Η μυθοπλασία του έρωτα

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)

«Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε
Σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα
Παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους
Τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
Και στη σκόνη του καιρού
Σημαίνει πως φοβούμαστε
Και η ζωή μάς έγινε ξένη
Ο θάνατος βραχνάς»

Γιώργος Σαραντάρης


Δεν φοβάται ο Ταχάρ Μπεν Τζελούν να είναι ποιητής, να ακουμπά τις γυναίκες με το αφηγηματικό του ραβδάκι, να αγγίζει το θάνατο με τις λέξεις, να υμνεί τη ζωή μέσα από τους λαβυρίνθους των συναισθημάτων και των σκέψεων, των ψευδαισθήσεων και της οφθαλμαπάτης.
Στο βιβλίο του «Λαβύρινθος Συναισθημάτων» που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Λιβάνη σε μετάφραση της Ελένης Χρονοπούλου και επιμέλεια του Μανώλη Πιμπλή, ξεδιπλώνει τις πτυχές ενός πολύ γνώριμου «υφάσματος» που καλύπτει τη ζωή, τη ζεσταίνει, τη θρέφει και άλλοτε την ξεγυμνώνει, τον έρωτα. Άξιος συμπαραστάτης σε αυτό το έργο ο Ερνέστ Πινιόν-Ερνέστ, ο οποίος ντύνει με τα σχέδιά του τις σελίδες του βιβλίου, αποτυπώνοντας και συμπληρώνοντας ενίοτε τη συγκίνηση που αναβλύζει από τις αράδες του συγγραφέα.
Θα δανειστώ ένα στίχο από ένα λαϊκό τραγούδι για να περιγράψω το αίσθημα που κατακλύζει τις γραμμές αυτού του εξωτικού, ακριβού και πλούσιου σε ψυχικές αναδιπλώσεις «υφάσματος» που ο Ταχάρ Μπεν Τζελούν αφήνει να δούμε τις άκρες του, τις λείες απαλές του επιφάνειες, τις ξεφτισμένες του κρυφές παρυφές: «έχει η αγάπη κάτι νόμους που δικαιώνουν τον απόντα». Αυτή την απόλυτη δικαίωση της απουσίας, τη μαρτυρική της ύπαρξη σέρνει ο αφηγητής του βιβλίου, φυγαδεύοντας σ’ ένα παιχνίδι αναπολήσεων και αναπλάσεων κάποιας πραγματικότητας -ερωτικής ίσως- όχι μόνο τον καλλιτέχνη που φιλοτεχνεί τα σχέδια στις σελίδες του αλλά και τον ίδιο τον αναγνώστη.
Σ’ ένα παραμύθι αισθήσεων και παραισθήσεων που σχεδόν μόνο η πραγματική ζωή ξέρει να ενορχηστρώνει τόσο τέλεια και αρμονικά, ο νους και η καρδιά ενός άνδρα περιπλανώνται στη Νάπολη της απάτης, του εγκλήματος, της σήψης, της σωματεμπορίας και της σύγχρονης μαφίας, για να ξαναβρούν και να ξαναζήσουν, όπως μπορούν, έναν παρελθόντα έρωτα που γίνεται ενεστώτας εξακολουθητικός των αναμνήσεων. «...Η ανάμνηση ενός πόνου είναι επίσης πόνος. Τριάντα χρόνια είχαν περάσει και ήμουν ο ίδιος άνθρωπος, πιστός στα πολυάριθμα μυστήρια της Νάπολης, πρόθυμος για την καταστροφή και πάντα έτοιμος να εμπλακώ σε ιστορίες τόσο περίπλοκες όσο αυτή».
Με ποιητικό ρυθμό, με εικόνες που μπερδεύουν εκμαυλιστικά την πραγματικότητα με τη μνήμη, ο αφηγητής υφαίνει τον ιστό ενός έρωτα, χρησιμοποιώντας το σκηνικό της πόλης σαν ζώσα εικόνα που μεταλλάσσεται συνεχώς. Δεν ξεχνάει να αποστασιοποιείται και να παρατηρεί τον ίδιο του τον εαυτό μέσα στο πότε ονειρικό και πότε εφιαλτικό κύμα: «...Ίσως δεν ήμουν παρά ένας γέρος ποιητής που νόμιζε ότι είχε υποδεχτεί στη ζωή του έναν έρωτα αθάνατο...» Σ’ αυτό το βιβλίο οι γυναίκες του Ταχάρ Μπεν Τζελούν κουβαλάνε κάτι από τη δυναμική των φιγούρων από εκείνες τις «Τρεις γυναίκες» του Ρόμπερτ Μούζιλ, χωρίς να διαθέτουν, ωστόσο, την εξονυχιστική βαθιά περιγραφή του αυστριακού δημιουργού. Ανάερες εικόνες, έτοιμες να φύγουν -φεύγουν κάποτε είναι η αλήθεια και επανέρχονται μέσα στα παιχνίδια του μυαλού. Πρόκειται απλώς για την ποιητική, καίρια καταλυτική και γενναία ματιά κάποιων ανδρών δημιουργών στην προσπάθειά τους να καταλάβουν τη Γυναίκα. Και τι πιο γοητευτικό από άνδρες που κατορθώνουν να σπάσουν τα σύγχρονα στερεότυπα του macho κυνισμού αλλά και του γλυκερού μελό -και τα δύο δημιουργούν την ίδια αποστροφή- και να περιγράψουν τη Γυναίκα διεισδυτικά, αληθινά, στιβαρά, δηλαδή γενναία. Το ίδιο σαγηνευτικό είναι όταν γυναίκες δημιουργοί καταφέρνουν να υπερβούν τα εσκαμμένα του δαιδαλώδους ψυχισμού τους και πέρα από προσωπικά συμπλέγματα και πρότυπα του συρμού να αρθρώσουν λόγο για τον Άντρα απενοχοποιημένα και αυτούσια. Ένα όλον, δηλαδή, που εκλείπει γύρω μας και έχει δώσει τη θέση του σε νευρωτικά, σπασμωδικά κομμάτια ενός θρυμματισμένου καθρέφτη που δεν δείχνει τίποτα πια, ούτε πρόσωπα ούτε ψυχές και προπαντός καμιά αλήθεια. Μόνο κάτι τάχα μου ρεαλιστικά στιγμιότυπα fake κι αυτά μιας εικονικής πραγματικότητας.
Η αμφιβολία, η αβεβαιότητα με την οποία σμιλεύει τις εκδοχές της ιστορίας του ο συγγραφέας δημιουργούν μια ατμόσφαιρα μαγική, αυτή που αξίζει στη μυθοπλασία του έρωτα: με όνειρα, ανανεούμενους ορίζοντες, μια ρευστή γλώσσα που αφήνει το σουρεαλισμό να κάνει καλά τη δουλειά του προς αυτήν την κατεύθυνση, υποθάλποντας την υγρασία του έρωτα, την «πνευματική κουφόβραση», την ξηρασία της στυγνής πραγματικότητας. «...Ένας μακρύς δρόμος με δέντρα αρχίζει από το βλέμμα. Λένε ότι οι χυμοί είναι τα συναισθήματά τους...»

«...Πίστευα ότι οι αναμνήσεις παραμένουν ανέπαφες, περνώντας έτσι από την πλήξη στην έκσταση, από την πλάνη στην πίκρα. Να γερνάς σημαίνει να χτίζεις ένα σπίτι όλο και πιο μεγάλο, με αναμνήσεις, με άγια λείψανα, με λάμψεις φωτός, με βαθιές σκιές και βαριές πέτρες...»