Friday, June 30, 2006

«Οι νέοι ζουν σε έναν πολύ σκληρό κόσμο»

(Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή. Πρόκειται για το συγγραφέα ενός εφηβικού βιβλίου που απόλαυσα την ανάγνωσή του και το έκανα δώρο στον έφηβο γιο φίλης για να το διαβάσει)



Αρνήθηκε τον τιμητικό τίτλο ΟΒΕ το 2003 από τη βασίλισσα Ελισάβετ, διαμαρτυρώμενος για τον πόλεμο στο Ιράκ. Είναι ποιητής, μουσικός, θεατρικός συγγραφέας, αθλητής και μυθιστοριογράφος. Η προφορική παράδοση της τζαμαϊκανής καταγωγής του ρέει στις φλέβες του και του υπαγορεύει μια ανθρωπιστική στράτευση ενάντια στις κάθε είδους διακρίσεις. Το μυθιστόρημά του, «Με Ξένο Πρόσωπο» που κυκλοφόρησε φέτος στη χώρα μας από τις Εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση Λίνας Τσιάμη, θίγει το ζήτημα της διαφορετικότητας μέσα από την επίκτητη δυσμορφία των χαρακτηριστικών του προσώπου του ήρωά του Μάρτιν. Ενός εφήβου που έρχεται αντιμέτωπος νωρίς στη ζωή του με τη σκληρότητα της σύγχρονης κοινωνίας. Ο συγγραφέας Μπέντζαμιν Ζεφανάια πολεμά την αδικία σε κάθε μέτωπο, χρησιμοποιώντας τα όπλα που του δίνει η Τέχνη. Με ένα σκοπό: να ενώνει τους ανθρώπους. Από την Αγγλία όπου κατοικεί μόνιμα, μας μίλησε για την εφηβική ιστορία που έγραψε και έχει αποδέκτες την αγριότητα και την ανεντιμότητα των ενηλίκων.


Ποιο ήταν το αρχικό σας κίνητρο για να γράψετε αυτό το μυθιστόρημα; Υπάρχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία σ’ αυτό;

Ήξερα ότι ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα για εφήβους, αλλά δεν ήθελα να κάνω το προφανές, δεν ήθελα το πρώτο μου μυθιστόρημα να είναι ένα ραπ έργο ή ένα βιβλίο των μαύρων γκέτο. Όμως, ήθελα να γράψω για τις διακρίσεις. Έτσι, όταν είχα μια από απόσταση συνάντηση με έναν άνδρα που είχε ένα άσχημα καμένο πρόσωπο, παρατήρησα ότι αυτός έμοιαζε να είναι πολύ άνετος με τον εαυτό του, αλλά έπιασα τον εαυτό μου να μην μπορώ να σταματήσω να τον κοιτάζω. Ύστερα, αναρωτήθηκα για τη δική μου αντίδραση και προσπάθησα μετά να φανταστώ πώς θα αντιμετώπιζε άραγε τις προκαταλήψεις των άλλων ανθρώπων. Συνειδητοποίησα τότε ότι θα μπορούσα να εγείρω ζητήματα που αφορούν τις φυλετικές ή τις σεξουαλικές διακρίσεις, αλλά μπορούσα να τις δω μέσα από το πρίσμα της διάκρισης του προσώπου.
Δεν υπάρχουν αυτοβιογραφικά μου στοιχεία στο βιβλίο στην πραγματικότητα, εκτός από τις παρατηρήσεις μου για τη ζωή αλλά και για μέρη που έχω επισκεφτεί και γνωρίζω.

Αισθάνομαι ότι το «Με Ξένο Πρόσωπο» είναι ένα ισχυρό σχόλιο για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι νέοι άνθρωποι στις μεγάλες πόλεις παγκοσμίως, για τη βία, για όλο αυτόν τον καθημερινό τρόμο, για την έλλειψη πνευματικότητας στον καιρό μας. Ποια είναι η δική σας γνώμη;

Πιστεύω ότι οι νέοι άνθρωποι ζουν σε έναν πολύ σκληρό κόσμο και είναι οι ενήλικοι αυτοί που τον κάνουν δυσκολότερο. Έχουμε εμμονές με τα λεφτά και την ιδιοκτησία, οι ηγέτες μας εύκολα οδηγούνται στον πόλεμο, και εμείς καταστρέφουμε τον πλανήτη μας. Ύστερα, οι μεγάλοι παραπονιούνται για τα παιδιά σήμερα, αλλά που απευθύνονται οι νέοι για καθοδήγηση; Το αληθινό μήνυμα του μυθιστορήματός μου αφορά τους ενηλίκους που δεν έχουν καμία επαφή με τους νέους.

Ποιες ήταν οι προσδοκίες σας για το «ταξίδι» του βιβλίου διεθνώς;

Νόμιζα ότι είχα μια ενδιαφέρουσα ιστορία που αρκετοί Βρετανοί ΜΠΟΡΕΙ να διάβαζαν, αλλά δεν πίστευα ότι είχα ένα εξαιρετικό βιβλίο. Όταν ο εκδότης μού είπε πόσο καλά είχε γίνει δεκτό, είπα ότι αυτό ήταν ωραίο. Μετά μου είπαν ότι προχωρούσαν σε επανεκδόσεις και ανατυπώσεις, και ύστερα άρχισα να το βλέπω σε αεροδρόμια και παντού στον κόσμο στα Αγγλικά. Σκέφτηκα ότι ήταν υπέροχο, αλλά μετά οι μεταφράσεις στα Ιταλικά, τα Ελληνικά, τα Πορτογαλικά, τα Ισπανικά, τα Ιαπωνικά κλπ. με έκαναν να συνειδητοποιήσω ότι το βιβλίο με συνέδεε με ανθρώπους από όλον τον κόσμο οι οποίοι ήθελαν να το διαβάσουν στη γλώσσα τους. Αυτό αποδεικνύει ότι ακόμη και αν μας χωρίζουν οι πολιτικοί, οι τέχνες και η αγάπη μας μπορούν να μας ενώσουν.

Τι θέλατε να αποκομίσουν οι αναγνώστες σας από αυτό το μυθιστόρημα;

Εγώ μόνο ήθελα οι άνθρωποι να σκεφτούν για τον εαυτό τους. Πρέπει να αναρωτηθείτε αν ξέρετε ποιοι είναι οι φίλοι σας ή αν πραγματικά γνωρίζετε ποιοι είναι οι εχθροί σας. Θέλω οι άνθρωποι να καταλάβουν ότι το να κερδίσεις το παιχνίδι δεν είναι το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο, αλλά το να είσαι υγιής είναι ακόμη καλύτερο. Όμως το πιο σπουδαίο είναι ότι θέλω να μάθετε ότι η πραγματική φύση ενός ανθρώπου δεν μπορεί να κρίνεται από το πρόσωπό του ή από τη φυλή του.

Ποια είναι τα μηνύματα που λαμβάνετε από τους αναγνώστες σας από όλον τον κόσμο για το βιβλίο;

Οι περισσότεροι μου λένε ότι απλώς δεν είχαν σκεφτεί για τους ανθρώπους με δυσμορφίες στο πρόσωπο. Δεν τους μισούσαν, μόνο είχαν σκεφτεί γι’ αυτούς. Έτσι, πολλοί με ευχαριστούν που ανακίνησα το ζήτημα.

Πόσο επικίνδυνο ή ενδιαφέρον είναι το χάσμα ανάμεσα σε μας και τους άλλους; Για παράδειγμα, αυτό ανάμεσα στον ήρωά σας, το Μάρτιν με το νέο πρόσωπο που παραμένει ωστόσο ίδιος μέσα του, και τους γύρω του.

Όταν ξυπνάμε, μέχρι να σηκωθούμε από το κρεβάτι, φοράμε ένα πρόσωπο. Ένα πρόσωπο που καλύπτει τα αληθινά μας αισθήματα και συναισθήματα. Είναι το πρόσωπο που πρέπει να ταιριάζει με την παρέα ή με την ομάδα μας. στην πραγματικότητα αυτό το πρόσωπο είναι μια μάσκα. Το αληθινό πρόσωπο ενός ανθρώπου εμφανίζεται, όταν πονάει, όταν βρίσκεται σε ανάγκη ή κάποτε όταν είναι ερωτευμένος, και σίγουρα, όταν κοιμάται. Η διαφορά ανάμεσα στο ψεύτικο πρόσωπο και το αληθινό μπορεί να είναι επικίνδυνη, γιατί μπορεί κάποιος να δώσει την εντύπωση ότι σ’ αγαπάει, αλλά να μην σ’ αγαπάει, κάποιος μπορεί να σε κοιτάζει σαν να θέλει να σε διώξει, αλλά να σε θέλει ακόμα πιο κοντά του. Απλά χρειαζόμαστε περισσότερη εντιμότητα.

Σας άλλαξε αυτό το βιβλίο με κάποιον τρόπο;

Όχι. Ήμουν μόνο ένας ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, μουσικός και ταραχοποιός, τώρα είμαι όλα αυτά τα πράγματα και μαζί ένας μυθιστοριογράφος.

Ποιες είναι οι λογοτεχνικές σας επιρροές;

Οι καταβολές μου έχουν να κάνουν περισσότερο με την προφορική παράδοση. Τα πρώτα ποιήματα και οι ιστορίες που άκουσα, ήταν από τους γονείς μου και άλλους συγγενείς. Δεν μπορούσαν να διαβάσουν, οπότε είχαν τις ιστορίες από τους γονείς τους κι αυτοί. Άρχισα να λέω ποιήματα από τη στιγμή που μπορούσα πια να μιλήσω. Η πρώτη μου performance ήταν όταν ήμουν 11 ετών. Πάντοτε μου άρεσε να παρουσιάζω την ποίησή μου στη σκηνή.
Όταν άρχισα να διαβάζω, πήγα προς πράγματα, όπως ο «Φρανκεστάιν» της Mary Shelley και ποίηση του άντρα της, Percy Shelley. Αλλά μου αρέσουν άνθρωποι, όπως ο Μπομπ Ντίλαν και ο Μπομπ Μάρλεϊ, που τους βλέπω και τους δύο σαν ποιητές. Τι ειρωνεία!, δεν ήμουν ποτέ ένα σπουδαίος αναγνώστης, δεν είχα ποτέ πολλά βιβλία γύρω μου στο σπίτι και όταν ήμουν στο σχολείο δεν ενδιαφερόμουν πολύ για την ποίηση και τη λογοτεχνία.

Thursday, June 29, 2006

Εγχειρίδια ευφυούς ανθρωπιάς

(Η ιδέα να δημοσιεύσω αυτό το κείμενο που προηγουμένως έχει μπει στη Φιλολογική Βραδυνή, μου ήρθε από το χθεσινό ποστ της Ladychill. Τα σέβη μου, Λαίδυ!)

«Δεν είναι η αγάπη που κάνει τον κόσμο να προχωράει, αλλά η αμφιβολία. Είναι το τίμημα της ελευθερίας. Αν έχεις την αμφιβολία εναντίον σου, τότε, η ζωή είναι μια σκέτη σύγχυση -αν την έχεις με το μέρος σου, τότε είναι μια περιπέτεια.»


Ανακάλυψα προσφάτως ότι οι συνταγές, τα εγχειρίδια, τα προγράμματα, οι οδηγίες, οι δίαιτες, οι life-style συμβουλές των περιοδικών, εν γένει όλα αυτά που παρέχονται ως επικουρικές πληροφορίες από τα έντυπα, την τηλεόραση, το ραδιόφωνο, τα βιβλία, εφόσον είναι κατάλληλα για μια περίσταση, λειτουργούν. Ναι, λειτουργούν και απόλυτα μπορώ να πω, όσο σαχλά ή μηδαμινής αξίας φαντάζουν. Αλλά υπάρχει το εξής ζήτημα: δεν μπαίνει κανείς στον κόπο να τα ακολουθήσει -αφού προηγουμένως ελέγξει την επιστημονική τους βάση ή τη λογική τους ευστάθεια- και μάλιστα με συνέπεια και σοβαρότητα, προκειμένου να πετύχει ένα συγκεκριμένο στόχο του.
Η υπερπροσφορά των υποδείξεων και συμβουλών και παραινέσεων -συχνά πλάγιες και διαφημιστικές- από τα επικοινωνιακά μέσα δημιουργεί έναν πληθωρισμό που τις πνίγει και ξεθυμαίνει την όποια χρησιμότητά τους ακόμη και για τα πιο απλά πράγματα. Έτσι, αρκούνται όλοι στο να ξέρουν, για παράδειγμα, αυτό το χιλιομασημένο του Κοέλιο ότι «άμα θέλεις κάτι πολύ συνωμοτεί το σύμπαν για να γίνει», αλλά ουδείς βοηθάει έστω το προσωπικό του σύμπαν να συνωμοτήσει για χάρη του, συγκεντρώνοντας πρακτικά όλες του τις δυνάμεις στον πολύ δικό του σκοπό. Όποιος το κάνει, το βέβαιο είναι ότι τα αποτελέσματα στη ζωή του είναι ορατά, αφού μαθαίνει να κατακτά στόχους, αλλά το επόμενο στάδιο γι’ αυτόν είναι να θέλει να μεταλαμπαδεύσει στους γύρω του αυτή τη μικρή του σοφία. Και το κάνει, βρίσκει συχνά πρόθυμο ακροατήριο, αλλά τις περισσότερες φορές αποδεικνύεται άγονος ο αγώνας: πρέπει να έχει την τύχη να μεταδώσει την πείρα του σε αυτιά που θέλουν να ακούσουν, σε μάτια που θέλουν να δουν, σε ανοιχτά μυαλά που θέλουν να σκεφτούν, να αμφισβητήσουν ή και να βοηθηθούν από την πολύ προσωπική εμπειρία κάποιου νικητή, δηλαδή κάποιου που πετυχαίνει ό,τι επιδιώκει.
Αυτό, λοιπόν, το ρόλο του πραγματικού γκουρού της καθημερινότητας, της ζωής, της αμφιβολίας και της ανθρωπιάς -συνήθως αυτοί που αυτοαναγορεύονται για προσωπικούς εμπορικούς λόγους έτσι, δεν είναι κιόλας- του ανθρώπου που θέλει να δώσει και στους άλλους τη μικρή ή τη μεγάλη του σοφία και το καταφέρνει με την καλλιέργεια, την ευφυία και το χιούμορ του, παίζει με τεράστια επιτυχία, ακόμη κι αν έχει φύγει από τη ζωή ο Peter Ustinov. Αν στο αναγνωστικό του κοινό βρει πρόσφορο έδαφος να ανθίσουν οι σπόροι της αμφισβήτησης και της ανθρωπιάς που εκείνος ρίχνει, είναι ένα άλλο ζήτημα. Ο ίδιος δίνει το δικό του εγχειρίδιο ζωής, το δικό του χάρτη πλοήγησης, τη δική του πορεία πλεύσης, τη δική του διαθήκη για τους επερχόμενους. Αυτό που τον ξεχωρίζει από όλους αυτούς που πουλάνε τις συμβουλές τους, είναι ο καλαίσθητος και ευφυής τρόπος του, ο οποίος αποκαλύπτει και τις αγνές του προθέσεις: «Επειδή δεν είμαι ειδήμων σε κανέναν τομέα, αλλά απλά και μόνο ένας συγγραφέας, και συνεπώς εξερευνητής της ανθρώπινης καρδιάς, δεν έχω τον παραμικρό δισταγμό να δηλώσω την άποψή μου». Όπως υποστηρίζει άλλωστε και ο ίδιος, είναι με το μέρος της καλής πρόθεσης. Γιατί να μην είμαστε κι εμείς; Τι μας εμποδίζει;
Στα δύο βιβλία του Peter Ustinov που κυκλοφορούν στη χώρα μας από την Εμπειρία Εκδοτική σε μετάφραση της Εύης Καλλιγέρη, το «Για τη ζωή και άλλα μικροπράγματα» και το «Όσα ξέρω για την αγάπη», αποκαλύπτεται αυτή η πολυδιάστατη προσωπικότητα του πνευματώδους δημιουργού. Σε κάποια σημεία ποιητικός, σε άλλα κυνικός, μα σχεδόν σε όλα εύστοχος και αποτελεσματικός, αν και αποσπασματικός και σύντομος -αλλά περιεκτικός- ο λόγος του Ustinov έχει έναν καίριο στόχο: την ανάδειξη του ανθρωπισμού και της δύναμης της αμφιβολίας, της υγιούς σκέψης. «Όπως έχει ήδη επισημανθεί, το ανθρωπιστικό στοιχείο υπερβαίνει πάντα το υλιστικό, αρκεί να του δώσει κανείς χρόνο».
Το ευχάριστα παράδοξο και ανατρεπτικό είναι ότι ο αποφθεγματικός τρόπος που διατυπώνει τις προσωπικές του αλήθειες ο συγγραφέας -που δεν απέχουν πολύ από τη γενική αλήθεια, συνήθως ταυτίζονται αυτές- δεν έχει κανένα δογματικό ύφος. Ίσα-ίσα ενθαρρύνει κατηγορηματικά την αποπομπή της προκατάληψης από τη ζωή του ανθρώπου και από τη σκέψη του. «Σε όλα τα παιχνίδια της ανθρώπινης συνύπαρξης η κριτική ενθαρρύνεται. Θεωρείται κάτι σαν τις βαλβίδες ασφαλείας, τις οποίες βάζει ένας μηχανικός στις μηχανές του. Κάπου πρέπει να υπάρχει μια δυνατότητα να εκτονωθεί ο ατμός των απόψεων».
Η ευστροφία του Ustinov σε συνδυασμό με την πολύ γεμάτη ζωή που έζησε, προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο που διακρίνει το συγγραφικό έργο του: εκλείπει σχεδόν αυτή η λεγόμενη «ευφυής μισανθρωπία» που χαρακτηρίζει συχνά τους μεγάλους άνδρες, τους επιτυχημένους, τους νικητές, τους δαφνοστεφανωμένους σε κάποιον τομέα. Τη θέση αυτή καταλαμβάνει το εκλεπτυσμένο χιούμορ, η δική του σοβαρότητα, όπως το χαρακτηρίζει. «Ο καλός Θεός ήταν εργένης. Μπορεί λοιπόν κανείς δικαίως να υποθέσει ότι οι εντολές του αναφορικά με το γάμο ήταν περισσότερο θεωρητικού παρά πρακτικού χαρακτήρα».
Για να κατορθώσει κανείς να μείνει μακριά από αυτού του είδους τη «μικρότητα» των μεγάλων ανδρών -δηλαδή την αλαζονεία, τον κυνισμό και την κακότητα καμιά φορά- πρέπει να διαθέτει βαθιά γνώση του εαυτού του, θέληση να ψάξει τι είναι και πώς είναι οι άλλοι γύρω του και φυσικά έναν ισχυρά θεμελιωμένο σαρκασμό σαν αυτό του Ustinov που διαλύει κάθε νέφος μικροπρέπειας. Μ’ αρέσει η σκέψη του, γιατί καταφέρνει -ιδίως στην πολύ ώριμη ηλικία που αυτό είναι αρκετά δύσκολο για τους περισσότερους που έχουν απολαύσει τέτοια δόξα και φήμη- να είναι γενναιόδωρη, αυθεντική, θαρραλέα, δημιουργική, απαλλαγμένη από μιας μορφής στείρα σκληρότητα αυτών που έχουν μοχθήσει να περιφρουρήσουν το ταλέντο τους, αν και ο ίδιος λέει: «Για να είναι κανείς ήπιος, ανεκτικός, σοφός και συνετός, πρέπει να διαθέτει μια αξιόλογη δόση σκληρότητας».
Το γοητευτικό είναι ότι ο Peter Ustinov απλώνει το χέρι του στον αναγνώστη, το συνάνθρωπο, τον συνταξιδιώτη, με διάθεση να τον οδηγήσει στο δικό του ανοιχτό παράθυρο της προσωπικής του γνώσης και σοφίας και να του δείξει με χέρι σταθερό και βλέμμα λαμπερό τα δικά του αστέρια στο δικό του πεντακάθαρο ουρανό. «...Τίποτα δεν ενώνει περισσότερο νοσταλγικά τις γενεές μεταξύ τους από ένα άρωμα. Η γλυκιά μυρωδιά ενός παλιού βιβλίου λέει πολύ περισσότερα από τα πανάρχαια λόγια και τις αποξηραμένες απόψεις που έχουν διατηρηθεί στις σκουληκοφαγωμένες σελίδες του, και η υπόνοια υγρής μούχλας σε κάποιο υπόγειο ή μοναστήρι μεταδίδει μέσα από τα ρουθούνια μια αίσθηση φόβου και δέους, όπως αυτή που πριν από πολύ καιρό κυρίευσε ανθρώπους που γνώριζαν άλλα κριτήρια για το ζήλο, άλλες πύλες του πόνου...»

Wednesday, June 28, 2006

Το χρώμα της αγάπης και του χρήματος

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)

«...Στο επάγγελμά της η Άννα κυριολεκτικά μετρά την αξία των ανθρώπων. Είναι κάτι που οι περισσότεροι κρύβουν συχνά από τους άλλους και συχνότερα από τον ίδιο τους τον εαυτό. Δεν είναι ευχάριστο να συρρικνώνεται κανείς στα περιθώρια του κέρδους και της απώλειας, να βλέπει τη ζωή του να αποτιμάται και να υπολογίζεται...»



Η οικονομική κατάρρευση των διεθνών αγορών και του κινητήριου μοχλού τους, ενός άνδρα που επινόησε το πρώτο ηλεκτρονικό νόμισμα, θα γίνει η αφορμή και η αιτία να αναδειχθεί το μεγαλείο της αγάπης. Το χρονικό της «πτώσης» αυτού του άνδρα, η πορεία του προς την καταστροφή γίνεται ο δρόμος, σκεπασμένος από την αιθαλομίχλη του θρίλερ και του βρετανικού ουρανού, για να περπατήσει η αγάπη, να φωλιάσει ο έρωτας.
Μια γυναίκα, η οικονομική ελεγκτής της αυτοκρατορίας του, η ίδια του η διώκτρια δηλαδή, θα ανακαλύψει τις πληγές του -καταρχάς εκείνες τις βουβές της ζωής του, του παρελθόντος και του παρόντος του- και θα οσμιστεί την επερχόμενη συντριβή του. Σχεδόν θα την προβλέψει, χωρίς άλλο τρόπο αντίδρασης, παρά τη βασανιστική αναμονή και το τέλος θα έρθει, αποτελώντας ταυτόχρονα μια νέα απαρχή. «...Οι άνθρωποι θέλουν να πιστεύουν πως το χρήμα και ο έρωτας είναι αντίθετοι όροι, αλλά η Άννα δεν είναι πια απόλυτα σίγουρη γι’ αυτό. Όπως και να ‘χει, η αγάπη και το χρήμα κλίνουν το ένα προς το άλλο. Τα χρήματα αναδύονται από την απληστία και τη γενναιοδωρία, δύο έννοιες που ενυπάρχουν στην αγάπη και αποδεικνύουν την ύπαρξή της...»
Αυτές τις δύο αξίες του απτού χρήματος από τη μία πλευρά -που τελικά δεν πιάνεται πια, γιατί κυκλοφορεί μόνο με την ηλεκτρονική του μορφή- και της αγάπης από την άλλη, που είναι από μόνη της άπιαστη, αλλά βρίσκει τρόπο να ενσαρκωθεί στις ψυχές και τα βλέμματα και τη σκέψη και τα κορμιά δύο ανθρώπων, πραγματεύεται ο Τοbias Hill στο μυθιστόρημά του «Ο Κρυπτογράφος» που κυκλοφορεί από την Εμπειρία Εκδοτική σε μετάφραση Πέρσας Κουμούτση.
Το βιβλίο του Hill διαπνέεται από μια ιδιότυπη ποιητική, συνδυάζοντας τη μεταφυσική χροιά που ακολουθεί τους ήρωές του με έναν ρεαλισμό αιχμηρό. Ο συγγραφέας εξερευνά τα μύχια του νου και του ψυχισμού των πρωταγωνιστών της ιστορίας του, τοποθετώντας τους στο μέλλον, μέσα από διαθλαστικούς καθρέφτες του ίδιου του σύγχρονου κόσμου. Φιγούρες αποξενωμένες, βγαλμένες από τον αιώνα που βρίσκεται σε εξέλιξη. Η μοναξιά είναι μπροστά, στα χρόνια που έρχονται. Στα χρόνια που ο άνθρωπος κυνηγά το χρήμα, έστω και μέσα από την ηλεκτρονική του αντανάκλαση και ο βρετανός δημιουργός την αποκρυπτογραφεί με μοναδικό τρόπο, αναδεύοντας την ευαισθησία με την ευθραυστότητα της πραγματικότητας. «...Δεν έχουν όλοι το πρόσωπο που τους αξίζει. Συχνά οι άνθρωποι μπερδεύουν την επιφυλακτικότητα με την υπεροψία, η συστολή δεν είναι παρά μια μορφή ευγένειας...»
Ο ρυθμός του κειμένου έχει κάτι από την κομψότητα των μεγάλων κλασικών έργων. Ο Tobias Hill κατορθώνει να στήσει ένα λογοτεχνικό σύμπαν που απορροφά ολοκληρωτικά τον αναγνώστη. Όταν αναδύεσαι απ’ αυτό, αισθάνεσαι ένα ηδονικό μούδιασμα της σκέψης σου, σαν να έχεις γίνει μέτοχος της αλήθειας που αναζητεί και ο ίδιος ο μυθιστοριογράφος. Δεν θέτει ο λογοτέχνης φτηνά διλήμματα του τύπου: χρήμα ή αγάπη. Διερευνά τις εκδοχές και των δύο, στην αρχή να συγκρούονται, μετά να συμπορεύονται, στο τέλος να ξεμακραίνει το καθένα προς την κατεύθυνση που επιλέγει γι’ αυτό η αξία της αλήθειας στην ανθρώπινη ζωή. «...Υπάρχουν μέρες κατά τις οποίες προσπαθεί να χαθεί μέσα στη δουλειά της για να ξεχαστεί, και άλλες που δε δουλεύει καθόλου. Με το τσιγάρο να καίγεται μόνο του στο χέρι της, η σκέψη του Τζον την επισκέπτεται ξανά και ξανά σαν τον οξύ πόνο που προέρχεται από την ανάμνηση ή τη φαντασία, κάθε φορά διαφορετικός αλλά πάντα ο ίδιος σαν τις παραλλαγές στη μουσική. Περνά τις μέρες της περιμένοντας ακριβώς όπως στις σκέψεις της περιμένει εκείνος. Περιμένει την ίδια, περιμένει τις ενέργειές της ή περιμένει -τώρα το βλέπει ξεκάθαρα -να πληρώσει το τίμημα. Ένας άντρας που περιμένει την πτώση του...».
Ο προβληματισμός που θέτει ο Hill, αφορά την έννοια της αξίας, χρησιμοποιώντας την προφανή έκφανσή της -δηλαδή το χρήμα- αλλά και την άλλη την αδιόρατη πλευρά -αυτή της αγάπης, που δεν προσμετράται, δεν αγγίζεται, δεν χωράει παρά μόνο στην ψυχή και το μυαλό. Το χρήμα ταξιδεύει, αξιώνεται και απαξιώνεται, στο βιβλίο του βρετανού συγγραφέα, μέσα από τις ατραπούς του διαδικτύου. Η αγάπη γεννιέται μέσα από την αφορμή της ύπαρξης του χρήματος στο πλεόνασμά του και αποδεικνύει τη μεγαλοσύνη της, επιβεβαιώνει την κυριαρχία της, μέσα από την έλλειψη του χρήματος, την οικονομική καταστροφή.
«...Μέχρι να αγγίξουν οι τιμές τα κατώτατα όρια, είναι ήδη πολύ αργά. Μέσα από τα χρήματα ο χρόνος μοιάζει να γλιστρά αντίστροφα. Σε λιγότερο από δύο ώρες ο κόσμος έχει καθυστερήσει μερικές εικοσαετίες. Τα πρόσωπα λυγίζουν από τη συνειδητοποίηση ότι κάτι έχει πάει τόσο στραβά και τόσο λάθος, που οι δεκαετίες έχουν σβήσει. Σαν τα πλοία ή τα σπίτια κάτω από τεράστια παλιρροϊκά κύματα. Ολόκληρες ζωές, αν μπορούν οι ζωές να μετρηθούν σε χρήμα -και είναι αλήθεια ότι πολύ συχνά μπορούν- σε απληστία, σε γενναιοδωρία ή σε επιθυμία...»

Ο συγγραφέας

Ο Tobias Hill γεννήθηκε στις 30 Μαρτίου του 1970 στο Λονδίνο. Έχει διδάξει στο Πανεπιστήμιο του Sussex. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές που τιμήθηκαν με βραβεία, ενώ το 1998 η συλλογή διηγημάτων του «Skin» απέσπασε το λογοτεχνικό βραβείο PEN/Macmillan. Τα μυθιστορήματά του σημειώνουν μεγάλη επιτυχία στη Μεγάλη Βρετανία. Από την Εμπειρία Εκδοτική κυκλοφορεί το μυθιστόρημά του «Για την Καρδιά των ‘’Τριών Αδερφών’’: Ακολουθώντας τα πετράδια του Στέμματος».

Tuesday, June 27, 2006

«Σας θέλω λιγάκι τρελούς...»

(Δημοσιευμένο στη Φιλολογική Βραδυνή, όταν έκανα εκεί τα πρώτα μου δειλά βήματα)

Το βλέμμα σταματά σ’ ένα ωχρό εξώφυλλο. Στην ασπρόμαυρη προσωπογραφία -με τις γραμμές λαξεμένες από δεκαετίες πρότερες- μια ακίδα φωτός στα μάτια που αγκυλώνει την έκφραση του φωτογραφημένου. Μου μοιάζει γνώριμη η φιγούρα. Κι από κάτω τα γράμματα : «ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ» (ΙΚΑΡΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, Τόμοι Α΄ και Β΄). Η ηχητική μνήμη του ονόματος του ποιητή ζωντανή. Και παρακάτω ημερομηνίες. Μια απ’ αυτές, 1978, κρατά κι άλλο το κοίταγμα πάνω της. Τότε που ερχόμουνα κι εγώ σ’ αυτόν τον κόσμο. Το χέρι γυρνά τις σελίδες άπληστα μέχρι να φτάσει στο 1978 (Τι να γράφαν άραγε τότε οι ποιητικές «Μοίρες»;) :«ΑΠΟΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ». Σελίδα 327:
«η τρομερή τοξίνη της αιτιότητας
κ’ η ανάσα μου ζεμένη χαρμόσυνα
στην αγγελούδα μου λησμοσύνη
κι ανθίζει σκότος αναδείχνεται στην όραση
ο θείος νεανίας
αστράφτοντας από γνώριμες λάμψεις
νερά κι αθάνατα πράματα.»
Φυλλομετρώ και πάλι το βιβλίο. Σελίδα 57: «ΘΑΝΑΣΙΜΟ ΑΝΑΠΛΙ». Μετά το δικό του -ερήμην του κι ερήμην μου τότε- καλωσόρισμα το 1978, η κοινή καταγωγή μας. Τα αναπλιώτικα κάστρα να φυλακίζουν - και κυριολεκτικά για σένα στην Αντίσταση από τους Γερμανούς, μεταφορικά για μένα με μια έννοια της μεταφυσικής της ιστορικής μνήμης ή λήθης- τα πρώτα μας βήματα, τις πρώτες ανάσες, τις πρώτες σκέψεις κι αγωνίες. Ακούω τον ψίθυρο του παρελθόντος μέσα μου από τα πατρικά χείλη : «αυτό είναι το σπίτι του Καρούζου, του ποιητή». Μπορεί και να σε είχα εν αγνοία μου συναντήσει στα σοκάκια του Ναυπλίου, ποιος ξέρει; Μια κοινή, σχεδόν, τοπικά εκκίνηση. Και μετά η Αθήνα. Άλλος ένα κοινός προορισμός σ’ άλλες εποχές, μ’ άλλους ανθρώπους -και με μερικούς ίδιους κι απαράλλαχτους- και με ίδιες ή τουλάχιστον ανάλογες ανησυχίες, έτσι όπως τις καταλαβαίνω εγώ μέσα από τους στίχους σου.
«ΜΕΝΟΥΣΑ ΠΟΛΙΣ

...Είμαι μονάχος μοιάζοντας
με τη μυστική σου επιφάνεια θάλασσα.
Ποιος με θέλει για βοήθεια
στη γήινη ερημιά
βρίσκομαι κοντά του.
Ποιος είσαι; Τραγουδώ το μυστήριο
είμαι ο έγκλειστος με τη φωτιά εκτελώ
αρχαία προφητεία
βρέχει
συντρίβεται ο θηριώδης ουρανός».
Πάντα η όποια πόλις που μ’ ακολουθεί, τώρα στην «ΑΘΗΝΑ, Η ΦΛΟΓΑ ΠΟΥ ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΓΑΛΑΖΙΟ» : «...Ηλεκτροφόρα σύρματα φράζουν τα όνειρα / μα θα ‘θελαν-...». Θα ‘θελα να ακούω να μου λες και πάλι: «Σας θέλω λιγάκι τρελούς, να ξεφεύγετε από κείνα τα εμφιαλωμένα νοήματα της φιλοσοφικής διαλεχτικής, να ξεφεύγετε. Η ζωή δεν έχει πώμα». Θέλω από σένα να με αφουγκράζομαι, που δείχνεις να ξέρεις και να καταλαβαίνεις το τεράστιο κατηγορηματικό ΟΧΙ που κουβαλάω και με βαραίνει τόσο, εσύ που έλεγες : «Δεν ανήκω σε καμιά κατάφαση. Ας αντιμετωπίζουμε το Ναι ως Όχι του Όχι κι όχι ως Ναι, κάπως έτσι λέει ο δικός μου μηχανισμός».
Ο δικός σου μηχανισμός που λένε ότι σε κάνει «μυστικό», «υπαινικτικό» και «ερμητικό» ποιητή. Μα εσύ «ηχογραφούσες το άπειρο», «εξέφραζες το ανεξήγητο του εξηγητού», υπερασπιζόσουν τη μοναξιά και τη «δράση της φαντασίας», «τη δράση του ποιήματος» και ρωτούσες :«Κιάλια θέλουν οι αναγνώστες;». Κι από την άλλη η αποθέωση της μαγείας του αινίγματος. Εφηύρες από την αρχή τις λέξεις, τις αναβάπτιζες με το δικό σου τρόπο, προκειμένου «πρώτα να αναβλύσει το βίωμα κι έπειτα να ‘’θερμανθεί’’ με αυτό η διάνοια, ώστε να βοηθήσει το βίωμα να τελέσει τη μεγαλύτερή του δυνατή βαθύτητα και λάμψη».
Αυτά τα χνάρια σου ακολουθώ σ’ εφημερίδες και περιοδικά παλιότερα, το διαδίκτυο και τα βιβλία, με διηγήσεις ανθρώπων που σε συνάντησαν, σου μίλησαν, σ’ έζησαν, ήπιαν κι έφαγαν μαζί σου, τους χάρισες τα ιδιόχειρα στιχάκια σου. Εγώ ούτε την προτομή σου δεν θυμάμαι, όταν στήνονταν στο βάθρο της στ’ Ανάπλι, εγώ είχα πάρει την πορεία για μια άλλη ‘’μένουσα πόλιν’’. Και τώρα, ξαφνικά, ξεπρόβαλλε η μορφή σου μέσα από τα ράφια εδώ του κεντρικού αθηναϊκού βιβλιοπωλείου, ενώ ήσουν χρόνια «εκεί» να διατρανώνεις τα υπαρξιακά αναρωτήματα, να τα χρωματίζεις μ’ αλήθεια κι αισθήσεις, με ποίηση και την ιδιότυπη μουσική σου.
«ΕΓΚΑΡΣΙΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Καθώς απόσωνε η σελήνη ξημερώνοντας
τα πάντα κρέμονταν από μείζονα ελεατική σιγή
και μοιραία γαλήνη
που παρατείνει μια αόρατη πράξη:
της φύσεως την αυτοζωία.
Τότενες έβλεπα σε φανταστικά νερά μου
να ξαναλάμπει μόνη της
η εικαστική προσδοκία του σώματος.
Οίμοι λοιδόρησα την ηρεμία
και μ’ αρέσει ο φόβος.
Είμαι μόνον αυτός που έχει την τρελάρα του
τίποτα πιότερο
αναβοσβήνει το χέρι μου όταν γράφω.»

Από τους κύριους εκφραστές του μοντερνισμού της μεταπολεμικής ποίησης στην Ελλάδα, ο Νίκος Καρούζος (1926-1990) κατόρθωσε να συνταιριάσει τα πιο αντικρουόμενα στοιχεία, ενώ οι φίλοι του λένε ότι κατάφερε να γράψει όπως έζησε και να ζήσει, όπως έγραφε. Ορθοδοξία και κομμουνισμός, κατάνυξη και δράση, φιλοσοφία και πολιτική, κοινωνία και άνθρωπος ήταν ο πολυποίκιλος, ανανεούμενος καμβάς που φιλοτέχνησε το σύνολο του έργου του, ακολουθώντας μια πορεία διαρκούς εξέλιξης κι αλλαγής, μέχρι τέλους. Πάνω απ’ όλα όμως διατήρησε τη διαχρονική βιωματική των αισθήσεων, κάτι σαν το αίσθημα των ρεμπέτικων τραγουδιών που τόσο θαύμαζε κι αγαπούσε. Γι’ αυτό και δεν μου φαίνεται «μυστικός», αινιγματικός με πολλαπλές αναγνώσεις, ναι, αλλά «μυστικός» όχι. Μια ψυχή που φλέγεται αενάως για ελευθερία, είναι η αιθέρια εικόνα που διαπερνά το έργο του, το ζητούμενο σε χρόνια άνυδρα, που τους χυμούς του ανθρώπου απομυζά η πληροφορία. Μπορεί αυτή η «μυστικιστική» ιδιότητα να του αποδίδεται από τη διακαή του επιθυμία να κατακτήσει την καθολικότητα, την ένωση με το συμπαντικό στοιχείο, το πανανθρώπινο, κάτι που χαρακτηρίζει από την αρχή κιόλας τα ποιήματά του. Η καθημερινότητα, το χιούμορ, η ειρωνεία αποτυπώθηκαν πότε εναργώς και πότε αδιόρατα στους στίχους του. Εκείνο που τον ξεχωρίζει ιδιαίτερα, όμως, είναι η διαύγεια, μια κρυστάλλινη διαύγεια σκέψης και αισθημάτων. Άλλωστε:
«Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΕΧΕΙ ΕΝΑ ΒΕΒΑΙΟ ΔΡΟΜΟ

Γεννιέται ο άνθρωπος κι ο ήλιος γίνετ’ αμέσως πάθος
ο ποιητής έχει ένα δρόμο σαν όνειρο μαύρο χαμογελαστό
έχει ένα βέβαιο δρόμο
τόπους-τόπους αγκάθια
τόπους-τόπους ωραία χαλιά
π’ ο άτυχος τα ματώνει.
Κι όταν ο ήλιος πέσει στις θνητές κορφές
αρχίζουν τ’ άστρα. Εκεί του δρόμου η τέλεψη
πάλι μια γέννα μάς προσμένει.»

Monday, June 26, 2006

«Η πολιτική στον ελεύθερο κόσμο τείνει να γίνει προ-συσκευασμένη»

(Σας καλωσορίζω όλους και πάλι με ένα θέμα που δημοσιεύτηκε το Σάββατο 24/6/2006 στη Φιλολογική Βραδυνή)




Ένα παιδί που γεννιέται στην Κούβα το 1950, εγκαταλείπει τη χώρα του στα δώδεκα χρόνια του χωρίς τους γονείς του και βρίσκεται στις ΗΠΑ, όπως 14.000 ακόμα παιδιά με την Επιχείρηση Πέδρο Παν. Μετά από ταλαιπωρίες και βάσανα προσωπικά, κατορθώνει να σταθεί στα πόδια του και να μιλά σήμερα από τη θέση του καθηγητή Ιστορίας και Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ. Δεν του επετράπη ποτέ πια η είσοδος στη γενέθλια χώρα, ενώ ο πατέρας του πέθανε χωρίς να τον ξαναδεί. Όχι, δεν είναι ήρωας μυθιστορήματος, αλλά της πραγματικής ζωής. Πρόκειται για τον Carlos Eire που έγραψε τα απομνημονεύματα της δικής του περιπέτειας -στο βιβλίο του «Περιμένοντας για χιόνι στην Αβάνα» που κυκλοφορεί στη χώρα μας από την Εμπειρία Εκδοτική σε μετάφραση Γιάννου Αιόλου- και ξορκίζοντας τους δικούς του «δαίμονες», επιχειρεί να βροντοφωνάξει στον υπόλοιπο κόσμο το δράμα που έζησαν και ζουν οι άνθρωποι στην Κούβα. Στην Κούβα της Επανάστασης, του Φιντέλ και του Τσε Γκεβάρα. Στη συνέντευξη που μου έδωσε με αφορμή το βιβλίο, τον ρώτησα αν η Ιστορία γράφεται από τους νικητές ή τους ηττημένους και ποιοι είναι οι νικητές και οι ηττημένοι στη σημερινή Κούβα. Μου απάντησε: «Ναι, οι νικητές γράφουν την ιστορία. Αλλά οι νικητές δεν παραμένουν πάντα νικητές. Τελικά, φθίνουν και κάποιος άλλος έρχεται και λέει την ιστορία ίσως και με διαφορετικό τρόπο. Οι νικητές, φυσικά, είναι πάντα ισχυρότεροι όσο κερδίζουν. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι σωστοί ή δίκαιοι. Στην Κούβα σήμερα οι νικητές είναι αυτοί που υποστηρίζουν το ολοκληρωτικό καθεστώς και πιθανόν αριθμούν μόλις το 5% του συνολικού της πληθυσμού. Αυτοί απολαμβάνουν ό,τι απαγορεύεται στο υπόλοιπο 95% Κουβανών. Και αυτοί διακηρύττουν πόσο υπέροχη είναι η επανάσταση και πόσο ευτυχισμένοι είναι οι Κουβανοί, μπλα, μπλα μπλα...Και ψεύδονται για όλα, συμπεριλαμβανομένης της ιστορίας της Κούβας πριν την επανάσταση, την οποία τους αρέσεις να σκιαγραφούν ως μια περίοδο φτώχειας και πλήρους υποταγής στις Ηνωμένες Πολιτείες, μπλα, μπλα, μπλα...Και ψεύδονται για το ρατσισμό στην Κούβα και ποτέ δεν λένε ότι ούτε ένας στρατηγός στο στρατό της Κούβας δεν είναι μαύρος και λένε ότι δεν υπάρχει ρατσισμός, μπλα, μπλα, μπλα. Και ο κόσμος τους πιστεύει. Και ο κόσμος λατρεύει τον Τσε Γκεβάρα, έναν κατά συρροή δολοφόνο που διηύθυνε τις εκτελέσεις χιλιάδων Κουβανών. Αλλά η μέρα θα έρθει και οι φονιάδες θα πεθάνουν και θα εξαφανιστούν. Και ίσως τότε ο κόσμος να ξυπνήσει σε μια φρέσκια ιστορία».



Ποιο ήταν το αρχικό σας κίνητρο να γράψετε αυτό το βιβλίο; Πόσο επώδυνη ήταν η διαδικασία για σας;

Δεν σχεδίασα να το γράψω, απλώς συνέβη. Είχα οδηγηθεί στα όρια της τρέλας μ’ αυτή την ιστορία του Elian Gonzalez. Ήταν το αγόρι από την Κούβα που διασώθηκε στην ακτή της Φλόριδα, μετά τον πνιγμό της μητέρας του, καθώς προσπαθούσε να καταφύγει στις ΗΠΑ. Ο Φιντέλ Κάστρο ισχυρίστηκε ότι τo αγόρι έπρεπε να είναι μαζί με τον πατέρα του, γιατί αυτό ήταν το σωστό. Αλλά ήξερα ότι ήταν αλλιώς τα πράγματα. Ήξερα ότι η κουβανέζικη κυβέρνηση ήταν απόλυτα υποκριτική. Ήταν η ίδια κυβέρνηση η οποία εμπόδισε εμένα να δω τον πατέρα μου ξανά, η ίδια που είχε χωρίσει χιλιάδες παιδιά από τις κουβανέζικες οικογένειές τους και εσκεμμένα τα κρατούσε μακριά. Η ιστορία του Elian με έφερε σε αυτό το οριακό σημείο: ήταν η τελική επιβεβαίωση για μένα ότι οι ΗΠΑ και ο κόσμος γενικότερα δεν είχαν ιδέα για το τι είχε συμβεί στην Κούβα το 1952. Έγραψα σε πολλές μεγάλες αμερικάνικες εφημερίδες και περιοδικά και τους ζητούσα να δημοσιεύσουν θέματα για την επιχείρηση Πέδρο Παν, αλλά όλοι αγνόησαν τα γράμματά μου. Το χειρότερο όλων ήταν ότι τα μέσα ενημέρωσης έλεγαν να σταλεί το παιδί πίσω στον πατέρα του, καθώς η Κούβα ήταν ένα πολύ κανονικό μέρος, από το να μείνει το αγόρι στις ΗΠΑ. Είχα βαρεθεί να συναντώ ανθρώπους που νόμιζαν ότι η Επανάσταση ήταν ένα υπέροχο πράγμα και δεν μπορούσα να το αντέξω άλλο αυτό. Έτσι, αποφάσισα να εκθέσω το Μεγάλο Ψέμα μέσα από μια διήγηση: την ιστορία ενός αγοριού που χωρίστηκε από την οικογένειά του. Με αυτόν τον τρόπο είπα την ιστορία μου. Ήταν αρκετά επώδυνο, αλλά ταυτόχρονα και πολύ ευχάριστο να πω την ιστορία. Χωρίς αμφιβολία, ήταν η πιο διασκεδαστική και απολαυστική εμπειρία που είχα ποτέ. Είναι ένα ξεχωριστό δώρο να αναβιώνεις τον πόνο, γιατί όταν ο πόνος ανήκει στο παρελθόν, δεν σε πληγώνει τόσο. Και η απόσταση του χρόνου σου επιτρέπει να συνειδητοποιήσεις πώς ο πόνος σε έχει διαπλάσει, σε έχει κάνει αυτό που είσαι, και ίσως πώς σε έχει κάνει έναν καλύτερο άνθρωπο απ’ αυτό που θα μπορούσες να γίνεις χωρίς αυτόν.

Είμαι ένας νέος άνθρωπος και είχα μία πολύ διαφορετική εντύπωση για την Κούβα, αυτή του τουριστικού παραδείσου. Γνώριζα για το Φιντέλ, τον Τσε και την Επανάσταση, αλλά δεν είχα ιδέα για τα προβλήματα των απλών πολιτών της χώρας. Πείτε μας μερικά πράγματα για όλα αυτά.

Δεν μπορώ να σας πω μόνο λίγα, γιατί υπάρχουν τόσα πολλά που δεν πάνε καλά στην Κούβα: πρέπει να γράψω και πολλά άλλα βιβλία. Η Κούβα είναι μια επί γης κόλαση γι’ αυτούς που ζουν εκεί. Οι φυλακές είναι γεμάτες από πολιτικούς κρατούμενους. Το καθεστώς της έχει δολοφονήσει δεκάδες χιλιάδων διαφωνούντες, τους φυλάκισε, τους βασάνισε. Τα βασανιστήρια είναι ακόμη ρουτίνα και ο Φιντέλ δεν επιτρέπει στη Διεθνή Αμνηστία να ελέγξει τις φυλακές. Είναι ένα πολύ χειρότερο μέρος σε επίπεδο καταστολής ακόμη και από τη Χιλή του Πινοσέτ (ή την Ελλάδα της μεταπολεμικής δικτατορίας), αλλά κανείς στην Ευρώπη δεν θέλει να το πιστέψει, εκτός από τον Vaclav Havel και μερικούς ακόμη σοφούς ανθρώπους που κάποτε υπέφεραν το ίδιο είδος καταστολής κάτω από το καθεστώς της παλιάς σοβιετικής εξουσίας. Αλλά η ιστορική καταγραφή υπάρχει για τον καθένα που ενδιαφέρεται να ψάξει. Η Κούβα είναι μια διεφθαρμένη, διόλου ανεκτική, κατασταλτική κοινωνία που τώρα δοκιμάζει το απαρτχάιντ, όπως ακριβώς στην παλιά Νότια Αφρική. Οι Κουβανοί δεν επιτρέπεται να διασκεδάζουν στα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια ή τις ακτές που επισκέπτονται οι τουρίστες. Υπάρχει μια Κούβα για τους Κουβανούς και μια άλλη για τους τουρίστες. Οι Κουβανοί αργά λιμοκτονούν μέχρι θανάτου και κάνουν εκτρώσεις σε περισσότερα από τα μισά μωρά τους, όταν την ίδια στιγμή οι τουρίστες τρώνε, πίνουν, χορεύουν και κάνουν σεξ. Οι Κουβανοί δεν έχουν ελευθερία λόγου ή σκέψης ή θρησκείας. Είναι ένα αστυνομοκρατούμενο καθεστώς, όπως το Γ΄ Ράιχ του Χίτλερ ή η Σοβιετική Ένωση του Στάλιν. Μόνο αυτοί που αποτελούν μέρος αυτού του κατασταλτικού συστήματος ζουν καλά και είναι αυτοί που ελέγχουν τα πάντα. Ξεχάστε όλα τα ψέματα: η ιατρική φροντίδα είναι άθλια, τα σχολεία είναι άνευ αξίας μηχανές κατήχησης. Οι Κουβανοί έχουν άπλετη πρόσβαση σε κατώτερη ιατρική φροντίδα και σε κατώτερη εκπαίδευση. Αυτό δεν κάνει τη χώρα παράδεισο. Αυτοί που πιστεύουν ότι η Κούβα είναι καλύτερη υπό την ηγεσία του Φιντέλ δεν διαφέρουν από τους φανατικούς που πίστευαν ότι η Ιταλία ήταν καλύτερη επί του Μουσολίνι ή η Ισπανία καλύτερη επί του Φράνκο. Εκείνοι στην Ευρώπη που υποστηρίζουν την Επανάσταση στην Κούβα -αυτή είναι η δικτατορία του Φιντέλ Κάστρο- μάλλον δεν γνωρίζουν ότι είναι ρατσιστές, αλλά στην πραγματικότητα είναι. Όποιος νομίζει ότι οι Κουβανοί είναι ευτυχισμένοι με τα ψίχουλα που τους ρίχνει ο Φιντέλ και οι κακούργοι του, πρέπει να έχουν σε χαμηλή εκτίμηση τους Κουβανούς. Ορισμένοι από αυτούς τους κρυφά ρατσιστές συχνά συζητούν για τη μη τήρηση των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» είτε στην Κούβα είτε οπουδήποτε αλλού στον τρίτο κόσμο. Έχω γράψει ένα σχετικό δοκίμιο πάνω σε αυτό το θέμα με τον τίτλο: «Από το Τσα-Τσα στον Τσε-Τσε» (Σημ.: το κείμενο αυτό μπορεί κανείς να το αναζητήσει στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://stavroulascalidi.blogspot.com/. Δημοσιεύτηκε στις 6/6/2006)

Εσείς και 14.000 ακόμα παιδιά ζήσατε μια τραγωδία, φεύγοντας από τη χώρα σας ολομόναχα. Κάτι που δεν είναι ευρέως γνωστό. Περιγράψτε μας την κατάσταση.

14.000 παιδιά από μας από την Κούβα αναγκάστηκαν να φύγουν μεταξύ του 1960 και του 1962. Εμείς ήμασταν από τους τυχερούς. Αυτοί που έμειναν πίσω, ήταν τα αληθινά θύματα, καθώς είχαν να υποφέρουν τη χειρότερη δικτατορία σε ολόκληρη την ιστορία της Λατινικής Αμερικής. Εμείς οι 14.000 ήμασταν απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Υπολογίζεται ότι ακόμη 100.000 παιδιά είχαν παραταχθεί να αφήσουν την Κούβα στο πλαίσιο της επιχείρησης Πέδρο Παν, αλλά δεν κατόρθωσαν να το κάνουν όταν ο Κάστρο απέτρεψε κάθε μετανάστευση μετά την κρίση των πυραύλων τον Οκτώβριο του 1962. Φανταστείτε τι σας λένε αυτά τα στατιστικά στοιχεία: σε ένα νησί που έχει πληθυσμό 6 εκατομμυρίων, υπήρχαν τόσοι πολλοί γονείς που προτιμούσαν να στείλουν τα παιδιά τους μακριά από το να τα κρατήσουν μαζί τους. Μόνο το χειρότερο είδος απελπισίας μπορεί να οδηγήσει τους γονιούς σε κάτι τέτοιο. Οι γονείς μας φοβούνταν για τη ζωή μας και την ευημερία μας. Είδαν αυτό που γίνονταν πολύ καθαρά: το κράτος είχε τη νόμιμη ιδιοκτησία όλων των παιδιών της Κούβας και ήδη είχε αρχίσει να τα βάζει στη χειρότερη μορφή προγραμμάτων κατήχησης και να θέτει σε ισχύ καμπάνιες καταναγκαστικής εργασίας. Ακόμη τα παιδιά στην Κούβα για μερικές εβδομάδες κάθε χρόνο έχουν να προσφέρουν καταναγκαστική εργασία στην επαρχία. Φυσικά, αυτό ονομάζεται «εθελοντική εργασία». Αλλά αν δεν είσαι «εθελοντής», θα πρέπει να ξεχάσεις τα σχολείο μετά τα 16 σου χρόνια. Αν δεν συμμετέχεις στους «Πρωτοπόρους» (μια παιδική παραστρατιωτική οργάνωση στο μοντέλο της Χιτλερικής Νεολαίας), η οικογένειά σου θα πληρώσει με όλα τα είδη τιμωρίας και βασανισμού. Έτσι ήταν το 1960 και έτσι είναι ακόμη και σήμερα. Αν τα παιδιά σου δεν είναι politically correct, υφίστανται διακρίσεις και το ίδιο και εσύ. Και το μέλλον όλων των παιδιών στην Κούβα καθορίζεται μόνο στη βάση του τι ορίζει το καθεστώς ως «πολιτική ορθότητα», κάτι που ποτέ δεν αφήνει τη φωνή της διαμαρτυρίας να υψωθεί ενάντια στο καταπιεστικό καθεστώς.
Μια λανθασμένη εκτίμηση που έχουν πολλοί άνθρωποι σχετικά με την επιχείρηση (Πέδρο Παν), είναι ότι αφορούσε μόνο πλούσια παιδιά. Αυτό είναι εντελώς λάθος. Μόνο λίγοι ήταν πλούσιοι. Οι περισσότεροι από μας ανήκαν στη μεσαία τάξη και στη χαμηλότερη μεσαία τάξη. Κάποιοι ήταν φτωχοί. Οι γονείς μας ήταν αρκετά απελπισμένοι ώστε να κάνουν τη θυσία για κάτι τόσο αφηρημένο όπως η «ελευθερία». Μας έβαλαν σε αεροπλάνα, χωρίς να γνωρίζουν τι θα απογινόμαστε όταν θα προσγειωνόμαστε στις Ηνωμένες Πολιτείες, χωρίς να ξέρουν αν θα μας έβλεπαν πάλι ποτέ. Κανείς από την κυβέρνηση της Κούβας δεν μπορούσε να υποθέσει πώς εμείς τα παιδιά είχαμε αποκτήσει τις παραιτήσεις βίζας και δεν ενδιαφέρονταν να δει να φεύγουμε ή να τις οικογένειές μας να χωρίζονται. Στην Κούβα, το πρόγραμμα ήταν «υπόγειο» και δρομολογήθηκε από πολύ λίγους ανθρώπους. Τελικά, συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν για πάνω από είκοσι χρόνια. Ευτυχώς, το πρόγραμμα πήγε καλά στην αμερικανική κατάληξη. Και παρά τις κακουχίες που περάσαμε, η συντριπτική πλειονότητα από μας είναι ακόμη ευγνώμων για την ευκαιρία να αποδράσουμε από το βάναυσο καθεστώς. Ξέρω ότι αν είχα παραμείνει πίσω, θα ήμουν είτε στη φυλακή είτε νεκρός.

Διαβάζοντας το βιβλίο σας, με κάνατε να αναλογιστώ για τα όρια της πατρικής αγάπης, για όλο αυτό το θυμό που βιώσατε, ακόμη και για το Αμερικάνικο Όνειρο που αναγκαστήκατε να ζήσετε. Τι περιμένατε απ’ αυτό το ταξίδι του βιβλίου σας ανά τον κόσμο; Οι πρώτες σας προσδοκίες επετεύχθησαν;

Σε πρώτο επίπεδο, έγραψα το βιβλίο για αυτούς που δεν είναι από την Κούβα, ελπίζοντας να δοθεί προσοχή σε όλες αυτές τις αδικίες της δικτατορίας του Κάστρο. Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, έγραψα το βιβλίο για τον καθένα στη γη, Κουβανούς και μη, σε ένα παγκόσμιο επίπεδο, ως μελέτη για τον άνθρωπο. Ήξερα ενστικτωδώς ότι τίποτα δεν συνδέει τόσο στενά κάθε ανθρώπινη ύπαρξη στον πλανήτη όσο η παιδική ηλικία. Τα παιδιά είναι παιδιά...δεν έχει σημασία ποια είναι η κουλτούρα τους ή το status ή η κοινωνική τάξη ή η φυλή. Η παιδική ηλικία διαθέτει μια βέβαιη ομοιότητα σε κάθε περιοχή του κόσμου. Τα παιδιά είναι τόσο γεμάτα από ζωή, τόσο αποφασισμένα να τη ρουφήξουν στο έπακρο, τόσο αβλαβή. Τα παιδιά λαχταρούν την ελευθερία: αυτό είναι μια παγκόσμια ανθρώπινη επιθυμία. Πίστεψα ότι συνδυάζοντας το ειδικό (Κούβα) με το παγκόσμιο (παιδική ηλικία), η ιστορία θα αφορούσε τους αναγνώστες σε πολλά διαφορετικά επίπεδα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα πολύ αισιόδοξο βιβλίο σχετικά με την ανθρώπινη δυνατότητα, αλλά επίσης αποτελεί και μια προειδοποίηση για το πόσο εύκολο είναι για όλους μας να γλιστρήσουμε στην βαναυσότητα από ιδιοτέλεια ή από ιδεολογικούς λόγους. Φυσικά, είμαι πολύ ευχαριστημένος να βλέπω το βιβλίο να κάνει τη διαδρομή του στον κόσμο και ειδικότερα είμαι συγκινημένος να το βλέπω στα Ελληνικά. Γνωρίζω πολλά για τις φιλοσοφικές και θεολογικές ελληνικές περιόδους. Διασκεδάζω και ενοχλούμαι μαζί με το γεγονός ότι δεν υπάρχει ακόμη η μετάφραση στα Ισπανικά. Εκδότες στην Ισπανία και τη Λατινική Αμερική έχουν απορρίψει το βιβλίο. Χαίρομαι που μεταφράζεται ήδη στα Γαλλικά και στα Ιταλικά. Δεν διασκεδάζω καθόλου που ο βρετανός εκδότης ήθελε να κόψει σε κομμάτια το κείμενο και μου παρήγγειλε να αφαιρέσω κάθε μία αναφορά στη θρησκεία και την πολιτική, καθώς όπως αλαζονικά το έθεσε, «εμείς οι Βρετανοί θέλουμε να σκεφτόμαστε μόνοι μας». Δηλαδή τι εννοούσε ακριβώς ότι ένας Κουβανός δεν μπορεί να σκεφτεί μόνος του; Μόνο οι Βρετανοί ξέρουν πώς να σκέφτονται; Αρνήθηκα να αλλάξω έστω και μία λέξη και η εκδίκησή του ήταν ένα άθλιο εξώφυλλο με το ημίγυμνο μαύρο αγόρι με τα εσώρουχα να κάθεται σε ένα άδειο στάδιο. Δυστυχώς, και η ελληνική έκδοση έχει το ίδιο εξώφυλλο. Αυτή είναι μια ύβρης για κάθε ένα Κουβανό, μια εικόνα της ακαταστασίας και της υποτίμησης των περισσότερο «αναπτυγμένων» χωρών, λανθασμένη για την πραγματική αίσθηση όλων των πραγμάτων που αφορούν την Κούβα.


Τι μπορεί να πιστεύει ένας άνθρωπος με τα βιώματά σας για την πολιτική;

Η πολιτική μου φιλοσοφία δεν χωράει σε κανένα πακέτο. Το πρωταρχικό μου παράπονο για την πολιτική σκέψη στις μέρες μας είναι ότι υπάρχουν ακόμη τόσες πολλές χώρες όπως η Κούβα, όπου η καταπίεση είναι ο κανόνας, και στον «ελεύθερο» κόσμο ακόμα, σε χώρες όπου επιτρέπεται η ελεύθερη ανταλλαγή ιδεών, υπάρχει τόσο λίγη αληθινή σκέψη. Η πολιτική στον ελεύθερο κόσμο τείνει να γίνει προ-συσκευασμένη: κόμματα και κυβερνήσεις περιμένουν οι πολίτες να σκέφτονται σε μπλοκ, είτε φιλελεύθεροι είτε συντηρητικοί είτε σοσιαλιστές είτε, είτε... Και δεν μπορείς να αναμείξεις τις φόρμουλες. Το ίδιο συμβαίνει και με την κυριαρχούσα κουλτούρα στις περισσότερες ελεύθερες χώρες: ισχύει ένας θλιβερός προ-συσκευασμένος πραγματισμός που δίνει πολύ λίγες ελπίδες υπέρβασης. Γεννιόμαστε, ζούμε και πεθαίνουμε. Στο ενδιάμεσο, τρώμε, κοιμόμαστε και κάνουμε έρωτα και φέρνουμε στον κόσμο κι άλλους ανθρώπους που τρώνε, κοιμούνται και κάνουν έρωτα, κλπ.... Με ποια κατάληξη; Υπάρχει τόση λίγη πνευματική αναζήτηση στον ελεύθερο κόσμο και τόσο λίγος σεβασμός για τις πνευματικές αξίες ή τις πεποιθήσεις, τουλάχιστον στην κυριαρχούσα κουλτούρα. Είμαι κατά της βίας σε κάθε μορφή της: πόλεμος, βασανισμός, τιμωρία, σκλαβιά κάθε είδους, καταστολή. Πιστεύω ότι ο καθένας στον κόσμο θα γινόταν λίγο περισσότερο ευτυχισμένος, αν όλοι μπορούσαμε να είμαστε λιγότερο ιδιοτελείς.

Friday, June 16, 2006

"Μια καλή ιστορία είναι ένας αντικατοπτρισμός της πραγματικότητας»

(Η συνέντευξη έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)


Πίσω από το χολιγουντιανό γκλάμουρ της σύγχρονης αμερικανικής αυτοκρατορίας, πίσω από τους πολέμους που εγκαθιδρύουν την επιβολή της κυριαρχία της στον πλανήτη με κάθε βάναυσο μέσο, υπάρχει μια άλλη όψη. Χλωμή. Θλιμμένη. Μελαγχολική. Τραγικά οργισμένη. Είναι εκείνη των ανθρώπων της. Των ανθρώπων που ζουν, ονειρεύονται, αγωνιούν, παλεύουν να υπάρξουν στη χώρα που υπόσχεται, κανά δυο αιώνες τώρα, πως «ό,τι θελήσεις, μπορείς να γίνεις» επί του εδάφους της. Φτάνει να έχεις μια μεγάλη ή μικρή φιλοδοξία, και εκείνη σου δίνει την ευκαιρία να την δεις να γίνεται πράξη, αρκεί να προσπαθήσεις.
Και μετά ...ξύπνησες! Ξύπνησες και είδες την Αμερική των ηττημένων. Εκείνων που ξεβράζει η ίδια η χώρα των ευκαιριών, του Fame και των στόρυ. Ξύπνησες μέσα σε μια ιστορία που διαδραματίζεται σε μια εργατική γειτονιά έξω από το Ντιτρόιτ. Μακριά από τα λαμπερά φώτα της επιτυχίας, της οικονομικής ευημερίας, των υποσχέσεων και των συμπλεγμάτων ανωτερότητας. Όλα εδώ είναι μικρά, μίζερα, συρρικνωμένα, όπως οι εγωισμοί που κατασπαράζονται από την ανεργία, την ανέχεια και την απόγνωση της σχεδόν αδύνατης αξιοπρεπούς καθημερινής επιβίωσης. Αυτή είναι η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού και από εκεί φαίνεται να δραπετεύουν οι μπαμπάδες των παιδιών της περιοχής, όπως περιγράφει ο τόσο ταλαντούχος νέος συγγραφέας, Dean Bakopoulos, στο μυθιστόρημά του «σε παρακαλώ, μη γυρίσεις από το φεγγάρι» που κυκλοφορεί στη χώρα μας από την Εμπειρία Εκδοτική, σε μετάφραση της Αγγελικής Παπαδοπούλου. «...Μέχρι τότε πολλοί μπαμπάδες φίλων μου είχαν εξαφανιστεί...»
Τα αγόρια σ’ αυτό το κομμάτι της Αμερικής -που ονειρεύεται, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό- αναγκάζονται να μεγαλώσουν πιο γρήγορα, όταν οι μπαμπάδες τους, ο ένας μετά τον άλλον, εξαφανίζονται. Και μένουν μόνα, προσπαθώντας να υπάρξουν στις λειψές πια οικογένειές τους. «...Αφού όλοι οι άντρες είχαν φύγει, εμείς τα αγόρια πήραμε τη θέση τους...» Ψάχνουν τον εαυτό τους, διεκδικούν τη δική τους θέση στην αμερικανική κοινωνία και καταλαμβάνουν στα σίγουρα εκείνη τη μεγάλη μερίδα που τους αναλογεί στη μελαγχολία. Τη μελαγχολία που επισύρει η ανεπανόρθωτη απώλεια. «Σιγά σιγά γινόμασταν θυμός... Σχεδόν αυτοκτονούσαμε από την οργή. Θα μεγαλώναμε κλοτσώντας και σκίζοντας πράγματα, με τους ανθρώπους να μας κοιτούν και να αναρωτιούνται γιατί κρύβουμε τόση βία στις καρδιές μας...Η οργή μας ήταν επικίνδυνη. Αλλά την αγνοούσαμε και γελούσαμε όπως οι μεθυσμένοι, όταν περνούν τις γροθιές τους απ’ το τζάμι και μετά ξαφνιάζονται από το αίμα...»
Το υποδόριο πένθος καραδοκεί, αλλά όλοι πρέπει να συνεχίσουν τη ζωή τους, με όποιον τρόπο μπορούν. «...Αν όλοι αυτοί οι άντρες μπορούσαν να φύγουν έτσι απλά, να πετάξουν τις κοινωνικές και πολιτισμικές τους υποχρεώσεις, γιατί να μην το κάνει και αυτή;...» Οι μαμάδες αναλαμβάνουν να ζήσουν τα παιδιά τους, κάποιες ξαναπαντρεύονται, ξαναφτιάχνουν τη ζωή τους. Τα παιδιά ανδρώνονται και υπάρχει πάντα εκείνος ο στενός υπόγειος σύνδεσμος που τα ενώνει μεταξύ τους. Είναι ο τόπος της κοινής μνήμης, της θλίψης τους. Είναι το σημείο εκείνο που συνειδητοποίησαν την ευθραυστότητα της ζωής τους. Είναι το σημείο εκείνο που ράγισαν οι καρδιές τους. Άλλοι θα κρυφτούν πίσω από βιβλία για να αντέξουν, όπως ο ήρωας, άλλοι κάτω από νεοαποκτηθέντα κουστούμια δουλειάς. Όλοι ψάχνουν τα δικά τους όπλα -μια ασπίδα και ένα δόρυ για να τρυπήσουν τη μοναξιά- για να νικήσουν. Να μην περιληφθούν κι αυτοί στη λίστα των χαμένων.
«...Ξέρω ότι η μοναξιά μας στέλνει σε μέρη σκοτεινά. Ξέρω ότι η καθημερινή θλίψη, που οι περισσότεροι πολεμάμε μέρα με τη μέρα, μας κάνει κάποιες φορές να βρισκόμαστε με ανθρώπους που φυσιολογικά δεν θα επιλέγαμε...»
«...Όπως και να ‘χει, δε βλέπω μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα πράγματα που δε συνέβησαν ποτέ, αυτά που θεωρείται ότι συνέβησαν και αυτά που αναπόφευκτα θα συμβούν. Δε βλέπω μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις πιο μύχιες ελπίδες μας και τους πιο κρυφούς μας φόβους. Στο τέλος όλα συγκλίνουν...» Ακριβώς αυτό το παράδοξο κατορθώνει ο Dean Bakopoulos: περιγράφοντας την αλγεινή εκείνη όψη του σαθρού Αμερικανικού Ονείρου, δίνοντας με τον πιο συγκινητικό τρόπο τους ματαιωμένους πόθους και τις προσδοκίες, καταφέρνει να αναζωπυρώσει την ελπίδα, για όποιον συνεχίζει να τη γυρεύει, βέβαια. Κι αυτό με τη βοήθεια της λογοτεχνικής μαγείας, τη γητειάς του συγγραφικού ταλέντου του Bakopoulos. Το βιβλίο του συμπεριλήφθηκε από τους New York Times στο κατάλογο με τα 100 πιο σημαντικά βιβλία της χρονιάς που μας πέρασε, σχολιάζοντας ότι ενώνει επιδέξια το μαγικό ρεαλισμό με την κοινωνική σάτιρα, καθώς συλλαμβάνει τη σκοτεινή πλευρά του ονείρου της εργατικής τάξης.
Η γραφή του νεαρού μυθιστοριογράφου είναι φρέσκια, ολοζώντανη, σε κάθε σελίδα του «σε παρακαλώ, μη γυρίσεις από το φεγγάρι» κάνει να σε περιμένει μια αναγνωστική έκπληξη, τροφοδοτώντας την αφηγηματική του ροή και εκτοξεύοντας το συγκινησιακό στοιχείο στο ...φεγγάρι. Κι όλα αυτά δοσμένα με απλότητα και ευγένεια, εκμαιεύοντας το δάκρυ και το χαμόγελό σου. Η σκληρότητα να εναλλάσσεται με το χιούμορ, την αθωότητα και την αφέλεια. Η πραγματικότητα διυλισμένη μέσα από το ευεργετικό φίλτρο της φαντασίας και της λογοτεχνίας.


Γιατί γράψατε αυτό το βιβλίο; Είναι βασισμένο σε αυτοβιογραφικά στοιχεία;

Βασικά, ήθελα να γράψω μια ελεγεία για τον παππού μου. Ένα μετανάστη της εργατικής τάξης που πραγματοποίησε το Αμερικάνικο Όνειρο, φτάνοντας στο Ντιτρόιτ στη δεκαετία του ’50. Επίσης, ήθελα να πω μια ιστορία για το τι συμβαίνει στους άνδρες, όταν δεν έχουν κάποια σημαντική δουλειά να κάνουν. Ήθελα να διερευνήσω τι συμβαίνει σε ένα σύζυγο και πατέρα, όταν εκείνος δεν μπορεί πια να παράσχει μια χρηματική επιταγή στην οικογένειά του. Εκτός απ’ αυτά, δεν μ’ αρέσει να αποκαλύψω τίποτα περισσότερο για το τι πραγματικά συνέβη σε μένα και τι όχι. Το μυθιστόρημα, ελπίζω, είναι συναισθηματικά αληθινό, αν και τα περισσότερα από την ιστορία είναι φανταστικά.

Είμαι ένας νέος άνθρωπος, όπως εσείς, και είχα μια διαφορετική εικόνα για τους Αμερικανούς και τον τρόπο ζωής τους. Εσείς μου δώσατε την άλλη πλευρά του φεγγαριού: την πιο συναισθηματική. Με κάνατε να δω τη μελαγχολία αυτής της χώρας. Ποιος είναι ο αγαπημένος σας αμερικανός συγγραφέας;

Οι αγαπημένοι μου αμερικανοί συγγραφείς είναι οι: Raymond Carver, Marilyn Robinson, Tim O’ Brien, Rick Bass, Jim Harrison, Richard Russo, Lorrie Moore και Charles Baxter. Μ’ αρέσουν οι συγγραφείς που αιχμαλωτίζουν το μελαγχολικό ιδεαλισμό που υπάρχει στην Αμερική -έχουμε υψηλές προσδοκίες και τις καλύτερες προθέσεις, αλλά δεν χειριζόμαστε καλά την αλλαγή. Δεν ξέρουμε πάντα πώς να διαχειριστούμε το απρόσμενο και το τρομακτικό. Αλλά ποιος ξέρει να το κάνει;

Το ζήτημα της πατρικής αγάπης, ο θυμός και το Αμερικάνικο Όνειρο πρωταγωνιστούν σ’ αυτό το βιβλίο. Η αρχική σας πρόθεση αισθάνεστε να έχει εκπληρωθεί; Ποιες ήταν οι προσδοκίες σας για το ταξίδι αυτής της ιστορίας εκεί έξω στον κόσμο;

Ήθελα να μιλήσω για τις δυσκολίες της ζωής σε ένα σπίτι, του να κερδίζεις τα προς το ζην, του να εκπληρώνεις τις υποχρεώσεις σου ως ανθρώπινη ύπαρξη στη Γη. Ήθελα να κάνω τους ανθρώπους να γελάσουν και να κλάψουν, ίσως την ίδια στιγμή. Αλλά περισσότερο ήθελα μόνο να πω μια καλή ιστορία, μία με την οποία ο κόσμος μπορεί να σχετίζεται σε ανθρώπινο επίπεδο.

Τι μπορούν να αποκομίσουν οι αναγνώστες του «σε παρακαλώ, μη γυρίσεις από το φεγγάρι»;

Ελπίζω, καταλαβαίνουν την ουσιώδη μάχη που δίνεται στην καρδιά κάθε ανθρώπινης ύπαρξης: την επιθυμία, δηλαδή, να είσαι ένας καλός άνθρωπος, να ζεις μια ζωή με κάποιο νόημα, ασχέτως με το ποια εμπόδια εμφανίζονται στο δρόμο σου.

Η φαντασία και η λογοτεχνία αποτελούν ένα ασφαλές καταφύγιο για την ύπαρξή μας; Πώς σας βοηθούν εσάς στην πραγματική ζωή;

Μια καλή ιστορία δεν αποτελεί δραπέτευση από την πραγματικότητα -περισσότερο, πιστεύω ότι είναι ένας αποσταγμένος αντικατοπτρισμός της πραγματικότητα, μια ξεκομμένη στιγμή στο χρόνο και στο χώρο κατά την οποία μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί πράττουμε ό,τι πράττουμε, γιατί ζούμε όπως ζούμε, γιατί παραμένουμε όπως παραμένουμε, κλπ.

Επιστρέφοντας στην ιστορία του βιβλίου, πώς πιστεύετε ότι μπορούμε να γεφυρώσουμε το χάσμα που εμφανίζεται -όταν εμφανίζεται- ανάμεσα σε μας και τους γονείς μας;

Πιστεύω ότι συχνά υπάρχει ένα θεμελιώδες χάσμα μεταξύ γονέα και παιδιού. Δεν νομίζω ότι πρέπει οι γονείς και τα παιδιά να προσπαθούν να καταλάβουν ο ένας τον άλλον ή να γίνονται οι καλύτεροι φίλοι μεταξύ τους. Μάλλον, πρέπει να μάθουν να αγαπιούνται μανιασμένα, με μια άνευ όρων πίστη που είναι απολύτως σπάνια στον κόσμο.

Αισθάνεστε να σας άλλαξε καθόλου η γραφή αυτού του βιβλίου;

Δεν νομίζω. Είμαι ακόμα ένας μέσος άνθρωπος που ζει με την οικογένειά του, έχει πολλούς φίλους και θέλει απλώς να ζει κάνοντας αυτό που αγαπά.

Ποιες είναι οι λογοτεχνικές σας επιρροές; Μιλήστε μου λίγο για την αναγνωστική και τη συγγραφική σας εμπειρία. Τι σας αρέσει να διαβάζετε;

Οι δύο βασικές επιρροές μου πιθανόν είναι ο Χέμινγουέι και ο Τσέχοφ, που γράφουν απλά και συμπονετικά για ραγισμένους και εύθραυστους ανθρώπους. Την πρώτη φορά που διάβασα Σέξπιρ -το «Βασιλιά Ληρ»- έμεινα έκπληκτος. Δεν μπορούσα να φανταστώ πόσο δυνατή μπορούσε να είναι η γλώσσα και το δράμα. Για μένα τα βιβλία ανέκαθεν ήταν ένα πάθος -έδιναν νόημα στη ζωή μου. Ήθελα να γίνω συγγραφέας από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Ήθελα να λέω ιστορίες και να κάνω τους ανθρώπους να σκέφτονται. Διαβάζω σχεδόν τα πάντα. Διαβάζω κάθε πρωί τους New York Times, διαβάζω πολλά μυθιστορήματα, σύντομες ιστορίες και ποιήματα. Ακόμη διαβάζω ιστορία, φιλοσοφία και πολιτικά δοκίμια. Έχω διαβάσω πολλές φορές τη Βίβλο. Έχει τόσες υπέροχες και σύνθετες ιστορίες που κρύβουν όλους τους νόμους και τους κανόνες.

Τι σας λένε οι αναγνώστες σας από όλον τον κόσμο για το μυθιστόρημα αυτό;

Πιστεύω ότι αυτό το βιβλίο επιτρέπει στους ανθρώπους να σκεφτούν για τους δικούς τους γονείς και για τις δικές τους κοινότητες με καινούριους και πιο συμπονετικούς τρόπους.


Λίγα λόγια για το συγγραφέα

Ο Dean Bakopoulos, ελληνο-αμερικανός δεύτερης γενιάς και πρώην βιβλιοπώλης, έχει εκδώσει ιστορίες του στο Zoetrope και άλλα λογοτεχνικά περιοδικά. Το Virginia Quarterly τον ανακήρυξε ως έναν από τους καλύτερους νέους συγγραφείς των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Ζει στο Μάντισον του Ουισκόνσιν.

Thursday, June 15, 2006

Ελεγεία στην ευαισθησία και την ηχηρή αποτυχία

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή. Αν και το βιβλίο σε κάποια σημεία γινόταν είτε κουραστικό είτε βαρετό, θα συμφωνήσω με τον Librofilo που είχε και σχετικό ποστ, εγώ και πάλι δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου πριν φτάσω στο τέλος, ενώ στη διάρκεια της ανάγνωσής του αλίευα τα μικρά παρακάτω "διαμαντάκια" κατά τη γνώμη μου)


«...Σας παρακαλώ, βοηθήστε με. Σας παρακαλώ, κάντε με σαν τους ανθρώπους που θέλουν να ζήσουν, σαν τους ανθρώπους που κάτι τους λείπει, ίσως. Σαν τους ανθρώπους που θα ήταν σε θέση να πουν: «Δικαιούμαι κάτι παραπάνω απ’ αυτό». Όχι πολύ παραπάνω, αλλά κάτι που θα ήταν αρκετό κι όχι ανεπαρκές...»


Ψυχές που λυγίζουν, για να μη σπάσουν. Άνθρωποι που φτάνουν στο κατώφλι της αυτοχειρίας, αλλά δεν το περνούν. Άτομα που σηκώνουν το βάρος της προσωπικής τους αποτυχίας και σε μια απονενοημένη προσπάθεια να το ξεφορτωθούν, αντικρίζουν ξανά την ομορφιά της ζωής.
Είναι τέσσερις ήρωες που ξεκινώντας από διαφορετικούς δρόμους, καταλήγουν στο ίδιο σημείο: αρχικά αυτό της επιθυμίας να δώσουν τέλος στην ύπαρξή τους. Πρόκειται για τους πρωταγωνιστές του τελευταίου βιβλίου του Νικ Χόρνμπυ, που κυκλοφορεί στη χώρα μας με τίτλο «Η κάθοδος των τεσσάρων» από τις Εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση από τη Χίλντα Παπαδημητρίου. Η αλήθεια είναι ότι σε πολλές στιγμές ένιωσα σαν να παρεισέφρεαν στην ανάγνωση του βιβλίου μικρά -σχεδόν αδιόρατα- στιγμιότυπα από εκείνη την ταινία «Μιχαήλ», με την Άντι Μακντάουελ και το Γουίλιαμ Χαρτ που ο Τζον Τραβόλτα είναι άγγελος και τα φτερά του περισσεύουν συνέχεια κάτω από το πανωφόρι του.
Σαν εκείνη την κινηματογραφική αλλοπρόσαλλη παρέα των τεσσάρων, λοιπόν, που ταξίδευε οδικώς, με διαφορετικά κίνητρα και προθέσεις ο καθένας, η συνεύρεση των τεσσάρων μυθιστορηματικών προσώπων του Χόρνμπυ στο Στέκι των Αυτοχείρων και η «αναγκαστική» μετέπειτα σύμπλευσή τους καταλήγει στην αποκατάσταση της πίστης. Καταρχάς απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό και κατά συνέπεια στη ζωή και την αξία να παλεύεις για τη διατήρηση και τη βελτίωσή της με όσα μέσα διαθέτει ο καθένας και με τη βοήθεια των άλλων. Τότε αποφασίζει και η ίδια η ζωή να τους συνδράμει. «...Οι ευαίσθητοι άνθρωποι δυσκολεύονται περισσότερο να παραμείνουν ζωντανοί...», όπως διαπιστώνει ο συγγραφέας, αλλά αν το κατορθώσουν πετυχαίνουν μια ακόμη νίκη πολύ σπουδαία: είναι εκείνη απέναντι στην απανθρωπιά, την ψυχρότητα, την αδιαφορία, τη μοναξιά, την απομόνωση, τη θλίψη, την απόγνωση. Οι ήρωες του βιβλίου, οι οποίοι -εναλλάξ ο καθένας- αφηγούνται ολόκληρη την ιστορία, πρέπει να φτάσουν στο απόγειο της απαισιοδοξίας τους, να βρεθούν ένα βήμα πριν το θάνατο, για να ατενίσουν και πάλι τον κόσμο από μια άλλη οπτική.
Τους σώζει το αμοιβαίο ενδιαφέρον που αποκτά ο ένας για τον άλλο. Και γεμίζουν έτσι το ατελείωτο κενό της μέχρι τότε προσωπικής τους μοναξιάς και δυστυχίας. «...Ίσως η ζωή να είναι μια τρύπα υπερβολικά μεγάλη για να τη στοκάρουμε, γι’ αυτό χρειαζόμαστε οτιδήποτε πέσει στα χέρια μας -εργαλεία, πλάνες, δεκαπεντάχρονες, οτιδήποτε για να τη γεμίσουμε...» Ο καθένας έχει τα δικά του προβλήματα. Ο Μάρτιν Σαρπ διαλύει την οικογένειά του και καταστρέφει την καριέρα του μετά την ερωτική του συνεύρεση με μια ανήλικη. Η Μορίν ζει -δεν ζει- σχεδόν είκοσι χρόνια με το γιο της, ένα παιδί ανάπηρο που δεν μιλά και δεν ανταποκρίνεται σε κανένα ερέθισμα. Η πιτσιρίκα Τζες, μετά την εξαφάνιση της αδερφής της, περνά την κάθε μέρα βυθισμένη στις μπίρες, τα ναρκωτικά και το ακατάσχετο υβρεολόγιό της κατά πάντων. Και ο Τζέι Τζέι, αμερικανός μουσικός που αγαπά τη λογοτεχνία, βλέπει το συγκρότημά του να διαλύεται και την αγαπημένη του να τον εγκαταλείπει. Απελπισία στο φουλ, λοιπόν, για όλους. Δεν τους μένει άλλη λύση από την τελική και τελειωτική. Τουλάχιστον έτσι νομίζουν. «...Όταν είσαι δυστυχισμένος, φαντάζομαι ότι τα πάντα στον κόσμο -το διάβασμα, το φαγητό, ο ύπνος- κρύβουν κάτι βαθιά μέσα τους που σε κάνει ακόμα πιο δυστυχισμένο...»
Ο εμπνευστής και δημιουργός τους, Νικ Χορνμπυ, πάντως, έχει άλλη γνώμη. Και στήνει μια πολύ διασκεδαστική ιστορία με το πιο μακάβριο θέμα: την αυτοχειρία. Ο συγγραφέας ενδύεται το κουστούμι του κάθε του ήρωα κάθε φορά και δίνει όλες τις εκδοχές της ιστορίας του, φωτισμένες από την ιδιοσυγκρασία και την πλευρά του κάθε απελπισμένου διαφορετικά. Το χιούμορ του είναι καταλυτικό και χάρη σ’ αυτό καταφέρνει να διαχειριστεί ένα τόσο θλιβερό θέμα με τέτοια μαεστρία που καθηλώνει τον αναγνώστη. Οι εσωτερικοί μονόλογοι που αποκαλύπτουν την ψυχοσύνθεση των πρωταγωνιστών, είναι το μέσο ταυτόχρονα να υφανθεί η πλοκή του μυθιστορήματός του. Αξιοθαύμαστο κατόρθωμα, αφού διατηρεί την αγωνία τεταμένη, ενώ παράλληλα δεν αποκαλύπτει στο μάτι του οποιουδήποτε καχύποπτου αναγνώστη τις ραφές του εργόχειρού του, τους αρμούς του μυθιστορηματικού του οικοδομήματος.
«...Να γίνω από τους ανθρώπους που αποδέχονται αυτό που είναι, αντί να θέλουν να είναι κάτι άλλο, καταλαβαίνεις;...» Διαπραγματεύεται την αποτυχία με τρόπο ευφυή και χωρίς να θέλει να πουλήσει εξυπνάδα στον αναγνώστη. Έχει επιλέξει έτσι τους ήρωές του, τόσο προσεκτικά και επιτυχημένα, που μπορεί να δικαιολογεί τέλεια πότε την εκδήλωση της τρυφερότητας, πότε τον κυνισμό, πότε τις αφοριστικές εξάρσεις και πότε την ειρωνεία και το μηδενισμό.
«...Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουνε ένα σκοινί που τους δένει με κάποιον κι αυτό το σκοινί μπορεί να είναι κοντό ή μπορεί να είναι μακρύ. (Μόνο που δεν είναι αληθινό σκοινί...Είναι στο μυαλό τους...» Η ευαισθησία ξεδιπλώνεται μέσα από τις μύχιες σκέψεις των μυθιστορηματικών προσώπων. Ο δημιουργός φτιάχνει μια ιστορία με υλικά από τη σύγχρονη πραγματικότητα, αλλά δεν της στερεί το χαρακτηριστικό να αποτελεί λογοτεχνικό δημιούργημα. Είναι τόσο παράδοξη να είχε διαδραματιστεί αυτή η ιστορία στην πραγματικότητα όσο επίσης αληθινή θα μπορούσε να είναι.
Στο στόχαστρό του μπαίνουν οι αποκλεισμένοι του τωρινού κόσμου: οι απελπισμένοι, οι αποτυχημένοι. Που τι ζητούν; Παρά μια ευκαιρία να νιώσουν ότι ανήκουν κάπου που τους νοιάζονται, τους χρειάζονται και δεν τους θέτουν ποτέ σε κανενός είδους περιθώριο. «...και το ραδιόφωνο δεν παίζει αυτά που νιώθω επειδή οι θλιμμένοι άνθρωποι δεν κολλάνε πουθενά...»
Στην πραγματικότητα ο Χόρνμπυ κατορθώνει και κάτι που είναι ζητούμενο για τη λογοτεχνία σε διαχρονική βάση: τη σωτηρία της ελπίδας, τη διάσωση και διαφύλαξή της. Ιδίως στη σημερινή εποχή δεν υπάρχει τίποτα πιο αναγκαίο απ’ αυτό: να σωθεί η ελπίδα. Πρώτα μέσα μας. Και το καταφέρνει ο ίδιος όχι με γλυκανάλατες χολιγουντιανές συνταγές, αλλά με το ιδιότυπο βρετανικό του χιούμορ που βρίσκει έρεισμα και αντίκρυσμα στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον της σήψης, της οδύνης, της μελαγχολίας και της απόγνωσης που ωθεί τους ηττημένους της ζωής στα άκρα. «...Όταν υπομένεις την όποια ζωή ζεις, τότε λες ψέματα, και το ψέμα διαβρώνει την ψυχή* γι’ αυτό κάνε ένα διάλειμμα από το ψέμα σου για ένα λεπτό...»
Υπάρχει η ελπίδα, όταν μείνεις ζωντανός, όταν επιδιώξεις να μείνει ζωντανή η σκέψη σου, τα αισθήματά σου, όταν η καθημερινότητά σου δεν καταρρεύσει στο βωμό της τρέχουσας καθολικής αλλοτρίωσης, όταν παραμείνεις άνθρωπος που λυγίζει συχνά για να μη σπάσει. «...Και υπάρχουν άλλοι τρόποι για να πεθάνεις χωρίς να αυτοκτονήσεις. Μπορείς ν’ αφήσεις κομμάτια του εαυτού σου να πεθάνουν...»

Wednesday, June 14, 2006

Του έρωτα και της απώλειας

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)

«...όταν ένας δρόμος κλείνει πίσω σου, καλύτερα να κλείνεις κι εσύ τα μάτια σου και να προχωράς μπροστά. Άλλοι δρόμοι ανοίγονται. Ακολούθησέ τους. Τους συναισθηματισμούς κράτησέ τους για σένα. Και, πάνω απ’ όλα, κράτησε τον αμείλικτο και τελεσίδικο φόβο που γεννά η απώλεια...» Σκληρά λόγια, επιτακτικά, αλλά πραγματικά τόσο όσο η ίδια η ζωή. Βγαλμένα μέσα από την ομίχλη ενός θεσσαλονικιώτικου τοπίου με τον άνεμο να σαρώνει αισθήματα, σκέψεις και την ιστορία να γράφεται ερήμην των ανθρώπων που την παρατηρούν να τους κατακλύζει, να τους ρημάζει τις ζωές.
Ο «Σκοτεινός Βαρδάρης» της Έλενας Χουζούρη (Εκδόσεις Κέδρος) έρχεται και ψιθυρίζει στο αυτί του αναγνώστη μια ιστορία που επιβεβαιώνει ότι «... Η ζωή είναι ένα παραμύθι και γι’ αυτό πάντοτε μας ξεφεύγει. Δεν μένει, παρά να την ξαναπούμε σαν να ήταν το δικό μας παραμύθι, και να σωθούμε...». Την πυριτιδαποθήκη των Βαλκανίων των αρχών του προηγούμενου αιώνα επιλέγει η συγγραφέας για να πει την ιστορία της που πατάει με το ένα πόδι στη φαντασία και με το άλλο στηρίζεται στις ιστορικές εξελίξεις της εποχής. Οι παράλληλοι αρχικά και μετά συγκλίνοντες δρόμοι προσώπων από το Μελένικο, το Παρίσι, τη Θεσσαλονίκη, διαπερνούν τη βαριά ατμόσφαιρα που απλώνουν τα σύννεφα του πολέμου που έρχεται. Το σημείο τομής, συνάντησής τους είναι αυτό που θα οδηγήσει στην κορύφωση της τραγικής ιστορίας που πλέκεται γύρω από τον έρωτα και την απώλεια.
Είναι ένα βιβλίο που σε παρασύρει στο ρυθμό του, αφήνεσαι στην ανάγνωσή του με μια αίσθηση ότι εσύ γράφεις την ιστορία και δεν τη διαβάζεις απλώς. Η συγγραφέας απευθύνεται στους πρωταγωνιστές της σε δεύτερο πρόσωπο, ένα τρυκ που σε κάνει να νομίζεις πολλές φορές ότι μιλά σε σένα προσωπικά ή ότι εσύ παίρνεις την πρωτοβουλία και μιλάς στον άνθρωπο που βλέπεις να ξετυλίγεται μπροστά σου η δραματική του ιστορία. Αυτή ακριβώς η διάθεση της Χουζούρη να σε βάλει στη θέση σχεδόν του συνδημιουργού είναι που σε κρατά προσηλωμένο, μαγνητίζοντάς σε. Η γραφή είναι σύνθετη αλλά δεν χάνει στιγμή το τέμπο της εξέλιξής της. Υπάρχει ένα εσωτερικό μέτρο σε όλα τα επίπεδα, που φαίνεται ότι ελέγχει αυστηρά τα πάντα στο βιβλίο, με αποτέλεσμα η μαγεία να ξεδιπλώνεται ως αιθαλομίχλη που περιβάλλει τα τραγικά πρόσωπα αυτής της μυθιστορίας.
Βλέπουμε συχνά κριτικούς λογοτεχνίας να προτιμούν τη διαπλοκή της φανταστικής αφήγησης με τα πραγματικά στοιχεία, τα ντοκουμέντα, στα δικά τους βιβλία (όπως κάνει ο γάλλος Ζερόμ Γκαρσέν στο «Ήταν κάθε μέρα σε πόλεμο», ο Μισέλ Φάις στο «Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου» και το «Ελληνική αϋπνία»). Στο «Σκοτεινός Βαρδάρης» είναι τόσο περίτεχνη η αξιοποίηση του ιστορικού υλικού που αναπαριστά -τουλάχιστον για τον αναγνώστη- πειστικά την εποχή αναφοράς του, αν και η σύγχρονη αφηγήτρια κάνει συχνά αισθητή την παρουσία της, θυμίζοντας την ετεροχρονισμένη της παρέμβαση. Εκείνο που δεν αλλάζει στο πέρασμα του χρόνου είναι ο ενδότερος τρόπος που βιώνουν τα αισθήματά τους οι άνθρωποι. Ακριβώς σ’ αυτό το σημείο έγκειται και η «μαγική» ατμόσφαιρα που διαπνέει τις γραμμές του βιβλίου.
Ο πυρήνας των τριών προσώπων, Στέφανος, Γκεόργκι, Θεόδωρος, των παιδιών από το Μελένικο γύρω από την Ελένη, τον έρωτα των παιδικών τους χρόνων, είναι ο κύκλος που θα απλωθεί αργότερα στη Θεσσαλονίκη και θα κλείσει μέσα του και ένα γάλλο φωτογράφο. Η ενηλικίωση επέρχεται για τα παιδιά με τον πιο σκληρό τρόπο που επιβάλλουν οι ιστορικές συνθήκες. Το ντοκουμέντο από την περίοδο αυτή, λίγο πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους, μια φωτογραφία θα σταθεί η αφορμή και η έναρξη της πλοκής της μυθιστορίας αυτής: «...Θα είσαι στη φωτογραφία, Στέφανε, γιατί κανείς δεν θέλει να ξεχαστεί, κανείς δεν είναι τόσο δα ματαιόδοξος, ώστε να αποδεχθεί ως πεπρωμένο του τη λήθη...»

Tuesday, June 13, 2006

Το μαγικό σύμπαν της αφήγησης

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)


Υποκύπτοντας στη συγγραφική γοητεία του Paul Auster ο οποίος κατορθώνει να αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη του σε πεδία υψηλού λογοτεχνικού μαγνητισμού, μεταφέρεσαι στη Νέα Υόρκη δύο δεκαετιών πίσω για να αφουγκραστείς, όπως υπόσχεται και ο τίτλος του βιβλίου του, τη «ΝΥΧΤΑ ΤΩΝ ΧΡΗΣΜΩΝ». Μην πάει ο νους σας σε τίποτα σκοτεινό και αποκρυφιστικό σαν τα αναγνώσματα του συρμού που κυκλοφορούν τελευταία.
Το μόνο μεταφυσικό στοιχείο είναι η σκοτεινή διαισθητική πλευρά του κεντρικού ήρωα, τον οποίο ο συγγραφέας καταφέρνει να τον κάνει να μιλάει στον αναγνώστη του τόσο προσωπικά που δεν μπορεί διαφορετικά παρά να ακούει και τον παραμικρό ψίθυρο που υπαγορεύει στην αφηγηματική του εξέλιξη. Το βιβλίο που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος σε μετάφραση από τη Βίκυ Κυριαζή, ασκεί μια ιδιότυπη έλξη παρά όλα εκείνα τα παρεκβατικά στοιχεία που λοξοδρομούν την ιστορία και δίνουν ένα σωρό συνειρμικές λεπτομέρειες που αναρωτιέσαι τι πραγματικά εξυπηρετούν. Ίσως τελικά απλώς ο Paul Auster σε μια προσπάθεια να φανεί γενναιόδωρος απέναντι στον αναγνώστη του αποκαλύπτει τους δρόμους που ακολούθησε η σκέψη του για να φτιάξει αυτή την ιστορία. Κάτι όχι και τόσο εύκολο ούτε για τον ίδιο το δημιουργό αλλά και ακόμη δυσκολότερο για τον αναγνώστη του.
Είναι ένα βιβλίο που σε τραβάει να το αγοράσεις στην ελληνική του έκδοση το ίδιο του το εξώφυλλο που φαίνεται να αποτυπώνει ένα πολύ προσωπικό σύμπαν. Η ανάγνωση το επιβεβαιώνει στη συνέχεια: μια ιστορία φτιαγμένη με τον ιστό της αγάπης στον πλανήτη του Εγώ και τα χρώματα που δίνουν το φόντο για τους κύκλους της: ένα παραπλανητικό μπλε της καθησύχασης και της γαλήνης -δείχνει λένε τη σοφία αυτού που το διαλέγει- και μια κατακόκκινη καρδιά που γύρω της και εξαιτίας της πλέκεται όλη η αφήγηση της αμφιβολίας, της αγωνίας και του πάθους με το οποίο ο Paul Auster λέει την ιστορία του.
Ο αμερικανός δημιουργός επιλέγει ο πρωταγωνιστής του να διαθέτει μια κοινή ιδιότητα με τον ίδιο -είναι συγγραφέας- με αποτέλεσμα να σκιαγραφεί πλευρές γνώριμες και οικείες, που δημιουργούν την προκλητική ψευδαίσθηση ότι μιλά για τον εαυτό του. Η εντύπωση αυτή -εσφαλμένη ή πραγματική- ότι ο Paul Auster ψιθυρίζει στον αναγνώστη του πολύ δικά του πράγματα, είναι αυτή που σε κάνει να παραμείνεις στις γραμμές του βιβλίου του, παραβλέποντας το γεγονός ότι οικοδομεί ένα δεύτερο βιβλίο μέσα σ’ αυτό. Να ομολογήσω ότι παρέκαμψα στην αρχική ανάγνωση καμιά σαρανταριά σελίδες από αυτή την παρέκβαση μέσα στην αφήγησή του, καθώς ήμουνα προσηλωμένη στην κεντρική ιστορία και ήθελα να δω την εξέλιξη των ηρώων της. Επέστρεψα σ’ αυτό το δεύτερο βιβλίο μέσα στο βιβλίο, όταν η δικαιολογημένη περιέργειά μου ικανοποιήθηκε και διάβασα και την τελευταία φράση του κειμένου που αφορούσε το βασικό μυθιστορηματικό του καμβά.
Ένα γαλάζιο σημειωματάριο από την Πορτογαλία και ο πωλητής του, ο κινέζος Κ.Ρ. Τσανγκ, γίνεται η αφορμή, η αιτία -ποιος ξέρει- ο μυθιστοριογράφος Σίντνεϊ Ορ να περιπλανηθεί στις ατραπούς της φαντασίας του, σχεδόν να χάσει τον έλεγχό της και ο Paul Auster να μας αφήσει να αναρωτιόμαστε σε πιο σημείο η πραγματικότητα τέμνεται με τη φαντασία, πού η αλήθεια κρύβεται ερήμην των αναζητητών της. Παρακολουθώντας την καθημερινότητα του συγγραφέα που περιγράφεται στην ιστορία, ο Auster είναι σαν να σε υπνωτίζει για να σε μπάσει στον κόσμο που θέλει εκείνος, οδηγώντας τις μυθιστορηματικές καταστάσεις με τέτοια εξελικτική ένταση και ροή που στο τέλος η κορύφωση της ιστορίας δρα σαν κάθαρση για τον ίδιο τον αναγνώστη.
Το πρόσωπο-κλειδί της ιστορίας είναι ο γεροντότερος και επιτυχημένος ομότεχνος του βασικού ήρωα, ο Τζον Τράουζε. Ερήμην του ο Σίντνεϊ Ορ θα ζήσει μια περιπέτεια που του αποκαλύπτει τι τον συνδέει απόλυτα με τον Τζον. Η πλοκή από ένα σημείο και μετά στο βιβλίο είναι τόσο έντονη που θυμίζει αστυνομικό μυθιστόρημα ή ψυχολογικό θρίλερ. Εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια ενός ανθρώπου -μπλέκοντας και περιέχοντάς τον στην ουσία- που υποτίθεται ότι αυτή είναι η δουλειά του: να ακολουθεί τα μονοπάτια της φαντασίας. Οι δρόμοι της πραγματικότητας, ωστόσο, θα αποδειχθούν πιο δύσβατοι, γιατί εκεί απλώνει τον αραχνοειδή ιστό του το ερωτικό πάθος και η εξάρτηση της αγάπης μέχρι τα μύχια της ύπαρξης. «...Έβλεπα τον εαυτό μου να σκίζει τις σελίδες του γαλάζιου σημειωματαρίου και ύστερα από λίγο -όπως είπε κατά λέξη ο κουνιάδος του Τζον, ο Ρίτσαρντ- το πρόσωπό μου ήταν χωμένο μέσα στα χέρια μου και εγώ έκλαιγα με λυγμούς. Δεν ξέρω πόση ώρα συνέχισα στην ίδια κατάσταση, αλλά ακόμη και όταν τα δάκρυα ανέβλυζαν από μέσα μου, ήμουν ευτυχισμένος, πιο ευτυχισμένος που ήμουν ζωντανός από όσο υπήρξα ποτέ πριν. Ήταν μια ευτυχία πέρα από την παρηγοριά, πέρα από τη δυστυχία, πέρα από όλη την ασχήμια και την ομορφιά του κόσμου...»
Το γαλάζιο σημειωματάριο και το έναυσμα που έδωσαν οι άδειες σελίδες του στον πρωταγωνιστή να αφήσει ανεξέλεγκτη τη φαντασία του, είναι απλώς ένα κίνητρο να πλησιάσει την αλήθεια, να την αγγίξει, να νιώσει τη ζεστή της ανάσα, να τον τρομάξει ο ίδιος της ο κίνδυνος. Η φαντασία γίνεται η πιο σίγουρη οδός για ένα μυθιστοριογράφο -όπως για έναν ερευνητή τα στοιχεία και τα πειστήρια- για να δει τις αληθινές διαστάσεις της πραγματικότητας, των ανθρώπων που τον περιστοιχίζουν, έστω και την τελευταία στιγμή. «... Δεν υπάρχει συσχετισμός ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα, είχα πει, ούτε αίτιο και αιτιατό ανάμεσα στις λέξεις ενός ποιήματος και στα γεγονότα της ζωής μας... Ήταν ένα ανούσιο επιχείρημα της κοινής λογικής, μια υπεράσπιση του πραγματισμού και της επιστήμης απέναντι στο σκοτάδι της πρωτόγονης σκέψης που κυριαρχείται από τη μαγεία...’’Οι σκέψεις έχουν ζωή’’, είπε. ’’Οι λέξεις έχουν ζωή. Κάθε τι ανθρώπινο έχει ζωή και μερικές φορές γνωρίζουμε γεγονότα πριν αυτά συμβούν, έστω και αν δεν έχουμε επίγνωση. Ζούμε στο παρόν, όμως το μέλλον είναι μέσα μας κάθε στιγμή. Ίσως αυτό να είναι όλο το περιεχόμενο του συγγραφικού έργου, Σιντ. Όχι να καταγράφεις γεγονότα από το παρελθόν, αλλά να προκαλείς τα γεγονότα του μέλλοντος’’...»
Το βέβαιο είναι ότι ο Auster είναι υπεύθυνος για τη μαγική ατμόσφαιρα της ιστορίας του, για την αχλύ της φαντασίας που περιβάλλει τη μυθιστορηματική πραγματικότητα που φτιάχνει, για τις αληθινές πτυχές της φανταστικής του πλοκής, που μοιάζουν με χρησμό δοσμένο από τα κιτάπια της προσωπικής μεταφυσικής του καθενός.

Friday, June 09, 2006

Αγκάλιασμα στην περίλυπη ετερότητα

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στις 4/9/2004 στη Φιλολογική Βραδυνή)


«...Κ’ είναι γραφτό σε κάθε νέο ποιητή
αν θε να ψάλλει αληθινά με χάρι,
η Ευμορφιά και η Αγάπη να κρατή
της σφαλιστής καρδιάς του τ’ ανοιχτάρι...»

(Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ, Γ. Μ. ΒΙΖΥΗΝΟΣ)


Μόνο η σκιά του Βιζυηνού από τους σαλεμένους τοίχους του Δρομοκαϊτειου μπορεί να γνέψει καταφατικά ή με διάθεση αποποίησης, για την αλήθεια και την ερμηνεία της ψυχής που ξαναδίνει μέσα από τη γραφίδα του ο Μισέλ Φάις στο μυθιστόρημά του «Ελληνική αϋπνία» (Εκδόσεις Πατάκη), στη φιγούρα του λογοτέχνη που έζησε δυο αιώνες πίσω. Ο αναγνώστης, ιδίως αν έχει βυθιστεί σε μια «εκούσια αϋπνία» για να διαβάσει το βιβλίο, καταλήγει πράγματι να αισθάνεται «ως συνσυγγραφέας, καθώς νιώθει την ανάσα του αφηγητή σαν ανάσα του, πίσω από κάθε πρόσωπο, πίσω από κάθε φράση, πίσω από κάθε σιωπή», για να χρησιμοποιήσουμε τα ίδια τα λόγια του συγγραφέα.
Αυτό το χρυσό βραχιόλι της τέχνης που ο Μισέλ Φάις υποστηρίζει ότι ο Βιζυηνός περνά στον καρπό του αναγνώστη του, είναι το ίδιο κόσμημα που φορά κι εκείνος στο δικό του αναγνώστη. Πρόκειται για ένα γοητευτικό βιβλίο που αναστατώνει τους λάτρεις του Βιζυηνού για την εμβρίθεια και την τρυφερότητα που αντιμετωπίζει τη μορφή του, ακόμη κι όταν πρόκειται να μπήξει βαθιά το νυστέρι στην ψυχή και το ταραγμένο μυαλό του λογοτέχνη του 19ου αιώνα. «Τι να αντιτείνετε; Ότι εσείς υποπέσατε στο όγδοο αμάρτημα; Στο αμάρτημα της λύπης, που χωρίζει τον ανατολικό από το δυτικό κανόνα κολασμού;»
Αποκτά κανείς μια συνολική εικόνα για το τι ήταν ο Βιζυηνός, ποια εποχή εξέθρεψε τη μεγαλοφυία και την τρέλα του, ποια κοινωνία τον έριξε στο νοσηρό της περιθώριο, ποια διανοουμενίστική ελίτ στην αρχή τον περιέβαλε με το χιτώνα της γραφικότητας κι ύστερα τον αποθέωσε, μόλις αισθάνθηκε ασφαλής για την αυτοδιατήρησή της. «Τελικά ίσως αυτό να είναι ο βιζυηνισμός: η μετά την πτώση ανύψωση. Γι’ αυτό η τρέλα χωρίς τρελό θυμίζει τιμωρία χωρίς έγκλημα. Χάσε αυγά και πασχάλια εσύ, κι εδώ είμαστε εμείς (σινάφι, τρέχον γούστο, ομαδική μνήμη), θα σε αποκαταστήσουμε (ανδριάντες, συνέδρια, ταρατατζούμ) πανηγυρικά. Και να μην γεννιόσασταν, η εποχή θα σας επινοούσε.»
Η τέχνη του και η προσωπικότητά του δεν χωρούσε πουθενά παρά στην ψυχή των αναγνωστών του από το μέλλον φαίνεται, και ο Μισέλ Φάις με το σύνθετο αυτό μυθιστόρημα και ομολογουμένως ευφάνταστο, ως προς τη μορφή του, αγκαλιάζει την πληγωμένη πλευρά του Βιζυηνού, την περιθάλπει αλλά με μια ιδιομορφία: δεν την καθαγιάζει ούτε τη χρησιμοποιεί για ηθικοπλαστικές υποδείξεις προς ναυτιλομένους στα μονοπάτια της λογοτεχνίας. Απλώς, με μια τόσο εύστοχη και ψαγμένη -που μοιάζει να υποκινείται από ρυθμούς κουρασμένης νωχέλειας της γνώσης- ερμηνεία του φαινομένου Βιζυηνού, φωτίζει ένα σύγχρονο προσωπικό παρόν στα ενδότερα του αναγνώστη.«Κι όταν κάποιος ανακατεύεται με τις διαφορές του, οφείλει να είναι προετοιμασμένος για τα χειρότερα. Γιατί; Μα διότι η λογοτεχνία είναι η μοναδική ίσως ασθένεια όπου πεθαίνεις από το ενδεδειγμένο φάρμακο.»
Το εύρημα μιας τριαδικής υπόστασης που υφαίνει τον ιστό της ισχύος που διαθέτει η λύπη, ως πάθος αγιάτρευτο και ιδιότροπο, αποδεικνύεται όχι μόνο ιδιαίτερα χρήσιμο και λειτουργικό, αλλά γίνεται ο δίαυλος της επικοινωνίας του ανθρώπου που συνταίριαξε τις λέξεις και στις εποχές στις γραμμές της «Ελληνικής αϋπνίας», με την ίδια τη βαθύτερη ουσία της ύπαρξης και της λογοτεχνικής αξίας του Βιζυηνού, αλλά και των νοημάτων που προσλαμβάνει ο σύγχρονος αναγνώστης. «Επειδή η λογοτεχνία (η καταραμένη αυτή ασθένεια) ούτε ιατρικόν σηκώνει, ούτε σφάλματα αναγνωρίζει, ούτε από ακατάπαυστα δάκρυα λυγίζει.»
Ο συγγραφέας διαθέτει μια κρυστάλλινη διαύγεια στα καλοζυγισμένα σχόλιά του για το Βιζυηνό που δεν διστάζουν να κόψουν σαν μαχαίρια τη σάρκα της αλήθειας του για να στάξει αίμα ζωντανό και φλεγόμενο, από το απόστημα του μυαλού του που τον πρόδωσε και τον απομάκρυνε από τα εγκόσμια. «Τη στιγμή που το εργοστάσιο για στίχους δουλεύει διπλή βάρδια, το ‘’εργοστάσιο για καθημερινότητα’’ σφραγίζει τις μηχανές.»
Η τραγική μοίρα του καλλιτέχνη συνδέεται με αόρατα νήματα -που ο Μισέλ Φάις κατορθώνει να κάνει ορατά, ιδίως για όποιον τυχαίνει να αγαπά χωρίς να ξέρει το γιατί και το Βιζυηνό και τον Καρυωτάκη- με το λίγο μεταγενέστερό του αυτόχειρα ποιητή. Η ετερότητα του καθενός από τους δύο δεν κατάφερε να τη «βγάλει καθαρή» στην εποχή τους ή έστω με τα λιγότερα δυνατά τραύματα. Και οι δύο οδηγήθηκαν πέρα από τα όρια, στην καταστροφή. Υπήρξαν μέσα στο περιθώριό τους κραταιοί, παλεύοντας στα μαρμαρένια αλώνια της λογοτεχνίας, με στίχους και πεζά. Έγραψαν την προσωπική τους ιστορία, ο πρώτος θυσιάζοντας στην αρχή το μυαλό και μετά το κορμί του και ο δεύτερος λαβώνοντας τελειωτικά το σώμα του. Όπως λέει τόσο καίρια ο Φάις για τον Καρυωτάκη, «Ανέλαβε την πολιτική ευθύνη μόνο της σφαίρας που φύτευσε στην καρδιά του- δηλαδή του περίλυπου σαρκασμού των στίχων του.» Τα επιστολικά δοκίμια του συγγραφέα σφύζουν από πάθος που αποτελεί την κινητήρια δύναμη, την ενέργεια που διαπερνά σαν ηλεκτρικό ρεύμα τον αναγνώστη ο οποίος έχει ανοιχτές τις πόρτες της καρδιάς του και μπορεί «πάνω στα πικρά, πικρά τραγούδια...λοιπόν να κουρδίσει τα φαιδρά, φαιδρά τραγούδια» τα δικά του.

Thursday, June 08, 2006

Η σημασία του να είναι κανείς ...ζωντανός

(Πήρα αφορμή από το σημερινό ποστ του Αθήναιου περί κατάθλιψης και ανέσυρα αυτό το κείμενο που είχε δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή το περασμένο φθινόπωρο)


ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.

Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φρικτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ιδρώς, η νοσταλγία
τών ουρανών, η ερημιά τών τόπων.

Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.

Όλα τελείωσαν. Το σημείωμα νά το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.

Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ' αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος.

Κ.Γ. Καρυωτάκης



Ιδανικοί αυτόχειρες είναι οι μη αυτόχειρες, είναι το συμπέρασμα που συνάγει κανείς διαβάζοντας το μυθιστόρημα του φιλανδού συγγραφέα Άρτο Πααζιλίννα, «Μικρές αυτοκτονίες μεταξύ φίλων», που κυκλοφορεί από την Εμπειρία Εκδοτική σε μετάφραση της Μαρίας Βλάχου. Πρόκειται για ένα βιβλίο που σπαρταράει στα χέρια του αναγνώστη του με μια ζωντάνια που μπορούν να επιδείξουν μόνο μελλοθάνατοι που τελικά δεν προχωρούν ποτέ στο «απονενοημένο διάβημα».
Αν είχε τύχει και μιας καλύτερης μετάφρασης και ορθογραφίας το βιβλίο... Η «Ζιρίχη» -τόσα χρόνια Ζυρίχη την ήξερα- ξενίζει, επίσης φαίνεται εντελώς ανεδαφικό να προσπαθεί να αυτοκτονήσει κανείς δένοντας μια θηλιά από κλωστή και όχι από σχοινί -πόση κλωστή να δέσεις (δεν πρόκειται να κεντήσει ο ήρωας αλλά να αυτοκτονήσει), για να πετύχει η αυτοχειρία;- ενώ η απόδοση στη δική μας γλώσσα σε κάποια σημεία γίνεται αμήχανη και χάνει την ευελιξία της. Παρόλα αυτά, η δυναμική της ιστορίας του Πααζιλίννα είναι τόσο ισχυρή, ώστε παρακάμπτει ο αναγνώστης τις μικρές τεχνικές κακοτοπιές και βυθίζεται στη χιουμοριστική διάθεση του συγγραφέα.
Δεν συναντάς άλλωστε κάθε μέρα ένα τσούρμο κόσμο που ευχαρίστως αποζητά το τέλος της ζωής του, αλλά αυτός που κινεί τα νήματα της πορείας τους, δηλαδή ο λογοτέχνης, έχει τη δική του άποψη και τη διατυπώνει με τον πλέον διασκεδαστικό τρόπο, μέσα από την εξέλιξη της πλοκής: «Μπορούμε να αστειευτούμε με το θάνατο, αλλά όχι με τη ζωή. Εύγε!».Ο φιλανδός δημιουργός καταπιάνεται με ένα θέμα ιδιαζούσης σημασίας -ακόμη ταμπού για τις κοινωνίες- με μια σοβαρότητα τόσο δριμεία και καυστική που βρίσκει δρόμο να πορευτεί μόνο μέσα από την οδό της πρόκλησης του γέλιου. Όχι όμως επιδερμικά, ούτε απλώς εξυπνακίστικα. Λέει αλήθειες ο Πααζιλίννα, αλλά επιλέγει να τις εκφράσει με χαριτωμένο ύφος, ανάλαφρο, χωρίς να κάνει φτηνή πλάκα στο κείμενό του. Δεν μένει ούτε μόνο στο τραγικό του πράγματος ούτε στη γελοία πλευρά του. Το χιούμορ στην άκρη της γραφίδας του λογοτέχνη αναδεικνύεται σε κοφτερό νυστέρι που ανατέμνει τη ζοφερή πραγματικότητα, διανοίγοντας έτσι χαραμάδες για να βρει χώρο το φως να εισχωρήσει και να ξεπλύνει την καθημερινότητα από τη μελαγχολία, την πλήξη και τη μιζέρια.
«Αυτό το μικρό ατύχημα είχε σώσει τη ζωή δύο ακλόνητων παλικαράδων. Το να αποτύχει κανείς ν’ αυτοκτονήσει, δεν είναι και το χειρότερο πράγμα στον κόσμο. Δεν μπορούμε πάντα να πραγματοποιούμε το στόχο μας...» Ο σκοπός, ωστόσο, του Πααζιλίννα, να δει από μιαν άλλη οπτική το τραγικό αυτό φαινόμενο που παρατηρείται στη χώρα του σε τόσο εκτεταμένη βάση, ευοδώνεται απόλυτα, παρασύροντας και την πιο μελαγχολική φύση να δει τα πράγματα από την αισιόδοξή τους πλευρά. Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι, βέβαια, καθώς «...κάθε χρόνο στη Φιλανδία διαπράττονταν χίλιες πεντακόσιες αυτοκτονίες, ενώ ο αριθμός αυτών που ακόμη το σκέφτονταν ήταν δέκα φορές μεγαλύτερος. Κυρίως άντρες...», αλλά δεν πτοούν το συγγραφέα. Κρατά το μαγικό ραβδάκι της αφήγησης και κάνει και τον πιο ένθερμο αρνητή της ζωής να αλλαξοπιστήσει. «Τελικά, η ζωή είναι μεγαλόπρεπη, συναρπαστική, απλή, αξίζει να τη ζήσει κανείς. Αυτό κάνουν οι Φιλανδοί εδώ και τόσες χιλιάδες χρόνια. Αυτό κάνει και η παρέα που βρίσκεται τώρα γύρω από τη φωτιά, μακριά από την πατρίδα της. Αλλά είναι τόσο πολλές οι δοκιμασίες που πέρασε, που ξέχασε πως η ζωή είναι όμορφη...»
Ο φιλανδός λογοτέχνης λέει ότι αυτό που σπρώχνει στην αυτοκτονία πολύ κόσμο είναι η ανηδονία, η αδυναμία δηλαδή να αισθανθεί κανείς ευχαρίστηση. Κάτι που μάχεται πολύ επιτυχημένα αυτό το μυθιστόρημα, καθώς το αλκοόλ ρέει άφθονο από τις γραμμές του, οι ομορφιές των ευρωπαϊκών τοπίων από την παγωμένη Φιλανδία και τη Νορβηγία -πραγματική αναγνωστική δροσιά μέσα στο ελληνικό θέρος- έως την παθιασμένη Πορτογαλία σε ταξιδεύουν, ενώ το ευφυές χιούμορ του Πααζιλίννα γυμνάζει με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο τους κοιλιακούς του αναγνώστη.
«Το προηγούμενο καλοκαίρι ψάρεψα τρία μπουκάλια σέρι και λίγο πριν παγώσει η λίμνη, μια βότκα κι ένα ρακί. Ήταν τόσο γεμάτα, που έπλεαν με δυσκολία. Αυτές είναι χειρονομίες που σου ζεσταίνουν την καρδιά. Ξέρεις ότι σε κάποια άλλη όχθη υπάρχει μια αδερφή ψυχή, ένας γενναιόδωρος λάτρης του καλού κονιάκ ή ένα γνήσιος πότης της βότκας που σκέφτηκε τον ανώνυμο φίλο του». Οι «Ανώνυμοι Θνητοί», η ανομοιογενής αυτή ομάδα των απελπισμένων που επιζητούν το θάνατο, βρίσκουν τη δύναμη να παλέψουν ενάντια στη μοναξιά και τη φρίκη της. Ο έρωτας και η συντροφικότητα είναι ένα πολύ καλό αντίδοτο. Κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, «Το πιο σοβαρό πράγμα στη ζωή είναι ο θάνατος, αλλά ούτε κι αυτό είναι τελικά τόσο σοβαρό».

Wednesday, June 07, 2006

Ένα ιστιοφόρο που πλέει στην καταιγίδα της ζωής

(Το κείμενο έχει δημοσιευθεί στη Φιλολογική Βραδυνή στις 1/4/2006)


Ο αφηγηματικός λόγος και ο ποιητικός μπλέκονται σε έναν άκρως ενδιαφέροντα συνδυασμό και ιδιαίτερα ελκυστικό στο βιβλίο της πρόωρα χαμένης Ιβόν Βέρα, «Φλεγόμενη πεταλούδα», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση του Μανόλη Πολέντα. Είναι ένα κείμενο που θα έχανε όλη του την ομορφιά και την ποιητικότητα, αν είχε την ατυχία μιας άστοχης μετάφρασης στα Ελληνικά.
Ωστόσο, ο σκόπελος αυτός ξεπεράστηκε. Απολύτως. Η μεταφορά του κειμένου στη γλώσσα μας διατηρεί έναν απίστευτα σφριγηλό ρυθμό που κάνει την ποιητική γραφή της συγγραφέως να θάλλει. Το βιβλίο σε παρασύρει στα υπόγεια ύδατά του, ζητά την προσοχή του αναγνώστη διαρκώς τεταμένη, ώστε να εισπράξει όχι μόνο την ομορφιά της αφήγησης -αν και νομίζεις ότι είναι ένα κείμενο που δεν θα δώσεις σημασία στο σκελετό της ιστορίας του, στο τέλος σε απορροφά κι αυτή- αλλά τα νοήματα που κρύβονται. Τα πολλά επίπεδα της γραφής και άρα της ανάγνωσης. Είναι ένα αφήγημα που επιτρέπει επίσης, χάρη στους επιτυχημένους πειραματισμούς της δημιουργού του, ακόμη και τη μη γραμμική ανάγνωση. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι του ταιριάζει αυτή η μη γραμμικότητα.
Οι εικόνες είναι καταιγιστικές. Σε αιχμαλωτίζουν με την ισχύ και τη δυναμική τους. Δεν υπάρχει ίχνος άσκοπου λυρισμού ή φλυαρίας. Το κάθε επίθετο, το κάθε ουσιαστικό έχουν λόγο ύπαρξης στενά δεμένο με τα υποβόσκοντα νοήματα. «...Η γέννηση μιας λέξης είναι πιο σημαντική από τη γέννηση ενός παιδιού...»
Η ανάγκη για ελευθερία, ανεξαρτησία, απόκτηση υπόστασης μιας γυναίκας γίνεται η κραυγή απελπισίας που αρθρώνει ένας άνθρωπος που κλυδωνίζεται στα βαθιά πελάγη της ζωής του.
«...Ήθελε κάτι να κάνει, αλλά δεν ήξερε τι, τι σχήμα να δώσει στο μέλλον της...Να βρει τον εαυτό της, αυτό ήταν. Δεν ήξερε τι απαιτούσε κάτι τέτοιο...Ήθελε το χρόνο πριν από το χρόνο... Ήθελε να νιώσει πως ανήκει πριν υπάρξει αυτή η αίσθηση πως ανήκει επειδή ο άλλος το δήλωνε με το δικό του τρόπο...Πώς θα μπορούσε μια γυναίκα να διεκδικήσει ένα κομμάτι του χρόνου και να το κάνει να λάμψει. Πώς ανθίζει ένα λουλούδι όταν είναι θαμμένο στο νερό...Ήθελε να είναι κάτι με περίγραμμα και, αν και δεν ήταν σίγουρη για το τι εννοούσε μ’ αυτό, ήθελε να αποκτήσει κάποιο σεβασμό, αξιοπρέπεια, κάποια ισορροπία και δύναμη δικής της. Να βρει τον εαυτό της. Το πάθος της ήταν μυστικό και αφανέρωτο...»
Μια γυναικεία μορφή, μια φλεγόμενη ψυχή που θέλει να υπερασπιστεί με πάθος την επιθυμία για αυθύπαρξη, ακροπατώντας την ίδια στιγμή στα ζοφερά μονοπάτια της υποταγής και στους δρόμους θαλπωρής της αγάπης και του έρωτα για έναν άντρα. Όψεις του ίδιου νομίσματος για την ηρωίδα της ιστορίας, τη Φεφελάφι. «...Πώς να ‘χεις εμπιστοσύνη στην πείνα του άλλου, στου άλλου την ταραχή και τον πόθο: στη δύναμη που έχει, στο κουράγιο που έχει;...» Αισθάνεσαι ως αναγνώστης συνεχώς να βρίσκεσαι μπροστά σε μια μαγική εικόνα που κάθε φορά σου αποκαλύπτει άλλες πτυχές της. Αλλάζει σχήματα, αλλάζει νοήματα, αλλάζει χρώματα, αλλάζει τρόπους ανίχνευσης των μεταβολών της. Σαν μια οφθαλμαπάτη. «...η απάτη φυλάγεται στα μάτια, μάρτυράς της γίνεσαι μόνο στο φως της μέρας...»
Ο άξονας περιστροφής, ωστόσο, παραμένει σταθερός για τα αισθήματα και τις σκέψεις. Η αχαλίνωτη δίψα μιας γυναίκας να βρει τον εαυτό της και η ατελείωτη μοναξιά της, η ακατανίκητη πίστης της ότι αξίζει κάτι καλύτερο, ασχέτως αν θα κατορθώσει να το κατακτήσει. «...Κουβαλάμε όλα τα άστρα μέσα στα μάτια μας, γι’ αυτό είμαστε μόνοι. Δεν έχουμε ακόμη γεννηθεί. Κάποιοι από μας δεν θα γεννηθούν ποτέ. Να γεννιέσαι σημαίνει ευκαιρία και καλή τύχη* να επιβιώνεις ως αύριο, κίνητρο και ενδιαφέρον...»
Η ζωή και ο θάνατος παίζουν τα δικά τους παιχνίδια στην ηρωίδα. Οι επιλογές της ριζώνουν σε ένα άδηλο παρελθόν και ακόμη πιο άδηλο μέλλον. Όλα ψηφίδες του ίδιου παζλ της τρικυμιώδους πορείας της στον κόσμο. «...Ένα κομμάτι του χρόνου είναι κι αυτό μια ζωή, έτσι τη ζούμε όλη τη ζωή, σε κομμάτια...» Το φόντο αμιγώς αφρικανικό, πότε αναδεικνύει τη φυσική ομορφιά του τοπίου πότε βυθίζεται στη μελαγχολική αχλύ της δυστυχίας και της ανέχειας που κατατρύχει τους ανθρώπους.

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα

Η Yvonne Vera, μία από τις σημαντικότερες συγγραφείς της Ζιμπάμπουε, γεννήθηκε το 1964 στο Μπουλαουάγιο και πέθανε στις αρχές Απριλίου του 2005 στον Καναδά από μηνιγγίτιδα. Έγραψε αρκετά βιβλία, μεταξύ των οποίων και το «Under the tongue» για το οποίο τιμήθηκε το 1997 με το Βραβείο των Συγγραφέων της Κοινοπολιτείας. Τα βιβλία της μεταφράστηκαν και κυκλοφόρησαν στην Ισπανία, τον Καναδά, τη Δανία, τη Γερμανία και τη Σουηδία. Σε συνέντευξη που παραχώρησε στον John Vekris τον Ιούλιο του 1997, μετά τη βράβευση του βιβλίου της, «Under the tongue», ως αυθεντική επιρροή στο λογοτεχνικό έργο της ανέφερε συγγραφείς της Καραϊβικής, καθώς είχε παρακολουθήσει σχετικό μάθημα στο Πανεπιστήμιο του York στο Τορόντο όπου φοίτησε. Το 1998 το βιβλίο της «Butterfly Burning» (Φλεγόμενη πεταλούδα) κατατάχθηκε μεταξύ των 100 καλύτερων αφρικανικών βιβλίων του 20ου αιώνα. Άλλα βιβλία της είναι: «Nehanda» (1993), «Without a Name» (1994), «The Stone Virgins».

Sunday, June 04, 2006

Η απέραντη μοναξιά ενός ανδρικού μυαλού

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 29/4/2006)


"...Ούτε ο κυρίαρχος νεαρός δυνάστης που εξουσιάζει ερωμένες και πόρνες, ούτε ο άγουρος δραματουργός που επινοεί έναν σάτυρο, έναν λάγνο χαρακτήρα, με μια δόση από πρωτόβγαλτο βιαστή επίσης -όχι* απλώς, «ένα παιδί»..."


Δεν είμαι άντρας. Δεν είμαι Εβραίος που ζει στην Αμερική του περασμένου αιώνα, να κουβαλάω τον πουριτανισμό, τις ανασφάλειες και τις καθημερινές του δυσκολίες. Δεν είμαι καν καθηγητής συγκριτικής λογοτεχνίας σε αμερικανικό κολέγιο ούτε σπουδαστής συγκριτικού ερωτισμού και αχαλίνωτου πόθου.
Ωστόσο, ο Φίλιπ Ροθ με το πασίγνωστο βιβλίο του, «Ο καθηγητής του πόθου», κατάφερε να με κάνει να δείξω συμπάθεια για τον ήρωά του - φορτωμένο με δικά του αυτοβιογραφικά στοιχεία, όπως συνηθίζει, «...τίποτα δεν είναι πιο ζωντανό μέσα μου απ’ την ίδια μου τη ζωή...»- και να ενδιαφερθώ για τις αντιφάσεις ενός ανθρώπου που κερδίζει το χαμόγελό μου και εκμαιεύει την αμέριστη προσοχή μου. Του θρυλικού ήρωά του, Ντέιβιντ Κέπες.
Το βιβλίο μπορεί να γράφτηκε το 1977 και να συντηρεί χαρακτηριστικά ενός πρώιμου ακόμη Ροθ -που είχε βέβαια προλάβει να γράψει τη «Νόσο του Πορτνόι»- και στην εποχή του να κατόρθωσε να εγείρει και πάλι αντιδράσεις από φεμινιστικούς και εβραϊκούς κύκλους (όπως πάντα, ο καθένας για τους δικούς του λόγους), αλλά το 2006 το μυθιστόρημα αυτό μεταφερμένο στα Ελληνικά από το Νίκο Παναγιωτόπουλο (κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις) και ειδωμένο από τη σύγχρονη οπτική των πραγμάτων, συνεχίζει να κουβαλάει την ομορφιά της στιλιστικής γραφής του δημιουργού του.
Δεν είμαι φεμινίστρια ούτε αντιφεμινίστρια -σήμερα ποιος άραγε μπορεί να είναι ένα από τα δύο και να έχει και σοβαρό μάλιστα λόγο γι’ αυτό;- οπότε μπόρεσα να σταθώ χωρίς προκατάληψη απέναντι στο βιβλίο και από εκείνη τη μεριά που μου υπαγόρευσε ο συγγραφέας του. Η αντιφατικότητα του. Η στυγνή του ειλικρίνεια που με κάνει να τον εκτιμώ. «...έχω τις παραξενιές μου και το ταλέντο, προφανώς, να μετατρέπω τον εαυτό μου και τις επιλογές μου σε δράμα, αν και, πάνω απ’ όλα, σημασία έχει πως είμαι απόλυτος -ένας απόλυτος νέος- και δεν ξέρω άλλο τρόπο ν’ αλλάζω δέρμα απ’ το να μπήγω το νυστέρι και να ξεσκίζω τον εαυτό μου απ’ τη μιαν άκρη ώς την άλλη. Είμαι ή το ένα ή το άλλο. Κι έτσι, στα είκοσί μου χρόνια, ξεκινώ να άρω τις αντιφάσεις και να προσπεράσω τις βεβαιότητες...»
Η ευστροφία και η οξυδέρκειά του που με κάνει να εκπλήσσομαι και φέρνει μια φρεσκάδα που κρατάει ζωντανό το ανάγνωσμα μέχρι τέλους. Η διαρκής αμφιβολία του που συναντάει τη δική μου. «...Στα είκοσί μου πρέπει να πάψω να παριστάνω άλλους και να Γίνω Εγώ ή, έστω, ν’ αρχίσω να παριστάνω εκείνον που πιστεύω πως θα έπρεπε να έχω γίνει...» Η πολυπλοκότητα της σκέψης του που με αιχμαλωτίζει στους δαιδαλώδεις διαδρόμους της. «...’’Γεννιόμαστε αθώοι’’ έχει γράψει το κορίτσι, ‘’υπομένουμε την τρομερή διάλυση των ψευδαισθήσεών μας ώστε να μπορέσουμε ν’ αποκτήσουμε τη γνώση, κι ύστερα ζούμε με το φόβο του θανάτου -και το μόνο που μας χαρίζεται, είναι κάποια ψήγματα ευτυχίας για ν’ αντισταθμίσουν τον πόνο.’’...»
Μα, πάνω απ’ όλα με μάγεψε η εκκωφαντική κραυγή της προσωπικής μοναξιάς ενός άνδρα που αρθρώνει ο Ροθ τόσο ξεκάθαρα και αποφασιστικά παρά τις φλυαρίες του -όχι και τόσο εκτεταμένες, είναι η αλήθεια. «...Τις νύχτες που νιώθω τελείως μόνος μου, τις νύχτες που πιάνω να μιλάω στον εαυτό μου και σε ανθρώπους, που δε βρίσκονται εκεί, αναγκάζομαι μερικές φορές να καταπνίξω την έντονη επιθυμία μου να ουρλιάξω για βοήθεια στο θυροτηλέφωνο...» Με απορρόφησε πλήρως το βιβλίο του, αν και δεν υπήρχε κάποιος πρόδηλος και προφανής λόγος. Μόνο με κάτι εφιαλτικά νουάρ αστυνομικά μυθιστορήματα που βασίζονται στον τρομώδη υπαινιγμό και την παιγνιώδη υπόνοια, έχω νιώσει την ίδια νευρική έξαψη, όταν κάποιος τολμούσε να διακόψει την ανάγνωσή μου. Τέτοια ήταν η απορρόφηση από το βιβλίο κι αυτό γιατί ο Ροθ σε βυθίζει, όσο πολύ λίγοι δημιουργοί μπορούν να πράξουν, στο λογοτεχνικό του σύμπαν. Είναι η τέχνη του ψυχογραφήματος που εξασκεί με τόση μαεστρία και σε καθηλώνει. «...’’Ντέιβ, βγες στο δρόμο και χαιρέτα τους ανθρώπους. Όλα είναι πιθανά.’’...»
Μπορεί να μην γέλασα με τον Ντέιβιντ Κέπες, όπως είχα γελάσει στο «Βυζί», ούτε όπως είχα ξεκαρδιστεί με τον Πορτνόι, αλλά απόλαυσα την κατάδυση του ήρωα «καθηγητή του πόθου» στην ίδια την κατάργηση και την αναίρεση και την αμφισβήτηση των ηδονών και των εμμονών του. Τα ψευτοδιλήμματά του, να γίνει καθηγητής ή νταβατζής, απλώς αποκαλύπτουν την αθεράπευτη μοναξιά που ζει μέσα σ’ ένα ανδρικό μυαλό και κάνουν μια γυναίκα αναγνώστρια να τον συμπαθήσει, αντί να τον κατακρίνει για τα μισογυνιστικά του ξεσπάσματα.
Η συνεχής εξομολογητική του διάθεση είναι που απαλύνει τις γραμμές της ειρωνείας του που ελλοχεύει άλλωστε παντού. Διαπίστωσα ότι κατά παράδοξο τρόπο η κραυγαλέα στάση του Ροθ απέναντι στις γυναίκες και τον ερωτισμό είναι λιγότερο δηλητηριώδης και «επικίνδυνη» από τις καθημερινές τέτοιου τύπου επισημάνσεις του Απντάικ. Η υπόγεια παρατηρητικότητα του δεύτερου κάνει την καταφανή προκλητικότητα του πρώτου να ωχριά σε αποτελεσματικότητα. Ο Ροθ θίγει τις γυναίκες μπροστά στα μάτια τους με λυσσώδη τρόπο -όπως χτυπούν τα αγοράκια στο Δημοτικό τα κορίτσια, προκειμένου να κερδίσουν την προσοχή τους και να εκδηλώσουν την αγάπη τους-, αλλά δεν μπορείς παρά να τον αγαπήσεις, να τον αντιμετωπίσεις με συμπάθεια και συγκατάβαση. Ενώ νιώθεις να χάνεις λίγο το έδαφος κάτω από τα πόδια σου από κείνη την εκπεφρασμένη αγάπη του Απντάικ προς το άλλο φύλο. Που μοιάζει με κατακόκκινο τριαντάφυλλο που σου προσφέρει ο ίδιος, με καλά κρυμμένα αγκάθια. Αισθάνεσαι μόνο το τρύπημά τους.

Friday, June 02, 2006

Βουτιά στη λίμνη του ατελέσφορου

«Η πετονιά η σκοτεινιά ψάρι δεν ανεβάζει
κ’ η εργαζόμενη αδράνεια η δήθεν άπραχτη
μια ψεύτρα πυρετώδης αφυπνίζοντας
τη λάμψη στο κρασοπότηρο,
τα γοερά της αιθρίας αποφθέγματα,
γυρεύοντας να ψαύσω τον ασώματο ζόφο
τον όχι υπάρχοντα.
/στο σημείο αυτό σαν κάτι ν’ άκουσα
μέσα μου και το μεταγράφω την ώρα
τούτη-μεσημεράκι: -Πρόσεξε ποια
νύχτα θα τηράξεις απόψε` την ψεύτικη
ή την πραγματική/»

Απόγονος της νύχτας (1978), Νίκος Καρούζος




Δεν έχεις ψαρέψει ποτέ. Και λες να το επιχειρήσεις. Αφήνεσαι υπάκουα στις πρακτικές συμβουλές του γεροντότερου έμπειρου ψαρά. Μέχρι τώρα ήξερες μόνο να χαζεύεις τα ψάρια να τριγυρνούν μέσα στο θαλασσινό νερό ή να τα βλέπεις σ’ ενυδρεία διάφανα να σουλατσάρουν αιχμάλωτα και απαθή λόγω της αμελητέας τους μνήμης που δεν τους επιτρέπει να ξεχωρίσουν το ψεύτικο από το πραγματικό, το φυσικό από το τεχνητό.
Και ξαφνικά αποφασίζεις να αιχμαλωτίσεις κι εσύ ένα ψάρι, όχι με μια ανώδυνη απόχη ή ένα δίχτυ, αλλά μ’ αγκίστρι που αγκυλώνει. Τεντώνεις το καλάμι σου, το πετάς στο νερό και περιμένεις. Το ψάρι ανύποπτο τσιμπάει στο δόλωμά σου. Σηκώνεις τη λεία σου και την τραβάς με δύναμη από το νερό. Το ψάρι απαγκιστρώνεται και χτυπά στο πάτωμα της διπλανής βάρκας που είναι αραγμένη στο λιμάνι. Τραυματισμένο το βλέπεις να σπαρταρά, χτυπιέται κι αποστρέφεις το βλέμμα, εσύ που βοήθησες να του στερήσεις τη ζωή. Είναι ακόμη εκεί, το ψάρι νεκρό, δεν θα τολμήσεις να το χαϊδέψεις ποτέ ή να το ξαναρίξεις στο νερό. Το κουφάρι του μένει εκεί να σε γεμίζει ενοχές, τύψεις, να σου θυμίζει το σκοτάδι του δικού σου βυθού.
Αυτή την πικρή αίσθηση του ατελέσφορου, αφήνουν τα διηγήματα της Ελένης Κατσαμά που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα, με τίτλο «ΧΑΔΙ ΣΤΗ ΡΑΧΗ ΨΑΡΙΟΥ, Πέντε ιστορίες από χρώμα». Η αρχική ένσταση που μπορεί να έχει κανείς είναι πρώτα απ’ όλα για την ύπαρξη του χρώματος στις παραπάνω ιστορίες που μοιάζουν με καταδύσεις σε ένα προσωπικό τέλμα ή βυθό. Η μόνη χρωματική επιλογή που αναβλύζει από τις εντυπώσεις της ανάγνωσης, συνίσταται σε μια μελανή σκιά, που μπορεί να είναι παλιά πληγή ή σημάδι ανεξίτηλο που προϋποθέτει πόνο προηγούμενο, παρόντα ή μέλλοντα. Με ένα λόγο ρυθμικό αλλά δίχως κορύφωση, που αγωνίζεται φιλότιμα να υπάρξει ως ποιητικός, η συγγραφέας διατηρεί υπαινιγμούς τόσο προσωπικούς που ο αναγνώστης μένει με μια μόνιμη απορία για το αν αντιλαμβάνεται αυτό το ίδιο που εννοεί ή θέλει να τον προκαλέσει να αισθανθεί, η Κατσαμά.
Χάσματα έρχονται και καταργούν συνεχώς τη συμμετοχή του αναγνώστη σ’ αυτή την αμφίδρομη σχέση που ονομάζεται απόλαυση της ανάγνωσης και ξεκινά καταρχάς από την τέχνη του/της γράφοντος/-ουσας και περνά ύστερα είτε μέσα από την κατανόηση του κειμένου είτε μέσα από το αίσθημα που απλώνουν οι λέξεις στο πέρασμά τους. «...Η θλίψη καταλαμβάνει την περιοχή ανάμεσα στην καρδιά και το στομάχι, αυτό γίνεται το μυστικό καταφύγιό της κι όλα βουλιάζουν εκεί μέσα, σ’ εκείνη την κενότητα. Πατώντας στις μύτες των ποδιών σου, επισκέπτεσαι το δωμάτιο με τα βιβλία. Χάνεσαι στους διαδρόμους του, αγγίζεις τις σκληρές, παγωμένες ράχες τους και μυρίζεις τις σελίδες τους πριν διαβάσεις τις πρώτες σειρές...Τα δάχτυλά σου είναι εκείνα που φθείρονται, οι σελίδες των βιβλίων είναι άτρωτες...Εκείνο που ονόμαζες μυαλό έγινε ένα απόστημα που δε χωράει πια μέσα στο κεφάλι σου...»
Ομολογουμένως, το θυμικό του εκάστοτε αποδέκτη των διηγημάτων, σε ορισμένα κομμάτια των ιστοριών της συγγραφέως αντιδρά και ανταποκρίνεται δυνατά, με τον αναγνώστη είτε να αισθάνεται θυμό είτε φόβο είτε απέχθεια είτε να εισπράττει τον διάχυτο ερωτισμό και το ταξίδι των αισθήσεων. Πραγματικά, κάποια σημεία κατορθώνουν να αιχμαλωτίσουν τη συγκίνηση, με τη μουσικότητα του λόγου να λειτουργεί υπόγεια και καθοριστικά, αλλά όλο αυτό σαν να διακόπτεται βιαίως κάθε φορά από την εμμονή της Κατσαμά να εγκλωβίζεται σε κάτι εγκεφαλικά δαιδαλώδη μονοπάτια που δεν κατορθώνουν να βρεθούν σε αρμονία με την περιρρέουσα ποιητική ατμόσφαιρα.
«...Περισσότερο ο κυνισμός μου έθελγε τις μελαγχολικές υπάρξεις. Αν θυμάσαι, ήταν η αχίλλειος πτέρνα μου αυτές οι πορσελάνινες ερωμένες με τη βουβή θλίψη. Θα δοκίμαζα τα πάντα προκειμένου να διατηρήσω αυτό το συναίσθημα στα πρόσωπά τους, χωρίς βεβαίως να χρειαστεί να αγγίξω καν τα ευδιάκριτα όρια του σαδισμού. Για έναν ποιητή είναι τόσο εύκολο να τρέφει τη θλίψη στα μάτια των κορασίδων. Οι μικρές, πύρινες ερωμένες του θανάτου. Μάλλον ένα κράμα κυνισμού, ανιδιοτελούς τρυφερότητας και συγκρατημένης σκληρότητας τροφοδοτούσε το πάθος τους για μένα. Ωστόσο, αυτό δεν αφορά κανέναν στην προκειμένη περίπτωση και πολύ περισσότερο εσένα, σακατεμένε αισθηματία...»
Σκέψεις που μοιάζουν ατελείς, αισθήματα που λες κατατρύχονται από της μνήμης την τόσο παρούσα απουσία, όλα δοσμένα με μια κινηματογραφική θεατρικότητα, όσο αδόκιμη κι αν ακούγεται η φράση. Σαν να υποκλίνονται λόγια, ιδέες και προπαντός η μεταξύ τους σύνδεση, σε μια αποσπασματικότητα που εξυπηρετεί μια προσωπική θεώρηση της ολότητας για την ίδια τη συγγραφέα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο αναγνώστης είναι σε θέση να τα παρακολουθήσει και να ανακαλύψει την εσωτερική κι απόκρυφη τελικά συνοχή τους, όσο καλή διάθεση κι αγνές προθέσεις κι αν έχει. Η θεατρικότητα προσάπτεται στις μορφές των ανθρώπων και η κινηματογραφική απόχρωση στο σκηνικό που εμφανίζονται αυτές και στην επιδίωξή τους να κινηθούν εντός του. «... Την περιμένει για να υπάρξει, όπως το φεγγάρι τη δύση του ήλιου. Κι αυτή συμμαχεί με την αγριότητα...’’Ο φόβος σας κατάντησε ανυπόφορος. Δεν βρίσκω πια ευχαρίστηση εδώ μέσα...δεν μπορώ να συμμετάσχω σ’ αυτό που μου προσφέρετε, δεν είμαι επαρκής’’».

Η λυσσώδης παραφορά της αυτάρκειας

(Ο reader μου θύμισε ένα κείμενο που είχα γράψει παλιότερα για το σχεδόν συνομήλικό μου Αύγουστο Κορτώ)


Την επόμενη φορά που θα αντικρίσετε τη γραφική φιγούρα ενός πλανόδιου μουσικού κάπου στο δρόμο σας, μην την προσπεράσετε τόσο βιαστικά. Ρίξτε μια δεύτερη και μια τρίτη ματιά. Κοντοσταθείτε και μια ολόκληρη ιστορία, από ένα θρίλερ εξάπλωσης μιας θανατηφόρας επιδημίας μέχρι ένα υπαρξιακό δράμα, μπορεί να κρύβεται πίσω από τις μελωδίες και τα στιχάκια που σιγομουρμουρίζει ή βροντοφωνάζει ο μουσικός τύπος που συναντήσατε. Τουλάχιστον, τέτοιες ιδέες διασπείρει στη σκέψη του αναγνώστη, με το καινούριο του βιβλίο ο Αύγουστος Κορτώ. Πρόκειται για τη νουβέλα «Η ΛΥΣΣΑ» από τη σειρά «ΒΛΕΜΜΑΤΑ» των εκδόσεων ΜΙΝΩΑΣ.
Ο ευρηματικός συγγραφέας αυτή τη φορά, όπως ο ίδιος ομολογεί, καταφεύγει στη θεματολογική κλοπή του μυθιστορήματος του Αλμπέρ Καμύ, «Η Πανούκλα» και φτιάχνει μια ιστορία από κείνες τις σύντομες αλλά περιεκτικές, που στριφογυρίζουν για καιρό στο μυαλό του αναγνώστη και τον κάνουν να φέρνει συχνά στα χείλη του το ψευδώνυμο του συγγραφέα. Αυτή τη φορά ο Αύγουστος Κορτώ επιλέγει ένα θέμα μακάβριο, πιο σκοτεινό από τις προηγούμενες νουβέλες του, το οποίο και αναγκάζει τον άνθρωπο που το διαβάζει να ψάξει για μια δεύτερη ανάγνωση πίσω από τις γραμμές του. Αν και ο συγγραφέας αρκείται στο ξεδίπλωμα μιας αυστηρής αφήγησης, δηλαδή χωρίς φλυαρίες, άσκοπους επιθετικούς προσδιορισμούς και λυρικά μέρη, κατορθώνει να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα υποβλητική της σήψης και του θανάτου που αν δεν υπήρξε πραγματικά στο Μαυρόδασο της Πίνδου (το μυθιστορηματικό χώρο που αναφέρει ο ίδιος) μπορεί να ταιριάξει γάντι σε οποιαδήποτε κλειστή κοινωνική ομάδα -ή μονάδα- που ζει στις παρυφές ή τους γκρεμούς της αυτάρκειάς της και κινδυνεύει τελικά από τα ίδια τα υλικά που τη συνθέτουν.
Με τα απολύτως απαραίτητα συστατικά για μια γρήγορη πλοκή, ο συγγραφέας αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη σε μια αγωνιώδη παρακολούθηση της ασθένειας που περιλαμβάνει τα στάδια-κεφάλαια του βιβλίου: τη μόλυνση, την επώαση και την ερήμωση. Όπως κάθε «επιδημικό» επεισόδιο που θα μπορούσε να ξεσπάσει σε οποιαδήποτε έκφανση της κοινωνικής πραγματικότητας, διαθέτει το φορέα του Κακού, τον ίδιο του το σωτήρα-καταστροφέα και βέβαια το κύτταρο εκείνο που θα κρατήσει ζωντανό το Κακό και ανά πάσα ώρα και στιγμή –ποιος ξέρει;- μπορεί να το μεταδώσει.
Γραμμένη η ιστορία με μια λιτότητα που επιτείνει την τραγικότητά της, κάνει τον αναγνώστη να περιμένει τη λύτρωση σχεδόν με απόγνωση, κάτι που ο συγγραφέας φροντίζει μέχρι τέλους να μην μειώσει, ακόμη κι όταν έχει πει την ύστατη φράση του. Τα «άνθη του Κακού» μπορεί να καίγονται στην πυρά, αλλά ο «σπόρος» τους ταξιδεύει. Αυτό είναι που αφήνει την αίσθηση ότι το βιβλίο μπορεί να συνεχιστεί κάπου εκεί έξω, ερήμην του συγγραφέα και των αναγνωστών του, χάρη στη δύναμη της φαντασίας που ας μην ξεχνάμε ότι η πραγματικότητα την υπερβαίνει πάντα.
«…Πάντοτε φανταζόμουν το θάνατό μου σαν μια μεγάλη, συνεχόμενη πνοή, σαν μια εξαντλητική πρόταση στο τέλος ενός κουραστικού βιβλίου, όμως όταν ήρθε δεν έμοιαζε καθόλου μ’ αυτό, αλλά με μια σειρά κοφτές προτάσεις, μικρές και σύντομες, με βιαστικές αναλαμπές μες στις οποίες προλάβαινα ξαφνικά να αισθανθώ την αλλόκοτη ευτυχία που με περιτύλιγε, κι ύστερα πάλι με κατάπινε για λίγο το σκοτάδι…», έλεγε ο Αύγουστος Κορτώ στο «Γλύπτη του Δρόμου». Μια εικόνα που λες και απλώς τη μεγέθυνε ο ίδιος, προκειμένου να μιλήσει για τη «λύσσα» αυτή τη φορά. Και σε άλλα βιβλία του συγγραφέα διακρίνουμε βαθμίδες απόκρυψης των κειμένων του, μόνο στις προηγούμενες περιπτώσεις αυτό το επιτύγχανε με το χιούμορ, την υφέρπουσα ειρωνεία και τον αυτοσαρκασμό των ηρώων του. Στη «Λύσσα» φαίνεται να υιοθετεί ένα πιο «σοβαροφανές» ύφος, χωρίς να εμποδίζει ψήγματα της αιχμηρότητάς του να κάνουν «χιτσκοκικές» εμφανίσεις στο βιβλίο. Ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο έργο του είναι και η μητρική μορφή σε συνδυασμό με την απώλεια και το θάνατο, κάτι που ως ιδέα είχε αναπτύξει εκτενέστερα στο προηγούμενό του έργο «Ο γιος της Τζοκόντας», χρησιμοποιώντας ένα ιδιαίτερα επιτυχημένο εύρημα.
Η σχέση του Δημήτρη με τη μητέρα του, στη «Λύσσα» διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο επίσης, με την απουσία εκείνης να εμφανίζεται σε πρώτο πλάνο και την παρουσία των εμμονών της (η αγάπη για τις γάτες) να αποβαίνει μοιραία για τον οικισμό που είχε ταμπουρωθεί στην αυτάρκειά του και ήθελε μόνο να αφομοιώνει τις ξένες μάζες αδιάκριτα, χωρίς να κάνει ένα βήμα μπροστά, χρησιμοποιώντας τις ίδιες τις επιδράσεις τους. Ένα αδιάφορο χωνευτήρι ήταν το Μαυρόδασο που ζητούσε μόνο τον καθρεφτισμό και την αναπαραγωγή του. Ευτυχώς, που υπάρχουν όμως και οι «τρελοί» του χωριού για να δώσουν τη λύση με τις φωτεινές αναλαμπές της ψυχής τους που αν και άρρωστη –για τους πολλούς- αποδεικνύεται η πιο υγιής, ικανή να σηκώσει στους ώμους της το βάρος της τιμωρίας και της λύτρωσης. Η δύναμη της καρδιάς, της αγάπης, αποδεικνύεται η πιο ισχυρή από όλα και αναζωπυρώνει την ελπίδα, βγάζει από το λήθαργο την ίδια τη ζωή και την τροφοδοτεί για να νικήσει το θάνατο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα τον φέρει πάντα μέσα της: «…και τότε η Πετρούλα έσκισε με όση δύναμη είχε το νυχτικό της κι έσπρωξε το κεφάλι του στο στήθος της, πάνω στη ρώγα που ξεχείλιζε γάλα, γάλα για το νεκρό μωρό. Κι ο Δημήτρης, που άλλο τίποτα δεν θα μπορούσε να πιει εκείνη την στιγμή χωρίς να ξεψυχήσει, άρχισε να ρουφά με απληστία το γάλα, ένα μεγάλο άρρωστο μωρό, και το γάλα τον έκαιγε, ήταν γλυκό και τον έκαιγε, κι όταν λαχανιασμένος άνοιξε το στόμα και κοίταξε, τα ποδαράκια του μωρού είχαν σταματήσει να κουνιούνται, κι η Πετρούλα χαμογελούσε. Για πάντα. …»