Η αμφισημία του κλασικού

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)

«...Το πρόσωπό μου μοιάζει μ’ ένα πρόσωπο που έχετε δει πολλές φορές. Οι πρόγονοί μου κατέκτησαν μια ήπειρο προχωρώντας με κόπο πάνω στις πεδιάδες σπαρμένες θάνατο, μέχρι που έφτασαν σ’ έναν ωκεανό που είχε στραμμένη την πλάτη του στην Ευρώπη και ατένιζε ένα ακόμα σκοτεινότερο παρελθόν...»


Να είσαι μαύρος, και γκέι, και νόθος γιος, και φτωχός, και αμερικανός που προτιμάς την Ευρώπη αλλά ζεις τη νεότητά σου στις Ηνωμένες Πολιτείες κάτω από τη σκληρότητα του ιεροκήρυκα πατριού σου, καθώς έχεις γεννηθεί στο Χάρλεμ τα χρόνια του Μεσοπολέμου σε μια κοινωνία βυθισμένη στην υποκρισία και τον πουριτανισμό της, προφανώς δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου. Η λογοτεχνία γίνεται αναπόφευκτα ένα σίγουρο καταφύγιο και δεν σε υποθάλπει απλώς, κατορθώνει να σε αναδείξει, αλλά και σε να σε ταξιδέψει στο μέλλον, μέσω του έργου σου.
Αυτή είναι η περίπτωση του James Baldwin. Ένας συγγραφέας που διαβάζοντας το έργο του «Το δωμάτιο του Τζοβάνι» -κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο μεταφρασμένο από την Τερέζα Βεκιαρέλλη)- και το οποίο γράφτηκε το 1956, αισθάνεσαι ότι δεν έχουν αλλάξει και πολύ τα προβλήματα των ανθρώπων από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα κι ύστερα. Όπως γράφει και ο ίδιος, «...Το ερώτημα είναι μπανάλ, αλλά ένα πραγματικό πρόβλημα της ζωής είναι ακριβώς ότι η ζωή είναι τόσο μπανάλ...». Ωστόσο, ο Baldwin παίρνει το κοινότοπο -για μας πια, καθώς η ομοφυλοφιλία στα χρόνια του ήταν σίγουρα ένα πολύ μεγαλύτερο ταμπού- και καταφέρνει να το αναγάγει σε μείζον υπαρξιακό ζήτημα, χωρίς σπουδαιοφανείς αναλύσεις και βαρύγδουπες ρητορείες. Λέει μια ιστορία, με καθημερινό τρόπο -τουλάχιστον έτσι σε αφήνει να νομίζεις- και σε συνεπαίρνει με τη δραματικότητα που προσδίδει στο απλό. Ο ήρωάς του είναι ένας νέος που ενώ βρίσκεται για διακοπές με τη φίλη και αγαπημένη του στο Παρίσι, στη διάρκεια σύντομης απουσίας της, έρχεται αντιμέτωπος με το δικό του ομοφυλοφιλικό πάθος. «...οι άνθρωποι, όμως, δυστυχώς, δεν μπορούν να επινοήσουν τα αραξοβόλια τους, τους εραστές και τους φίλους τους, όπως δεν μπορούν να επινοήσουν και τους γονείς τους...»
Και εξομολογείται τα εσωτερικά του δεινά, τις συγκρούσεις και την αμφιρρέπεια που τον κατατρέχει. Ο αναγνώστης του βιβλίου δεν χρειάζεται να έχει ομοφυλοφιλικές αναζητήσεις για να πάσχει μαζί με τον πρωταγωνιστή του βιβλίου. Φτάνει μόνο να αισθάνεται ότι δεν χωράει πουθενά στη ζωή του, ότι τον τρώει το σαράκι των δικών του επιθυμιών, όχι απαραίτητα σεξουαλικών. Αρκεί η προσωπική υπαρξιακή αγωνία του αναγνώστη για να γίνει μέτοχος του λογοτεχνικού μυστηρίου που ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια του ο δημιουργός. «...ο χρόνος είναι ένα κοινό πράγμα, είναι σαν το νερό για τα ψάρια. Όλοι είμαστε μέσα σ’ αυτό το νερό, κανένας δεν βγαίνει έξω απ’ αυτό, ή αν βγει, του συμβαίνει το ίδιο που συμβαίνει και στα ψάρια, πεθαίνει...»
Αρκεί η ανοιχτή καρδιά, το ανοιχτό μυαλό, για να καταλάβεις και να νιώσεις το συγγραφέα. Αρκεί να αισθάνεσαι τι είναι εσωτερική πάλη -καταβάλλει τη μέγιστη προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση άλλωστε ο λογοτέχνης. Αρκεί να μην επικεντρώνεις το ενδιαφέρον σου στη σεξουαλική αμφισημία του συγγραφέα, αλλά να είσαι σε θέση να διακρίνεις μια άλλη αμφισημία, εκείνη του κλασικού του έργου, η οποία συνίσταται στις κλασικές λογοτεχνικές του αρετές από τη μία πλευρά -καθώς δημιουργεί μια ατμόσφαιρα αριστοτεχνικά αποπνικτική- και στη μοντέρνα ομορφιά του, 50 χρόνια περίπου μετά την πρώτη του κυκλοφορία.
Η αγάπη, η ανθρωπιά και το αντίθετό τους αντιπαλεύουν με τη μνήμη, τη λήθη και το αποτύπωμά τους στη ζωή, όσο επώδυνο κι αν είναι αυτό. «...Οι άνθρωποι που θυμούνται τρελαίνονται από τον πόνο, τον πόνο να αναβιώνουν αιωνίως το θάνατο της αιωνιότητάς τους. Οι άνθρωποι που ξεχνούν παθαίνουν μια άλλου είδους τρέλα, την τρέλα της άρνησης του πόνου και του μίσους της αθωότητας. Κι ο κόσμος είναι κατά κανόνα χωρισμένος ανάμεσα σε τρελούς που θυμούνται και τρελούς που ξεχνούν. Οι ήρωες είναι σπάνιοι...»
Η αναζήτηση της αλήθειας είναι και στην ιστορία του μια επίπονη διαδικασία που λαμβάνει χώρα μέσα στον ιστό των ανθρωπίνων σχέσεων. «...οι άντρες -όχι μόνο τα μωρά σαν κι εσάς, αλλά και οι γέροι ακόμα- χρειάζονται πάντα μια γυναίκα να τους λέει την αλήθεια...» Η ομορφιά των επιλογών, αλλά και η σκοτεινή πλευρά του μυαλού και των αισθημάτων βρίσκει χώρο να καταστεί σχηματικά σ’ ένα δωμάτιο, αυτό του Τζοβάνι. Η δράση και η αντίδραση των ηρώων σ’ αυτό το χειμαρρώδες αφήγημα -που πότε κινείται σε ρυθμούς νωχελικής τζαζ και πότε σε τόνους ενός μελαγχολικού ρέκβιεμ- καθορίζεται από τις παρορμήσεις τους, τα τραυματικά βιώματα του παρελθόντος ή του παρόντος, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, τα συναισθήματα, τις επιθυμίες και τη λογική που αναμοχλεύει την προσωπική οπτική των πραγμάτων με την εξωτερική κοινωνική σύμβαση σε ένα παιχνίδι διαρκών συγκρούσεων. «...ίσως πατρίδα να μην είναι ένας τόπος, αλλά απλώς και μόνο μια αμετάκλητη κατάσταση...»

Ο συγγραφέας

Ο James Baldwin γεννήθηκε στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης στις 2 Αυγούστου του 1924. Στα δώδεκά του χρόνια δημοσίευσε το πρώτο του διήγημα στην εφημερίδα της εκκλησίας, όπου ο θετός του πατέρας ήταν ιεροκήρυκας. Από το 1943 αφιερώθηκε αποκλειστικά στο γράψιμο. Στο τέλος της δεκαετίας του ’40 κατέφυγε στην Ευρώπη, λόγω οικογενειακών και προσωπικών δυσκολιών αλλά και του ρατσισμού που επικρατούσε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Έζησε για δέκα χρόνια περίπου στην Ευρώπη, κυρίως στο Παρίσι και στην Κωνσταντινούπολη. Το 19587 επέστρεψε στις ΗΠΑ όπου και συμμετείχε ενεργά στο Κίνημα Πολιτικών Δικαιωμάτων των Μαύρων. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στη Νότια Γαλλία, όπου και πέθανε στις 30 Νοεμβρίου του 1987. Στα ελληνικά κυκλοφορεί επίσης το έργο του «Μια άλλη χώρα» από τις Εκδόσεις Πατάκη.