Η δικαίωση της αποτυχίας

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή)


Είναι ένα μυθιστόρημα που δεν ξέρεις πολύ σίγουρα, αν διάβασες καθαρά τις γραμμές του και αν μπόρεσες να δεις πίσω απ’ αυτές, γιατί τα μάτια ήταν θολωμένα από δάκρυα καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης. Στην αρχή, κλαις απ’ τα γέλια, το χιούμορ του συγγραφέα δεν σ’ αφήνει να κάνεις διαφορετικά -κι ας συνυπάρχει το αστείο με το πικρό- και μετά, κλαις από τη συγκίνηση. Σε αναγκάζει ο ήρωάς του να πάσχεις κι εσύ κι ας κάνει τα πάντα να αλαφρύνει την ατμόσφαιρα με τα σπαρταριστά σχόλιά του.
Πρόκειται για «Το χρονικό ενός αδικημένου ποιητή» του Αστέριου Τσίκρα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Ο βασικός του ήρωας και αφηγητής των ίδιων των παθών του, ο Ασημάκης Βραϊλας είναι ένας πολύ συνηθισμένος άνθρωπος, που βαριέται το σχολείο γι’ αυτό το παρατάει. Έχει τη φλόγα της καλλιτεχνίας στη σκέψη του και μόνο, αφού μαγεύεται από τους φορείς της τέχνης, ασχέτως αν τα ερεθίσματά του στην επαρχία που ζει και στο οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον, είναι φτωχά και λίγα, ωστόσο είναι καταλυτικά για την ευαίσθητη ψυχή του. Στην πρώτη του νεότητα αποφασίζει να πάρει τη ζωή στα χέρια του και να πάει στην Αθήνα για να βρει την τύχη του ή καλύτερα για να ζήσει την αποτυχία του σε όλο της το εύρος και σε όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Η αποτυχία -και η επιμονή της στη ζωή του μυθιστορηματικού προσώπου- θα γίνει το πιο σίγουρο διαβατήριο για να περάσει στο λαμπερό δρόμο της ευτυχίας, έχοντας πληρώσει πάντοτε τα «διόδια» και με το παραπάνω κιόλας. «...Θα έλθει το ένα, θα έλθει το άλλο, θα έλθει το χρήμα, θα έλθει ο έρως, θα έλθουν καλύτεραι ημέραι -νισάφι πια! Ήθελον κάτι εκείνην την στιγμήν, εκείνον τον καιρόν, το αύριον δεν με απασχολεί, μπορεί και να μην είμαι ζων την αύριον ημέραν, το σήμερα επιθυμών διακαώς να ζήσω...»
Ο Ασημάκης Βραϊλας επιθυμεί να γίνει ποιητής κι ας φτάσει να νιώσει στο πετσί του, πόσο «απόβλητος» θεωρείται ο «όρος» και η ιδιότητα που αυτός αντιπροσωπεύει, στο σύγχρονο κόσμο. «...Ενώ ο χαρακτηρισμός ‘’ποιητής’’ εδήλωνε κάτι το ανύπαρκτον, εν ψώνιο που περιφέρεται άνευ εργασίας, βρίσκον απλώς ομοιοκαταληξίας ή γράφον εις ελεύθερον στίχον ποιήματα τα οποία δεν εκφράζουν τίποτε το συγκεκριμένον, δεν προσφέρουν κάτι το ωφέλιμον εις την κοινωνίαν και, το κυριότερον, δεν είναι δυνατόν να αποτιμηθούν εις χρήμα! Ουσιαστικώς δηλαδή ο ποιητής είναι άνεργος -και ας είμεθα πολύ ευτυχείς εμείς οι ποιηταί που, όποτε διαπράττεται ληστεία, δεν συλλαμβάνουν εμάς ως υπόπτους...»
Στην πραγματικότητα η ποίηση γίνεται το ρυμουλκό για να σύρει τον ήρωα στο απόγειο της αποτυχίας του και εκεί ν’ ανοίξει ένα παράθυρο για να μπει το ζωογόνο φως της ευτυχίας, με τη μορφή του έρωτα και της φιλίας. Προηγουμένως, όμως, ο Ασημάκης θα πρέπει να ζήσει το αδιέξοδο, να αναμετρηθεί με τον εαυτό του, τη μοναξιά του, την ίδια του τη θλίψη, την απογοήτευση, τη ματαίωση των πάντων. Κι αυτός θα γίνει ο πιο σίγουρος δρόμος για την έλευση της αγάπης και της ομορφιάς στη ζωή του. «...κι η άνοιξη αργούσε λίγο ακόμη - ευτυχώς, διότι δεν είχα πλέον καμίαν διάθεσιν να την υποδεχθώ, διότι η άνοιξη ήτο σκληρή, θα ήτο σκληρή, θα ήτο άδεια, κρύωνα, πεινούσα, ήμουν μόνος και σπάραζα, αιμορραγούσα εις κάποιον θλιβερόν διάδρομον δημόσιου νοσοκομείου, φοβόμουν, φοβόμουν πολύ. Εγώ ήμην μόνος...»
Ο συγγραφέας κατορθώνει να συνθέσει έναν πολύ συμπαθητικό κεντρικό χαρακτήρα, χρησιμοποιώντας τον για να διατυπώσει μέσω του ιδίου ένα πολύ δυνατό, καίριο και εύστοχο σχόλιο για τη σύγχρονη λογοτεχνική και κοινωνική πραγματικότητα. Ο πολυβασανισμένος Ασημάκης, μέσα από την πότε άδολη αφέλειά του και πότε με την κοφτερή του ειρωνεία μιλάει για τους πάντες και τα πάντα. Καμουφλαρισμένος πίσω από τη σκόπιμη αγραμματοσύνη του -πραγματικά πολύ γοητευτική η γλώσσα που χρησιμοποίησε ο Τσίκρας, ακόμη και αν αυτό ήταν ένα τέχνασμα ακόμη για να κάνει πιο αποτελεσματικό το σαρκασμό του- ο επίδοξος ποιητής είναι σε θέση να χλευάσει κάθε στοιχείο της πραγματικότητας που κονιορτοποιεί τα όνειρα των ανθρώπων και τους αναγκάζει να επιδοθούν σε έναν αγώνα για αναγνώριση και επιτυχία, προκειμένου να υπάρξουν.
Το ωραίο είναι ότι η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα -παρά την κατ’ επίφαση αχρονικότητα που φαίνεται να επιλέγει ο δημιουργός- περνά μέσα από τα πυκνά φίλτρα του χιούμορ και της ανθρωπιάς του ήρωά του. Δεν περιγράφεται ένας αποστειρωμένος μυθιστορηματικός κόσμος, αλλά το κοινωνικό περιβάλλον, με μια ιδιομορφία: αυτή της αληθινής ευαισθησίας, που δεν διστάζει να «σφάξει με το βαμβάκι» ακόμη και τον ίδιο τον πρωταγωνιστή. «...Εσκέφθην: ‘’Ασημάκη, μη γράφεις μόνο διά την χαράν της γραφής, μην περιγράφεις μόνο απαστράπτοντα αντικείμενα, αλλά κάμε κάτι ουσιώδες’’...»
Ο παιγνιώδης τρόπος -όπως αυτά τα τόσο απολαυστικά και αιχμηρά «ποιητικά σχεδιάσματα»- που υιοθετεί ο Τσίκρας, τον βοηθά να σκιαγραφήσει το προφίλ του ανθρώπου που δεν έχει «τα φόντα επισήμως -κοινώς αναγνωρισμένα» να αγαπηθεί ή να μεγαλουργήσει, αλλά διαθέτει κάτι κρισιμότερο, τη δύναμη να αγαπάει και να αγωνίζεται γι’ αυτό. Ακόμη κι αν τα όπλα του για να αντιμετωπίσει την ίδια τη ζωή και τις αντιξοότητές της είναι κάτι άτεχνα στιχάκια. «...’’Γράφεις τώρα;’’, κι εγώ του είπα κοφτά: ‘’Όχι, ζω’’...»