Αγκάλιασμα στην περίλυπη ετερότητα

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στις 4/9/2004 στη Φιλολογική Βραδυνή)


«...Κ’ είναι γραφτό σε κάθε νέο ποιητή
αν θε να ψάλλει αληθινά με χάρι,
η Ευμορφιά και η Αγάπη να κρατή
της σφαλιστής καρδιάς του τ’ ανοιχτάρι...»

(Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ, Γ. Μ. ΒΙΖΥΗΝΟΣ)


Μόνο η σκιά του Βιζυηνού από τους σαλεμένους τοίχους του Δρομοκαϊτειου μπορεί να γνέψει καταφατικά ή με διάθεση αποποίησης, για την αλήθεια και την ερμηνεία της ψυχής που ξαναδίνει μέσα από τη γραφίδα του ο Μισέλ Φάις στο μυθιστόρημά του «Ελληνική αϋπνία» (Εκδόσεις Πατάκη), στη φιγούρα του λογοτέχνη που έζησε δυο αιώνες πίσω. Ο αναγνώστης, ιδίως αν έχει βυθιστεί σε μια «εκούσια αϋπνία» για να διαβάσει το βιβλίο, καταλήγει πράγματι να αισθάνεται «ως συνσυγγραφέας, καθώς νιώθει την ανάσα του αφηγητή σαν ανάσα του, πίσω από κάθε πρόσωπο, πίσω από κάθε φράση, πίσω από κάθε σιωπή», για να χρησιμοποιήσουμε τα ίδια τα λόγια του συγγραφέα.
Αυτό το χρυσό βραχιόλι της τέχνης που ο Μισέλ Φάις υποστηρίζει ότι ο Βιζυηνός περνά στον καρπό του αναγνώστη του, είναι το ίδιο κόσμημα που φορά κι εκείνος στο δικό του αναγνώστη. Πρόκειται για ένα γοητευτικό βιβλίο που αναστατώνει τους λάτρεις του Βιζυηνού για την εμβρίθεια και την τρυφερότητα που αντιμετωπίζει τη μορφή του, ακόμη κι όταν πρόκειται να μπήξει βαθιά το νυστέρι στην ψυχή και το ταραγμένο μυαλό του λογοτέχνη του 19ου αιώνα. «Τι να αντιτείνετε; Ότι εσείς υποπέσατε στο όγδοο αμάρτημα; Στο αμάρτημα της λύπης, που χωρίζει τον ανατολικό από το δυτικό κανόνα κολασμού;»
Αποκτά κανείς μια συνολική εικόνα για το τι ήταν ο Βιζυηνός, ποια εποχή εξέθρεψε τη μεγαλοφυία και την τρέλα του, ποια κοινωνία τον έριξε στο νοσηρό της περιθώριο, ποια διανοουμενίστική ελίτ στην αρχή τον περιέβαλε με το χιτώνα της γραφικότητας κι ύστερα τον αποθέωσε, μόλις αισθάνθηκε ασφαλής για την αυτοδιατήρησή της. «Τελικά ίσως αυτό να είναι ο βιζυηνισμός: η μετά την πτώση ανύψωση. Γι’ αυτό η τρέλα χωρίς τρελό θυμίζει τιμωρία χωρίς έγκλημα. Χάσε αυγά και πασχάλια εσύ, κι εδώ είμαστε εμείς (σινάφι, τρέχον γούστο, ομαδική μνήμη), θα σε αποκαταστήσουμε (ανδριάντες, συνέδρια, ταρατατζούμ) πανηγυρικά. Και να μην γεννιόσασταν, η εποχή θα σας επινοούσε.»
Η τέχνη του και η προσωπικότητά του δεν χωρούσε πουθενά παρά στην ψυχή των αναγνωστών του από το μέλλον φαίνεται, και ο Μισέλ Φάις με το σύνθετο αυτό μυθιστόρημα και ομολογουμένως ευφάνταστο, ως προς τη μορφή του, αγκαλιάζει την πληγωμένη πλευρά του Βιζυηνού, την περιθάλπει αλλά με μια ιδιομορφία: δεν την καθαγιάζει ούτε τη χρησιμοποιεί για ηθικοπλαστικές υποδείξεις προς ναυτιλομένους στα μονοπάτια της λογοτεχνίας. Απλώς, με μια τόσο εύστοχη και ψαγμένη -που μοιάζει να υποκινείται από ρυθμούς κουρασμένης νωχέλειας της γνώσης- ερμηνεία του φαινομένου Βιζυηνού, φωτίζει ένα σύγχρονο προσωπικό παρόν στα ενδότερα του αναγνώστη.«Κι όταν κάποιος ανακατεύεται με τις διαφορές του, οφείλει να είναι προετοιμασμένος για τα χειρότερα. Γιατί; Μα διότι η λογοτεχνία είναι η μοναδική ίσως ασθένεια όπου πεθαίνεις από το ενδεδειγμένο φάρμακο.»
Το εύρημα μιας τριαδικής υπόστασης που υφαίνει τον ιστό της ισχύος που διαθέτει η λύπη, ως πάθος αγιάτρευτο και ιδιότροπο, αποδεικνύεται όχι μόνο ιδιαίτερα χρήσιμο και λειτουργικό, αλλά γίνεται ο δίαυλος της επικοινωνίας του ανθρώπου που συνταίριαξε τις λέξεις και στις εποχές στις γραμμές της «Ελληνικής αϋπνίας», με την ίδια τη βαθύτερη ουσία της ύπαρξης και της λογοτεχνικής αξίας του Βιζυηνού, αλλά και των νοημάτων που προσλαμβάνει ο σύγχρονος αναγνώστης. «Επειδή η λογοτεχνία (η καταραμένη αυτή ασθένεια) ούτε ιατρικόν σηκώνει, ούτε σφάλματα αναγνωρίζει, ούτε από ακατάπαυστα δάκρυα λυγίζει.»
Ο συγγραφέας διαθέτει μια κρυστάλλινη διαύγεια στα καλοζυγισμένα σχόλιά του για το Βιζυηνό που δεν διστάζουν να κόψουν σαν μαχαίρια τη σάρκα της αλήθειας του για να στάξει αίμα ζωντανό και φλεγόμενο, από το απόστημα του μυαλού του που τον πρόδωσε και τον απομάκρυνε από τα εγκόσμια. «Τη στιγμή που το εργοστάσιο για στίχους δουλεύει διπλή βάρδια, το ‘’εργοστάσιο για καθημερινότητα’’ σφραγίζει τις μηχανές.»
Η τραγική μοίρα του καλλιτέχνη συνδέεται με αόρατα νήματα -που ο Μισέλ Φάις κατορθώνει να κάνει ορατά, ιδίως για όποιον τυχαίνει να αγαπά χωρίς να ξέρει το γιατί και το Βιζυηνό και τον Καρυωτάκη- με το λίγο μεταγενέστερό του αυτόχειρα ποιητή. Η ετερότητα του καθενός από τους δύο δεν κατάφερε να τη «βγάλει καθαρή» στην εποχή τους ή έστω με τα λιγότερα δυνατά τραύματα. Και οι δύο οδηγήθηκαν πέρα από τα όρια, στην καταστροφή. Υπήρξαν μέσα στο περιθώριό τους κραταιοί, παλεύοντας στα μαρμαρένια αλώνια της λογοτεχνίας, με στίχους και πεζά. Έγραψαν την προσωπική τους ιστορία, ο πρώτος θυσιάζοντας στην αρχή το μυαλό και μετά το κορμί του και ο δεύτερος λαβώνοντας τελειωτικά το σώμα του. Όπως λέει τόσο καίρια ο Φάις για τον Καρυωτάκη, «Ανέλαβε την πολιτική ευθύνη μόνο της σφαίρας που φύτευσε στην καρδιά του- δηλαδή του περίλυπου σαρκασμού των στίχων του.» Τα επιστολικά δοκίμια του συγγραφέα σφύζουν από πάθος που αποτελεί την κινητήρια δύναμη, την ενέργεια που διαπερνά σαν ηλεκτρικό ρεύμα τον αναγνώστη ο οποίος έχει ανοιχτές τις πόρτες της καρδιάς του και μπορεί «πάνω στα πικρά, πικρά τραγούδια...λοιπόν να κουρδίσει τα φαιδρά, φαιδρά τραγούδια» τα δικά του.