεν θα βρίσκονταν ποτέ πάλι στο δρόμο μου όλοι αυτοί οι τύραννοι της εφηβείας μου, που είχαν καταλάβει πια στο μυαλό μου θέση χειρότερη κι απ’ αυτή των Ιεροεξεταστών. Πλανιόμουνα πλάνην οικτράν, βέβαια.
Η «Φιλολογική Βραδυνή» φρόντισε για το αντίθετο κι εγώ κατάντησα μια επίορκος των εφηβικών μου δεσμεύσεων. Αφού για καμιά βδομάδα απέφευγα, όπως ο διάβολος το λιβάνι, το βιβλίο, αφού στο μεσοδιάστημα «ξεσκόνισα» κάτι απολαυστικά σύγχρονα μυθιστορήματα, αφού δεν έβγαλα καμία άκρη από τις παρουσιάσεις του εν λόγω βιβλίου από άλλους, επιτέλους καταδέχτηκα να ασχοληθώ. Αναθάρρησα, όταν στο προλογικό σημείωμα του μεταφραστή, Παντελή Κοντογιάννη, πληροφορήθηκα τη δική του τραυματική-νεανική περιπέτεια με τον «Καντίντ» του Βολταίρου. Ύστερα, με συνεπήρε το ομώνυμο μυθιστόρημα που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις, για να καταλήξω ότι ο Βολταίρος σ’ αυτό το κείμενο μιλά, όπως ένας όχι και τόσο ονειροπαρμένος νέος του σήμερα, απλώς αλλάζουν τα πρόσωπα και οι καταστάσεις. Η σημειολογία παραμένει η ίδια, αναλλοίωτη στο πέρας τριών και πλέον αιώνων. Ότι θα διάβαζα Βολταίρο στις αρχές του 21ου αιώνα και θα με μάγευε η αφήγησή του και θα το θεωρούσα απολαυστικό ανάγνωσμα, ποιος να μου το ‘λεγε! Ένας ακόμη λόγος για να διαβάζουμε τους κλασικούς: διατηρούν τη φρεσκάδα των ειλικρινών προθέσεων, τώρα που η απομάκρυνση από την εποχή τους έχει αποκαθάρει τα κείμενα από προσωπικές μικρότητες, αδυναμίες κι ελλείψεις των δημιουργών τους και τα έχει αναβαπτίσει με μια γενναιοδωρία που δεν επιφυλάσσει για όλους ο χρόνος.
Δεν ξέρω αν υπάρχει «μπούσουλας» κάθε φορά για να περιπλανηθεί κανείς στα κλασικά κείμενα, δεν ξέρω κατά πόσο όλες αυτές οι διαφωτιστικές λεπτομέρειες που αναφέρονται στα εκάστοτε επίμετρα διαμορφώνουν την οπτική του αναγνώστη, εκείνο το οποίο είμαι σε θέση να βεβαιώσω, είναι ότι ακόμη και αρνητικά προκατειλημμένος να ‘σαι, αν το κείμενο έχει γραφτεί για να σε τραβήξει στις ατραπούς του, θα το κάνει αυτοβούλως κι ας αντιστέκεσαι. Είναι αυτή ακριβώς η ισχύς της αξίας του και αποδεικνύεται περίτρανα κάθε φορά που κερδίζει κι από έναν σύγχρονο αναγνώστη. Σχεδόν ο Βολταίρος αποκαλύπτει την ίδια του τη συνταγή -της αποθέωσης του έργου του και από τους επερχόμενους- στις γραμμές του «Καντίντ»: «...Πρέπει κανείς να είναι πρωτότυπος αλλά όχι εκκεντρικός και εξεζητημένος, να γράφει συχνά εξαίσια και πάντα με φυσικότητα, να γνωρίζει και να εκφράζει την ανθρώπινη ψυχή, να είναι μεγάλος ποιητής χωρίς να αναγκάζει τους ήρωές του να ακούγονται σαν ποιητές, να γνωρίζει τέλεια τη γλώσσα, να τη μιλάει αγνά και καθαρά, με αδιάκοπη αρμονία, κι η μορφή των κειμένων να μη λειτουργεί ποτέ εις βάρος του περιεχομένου τους...».
Η διαχρονικότητα του βιβλίου έγκειται στην απρόσμενη -για μας- επικαιρότητα της θεματολογίας του. Ταυτόχρονα, σκιαγραφεί τον ιστό μιας κοινωνικής πραγματικότητας που μάλλον δεν μπορεί να μας ξενίσει, αλλά διατηρεί τέτοια εκπληκτικά στοιχεία οικειότητας με τα καθ’ ημάς που απογοητεύει τον αναγνώστη για το πόσο αλλάζουν όλα και παραμένουν τελικά τα ίδια. «Πιστεύω πως στον τόπο μας όλα πάνε στραβά. Κανείς δεν ξέρει την αξία του και την αποστολή του. Κανείς δεν ξέρει τι κάνει, ούτε τι πρέπει να κάνει. Εκτός από την ώρα του δείπνου, όπου όλοι είναι χαρούμενοι και δείχνουν ενωμένοι, όλες οι άλλες ώρες κυλάνε με συνεχείς καβγάδες και υπό καθεστώς φρικτής αντιπαλότητας: ιανσενιστές εναντίον ιησουιτών, πολιτικοί εναντίον κληρικών, άνθρωποι των γραμμάτων εναντίον ανθρώπων των γραμμάτων, αυλικοί εναντίον αυλικών, πλούσιοι εναντίον των φτωχών, γυναίκες εναντίον ανδρών, συγγενείς εναντίον συγγενών. Είναι ένας αιώνιος πόλεμος».
Ένας αγνός, αθώος άνθρωπος, ο Καντίντ, θα ριχτεί με πάθος σε μια προσωπική οδύσσεια από τη στιγμή που θα νιώσει τον έρωτα και θα εκπέσει του προσωπικού του παραδείσου. Στη συνέχεια, όσες μάχες δίνει είναι για να πετύχει την επαναφορά στον παράδεισο. Η ακατάπαυστη, αγωνιώδης προσπάθειά του -κυριολεκτικά ένας πόλεμος με του θεούς και τους δαίμονες των ανθρώπων- να βρει και να ξανακερδίσει την αγαπημένη του, την Κυνεγόνδη, είναι και ο δρόμος προς την ωριμότητα, τη δική του, του κόσμου του, της ίδιας της κοσμοθεωρίας που υποστήριξαν τα φωτισμένα μυαλά της κριτικής θεώρησης του κόσμου κατά τον 18ο αιώνα. Το αδιάκοπο ξετύλιγμα μια πλοκής καταιγιστικής που θυμίζει την ατμόσφαιρα των παραμυθιών δεν εμποδίζει σε τίποτα το Βολταίρο να ξεδιπλώνει τις φιλοσοφικές του ανησυχίες κι αναζητήσεις.
Ο αφελής Καντίντ γίνεται ένα από τα γρανάζια της πολεμικής μηχανής και συντρίβεται μονίμως. Η κινητήριος δύναμή του είναι η αισιοδοξία του που πηγάζει από την ελπίδα να βρει την αγαπημένη του Κυνεγόνδη και να βυθιστεί στην ανεξάντλητη ευδαιμονία της ουτοπίας του. Αφού περάσει όλα εκείνα τα μαρτύρια και τα βασανιστήρια που υπαγορεύει η ενήλικη ζωή, ο ήρωας του Βολταίρου θα φτάσει στη ανεύρεση του αγαπημένου του προσώπου με τις απώλειες που επιφυλάσσει η ζωή και οι μυθιστορηματικές δυστυχίες της. Σ’ αυτό το σημείο πια ο παράδεισος χρειάζεται μεταλλαγή για να τον αντέξει ο πολύπαθος Καντίντ και οι σύντροφοί του. Ο συνεχής πόλεμος με το έξω -τις κοινωνικές δομές, την εξουσία, τον πλούτο- έχει ρημάξει τον παράδεισο. Για να τον ξαναχτίσει απαιτείται δουλειά κι επιστροφή στο ιδιωτικό, στο αυστηρώς προσωπικό, στην «καλλιέργεια του κήπου του».

Tuesday, July 04, 2006

«Θραύσματα-κάτοπτρα» από τις Κουβέντες του σιναφιού

(Και η συνέχεια του προηγούμενου ποστ, κατόπιν ευγενούς υποδείξεως του Game Over, προσπαθώ να συντομεύσω τις δημοσιεύσεις)

Φίλιπ Ροθ: «...Θα έτεινε να πιστέψει κανείς ότι οι συγγραφείς διαφέρουν ωστόσο, δεν θα έπρεπε να εκπλαγεί ανακαλύπτοντας ότι και αυτοί, όπως όλοι οι άνθρωποι, διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: εκείνους που ακούν τον συνομιλητή τους και εκείνους που δεν τον ακούν...»
Πρίμο Λέβι: «...Συμφωνώ μαζί σου ότι διαθέτω μόνο «μία ψυχή, συμπαγή και χωρίς ρωγμές»...»
Άαρον Απελφελντ: «...Ο πραγματικός μου κόσμος ξεπερνούσε τη δύναμη της φαντασίας -γι’ αυτό και καθήκον μου ως καλλιτέχνη ήταν, όχι να αναπτύξω τη φαντασία μου, αλλά να τη συγκρατήσω, κάτι που μου φαινόταν αδύνατον, γιατί τα πάντα ήταν τόσο απίστευτα ώστε ακόμη και εγώ ο ίδιος έβλεπα τον εαυτό μου ως μυθιστορηματικό πρόσωπο...»
Άαρον Απελφελντ: «...Ο αντισημιτισμός που κατευθύνεται προς τον εαυτό σου είναι μια εβραϊκή καινοτομία...»
Φίλιπ Ροθ: «...Νομίζω ότι και σε μια κουλτούρα όπως η δική μου, όπου τίποτα δεν λογοκρίνεται, αλλά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μας κατακλύζουν με ηλίθιες πλαστογραφήσεις της ανθρώπινης καθημερινότητας, η σοβαρή λογοτεχνία είναι επίσης ένας συντηρητής της αυθεντικής ζωής, ακόμη και αν η κοινωνία το λησμονεί αυτό και το προσπερνάει...»
Φίλιπ Ροθ: «...αυτό το πράγμα που υπερβαίνει το αξίωμα ή τα ενδιαφέροντά σου καταντά να γίνει το πεπρωμένο σου...»
Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ: «...Όταν ένα πρόσωπο πολύ κοντινό σου πεθάνει, τις πρώτες εβδομάδες είναι τόσο μακριά σου όσο μακριά μπορεί να βρεθεί ένα οικείο, αγαπημένο σου πρόσωπο μόνο με τα χρόνια αρχίζει να πλησιάζει, και στο τέλος μπορείς σχεδόν να ζήσεις μ’ αυτό το πρόσωπο...»
Μίλαν Κούντερα: «...Με τρομοκρατεί ένας κόσμος που χάνει την αίσθηση του χιούμορ...»
Μίλαν Κούντερα: «...Η ανθρώπινη μεταφυσική είναι η ίδια στην ιδιωτική σφαίρα όπως και στη δημόσια...»
Μίλαν Κούντερα: «...Ένα μυθιστόρημα δεν επιβεβαιώνει τίποτα, απλώς αναζητεί και διατυπώνει ερωτήματα...Ο μυθιστοριογράφος διδάσκει τον αναγνώστη να κατανοεί τον κόσμο ως ερώτημα. Υπάρχει σοφία και ανεκτικότητα σ’ αυτή τη στάση. Σ’ έναν κόσμο χτισμένο πάνω σε ιερές βεβαιότητες, το μυθιστόρημα πεθαίνει...»
Έντνα Ο’ Μπράιαν: «...το σώμα περιέχει την ιστορία της ζωής μας τόσο όσο και το μυαλό μας. Το μόνο που με ανακουφίζει είναι η σκέψη ότι, όταν ένα κομμάτι μας καταστρέφεται, στη θέση του αναπτύσσεται και καρποφορεί κάποιο άλλο...»
Έντνα Ο’ Μπράιαν: «...Ορθή θέση είναι να γράφει κανείς την αλήθεια, να γράφει ό,τι αισθάνεται χωρίς να τον απασχολεί η αποδοχή του κοινού ή της συντεχνίας...»

Εκλεκτικές συγγραφικές συνομιλίες

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί παλιότερα στη Φιλολογική Βραδυνή)

Ένα εξαρθρωμένο «ΕΜΕΙΣ» άκουσα πρόσφατα να ξεφεύγει από τα χείλη ελληνίδας συγγραφέως για να δηλώσει τη δυναμική -της καθαγιασμένης επίκρισης και του θέσφατου- της λογοτεχνικής της συντεχνίας. Ρίγη αποστροφής, απέχθειας και διόλου δέους με διαπέρασαν, για τον τρόπο που οι «καταξιωμένοι» περιφρουρούν την «καταξίωσή» τους, στήνοντας ωραιότατα ναρκοπέδια γύρω για τους ...ανεπιθύμητους να παρεισδύσουν στα χωρικά ύδατα της λογοτεχνικής δημιουργίας.
Σ’ αυτούς τους ανεπιθύμητους, λοιπόν, μπορεί να περιλαμβάνονται και νέοι που επιχειρούν τα πρώτα τους βήματα ή άνθρωποι -πολύ λίγοι και γι’ αυτό εκτιμητέοι- απρόθυμοι να εισχωρήσουν σε καμία συντεχνία, σε κανένα σινάφι, σε καμιά δομή που τους «εξασφαλίζει» αναγνώριση ή καταξίωση ή τέλος πάντων λόγο ύπαρξης. Τότε ήταν που είδα μπροστά μου ζωντανή την εικόνα του τι σημαίνει σινάφι και ποιοι το χτίζουν. Είναι ένα στεγανό που ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω ποιον επιχειρεί να σώσει από το βούλιαγμα ούτε τι κριτήρια επιβάλει για να δεχτεί στους κόλπους του αυτούς που το απαρτίζουν, τουλάχιστον στην ελληνική πραγματικότητα. Αποφάσισα, κιόλας, αφοριστικά να μην ασχοληθώ με την ύπαρξή του, γιατί στο μυαλό μου διατηρώ τη ρομαντική εικόνα των λογοτεχνικών φίλων και εχθρών, χωρίς εκπτωτικές αποχρώσεις στο ενδιάμεσο. Ασκούν πάντα γοητεία -όχι με την έννοια της γραφικότητας- σε μένα εκείνοι που το τρέχον γούστο τους απέρριψε και το εκάστοτε σινάφι λοιδόρησε επιδεικτικά. Ο αμείλικτος χρόνος τους δικαίωσε, καθώς αποδείχθηκε ο μόνος στον οποίο καταδέχτηκαν να πληρώσουν «διόδια».
Όταν βρέθηκε στα χέρια μου το βιβλίο του Φίλιπ Ροθ «Κουβέντες του σιναφιού - Ένας συγγραφέας, οι συνάδελφοί του και η δουλειά τους» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις σε πολύ φροντισμένη μετάφραση της Κατερίνας Σχινά, διαπίστωσα ότι ο όρος «σινάφι» έχει εφευρεθεί από κείνους που δεν είναι σε θέση -για τους δικούς τους λόγους- να ανοίξουν τα λογοτεχνικά τους χαρτιά μπροστά στους ομότεχνούς τους, προϋπάρχοντες, σύγχρονους και μεταγενέστερους. Όπως παρατηρεί τόσο εύστοχα η Κατερίνα Σχινά στο επίμετρό της «Το σινάφι είναι δύστροπο, ψυχικά φιλάργυρο». Κατέληξα ότι για κείνους τους δημιουργούς που δεν είναι δύσκολο να εκφράσουν ειλικρινώς και να διατυπώσουν με ενάργεια και αυτονομία είτε το θαυμασμό είτε την απόρριψή τους προς ένα λογοτεχνικό έργο, η λέξη «σινάφι» μπορεί και να σημαίνει έναν νοητό κύκλο στον οποίο εισέρχονται για να συνομιλήσουν, να συνευρεθούν και να διαφωνήσουν άνθρωποι με ένα κοινό ενδιαφέρον. Το αποτέλεσμα αυτής της συναναστροφής μπορεί να είναι από τα πιο ελκυστικά, όπως στην περίπτωση του βιβλίου του Φίλιπ Ροθ. Ο συστημένος σε μένα με τις πιο ευφάνταστες λογοτεχνικές του ιδέες αμερικανός συγγραφέας με εξέπληξε με τον τρόπο που προσεγγίζει τους ομότεχνούς του.
Κλείνοντας το βιβλίο, αν και τα έργα του Μίλαν Κούντερα ήταν αυτά που μπορούσαν να μου προσφέρουν μια κάποια εγγύτητα και οικειότητα, έμεινα με την εντύπωση καταρχάς ότι είχα γνωρίσει επαρκώς και τους υπόλοιπους, ενώ το πιο σημαντικό είναι ότι με προέτρεψε να ψάξω τα έργα τους. Με συνεπήραν πραγματικά αυτές οι ιδιότυπες δοκιμιακές συνομιλίες του με τον Πρίμο Λέβι, τον Άαρον Άπελφελντ, τον Ιβάν Κλίμα, την Έντνα Ο’ Μπράιαν. Διαπίστωσα με έκδηλη ανησυχία ότι ένας νέος άνθρωπος στην Ελλάδα του 2005, όσο κι αν προσπαθεί να οσμιστεί το παρελθόν, όσο κι αν χώνεται στα βιβλία για να ανακαλύψει τον κόσμο, είναι μακριά νυχτωμένος για ζητήματα όπως το Ολοκαύτωμα, το εβραϊκό ζήτημα, ακόμη κι αυτό το γκρεμισμένο Σιδηρούν Παραπέτασμα που βρίσκεται τόσο κοντά του και ζει καθημερινά τις επιπτώσεις του. Πέρα από το μυημένο κοινό που η αναγνωστική του σκαπάνη έχει εγκαίρως χτυπήσει πάνω στους λογοτεχνικούς θησαυρούς του Φίλιπ Ροθ, του Πρίμο Λέβι, του Άαρον Άπελφελντ, του Ιβάν Κλίμα, του Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, του Μπρούνο Σουλτς, του Μίλαν Κούντερα, της Έντνα Ο’ Μπράιαν, της Μαίρη Μακ Κάρθυ, του Μπέρναρντ Μάλαμουντ και του Σάουλ Μπέλοου, αποτελεί μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία το βιβλίο αυτό του Ροθ να ανοίξει κανείς τα μάτια του σε έναν ορίζοντα διανόησης και λογοτεχνικής δημιουργίας που δεν έχει να κάνει με τα ελληνικά στεγανά, το «σινάφι», το τρέχον γούστο. Είναι ένα παράθυρο που ανοίγεται για τον αναγνώστη σε έναν άλλον κόσμο που του επιφυλάσσουν οι εκλεκτικές αυτές συγγραφικές συνομιλίες.

Ο αφοπλιστικός ρεαλισμός των συναισθημάτων

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)

Ως ώριμη ψυχικά συμπεριφορά οροθετούν οι ειδικοί εκείνη τη στάση που τηρούν οι άνθρωποι και έχουν τις όσο δυνατόν λιγότερες «κρίσεις» στην ενήλικη καθημερινότητά τους. Όταν δηλαδή αντιμετωπίζουν με τέτοιο τρόπο τα πράγματα που δεν χρειάζεται να φτάνουν σε οριακά σημεία τον ψυχισμό τους είτε να σπάσει είτε να λυγίσει στις καταστάσεις με τις οποίες έρχονται σε τριβή.
Ας σκεφτούμε με τον ίδιο τρόπο ότι ένας «ώριμος» αναγνώστης είναι εκείνος που λόγω της ποσότητας και της ποιότητας των διαβασμάτων του ή λόγω της αυξημένης του κριτικής ικανότητας είναι εκείνος που «σπάει», «λυγίζει» δύσκολα μπροστά σε ένα ανάγνωσμα, ελαχιστοποιώντας τις πιθανότητες να τον συγκινήσει, να τον κάνει να χύσει δάκρυα ή να το κρατήσει για τους παραπάνω λόγους στη μνήμη του έντονα. Υπάρχουν βιβλία που μπορούν να κουράσουν τόσο τις εγκεφαλικές του λειτουργίες, αλλά να του δίνουν ένα πολύ ισχυρό έναυσμα να δει τη ζωή του και τον εαυτό του αλλιώς. Είναι εκείνα που περνάνε στη σφαίρα της αιωνιότητας και θα υποστηρίζει κάποτε ότι άλλαξαν την προσωπική του πορεία, χωρίς να έχει χρειαστεί να κλάψει, να βγει από τον εαυτό του, να περάσει μια προσωπική «κρίση», αφήνοντάς τον δηλαδή να πιστεύει ότι είναι ένας «ώριμος» αναγνώστης ακόμα.
Και είναι και κάτι άλλα αναγνώσματα που ταρακουνάνε το θυμικό. Σε κάνουν να τα κρατάς σα φυλακτό στην καρδιά σου ή σε μια ακρούλα σκοτεινή και καλά προφυλαγμένη της σκέψης σου, γιατί εκφράζουν μια αλήθεια ανομολόγητη που χαίρεσαι πολύ που βρέθηκε κάποιος για σένα εκεί να την εκφράσει, να τη γράψει, να τη διατυμπανίσει. Όταν την ανακαλύψεις, νιώθεις σαν παιδί -χάνεις δηλαδή τη δύναμη της περιλάλητης «ωριμότητάς» σου- και μπορείς ωραιότατα να αναλυθείς σε λυγμούς, δάκρυα και άλλες τέτοιες συναφείς αντιδράσεις. Αυτά είναι και τα κείμενα που αντιμετωπίζονται με τη μεγαλύτερη καχυποψία από τους κριτικούς -το κοινό έχει σαφή στάση: αίμα, δάκρυα, ιδρώτας και σπέρμα επιβραβεύονται τάχιστα στις λίστες των best seller- γιατί ο συγγραφέας τους βρίσκεται επί ξυρού ακμής μονίμως, ακροβατώντας ανάμεσα στην εύκολη συγκίνηση και τη «μεγάλη» λογοτεχνία με την αδιαμφισβήτητη αξία που επιχειρεί να προσφέρει.
Είναι αξιοπρόσεκτη η περίπτωση της γαλλίδας Αννί Ερνώ (Annie Ernaux) που σαρώνει από τη μία τις βιβλιο-προθήκες, με πωλήσεις που έχουν φτάσει τις 130.000 αντίτυπα μέσα σε τρεις εβδομάδες στη χώρα της για το «Πάθος» («Passion Simple» στο πρωτότυπο) και από την άλλη χαίρει της εκτίμησης των κριτικών σε αρκετά μεγάλο βαθμό που τουλάχιστον της αναγνωρίζουν τη δυναμική των αισθημάτων που πραγματεύεται με τρόπο αναμφισβήτητα διαχρονικό.

Οι γέφυρες επικοινωνίας της «ντροπής»


Το τελευταίο βιβλίο της Ερνώ που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Χατζηνικολή είναι «Η ντροπή». Ένα ολιγοσέλιδο πόνημα, όπως άλλωστε το συνηθίζει η συγγραφέας, που στηρίζεται αποκλειστικά στο ευθύβολο ύφος της δημιουργού και τη διάθεσή της να μιλήσει απλά, σύντομα, περιεκτικά και πάνω απ’ όλα αποτελεσματικά. Είναι σίγουρα μια συγγραφέας που αποτυπώνει την εποχή της με τον πλέον κατηγορηματικό και έντονο τρόπο. Έχει την ικανότητα να μιλάει για τα καθημερινά, τα σημαντικά στη ζωή του ανθρώπου που σχετίζονται άμεσα με το παρόν του, αλλά τους δίνει αυτή την essence της ολότητας που μόνο η διαχρονικότητα συγκρατεί στους ιστούς της με τέτοια δύναμη.
Δείχνει τις προθέσεις της από το μότο κιόλας που επιλέγει να ανοίξει τη συνομιλία της με τον αναγνώστη. Γιατί αυτό είναι όλα της τα κείμενα, μια κουβέντα, τύπου εσωτερικού μονόλογου, χωρίς καμία πλοκή ούτε καμία ευφάνταστη υπόθεση, που απευθύνονται. Κι αυτό είναι το σημαντικό: ό,τι απευθύνονται, ψάχνουν αποδέκτη και βρίσκουν, βέβαια, αποδέκτη. Κάτι που στις μέρες μας είναι αρκετά δύσκολο, ο πραγματικός δημιουργός δηλαδή να ψάχνει τρόπους και να καταλήγει αποτελεσματικά σ’ αυτούς να επικοινωνήσει την ανησυχία του και τα ερωτηματικά του. Συνήθως εκείνοι που αυτοαναγορεύονται συγγραφείς τελευταία δεν ενδιαφέρονται να συνομιλήσουν με τον Άλλο εκεί έξω που διαθέτει το χρόνο από τη ζωή του για να ασχοληθεί με τα γραπτά τους. Ξεχνούν ότι η λέξη συγγραφέας (συν- γράφω) περικλείει και τη διάθεση του αναγνώστη να δημιουργήσει μαζί τη λογοτεχνία.
Η Αννί Ερνώ στο «Η ντροπή» δίνει μια οδό στον αναγνώστη της για να πορευτεί από το απόσπασμα του Πολ Όστερ («Η επινόηση της μοναξιάς»): «Η γλώσσα δεν είναι η αλήθεια. Είναι ο τρόπος μας να υπάρχουμε μέσα στο σύμπαν». Κι αρχίζει να αναδημιουργεί τον κόσμο γύρω της, το παρελθόν της, τη ζωή της -ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στις συγγραφικές της επιλογές- με σκοπό, κατά τη γνώμη μου, όχι για να μιλήσει για τον εαυτό της αλλά για να συζητήσει με τον Άλλο. Χρησιμοποιεί, νομίζω, αυτό το τέχνασμα - απλό και ευφυές - για να ανοίξει την πόρτα των συναισθημάτων και των σκέψεων του Άλλου. Αν και έχει δεχθεί επικρίσεις για την εμμονή της να αναλύει πτυχές της προσωπικής της ζωής, θεωρώ ότι η συγγραφέας μάλλον παίζει ένα είδος παιχνιδιού με το αναγνωστικό της κοινό. Τους αφηγείται για κείνη, για να ακούσει πρώτα απ’ όλα τη δικής τους εκδοχή, τη δική τους πλευρά που μπορούν τα βιβλία της με το τόσο δραστικό ύφος να εκμαιεύσουν από το άτομο που τα διαβάζει. Βρίσκει κανείς πολλά στοιχεία να ταυτιστεί -αλλά αυτό θα ήταν εξαιρετικά φθηνό και λίγο να μείνει εκεί η συγγραφέας- αυτό που κατορθώνει η Ερνώ είναι να ανοίξει μια πόρτα στο νου και πάνω απ’ όλα τα αισθήματα του αναγνώστη να αναρριχηθούν σε ένα δρόμο αναζήτησης της αλήθειας, της δικής του αλήθειας.
Το στοιχείο αυτό είναι εξαιρετικά έντονο στο βιβλίο της «Η ντροπή». Η συγγραφέας ξεκινάει από μια εξαιρετικά έντονη και σημαντική στιγμή της εφηβικής της ηλικίας -12 ετών- τότε που, ισχυρίζεται, ότι ο πατέρας της προσπάθησε να σκοτώσει τη μητέρα της και πάνω σ’ αυτόν τον καμβά αρχίζει να υφαίνει ένα μωσαϊκό όχι μόνο της ζωής της, αλλά και του κοινωνικού περιβάλλοντος που μεγάλωσε η ίδια. Συμπαραταγμένη στις απόψεις του Πιερ Μπουρντιέ αναλύει τη δομή ενός συνόλου με διακρίσεις οικονομικές και κοινωνικές τις οποίες το ίδιο το παιδαγωγικό σύστημα της χώρας της το 1952 -όταν εκείνη ήταν 12 χρονών- αναπαρήγαγε καθοριστικά. Περιγράφει η Αννί Ερνώ τη ζωή της σε ένα ιδιωτικό καθολικό σχολείο που καλλιεργούσε όλα εκείνα που ή ίδια αργότερα αρνήθηκε σταθερά στη ζωή της. Το αίσθημα αυτό της ντροπής που χρησιμοποιεί η συγγραφέας για να μιλήσει -με αναφορές στη λειτουργία της μνήμης από τον Προυστ- και η ειλικρινής δήλωσή του μοιάζει να είναι η γέφυρα ακριβώς που απλώνει εκείνη στον αναγνώστη της για να βρεθούν κάποτε σ’ έναν κοινό τόπο, να κοιταχθούν στα μάτια και να καταλάβουν ή να νιώσουν αυτό που τους ενώνει ή τους χωρίζει.

Η λογοτεχνική «απενοχοποίηση» του έρωτα

Τα ροζ εξώφυλλα ή οι αντίστοιχου χρώματος πινελιές στα εξώφυλλα των βιβλίων της Ερνώ που αναφέρονται στον έρωτα, δεν έχουν πολύ σχέση με τα γραφόμενά της. Ο έρωτας αντιμετωπίζεται ως πραγματικό βίωμα, ως ρεαλιστικό δεδομένο μακριά από τερτίπια της λογοτεχνικής ωραιοποίησης ή δαιμονοποίησης. Είναι μια συγγραφέας που ζει τον έρωτα και όχι μια γυναίκα που γράφει για τον έρωτα χωρίς να τον έχει ζήσει. Τουλάχιστον αυτές είναι οι δικές της ξεκάθαρες δηλώσεις και δεν αφήνει περιθώριο στον αναγνώστη να μην την πιστέψει. Η αφοπλιστική της ειλικρίνεια, η δύναμη που δίνει στα πράγματα που συμβαίνουν και είναι σημαντικά και έντονα γιατί συμβαίνουν καταρχάς και όχι επειδή ένα αποστειρωμένο από λογοτεχνικό ρομαντισμό ή κυνισμό μυαλό επιχειρεί να περιγράψει για να νιώσει ότι έχει χώρο να υπάρξει.
Γι’ αυτό ακριβώς τα βιβλία της αν και ανήκουν σε μια γυναίκα συγγραφέα, αν και χρωματίζονται με ροζ εξώφυλλα, στην πραγματικότητα είναι σαν να μην έχουν θέση ανάμεσα σ’ εκείνα τα υπόλοιπα της γυναικείας λογοτεχνίας, που αποκρουστικά αναπαραγάγουν στερεότυπα για τη γυναικεία υπόσταση, χωρίς να της δίνουν το δικαίωμα ουσιαστικά να υπάρξει ως γυναικεία φύση μέσα στο πλαίσιο της αυτοδιάθεσης που ορίζει η ίδια της η ανθρώπινη διάσταση. Αυτή η ροή της σκέψης της Ερνώ που ξεδιπλώνεται αβίαστα, αριστοτεχνικά απλά στα βιβλία της, περικλείει όλη την ισχύ που κρύβει μέσα του ο ρεαλισμός των αισθημάτων. Τα συναισθήματα ως βίωμα και πράξη, ως αποτέλεσμα ηχηρό και καταλυτικό. Τα πράγματα γίνονται και έχουν τις επιπτώσεις τους. Δεν είναι δημιουργήματα μια νωθρής ή ανάπηρης συναισθηματικά ύπαρξης που κάθεται στο γραφείο της και σκαλίζει γράμματα σε χαρτιά που υποτίθεται ότι αυτά συνιστούν την αγάπη, τον έρωτα, την ντροπή, το φόβο. Στα βιβλία της που κυκλοφορούν στην Ελλάδα, «Χάνομαι» και «Πάθος» (Εκδόσεις Χατζηνικολή), η αγάπη, η εξάρτηση, η ερωτική έλξη, το πάθος βιώνονται και μεταφέρεται στον αναγνώστη ο απόηχός τους. Εκεί ακριβώς είναι που καλεί η Ερνώ τον αναγνώστη να συνδημιουργήσει μαζί της το βιβλίο: πρέπει να νιώσει κι εκείνος, να βρει τον τρόπο να ακολουθήσει την απλότητα των φράσεών της για να γίνει μέτοχος του κοινού μυστικού, του συναισθήματος. Στο «Πάθος» αναφέρει χαρακτηριστικά: «...Μου είχε πει ‘’δεν θα γράψεις ένα βιβλίο για μένα’’. Αλλά δεν έχω γράψει ένα βιβλίο για κείνον ούτε άλλωστε για μένα. Απλώς απέδωσα με λέξεις -που αναμφίβολα δε θα διαβάσει, που δεν προορίζονται γι’ αυτόν- αυτό που αυτή καθαυτή η ύπαρξή του μου πρόσφερε. Ένα είδος ανταπόδοσης του δώρου...»
Στο «Χάνομαι» -ένα βιβλίο υπό μορφή ημερολογιακών σημειώσεων που τολμώ να παραλληλίσω αυθαίρετα τις εντάσεις που προκαλεί στον αναγνώστη με τον «Τρομερό μήνα Αύγουστο» του Βασίλη Βασιλικού- μιλά για την αναμονή, την απουσία και την παρουσία του έρωτα, σαν επερχόμενος θάνατος βιωμένος όλο αυτό, για ένα χρόνο στη ζωή της. Oπότε και κυριάρχησε στην καθημερινότητά της ο Σ., όπως αναφέρει για το ρώσο διπλωματικό ακόλουθο που ερωτεύτηκε κι έζησε μαζί του το πάθος εκδηλωμένο σε όλες του τις μορφές: από την ψυχική εξάρτηση μέχρι τη σεξουαλική. Όλα ειδωμένα μέσα από το πρίσμα μιας διαπλοκής και εναλλαγής ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας ανάμεσα στο θάνατο, τη γραφή και τον έρωτα: «... Ξέρω πολύ καλά πως αυτό που με κάνει να γράφω είναι αυτό, αυτή η έλλειψη πραγματοποίησης του έρωτα, του απύθμενου...» Αν και ένας καχύποπτος αναγνώστης, όπως οφείλει να είναι ο αναγνώστης που ψάχνει την προσωπική του αλήθεια μέσα σε ένα βιβλίο, θα μπορούσε να υποθέσει ότι όλα αυτά είναι απλώς μια επανάληψη -γιατί όχι και με εμπορικές επιδιώξεις της ίδιας της συγγραφέως- ωστόσο είναι τέτοια η δυναμική του λόγου της που δεν μπορείς να αντισταθείς και οι αμφιβολίες σου παρασύρονται και γκρεμίζονται από την ευθύτητα της Ερνώ: να καταθέτει και την πιο μύχια σκέψη της που σε αγγίζει, σε τραβά από το μανίκι και σε σέρνει στην αφήγησή της όσο προσωπική κι αν είναι. Λες και σε βάζει σε ένα αυλάκι διαχρονικών ιδεών και πανανθρώπινων που ρέουν εκεί μέσα και οι δικές σου σκέψεις και τα αισθήματα. Όπως γράφει η ίδια στο «Χάνομαι», «...Δεν γράφω ιστορία, πρόκειται απλά για ένα τραπεζομάντιλο εγωκεντρικού πόνου. Κι όμως, ξέρω πως μέσα από αυτό επικοινωνώ με την υπόλοιπη ανθρωπότητα...». Στο ίδιο βιβλίο με μια σπαρακτική ειλικρίνεια λέει: «... Γράφω για να με αγαπούν, αλλά δεν θέλω την αγάπη τους, αυτών, των αναγνωστών. Αν ήταν έτσι, θα μπορούσα να γράψω σ’ ένα βιβλίο, στα ίσια, «Αγαπάτε με»... αλλά εγώ επιθυμώ την επιλεγμένη αγάπη, να με ποθούν για μένα, και κατά προτίμηση αυτός που δεν βλέπει σε μένα τη συγγραφέα...»
Πώς να μη γοητεύσει αυτή η γυναίκα με τη γραφή της, όταν δεν διστάζει να ομολογήσει ότι «...Θέλησα να κάνω αυτό το πάθος ένα έργο τέχνης στη ζωή μου, ή μάλλον αυτός ο δεσμός έγινε πάθος γιατί θέλησα να τον κάνω έργο τέχνης. (Μισέλ Φουκό: το υπέρτατο αγαθό, είναι να κάνεις τη ζωή σου ένα έργο τέχνης)...»;