Wednesday, December 27, 2006

Το κινητήριο δίπτυχο της ζωής και της ύπαρξης

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή της 23ης Δεκεμβρίου 2006)



Ένας λογοτέχνης που έχει χρησιμοποιήσει και «ακονίσει»στο έπακρο τις αισθήσεις του αναγνωστικού κοινού, με το κορυφαίο εκείνο μπεστ σέλερ, «Το άρωμα», στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Πάτρικ Ζίσκιντ, επιχειρεί με ένα δοκίμιο να ιχνηλατήσει δύο «σκοτεινές» -με την έννοια της αδυναμίας προσέγγισης και διερεύνησης (άλλωστε όσο καλεί όσφρηση κι αν διαθέτεις, αναγνωστική ή λογοτεχνική, δεν σε βοηθά καθόλου με τα προαιώνια ερωτήματα)- τοποθεσίες της ανθρώπινης ύπαρξης. Με το κείμενό του που φέρει τον, απολύτως προφανή για το θέμα, τίτλο «Για τον έρωτα και το θάνατο» και το οποίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός σε μετάφραση Μαρίας Αγγελίδη, προσπαθεί να συμπυκνώσει όλη την ανθρώπινη σοφία για το ζήτημα και να την παρουσιάσει στον αναγνώστη του. Εδώ φυσικά γεννάται και το ερώτημα: τι ξέρει ο άνθρωπος για τον έρωτα και το θάνατο ή τι ξέρουν παραπάνω οι φιλόσοφοι από τους υπόλοιπους για το θέμα αυτό; Η απάντηση εύλογα κοινότοπη (Απολύτως τίποτε, δηλαδή) θα την λάβει ο αναγνώστης αφού διαβάσει το πόνημα του Ζίσκιντ, του οποίου ούτε οι επικλήσεις προς το Σωκράτη για βοήθεια δεν κατορθώνουν να καταστούν ιδιαίτερα αποτελεσματικές...
«...Αλλά είναι μάλλον πιο λογικό να μιλάμε για μια παροδική αποβλάκωση του ανθρώπου, αποβλάκωση οφειλόμενη στον έρωτα. Όπως όλοι ξέρουμε, είναι αδύνατο να συζητήσει κανείς λογικά μ’ έναν ερωτευμένο -και μάλιστα για το αντικείμενο του έρωτά του. Καλοπροαίρετες παρατηρήσεις, ακλόνητα επιχειρήματα, αναμφισβήτητες αλήθειες, όλα πηγαίνουν στο βρόντο όταν συγκρούονται με το μεγάλο Αλλά του: «Αλλά τον (ή την) αγαπώ!...» Αυτή είναι και η μόνη σταθερή αλήθεια περί έρωτος που μπορεί να την παραδεχτεί ο καθένας και δεν επιδέχεται απολύτως καμία αμφισβήτηση.
Κατά τα άλλα, δεν λέει και τίποτα καινούριο ο συγγραφέας για τον έρωτα και το θάνατο, περισσότερα είχε πει στο πασίγνωστο μυθιστόρημά του «Το άρωμα» είναι η αλήθεια, ωστόσο κάνει τη φιλότιμη προσπάθεια να οργανώσει τη σκέψη μας με γόνιμο τρόπο: «...από τις απαρχές του πολιτισμού ο άνθρωπος ως καλλιτέχνης (και από την εποχή του Ορφέα ως ποιητής) με ελάχιστα θέματα ασχολήθηκε τόσο επίμονα όσο με τον έρωτα. Διότι οι ποιητές, ως γνωστός, δεν γράφουν γι’ αυτά που ξέρουν, αλλά ακριβώς γι’ αυτά που δεν ξέρουν...»
Το σημείο που παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι ο συγκριτικός παραλληλισμός της ιστορίας του Ορφέα και της Ευρυδίκης με την προσωπικότητα και την πορεία του Ιησού. Ο αναγνώστης μπορεί να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα και ιδίως για το ερώτημα, αν θέλει να παραμείνει άνθρωπος ή να απογίνει θεός. Θα μου επιτρέψετε να υποστηρίξω ότι το πρώτο είναι ιδιαζόντως δύσκολο την εποχή που ζούμε και αποτελεί επιτυχία μέγιστη, αν όχι ευλογία για κείνον που το κατορθώνει. Το δεύτερο, άλλωστε, το ισχυρίζονται πολλοί ότι το κατακτούν ή το κατέκτησαν, γραφικοί ή τρελοί και ακόμη περισσότεροι ότι θέλουν να το κατακτήσουν. Δηλαδή, θεοί, πολλοί εζήτησαν να γίνουν, άνθρωποι, ελάχιστοι. Κι αυτό λέει κάτι. «...Η ιστορία του Ορφέα μας συγκινεί μέχρι σήμερα επειδή είναι η ιστορία μιας αποτυχίας. Η υπέροχη προσπάθεια να συμφιλιωθούν μεταξύ τους οι δύο αινιγματικές θεμελιακές δυνάμεις της ανθρώπινης ύπαρξης, ο έρωτας και ο θάνατος...»

Η βίαιη ανακωχή με το παρελθόν

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή της 16ης Δεκεμβρίου 2006)


«...Το δέρμα, η όψη της, ένας χιλιοπαιγμένος δίσκος. Εκείνη η παλιά μελωδία του έρωτα που με ηλέκτριζε ως το μεδούλι των οστών, τώρα ένα διαρκές γρατσούνισμα από τη βελόνα που σκάβει το ίδιο αυλάκι επί δέκα συναπτά έτη...»



Το επιτάσσει η εποχή με τους ρυθμούς της να μένει πίσω το παρελθόν και να μην πολυσυγκινεί κανέναν, καμιά φορά ούτε και τους ίδιους τους πρωταγωνιστές του. Είναι οι καταστάσεις και οι άνθρωποι που τρέχουν, ιδίως αυτοί οι τελευταίοι ισχυρίζονται ότι τρέχουν να προλάβουν το τρένο της ζωής τους. Το παράδοξο είναι ότι συχνά αυτό παραμένει πεισματικά ασάλευτο, ακόμη κι αν οι επίδοξοι επιβάτες του κινούνται με κινηματογραφικές ταχύτητες Βέγγου, λες, υπακούοντας σε κείνη τη φιλοσοφική ατασθαλία του Ζήνωνος του Ελεάτη.
Η «Λευκή πετσέτα στο ρινγκ» το τελευταίο μυθιστόρημα του Νίκου Δαββέτα που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κέδρος, επιχειρεί να δείξει την ανακωχή με το παρελθόν που επιτυγχάνει για τους ανθρώπους και το ιστορικό γίγνεσθαι, ο ίδιος ο χρόνος, με την αμείλικτη τροχιά του που διαγράφει όπως εκείνη θέλει την έννοια του σημαντικού και του φλέγοντος. «...Γιατί μπορεί η δημοσιογραφία να είναι -όπως μας έλεγαν- «η τέχνη του επείγοντος», όμως δεν υπάρχει τίποτα πιο επείγον από την ίδια σου τη ζωή, ιδιαίτερα όταν τη βλέπεις να φεύγει μέσα από τα χέρια σου...»
Ο ήρωας της ιστορίας του Δαββέτα, ένας δημοσιογράφος, θα αλλάξει τις προτεραιότητές του, με την ευκαιρία και την αφορμή ενός αφιερώματος για τον Εμφύλιο που του αναθέτει το περιοδικό στο οποίο εργάζεται. Θα αναγκαστεί να δει τον ίδιο του τον εαυτό μέσα από τα κάτοπτρα των ιστορικών εκδοχών που περνούν μπροστά από τα μάτια του, χάρη στις διηγήσεις των φερόμενων ως πρωταγωνιστών εκείνων των γεγονότων του 1944, και θα αφήσει το δηλητήριο που έχει στοιχειώσει τις μεταπολεμικές γενιές να βρει αυλάκι να κυλήσει από μέσα του, με τα παράπονα της δικής του ζωής, έξω από το σώμα του, αφού πρώτα βασανίσει δεόντως ένα από τα ζωτικά όργανά του, εκείνο που χαρακτηρίζει την ανδρική του φύση, τον προστάτη.
«Εκείνο που μας πονάει ακόμη δεν είναι τα κτήματα που χάσαμε, δεν είναι οι άνθρωποί μας που σκοτώθηκαν, δεν είναι η εξουσία που μας την άρπαξαν μέσα από τα χέρια, είναι το μίσος. Τόσο μίσος από συγχωριανούς, γειτονόπουλα που μεγαλώσαμε μαζί, φάγαμε από το ίδιο πιάτο... Πού βρέθηκε τόσο μίσος;»
Σ’ αυτό το βιβλίο του συγγραφέα, το παρελθόν γίνεται ένα φίλτρο για να καθαρίσει το τοπίο του σήμερα στα μάτια του πρωταγωνιστή του μυθιστορήματός του. «...το μόνο σοβαρό χρόνιο νόσημα που με βασανίζει εδώ και καιρό είναι η ίδια μου η ζωή...» Έχει λόγο εδώ ο ήρωας -κι ας είναι και εσωτερικός μονόλογος-, είναι σε θέση να αντιδράσει ακόμη και με την παθητικότητά του κάποτε, ακόμη και με τις σπαρακτικές διαπιστώσεις του ματαιωμένου του βίου «...Ζωές απόντων προσπάθησα να ζήσω. Τίποτα το ολοκληρωμένο...» Σε αντίθεση με την αμέσως προηγούμενη νουβέλα του Δαββέτα, «Το θήραμα» όπου εκεί τα γρανάζια της Ιστορίας συνέθλιβαν τους πρωταγωνιστές και η τραγωδία δεν υπονοούνταν, αλλά άπλωνε αδίστακτα το πένθος της σαν φωτογραφικός φακός που απαθανατίζει αμετάκλητα. Μια κι έξω.
Η οξεία ευαισθησία του συγγραφέα παρούσα απολύτως σ’ αυτό το μυθιστόρημα διαπερνά σαν δριμεία υγρασία και νοτίζει τις λέξεις του. Κάπου στη μέση της ανάγνωσης του «Λευκή πετσέτα στο ρινγκ» ένιωσα ότι έλειπε από το βιβλίο η δυναμική και το νεύρο της γλώσσας που χαρακτήριζαν τη νουβέλα του «Το θήραμα». Έβλεπα το χειρισμό του θέματος από το συγγραφέα κάπως αμήχανο και δειλό. Σαν να προσπαθούσε να του δώσει μια πολιτική ορθότητα, ανορθόδοξη με το ζήτημα με το οποίο είχε καταπιαστεί. Με τη ολοκλήρωση της ανάγνωσης, είχα αλλάξει γνώμη. Η χλιαρότητα του ήρωα ήταν η χλιαρότητα της εποχής μας. Διόλου παράδοξο. Η ειδοποιός διαφορά των παθών του παρελθόντος με τους ανάλατους καιρούς που διανύουμε, με την πολιτική ορθότητα του σύγχρονου κόσμου που προσπαθεί να αποκαθάρει τα πάντα ακόμη και από κάτι ζωτικής σημασίας: την αλήθεια.
Είναι σαν να μην έχει πια καμιά χρησιμότητα η αλήθεια, δεν μοιάζει να είναι απαραίτητη σε κανέναν, καθώς το βάρος των απωλειών που επισύρει είναι δυσβάσταχτο για το απολύτως αντιηρωικό σήμερα, το τόσο εμπαθώς απαθές. «...Η προσχεδιασμένη αποκάλυψή του ήταν ένα γερό χτύπημα κάτω από τη μέση. Από εκείνη τη στιγμή, δε μ’ ενδιέφερε πια να διαπιστώσω ποιος τελικά κρατούσε την άκρη σ’ αυτό το μπερδεμένο κουβάρι των εκτελέσεων. Δεν είχα την πολυτέλεια γι’ άλλες απώλειες. Σύρθηκα έξω από το κανναβάτσο πριν ο διαιτητής αρχίσει να μετρά ως το δέκα...»
Είναι η στιγμή που το λευκό πανί πέφτει ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, το πριν και το τώρα, το μέσα μας και το έξω μας, και επιχειρεί να επιτελέσει χρέη ειρηνευτικής δύναμης. Να τα βοηθήσει να συμφιλιωθούν, δείχνοντας κατάφορα την αποτυχία και των μεν και των δε: δηλαδή, και του παρελθόντος να περάσει αλώβητο στο σήμερα, διατηρώντας την αίγλη και τη σημασία του, αλλά και του παρόντος να πορευτεί μοναχό, χωρίς δεσμά εμφυλιακά να το πνίγουν, να το στραγγαλίζουν, να του στερούν τον αέρα της ζωής να αναπνεύσει. «Τελικά είμαστε αυτό που θυμόμαστε...»


(Καλώς σας βρίσκω πάλι όλους. Χρόνια πολλά και καλά!)

Saturday, December 16, 2006

Διάλειμμα για διαφημίσεις...

Μια εβδομάδα περίπου χωρίς η οθόνη να τρεμοπαίζει μπροστά στα μάτια μου...Βέβαια, αφού η λιακάδα με έχει τυφλώσει. Λιακάδα νύχτα μέρα. Και αργοσύνη, το αντίθετο του βιασύνη. Δεν βιάζεται κανείς για τίποτα. Ούτε κι εγώ...Σας στέλνω λίγη εκτυφλωτική ναυπλιώτικη λιακάδα, βγάλτε τα γυαλιά ηλίου και νιώστε τη. Μην βιαστείτε για λίγο κι εσείς για τίποτα.

Thursday, December 07, 2006

Εν αδεία ...διόλου ποιητική

Το μπλογκ είναι στην ευχάριστη θέση να δηλώσει ότι θα καταφέρει να πάρει τη χειμερινή του άδεια και θα φύγει για την "εξορία". Επιτέλους! Θα μου λείψετε μεν, αλλά θα σας επισκέπτομαι πού και πού να βλέπω τι γράφετε και τι συζητάτε μεταξύ σας. Μπορεί και να λέω κι εγώ την κουβεντούλα μου. Θα είμαι πάλι μαζί σας full time από 26/12. Μέχρι και την ερχόμενη Δευτέρα μπορείτε να με βρείτε στα μπλογκ να γυρνάω ασκόπως, μετά θα σιγήσω να ξεκουραστώ λιγάκι. Επιστρέφοντας θα σας φέρω αέρα αργολικό... Καλά Χριστούγεννα να περάσετε όλοι σας, αν και εγώ δεν είμαι καθόλου fan. Εις το επανιδείν!

Η καρδιά του ξένου

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί το Σάββατο 9/12/2006 στη Φιλολογική Βραδυνή)



«...Εμείς οι μυθιστοριογράφοι το γνωρίζουμε καλύτερα από τον καθένα. Κανένας δεν σκαρώνει μια φενάκη με σκασμένα λάστιχα, παλιοσίδερα και μπάζα. Χρειάζεται και η αυταπάτη το λούσο της. Εάν η εικόνα της φυσικής μου μητέρας δεν ταίριαζε με την εικόνα που είχα προσχεδιάσει, τόσο το χειρότερο για την εικόνα που είχα προσχεδιάσει...»




Μικρή, έπαιζα ένα παιχνίδι, εκβιαστικό ψυχολογικά απολύτως. Προς τη μητέρα μου, για να περάσω το δικό μου. Ισχυριζόμουν, εγώ η μικρή τύραννος, μεγαλοφώνως και επίμονα σε εκνευριστικό βαθμό ότι είμαι υιοθετημένο παιδί -προτιμούσα από τους τσιγγάνους, στην παιδική μου αλλά δηλητηριώδη γλώσσα, γύφτους τους έλεγα- και όχι αίμα από το αίμα των δικών μου. Η καθησυχαστική απάντηση γεμάτη καλοσύνη από τη γυναίκα απέναντί μου που τύγχανε να είναι η φυσική μου μητέρα κι ας την έλεγα εγώ ξένη, ερχόταν αμέσως: «Μα, πουλάκι μου, εμείς σε αγαπάμε ό,τι κι αν είσαι». Η ολοφάνερη ομοιότητά μου με τους φυσικούς μου γονείς δεν μου άφηνε περιθώρια να συνεχίζω μεγαλώνοντας το ανόητο κανιβαλικό μου παίγνιο το οποίο δεν χρειαζόμουν άλλωστε πια και έτσι βυθίστηκε στη λήθη του. Μέχρι που το ανέσυρε από εκεί ένα βιβλίο. «Η καλοσύνη των ξένων» (Εκδόσεις Μεταίχμιο), μια αληθινή ιστορία, του Πέτρου Τατσόπουλου.

Ένα βιβλίο που ενώ το άνοιξα στην πρώτη του σελίδα έτσι για να ρίξω μια ματιά ένα βράδυ, δεν κατόρθωσα να το αφήσω από τα χέρια μου παρά λίγες ώρες μετά, ξημερώματα, οπότε και ολοκλήρωσα την ανάγνωσή του. Ύστερα, είχα μια αμηχανία τι να γράψω γι’ αυτό το βιβλίο, τι να πω για μια αληθινή ιστορία, με ποιο δικαίωμα να εκφέρω γνώμη ή άποψη για ένα βιβλίο που φόρα παρτίδα εξιστορεί τη ζωή του συγγραφέα του και την περιπέτειά του ως παιδιού, πρώτα νόθου κι ύστερα υιοθετημένου. Σκέφτηκα ότι μια συνέντευξη με τον ίδιο το δημιουργό θα με έβγαζε από τη δύσκολη θέση, καθώς φυσικά θα περιερχόμουν σε μία άλλη ακόμη δυσχερέστερη: τι να ρωτήσω τον άνθρωπο, πώς να ρωτήσω, πώς να μην αγγίξω κάτι που πονάει, αν πονάει...Εγκατέλειψα κι αυτό το ενδεχόμενο. Είπα να πολεμήσω το φόβο μου και να γράψω αυτό ακριβώς που ένιωσα εγώ κλείνοντας το βιβλίο: με έκανε με έναν τρόπο να ξεφοβηθώ τον άλλο, τον ξένο, την υιοθεσία, την καλοσύνη και τα αντίθετά τους βέβαια, δηλαδή εμένα, τον εαυτό μου, τη φυσική γονική μέριμνα (παράδοξος μου φαίνεται ο όρος γραμμένος), την κακία.

Αυτό το βιβλίο ένιωσα ότι στο ζουμί του, στο μεδούλι του περιείχε την καρδιά αυτού που αισθάνεται παντού ξένος. Είναι πάντα ο Άλλος, μπαίνει στη θέση του άλλου, του όποιου άλλου. Με έναν παράδοξο τρόπο, δεν στάθηκα στην προσωπική ιστορία και τις περιπέτειες του Τατσόπουλου, θα μπορούσε να είναι η ιστορία ενός οποιουδήποτε άλλου παιδιού, ακόμη και η δική μου, αν τα είχε φέρει αλλιώς η ζωή. Έμεινα, όμως, στο πώς ειπώθηκαν αυτά από το συγγραφέα, στο πώς χειρίστηκε ο ίδιος τα βιώματά του λογοτεχνικά για να πουν μιαν αλήθεια, τη δική του σε πρώτη ανάγνωση και ταυτόχρονα του ίδιου του αναγνώστη του. Το θέμα του είναι ο ίδιος, είναι ο μικρός Πέτρος που μεγαλώνει και αποκτά κι αυτός δικό του παιδί, αλλά το βλέπει από την απόσταση που αρμόζει σε έναν καλό συγγραφέα. Το θέμα του είναι πικρό και δύστροπο και στενάχωρο και λυπητερό, ο ίδιος ωστόσο παίρνει όλο το βάρος και το σηκώνει εκείνος που το ‘ζησε, κι αφήνει τον αναγνώστη του ακόμη και να χαμογελάσει με το χιούμορ και την ειρωνεία και το σαρκασμό του.

Ανήκω στους αναγνώστες που δεν βρίσκω τον εαυτό μου στην ιστορία του Τατσόπουλου, δεν ταυτίζομαι με τον ήρωα -δεν θα μπορούσα εκ των πραγμάτων, αφού δεν είχα ζήσει κάτι ανάλογο, παρά τις παιδικές μου ψευδομαρτυρίες- παρά μόνο στο κλάμα για την ταινία εκείνη με τη Μαντόνα και το Ρούπερτ Έβερετ. Αλλά συνάντησα το συγγραφέα και κάπου αλλού, εκεί στα τελευταία τέσσερα κεφάλαια που πρέπει να τα διαβάσουν όλοι οι αναγνώστες που κρατούν το βιβλίο στα χέρια τους και φροντίζει ο ίδιος να τα διαβάσουν διατηρώντας την επαγρύπνησή τους μέχρι τέλους. Αποφάσισα στο τέλος ότι η αφήγηση της ιστορίας του Τατσόπουλου κρύβει κάτι άλλο εκτός από την προφανή και απολύτως κατανοητή, αν ισχύει, πρόθεση να βγάλει από πάνω του αυτό το βάρος ζωής, ως ενός άλλου ανάμεσα σε ξένους, ως ενός ξένου ανάμεσα σε άλλους: είναι η πρόθεση να σε κάνει να ξεφοβηθείς τον άλλον, να τον αγαπήσεις, να τον νοιαστείς αληθινά, να τον προσεγγίσεις, να τον βοηθήσεις αν μπορείς, χωρίς να μένεις απλώς εκστατικός μπροστά στην «ακηδία των αριθμών» και των στατιστικών* χωρίς μόνο να νιώθεις αποτροπιασμό και αηδία για την κατάντια της ανθρωπότητας που πουλάει παιδάκια, τα σκοτώνει με την πείνα και τη δίψα, τα εκπορνεύει, τα χωρίζει από τους δικούς τους, τα οδηγεί στο δρόμο, τα στέλνει ταχύτερα στους ουρανούς, ταλαιπωρημένα και μόνα, ξένα και άλλα* χωρίς μόνο να σταθείς στην προσωπική ιστορία ενός συγγραφέα και να ανοίξεις τα μάτια σου να δεις τι γίνεται πέρα από τη μύτη σου και την καλοβολεμένη ζωούλα σου. «...Είναι βολικά τα παιδιά. Είναι φιλότιμα. Αργά ή γρήγορα όλα κλαίνε. Κλαίνε και οι μεγάλοι. Αυτοί οι μικρομέγαλοι, τέλος πάντων, οι ακατανέμητοι. Ευσυγκίνητοι άνθρωποι. Μπήγουν τα γέλια. Μπήγουν τα κλάματα...Οι πιο τυχεροί πεθαίνουν. Οι λιγότερο τυχεροί μεταφέρονται στα νοσοκομεία. Τα νοσοκομεία είναι αποθήκες. Μπορείς να εναποθέσεις εκεί αμέτρητες σακούλες με ανθρώπους που ουρλιάζουν...»

Είναι η καρδιά του άλλου, του ξένου, αυτό το βιβλίο που άμα θες την ανοίγεις και μπαίνεις μέσα, άμα θες την κρατάς ερμητικά κλειστή και μένεις απέξω κι εσύ μόνος και ξένος, να ωρύεσαι σαν μικρό κακομαθημένο παιδί ότι είσαι υιοθετημένο, παιδί ενός άλλου κόσμου, όχι του δικού σου και δεν σε αφορά αυτός ο κόσμος, αφού δεν σε περιλαμβάνει, αφού εσύ αποφασίζεις με την αδιαφορία σου να μην τον αποτελείς.

Tuesday, December 05, 2006

Λογοκλοπή (mea culpa) ή αλλιώς, κλεμμένη προμετωπίδα

"...Γράφουμε γιατί είμαστε ανίκανοι να ζήσουμε. Αγαπάμε γιατί νοσταλγούμε ένα Θεό. Κάθε βιβλίο μια αποτυχία. Κάθε έρωτας μια φυγή. Μπορούμε να φέρουμε κάτι εις πέρας μόνο με κόλπα, μπορούμε να ζήσουμε μόνο πλαγίως. Δεν βρισκόμαστε ποτέ εκεί που νομίζουμε. Ο πόθος μας είναι ταγμένος στην αλητεία. Η θέλησή μας δεν έχει κανένα βάρος. Εντούτοις, καμιά φορά μάς έρχονται νέα από το αιώνιο. Τα φώτα που πέφτουν σ' ένα πρόσωπο. Ο κεραυνός που χτυπάει το μελάνι..."

Κριστιάν Μπομπέν, "Η Φάλαινα με τα πράσινα μάτια"

Friday, December 01, 2006

Αρετή

Η δόξα και η αρετή ορισμένων ανθρώπων είναι ότι γράφουν καλά*
για μερικούς άλλους είναι ότι δεν γράφουν καθόλου.

JEAN DE LA BRUYERE

Thursday, November 30, 2006

Οι κυματισμοί της ψυχής στον ωκεανό της ζωής

(Το κείμενο θα δημοσιευτεί το Σάββατο 2/12/2006 στη Φιλολογική Βραδυνή)


«...Η ζωή μας είναι γεμάτη από όλα αυτά που αναμένομε αλλά τελικά δε λένε να συμβούν, δεν μας δίδεται η χάρις...Χρειάζεται μεγάλο θάρρος για να μη βλάψεις τον εαυτό σου...»



Η θάλασσα έχει τη δυνατότητα να διαβρώνει. Αργά και σταθερά. Να σιγοτρώει απαλά και όμορφα, πότε γλείφοντας ήσυχα τα βράχια και πότε ρίχνοντας τις τρικυμίες της πάνω τους. Όπως τα αισθήματα, που ζουν άλλοτε μέσα στις ψυχές κρυφά και κάτω από τα υποστρώματα εμπειριών ζωής και άλλοτε σαρώνουν την ίδια τη ζωή χτυπώντας την επιφάνεια και την ουσία της με τρόπο σαρωτικά δριμύ.
Γι’ αυτή τη θάλασσα των αισθημάτων που είναι σε θέση να την κατανοήσει όποιος τη διαθέτει κιόλας μέσα και γύρω του, μιλάει η Ιωάννα Καρυστιάνη στο τελευταίο της μυθιστόρημα με τον εύηχο αλλά και ιδιότροπο τίτλο «Σουέλ» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Η ανάγνωση του βιβλίου κυλάει όπως το σουέλ, ο βουβός κυματισμός του ωκεανού, χάρη στη γλώσσα που επιλέγει η συγγραφέας για να ξεδιπλώσει την ιστορία της. Είναι μια γλώσσα ζηλευτά σμιλεμένη πάνω στις ζωές ανθρώπων που η μυθιστορία μπορεί να σκεπάζει τις μορφές τους με την αχλύ της. Δεν σε νοιάζει αν υπήρξαν αυτοί οι άνθρωποι, δεν σε νοιάζει καν αν παρουσιάζεται πειστικά η λογοτεχνική τους ανάπλαση, απλώς ακολουθείς τα χνάρια τους στο νερό. Στον ωκεανό της ψυχής που έχει και ναυάγια και μπουνάτσες και μποφόρ. Και αυτά τα περνούν απλοί καθημερινοί άνθρωποι, ιδιαίτεροι και μοναδικοί όσο η αξία της ζωής τους.

Αυτό μ’ αρέσει στην Ιωάννα Καρυστιάνη, που ασχολείται με ανθρώπους που ζουν σε ένα περιθώριο, αυτό της μοναδικότητάς τους να κρατάνε φυλαγμένα τα αισθήματά τους σαν θησαυρό. «...Καλύτερα η ζωή να περιγράφεται αδρά και να περιλαβαίνει λίγα, όποιος θέλει κι άλλα τα βρίσκει μέσα του και τα συμμαζεύει μονάχος...» Και δεν το συναντάμε συχνά στη ζωή μας αυτό, γι’ αυτό και περιμένει κανείς από τη μυθιστορία να το διαφυλάξει. Εκείνο που θαύμασα στο βιβλίο της τούτο, ήταν η ενάργεια με την οποία κατορθώνει να περιγράψει -αφού προηγουμένως διεισδύσει στο εσωτερικό της- την ανδρική ψυχή, μέσα από τη γυναικεία λογοτεχνική της ματιά. Με ισορροπία και αγάπη. Όσο για την πλευρά των γυναικείων χαρακτήρων, εκείνους τους αντιμετωπίζει με συγκατάβαση άλλοτε και άλλοτε με αιχμηρότητα, όπως ένας καλός καπετάνιος ξέρει να κουμαντάρει το πλοίο του, γιατί το γνωρίζει τόσο καλά όσο τον εαυτό του.

Η γραφή της σ’ αυτό το μυθιστόρημα είναι τόσο εμποτισμένη από το θέμα της αλλά και τις προθέσεις της ως προς αυτό, που κάνει το δεκτικό αναγνώστη να αισθάνεται τις αναταράξεις από τους κυματισμούς στις ζωές των ηρώων της. Γέρνει ο ήρωας, γέρνεις κι εσύ κατά τη μεριά του. Δένει τους κάβους ο ήρωας και προσαράζει στο λιμάνι, καταφεύγεις κι εσύ στο δικό σου απάγκιο μέσα σου.
«...Η ζωή είναι μια επιστροφή. Η μνήμη βάζει την όπισθεν και ξεθάβει πολλές μικρές ιστορίες σκόρπιες μέσα στα χρόνια, μετά τα εξήντα πέντε εβδομήντα μάλιστα η ταχύτητα επιστροφής είναι ιλιγγιώδης και αρκούν δέκα λεπτά για να γυρίσεις πίσω να τις μαζέψεις και να διαπιστώσεις πως δεν είναι παρά ξέφτια που απόμειναν από ένα παρελθόν που απέχει πια πολύ από σένα κι όσο μεγαλώνεις εσύ, μεγαλώνει και η απόσταση...»

Η αγία ελληνική οικογένεια ξεμπροστιάζεται για άλλη μια φορά σε ένα νεοελληνικό μυθιστόρημα, αλλά όχι δηλητηριωδώς. «...Θάνατοι και ζωές ενώνουν τις οικογένειες...» Μένει μια γλύκα στο τέλος, ότι έχει ειπωθεί η αλήθεια και δεν έχουν όλα τακτοποιηθεί για να ικανοποιηθεί το αίτημα του ρομαντικού αναγνώστη, αλλά για να αποκατασταθεί η τάξη, όπως στην αρχαία τραγωδία. Το καράβι κλυδωνίζεται στα κύματα, χάνεται για χρόνια στις θάλασσες και γυρίζει ύστερα στο λιμάνι του ταλαιπωρημένο, μπαταρισμένο και με πληγές που έχει ξεράνει η αλμύρα του θαλασσινού νερού. Το γλυκό νερό αναλαμβάνει να πλύνει τα τραύματα, να τα γιατροπορέψει και να τα απαλύνει στη στεριά των απάνεμων γηρατειών.
Ο βασικός πρωταγωνιστής της ιστορίας της Καρυστιάνη, ο Μήτσος Αυγουστής, εκτός από ναυτικός που έχει φάει τη θάλασσα με το κουτάλι, έτσι ώστε μπορεί πια να την περιδιαβαίνει στα τυφλά, είναι και ένας άνθρωπος βυθισμένος στην προσωπική του μοναξιά, την ερημιά μέσα του που προτιμά να τη ζει αυτή την κλεισούρα στον εαυτό του παρά να αντιμετωπίζει τους άλλους ανθρώπους της ζωής του. Αυτούς επιλέγει για μεγάλο διάστημα να τους αγνοεί, να τους κρατά μακριά του, να προσποιείται ότι δεν του λείπουν και δεν τους λείπει. Είναι ο φόβος που φωλιάζει στην ψυχή του που γίνεται τείχος ψηλό και ορθώνεται ανάμεσα σε αυτόν και τους δικούς του, που γίνεται ωκεανός ζωής που τους χωρίζει για χρόνια.

«...Το μίσος θέλει σφρίγος. Πρέπει να είσαι ξεκούραστος για να σου βρίσκεται η ορμή και η ένταση που θα σε ανυψώσει σε κάτι τόσο τραχύ και απόλυτο...» Η στυφάδα των ανερμάτιστων καταστάσεων που βιώνουν οι ήρωες του βιβλίου, δεν κρύβει πίσω της μίσος, μόνο βουβή αγάπη, βουβό πόνο, βουβό φόβο και αλήθεια που δεν ειπώθηκε ποτέ, δεν έσκασε με βία πάνω στους ανθρώπους σαν τρικυμιώδες κύμα, αλλά η απόκρυψη αυτής της αλήθειας κατέτρωγε τα σωθικά τους για μια ζωή χιλιοραγισμένη.

Monday, November 27, 2006

...Σουέλ...

"...Η ζωή μας είναι γεμάτη από όλα αυτά που αναμένομε αλλά τελικά δε λένε να συμβούν, δε μας δίδεται η χάρις..."

(Απόσπασμα από το τελευταίο μυθιστόρημα με τίτλο "Σουέλ" της Ιωάννας Καρυστιάνη, Εκδόσεις Καστανιώτη)

Friday, November 24, 2006

Η κομψή ...νοσηρότητα του βαθιά ανθρώπινου

(Το κείμενο θα δημοσιευτεί αύριο 25/11/2006 στη Φιλολογική Βραδυνή)

«...Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί όλοι αυτοί οι άνθρωποι νοιάζονται τόσο για μένα. Έως σήμερα οι πάντες με κοιτούσαν σαν να μην υπήρχα. Ήμουν διαρκώς Αόρατος Άνθρωπος, και τώρα, ξάφνου, είμαι ο χαμένος θείος που όλοι ξαναβρίσκουν...»



Γραφή μοντέρνα και αφοπλιστική. Εγκεφαλική που δημιουργεί το απολύτως δικό της λογοτεχνικό σύμπαν. Για να εισέλθεις στο πετσί της δεν χρειάζεσαι τίποτα παραπάνω εκτός από αγάπη για την ανάγνωση και τις εκδοχές της. Η αίσθηση είναι πρωτόγνωρη που αποκομίζεις, καθώς ο συγγραφέας είναι σε θέση να δημιουργεί μια υποβλητική ατμόσφαιρα, όχι μόνο με τα σκηνικά που στήνει, το φόντο, αλλά και την ψυχολογική αχλύ που περιβάλλει τις λέξεις του και ιδιαίτερα τα ψυχογραφήματα των πρωταγωνιστών στις ιστορίες του.
Οι ήρωές του λειτουργούν μέσα σε ιστορίες που φροντίζει να εξυφάνει η φαντασία του δημιουργού με αριστοτεχνικό τρόπο. Η γλύκα, η τρυφερότητα, η ειρωνεία, ο σαρκασμός, γίνονται όπλα σε μια μάχη για να σταθεί όρθιο και να αναδειχθεί το απολύτως ανθρώπινο στοιχείο. Η ίδια η ανθρωπιά, όπου φωλιάζει, όπως βρίσκει τρόπο να ανθίσει και να υπάρξει. Εκείνο που κομίζει ο Μισέλ Φέιμπερ στη σύγχρονη λογοτεχνία είναι η ιδιαίτερη οπτική του, ο τρόπος που προσεγγίζει τα θέματά του και δεν θυμίζει κάτι άλλο. Εκλεκτικές συγγραφικές συγγένειες που μπορεί να σου έρθουν στο μυαλό, είναι, ας πούμε, ο Καζούο Ισιγκούρο. Ο Φέιμπερ διαθέτει μια αυθεντικότητα που αποτελεί ζητούμενο και απορρέει από τον ευφυή τρόπο που ενορχηστρώνει τα πρόσωπα και τις καταστάσεις που τα βάζει να ζουν. Πρόσφατα στη χώρα μας κυκλοφόρησε η συλλογή με διηγήματά του «Τα δίδυμα Φαρενάιτ» από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, σε μετάφραση του Μιχάλη Μακρόπουλου.

Πρόκειται για ένα βιβλίο που σε ξαφνιάζει η κομψότητα με την οποία ο συγγραφέας αφηγείται τις ιστορίες του, χωρίς να γίνει κουραστικός, χωρίς να αισθάνεσαι ότι διαβάζεις κάτι χιλιοειπωμένο, χωρίς να βυθίζεσαι σε βεβαιότητες και χωρίς να πιστεύεις κι εσύ ως αναγνώστης ότι ακολουθείς την πεπατημένη. Γι’ αυτή την πολύ όμορφη αίσθηση ευθύνεται ο δημιουργός των ιστοριών που φροντίζει η γλύκα να εναλλάσσεται με τη σκληρότητα, η ευαισθησία να μπλέκεται με τη ρεαλιστική και κριτική επισκόπηση των κοινωνικών συνθηκών και της πραγματικότητας. «...Αυτό ήταν το πρόβλημα αν ήθελες να στήσεις οποιαδήποτε επιχείρηση εδώ πέρα. Ότι έπρεπε να επιλέξεις το εργατικό δυναμικό σου από ανθρώπους κολλημένους στο βούρκο της πλάνης τους, από χρόνιους άνεργους, αποτυχημένους χίπηδες, ανθρώπους με κλονισμένα νεύρα, αλκοολικούς, τρακαδόρους και ζητιάνους, μικροέμπορους ναρκωτικών...μια ολόκληρη ύπαιθρος γεμάτη αιώνιους ανεπρόκοπους που τα ετοιμόρροπα άθλια σπίτια τους βρομούσαν τσιγάρο, σκατά μωρού και αλκοόλ...»

Τα διηγήματά του μοιάζουν με κομμάτια μουσικής που δεν έχεις ακούσει πάλι, στην αρχή σε ξενίζουν ύστερα όμως, σε κάνουν μέτοχό τους, κοινωνό της μυσταγωγίας τους. Και το λεπτό χιούμορ του συγγραφέα, διόλου εύκολο ή προβλέψιμο, να ελλοχεύει εκεί που δεν περιμένεις να το βρεις. «...Η ησυχία ήταν απόλυτη. Συνήθως, στις επισκέψεις του Μορφέα, ο Παβαρότι ή ο Καρέρας τραγουδούσαν από τα ηχεία του απαρχαιωμένου στερεοφωνικού. Ο πατέρας της Ίλντικο ήταν το είδος ανθρώπου που πίστευε ότι τα σιντί δεν μπορούσαν ποτέ να συναγωνιστούν τους στιλπνούς οργανικούς τόνους του παλιομοδίτικου βινυλίου, ειδικά όταν έβγαιναν από ηχεία ρωσικής κατασκευής μεγάλα σαν τηλεφωνικοί θάλαμοι. Καθώς ήταν σχετικά κουφός, του άρεσε ν’ ακούει μάλλον δυνατά τους εισαγόμενους τενόρους του, αλλ’ αυτή τη στιγμή δεν ακουγόταν ούτε ψίθυρος από άρια...»

Εκείνο που πετυχαίνει ιδιαζόντως αποτελεσματικά ο Μισέλ Φέιμπερ είναι με χάρη να φτιάχνει ένα κλίμα νοσηρότητας, μέσα από παραδοξότητες συχνά καθημερινές και άλλοτε καταστάσεις που ανάγονται απολύτως στη σφαίρα μιας πολύ δημιουργικής και πρωτότυπης φαντασίας. Μέσα από την πνιγηρή ατμόσφαιρα -γιατί αυτό νιώθεις συχνά, να σου αφαιρεί τον αέρα να αναπνεύσεις ο συγγραφέας- ανοίγει χαραμάδες να διακρίνεις βαθιά ανθρώπινα συστατικά της ύπαρξης και της ψυχής. Όχι εύκολα προσπελάσιμα. Το γοητευτικό της γραφής του είναι ότι ακόμη και τη μεγαλύτερη τραγωδία μπορεί να την δώσει με μια περίεργη ελαφράδα. Και μένεις με την εντύπωση ότι για όσο διαβάζεις τα κείμενά του, μεταφέρεσαι πλήρως στον τόπο και το χρόνο τους -όχι πάντα με σαφήνεια προσδιορισμένα αυτά τα στοιχεία- και χάνεις την αίσθηση της πραγματικότητας. Κλείνοντας το βιβλίο, νιώθεις ότι σε ταξίδεψε αλλού. Κάπου βαθιά μέσα σου, με ένα τρόπο σαγηνευτικό και υπόγειο. Σαν να σου άνοιξε μια κλειδαρότρυπα να αντικρίσεις από λογοτεχνική απόσταση προσωπικής ασφάλειας τα ένστικτα και το δικό σου ασυνείδητο. Γι’ αυτό έχεις την αίσθηση ότι ξυπνάς από ένα όνειρο, πότε παραμυθητικό και πότε εφιαλτικό. Με αχνές εικόνες ανθρώπων που δεν ξέρεις αν πράγματι έχουν υπάρξει, αν ζουν μέσα σου, αν τις φαντάστηκες εσύ ή αν τις έχεις συναντήσει κάπου αλλού. Αλλά έχεις αισθανθεί την ανάσα και την πνοή τους. Σαν να σε κοίταξαν για μια στιγμή μέσα στα μάτια, ατένισες την ολότητα ή την αποσπασματικότητα της ψυχής τους και μετά αποσύρθηκαν, σημαδεύοντάς σε ανεξίτηλα.
Προφανώς, αυτή είναι και η δύναμη της λογοτεχνίας. Να φτάνει στα μύχια της ύπαρξης, με όχημα τις λέξεις και την προκλητική ομορφιά ακόμη και της ίδιας τους της σκληρότητας.

Thursday, November 23, 2006

Ιδανικός ομιλητής

Μ' αρέσει να ανακαλύπτω ότι οι άνθρωποι είναι αυτό που γράφουν ή μάλλον ο τρόπος που γράφουν. Χθες βράδυ, έζησα μια τέτοια επιβεβαίωση ακόμη. Έχει έρθει στην Ελλάδα ο συγγραφέας Τζέφρι Μουρ και παρουσίασε το νέο του βιβλίο στο Καναδικό Ινστιτούτο. Σε μια ζεστή και μικρή αίθουσα γεμάτη με βιβλία. Ένα αναλόγιο στην κορυφή του δωματίου και ο συγγραφέας που είχα απολαύσει το πρώτο του μυθιστόρημα "Σε δεσμά κόκκινων ρόδων (ρώτησε και το Σέξπιρ)" (Εμπειρία Εκδοτική) με χιούμορ, μια ελαφράδα στο λόγο του και στις κινήσεις του, με επικοινωνιακό χάρισμα (κληρονομικό ή μη, δεν ξέρω)και με ένα γοητευτικό ρυθμό και στιλ να μιλάει, χωρίς βαρύγδουπα λόγια για το νέο του έργο. Μαγεύτηκα. Κάποια στιγμή έπιασα τον εαυτό μου να κλείνει τα μάτια και να απολαμβάνει την ανάγνωση αποσπασμάτων στ' Αγγλικά και την απαράμιλλη πρόζα του Καναδού. Αμέσως έκανα την αντιπαραβολή με τις περισσότερες παρουσιάσεις βιβλίων ελλήνων συγγραφέων που έχω παρακολουθήσει και τις είδα να ωχριούν. Εγώ στην καρέκλα μου να βαριέμαι, το κοινό υπνωτισμένο και αδιάφορο συχνά, οι ομιλητές αδύναμοι να κεντρίσουν το ενδιαφέρον του. Η σύγκριση με τον καναδό δημιουργό έβγαζε χαμένους τους ιθαγενείς. Είχα μπροστά μου τον ιδανικό για μένα ομιλητή.
Όταν στη συνέχεια του μίλησα για το βιβλίο του που είχα απολαύσει την ανάγνωσή του, στην αφιέρωση που κοσμεί το εσώφυλλο του μυθιστορήματος πια, με ευχαρίστησε που υπήρξα "his ideal reader". Και το χάρηκα, ακόμη κι αν ήταν τυπικό απλώς, γιατί κάπου τα ιδανικά και των δυο μας είχαν συναντηθεί. Η τρυφερότητα και η ζεστασιά της γραφής του είχε αντίκρυσμα. Ήταν ο ίδιος που είχε γράψει το βιβλίο, χωρίς τείχη να τον περιχαρακώνουν στον περίκλειστο κόσμο μιας συγγραφικής περσόνας. Γιατί τι θέλουμε από τους καλλιτέχνες; Να μας τυλίγουν στο πέπλο της μαγείας τους. Κι αυτό το πετυχαίνει μόνο η προσωπική τους αλήθεια, όταν συναντάει και τη δική μας αλήθεια και εκτοξευόμαστε τότε στη σφαίρα της ομορφιάς και της καλαισθησίας. "Καλλίπυγος" άλλωστε είναι και η δική του αγαπημένη λέξη, ελληνική κι ας την προφέρει στην αγγλική γλώσσα με την καναδική του γλυκιά προφορά.

Friday, November 17, 2006

Ο επιστημονικός ορθολογισμός στην υπηρεσία της μυθοπλασίας

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στις 18/11/2006, στη Φιλολογική Βραδυνή)

ΜΟΤΟ: «...Μην ξεχνάτε πως είμαι Έλληνας. Σαν τον Πυθαγόρα κι εγώ, φοβάμαι πως μια ατέλεια στην αρμονία των αριθμών θα αντικατοπτρίζει ανάλογη ατέλεια στην αρμονία του Σύμπαντος...» (απόσπασμα από τα Πυθαγόρεια εγκλήματα)



Την τραυματική εμπειρία των άλυτων μαθηματικών προβλημάτων του βιβλίου της Γ΄ Δημοτικού που τα έλυνε η μαμά μου πρακτικά σε δευτερόλεπτα, αλλά εγώ σπαζοκεφάλιαζα ώρες, την δυσάρεστη αίσθηση ότι με σηκώνει ο δάσκαλος στον πίνακα κι εγώ δεν μπορώ να σύρω την κιμωλία μέχρι το τελευταίο «ίσον», την επιμονή του καθηγητή της Β΄ Γυμνασίου να μάθω τι εστί «πυθαγόρειο θεώρημα», την παπαγαλία των ασκήσεων γεωμετρίας της Β΄ Λυκείου που ξυπνούσα κάθε πρωί στις 5 για να μάθω, ε, δυστυχώς θα τα κουβαλάω πάντα. Ακόμη οι εφιάλτες μου στοιχειώνονται από αυτά, α, και Φυσική και κάτι Χημείες και Άλγεβρες, με κείνη τη ρημάδα την «παραγοντοποίηση». Ευτυχώς, που δεν χρειάστηκε παρακάτω να ζήσω μ’ αυτά, γιατί και έγκλημα θα μπορούσα να διαπράξω για πάρτη τους, τρόπος του λέγειν.
Μια ολόκληρη δεκαετία μακριά από τα σχολικά θρανία, δεν έφτασε να τα σβήσει και μόλις διάβασα «Πυθαγόρ...», σήκωσα αλαφιασμένη το κεφάλι και είδα τον πρότερο εφιάλτη να ορθώνεται μπροστά μου. Θα μου πείτε, είναι τώρα αυτή σοβαρή προσέγγιση για να ξεκινήσει κανείς να μιλήσει για λογοτεχνία; Δεν ξέρω αν είναι σοβαρή, αλλά αληθινή είναι.
Ευτυχώς, που δύο μυθιστορήματα που δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να αφυπνίζουν τη σκέψη του αναγνώστη και να διαφοροποιούν την οπτική κάτι πληγωμένων σαν κι εμένα από τα Μαθηματικά, απενεχοποιούν την ενήλικη ανάγνωση και μπορούν να σου ανοίξουν ένα παραθυράκι να οσμιστείς, ο ανίδεος και ο πλανεμένος από την ακατάλληλη σχολική διδασκαλία, τη μαγεία των Μαθηματικών και της Επιστήμης εν γένει, την ομορφιά και γιατί όχι, την αίγλη τους. Τουλάχιστον, εγώ τα απόλαυσα, γιατί σαν οκνηρός άνθρωπος που αγαπά τα ταξίδια με τη φαντασία, προτιμώ την εκλαϊκευση από την πλήρη άγνοια και αποχή απ’ αυτά που συνιστούν τον όρο Επιστήμη. Παρέα με το δέος μου για τους ανθρώπους που είναι σε θέση να αποκωδικοποιούν τα μυστικά της, βυθίστηκα μερικές ώρες της ζωής μου μέσα στην αχλύ της λογοτεχνικής ματιάς που μου επέτρεψε τα αντικρίσω τα μαθηματικά και τη φυσική, και την κβαντομηχανική χωρίς τρόμο και απέχθεια. Κι αυτό είναι ένα κάποιο κέρδος. Έτσι δεν είναι;
Απομονώνω το απόσπασμα από τα «Πυθαγόρεια εγκλήματα» του Τεύκρου Μιχαηλίδη (Εκδόσεις Πόλις) «...μια επιστήμη είναι ζωντανή μόνο όσο έχει ανοιχτά προβλήματα...» για να το φέρω στα μέτρα της λογοτεχνίας, παραφράζοντάς το: η λογοτεχνία είναι ζωντανή όσο προβληματίζεται, όχι μόνο για τον εαυτό της φυσικά. Στο εν λόγω μυθιστόρημα είχα την αίσθηση ότι διάβαζα ένα ξένο πόνημα μεταφρασμένο, διαπιστώνοντας μια αμηχανία στη γλώσσα και τη ροή της. Ίσως ο δημιουργός προσπάθησε πολύ να μας απλοποιήσει τα μαθηματικά ζητήματα, που έχασε σε κάποια σημεία το λογοτεχνικό ρυθμό της ιστορίας του. Αν και απόλαυσα την ατμόσφαιρα του βιβλίου, τους μποέμ καλλιτέχνες και τους μαθηματικούς στο Παρίσι των αρχών του αιώνα (υπέροχη η σκιαγράφηση του πρώιμου Πικάσο και των ζυμώσεων της καλλιτεχνικής του μεγαλοφυίας), αν και γεύτηκα τις ενοχλητικές παρωνυχίδες του Εθνικού Διχασμού στη χώρα μας, δυστυχώς έμεινα ανικανοποίητη ως αναγνώστρια από τη δομή της ιστορίας του. Μέχρι τη μέση και βάλε του βιβλίου, το έγκλημα που μου υπόσχονταν ο τίτλος δεν υπήρχε πουθενά. Κάτι που φαίνεται να εξηγείται βέβαια με όρους διαφορετικούς απ’ αυτούς της λογοτεχνικής θεώρησης ενός κειμένου: «...Στα μαθηματικά τίποτα δεν είναι προφανές...» Και στη λογοτεχνία αυτό που μαγεύει είναι το μη προφανές, το υπονοούμενο, το βραδύκαυστο, το υποβόσκον, το υφέρπον. Στα μαθηματικά η αμφιβολία είναι κινητήριος δύναμη, αυτό είναι και το κοινό τους στοιχείο με το σύγχρονο μυθιστόρημα και εδώ κατά τη γνώμη μου χωλαίνει το αποτέλεσμα των «Πυθαγόρειων εγκλημάτων». Σου αφήνει μεν μια ωραία νοσταλγική διάθεση και αίσθηση, αλλά δεν σε προκαλεί να αναρωτηθείς, να αμφιβάλεις, να συγκρουστείς μέσα σου με αισθήματα και ήρωες και τις συμπεριφορές τους. «...αυτός ο πίνακας δεν είναι ...μαθηματικός. Με ηρεμεί, δεν με προβληματίζει. Δεν νομίζω πως θα ξυπνήσω κάποια νύχτα για να ανακαλύψω σ’ αυτόν κάτι που ώς τότε μου διέφευγε. Θα τον σκέφτομαι πάντα με τρυφερότητα, ποτέ με αμφιβολία...»



Στον αντίποδα κινείται το μυθιστόρημα του Andrew Crumey, «Μόμπιους Ντικ» (Εκδόσεις Πόλις) σε μετάφραση από τον Τεύκρο Μιχαηλίδη. Ο συγγραφέας εδώ υφαίνει τη μυθοπλασία του με όρους κβαντομηχανικής και φιλοσοφίας, δίνοντας στον αναγνώστη του ένα συγκριτικό πλεονέκτημα: τη δυνατότητα να αναιρεί και να ανατρέπει μέσα του, με πολιορκητικό κριό την πλοκή του βιβλίου, παραδεδομένες ιδέες, αρχές, αξιώματα, θεωρίες ολόκληρες. «...’’Το ανθρώπινο μυαλό είναι σαν ...το σύμπαν!’’...» ή «...Ίσως το σύμπαν είναι ένας νους...». Η δουλειά του μεταφραστή, κοπιώδης και αποτελεσματική, (ιδίως με τις κατατοπιστικές και απολύτως απαραίτητες σημειώσεις του στο τέλος του βιβλίου) βοηθά τον αναγνώστη να μυηθεί στην ομορφιά και τη γοητεία του βιβλίου του Crumey. «...Η ζωή δεν είναι μια αφήγηση που μπορούμε να την ερμηνεύσουμε όπως μας αρέσει...» Η υπαρξιακή αναρώτηση ελλοχεύει παντού και σαν ενοχλητική μύγα τσιμπάει τη σκέψη του αναγνώστη από το λήθαργο, με στόχο να την βγάλει από την αδράνεια και την τεμπελιά της. «...Πάλι το μήνυμα εξαφανίστηκε πριν προλάβει να το ολοκληρώσει. Χάθηκε στο κενό* εκεί όπου καταλήγουν τελικά οι ζωές μας, οι μνήμες μας, οι εμπειρίες μας, για να εξαφανιστούν όπως το νερό που ακολουθεί την ελικοειδή του κίνηση μέχρι την τρύπα της αποχέτευσης...»

Η ματιά από την ...κουίντα της ζωής

(Το κειμενο δημοσιεύτηκε το Σάββατο 18/11/2006, στη Φιλολογική Βραδυνή)

Περιπλάνηση στο μη προφανές. Μια οπτική που διαπερνά τους ανθρώπους για να σταθεί πίσω τους, στην ουσία της ζωής τους, της ύπαρξής τους. Μια πολύ ενδιαφέρουσα γραφή που σε συνεπαίρνει με το ρυθμό του λόγου και σε τυλίγει στα πέπλα μιας καφκικής ατμόσφαιρας. Ο Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης στη νουβέλα του «Παραβολή» (Εκδόσεις Καστανιώτη), παρασέρνει τον αναγνώστη του στη συστολή και τη διαστολή ενός προσωπικού λογοτεχνικού σύμπαντος που χρωστάει τη σαγήνη του στην ενδότερη ροή των λέξεών του. Ποιητική γραφή με αντιποιητικές λέξεις, απογυμνωμένη από στολίδια και περιττά στοιχεία.
Ύφος στέρεο και δυνατό που πιάνει τον αναγνώστη από το λαιμό και του αφαιρεί την αναπνοή. «...Δεν πρόκειται να απαλλαγείς ποτέ από τους ανθρώπους, μου είπε. Είναι πάρα πολλοί για να γλιτώσεις από δαύτους. Αποφάσισε λοιπόν. Αν είναι να ζήσεις ανάμεσά τους, πρέπει να μάθεις να τους ξεχωρίζεις...» Η ομιχλώδης ιστορία της νουβέλας καθίσταται ένα πρόσχημα να ειπωθούν αλήθειες και να διαβρωθούν κάποιες άλλες. «...Ο χρόνος κάποτε γίνεται χώρος, μικραίνει όταν οι άνθρωποι μεγεθύνονται...» Ένα στιλιστικό εγχείρημα απολύτως επιτυχημένο από το συγγραφέα και εμπνευστή του, στο βαθμό που ο αναγνώστης επιτρέπει στον εαυτό του να γίνει μέτοχος αυτής της παραβολής, κοινωνός της. Περιμένω τη συνέχειά του.

Thursday, November 16, 2006

Βολτάροντας στο ουράνιο τόξο

"Κάνε μια βόλτα στο μονοπάτι ενός ουράνιου τόξου
κάνε μια βόλτα στο μονοπάτι ενός τραγουδιού,
κι όλα τριγύρω σου θα ομορφύνουν.
Υπάρχει μια διέξοδος από την κάθε σκοτεινιά κι ομίχλη,
περνά από το μονοπάτι ενός ουράνιου τόξου."

Τραγούδι των Ναβάχο

Monday, November 13, 2006

Οι παράλληλοι δρόμοι της ζωής και της εργογραφίας του Φιτζέραλντ

(Δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή στις 11/11/2006)

Σφράγισε την αμερικανική λογοτεχνία της δεκαετίας του ’20, την εποχή της τζαζ, με τα διηγήματά του, τις νουβέλες και τα μυθιστορήματά του. Η κοινή ζωή του Φιτζέραλντ με την καλλονή Ζέλντα Σάιρ και η τραγική κατάληξη αυτής της σχέσης, άφησε ηχηρό αποτύπωμα στην κοσμική ζωή της γενιάς τους, αλλά και στην ιστορική καταγραφή της μυθιστορηματικής του μεγαλοφυίας. Ο Francis Scott Key Fitzgerald όπως είναι το πλήρες όνομά του, γεννήθηκε στο Σεν Πολ της Μινεσότα το 1896 σε μια περιοχή την οποίας το κοινωνικό ψηφιδωτό αποτελούσαν τόσο νοτιοαμερικανοί όσο και κάτοικοι ιρλανδικής καταγωγής. Σ’ αυτό το αμάλγαμα ανθρώπινων χαρακτήρων και ζωών ήρθε στον κόσμο και έκανε τα πρώτα του βήματα το προικισμένο αυτό πλάσμα, με την ιδιαίτερη ματιά για τον κόσμο που κατόρθωσε να αποτυπώσει την εποχή του με μια λεπτότητα και ακρίβεια που κάνει την ιστορική πραγματικότητα να ωχριά μπροστά στη δική του λογοτεχνική εκδοχή.
Ο πατέρας του, ο Έντουαρντ, ήταν ένας έμπορος, ευγενής από το Νότο του οποίου η επιχείρηση επίπλων είχε πέσει έξω. Η μητέρα του, η Μέρι ΜακΚίλαν, ήταν η κόρη ενός επιτυχημένου μανάβη και η ίδια αφιέρωσε τη ζωή της αποκλειστικά στην ανατροφή του γιου της. Αν και η οικογένειά Φιτζέραλντ ταλαιπωρήθηκε με μετακινήσεις, το 1918 ρίζωσε και πάλι στο Σεν Πολ των παιδικών χρόνων του μικρού Φράνσις. Στα δεκαοκτώ του ο νεαρός πια Φιτζέραλντ ερωτεύτηκε μια δεκαεξάχρονη πιτσιρίκα, η οποία χρόνια αργότερα (το 1925) θα αποτελέσει τον πρωτότυπο καμβά για να εξυφάνει ο μυθιστοριογράφος το χαρακτήρα της Νταίζυ Μπιουκάναν στον «Υπέροχο Γκάτσμπυ», το οποίο και δίκαια θεωρείται το καλύτερο έργο του και ένα από τα κορυφαία της παγκόσμιας κλασικής πια λογοτεχνίας. Η οπτική του λογοτέχνη είχε αρχίσει να πλάθεται, θα έκανε την εμφάνισή της αργότερα με μοναδικό τρόπο.

Το 1913 μπήκε στο πανεπιστήμιο του Πρίνστον, όπου δεν κατάφερε ποτέ να σταθεί στο ύψος των προσδοκιών της ακαδημαϊκής κοινότητας και της κοινωνικής διαστρωμάτωσής εκείνον τον καιρό. Δεν ήταν πλούσιος, αλλά θα έγραφε καιρό μετά «Το πλουσιόπαιδο». Έζησε για κάποια χρόνια μια πλούσια ζωή σε εμπειρίες και κοσμικά γεγονότα, αλλά δεν έγινε ποτέ ένας απ’ αυτούς, τους πλούσιους. Ο πλούτος τον απασχόλησε διεξοδικά στο έργο του, πότε ως φόντο των ιστοριών του και πότε ως κινητήρια δύναμη. Δεν έγινε ένας από κείνους, γι’ αυτό κατάφερε να περιγράψει τόσο καίρια και με αφοπλιστική πειστικότητα και εμβρίθεια τον κόσμο των εύπορων Αμερικανών. Όπως έγραψε στο «Πλουσιόπαιδο», (απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο, σε μετάφραση Μένη Κουμανταρέα, Εκδόσεις Κέδρος) «...Ας αρχίσουμε από τους πάμπλουτους. Είναι διαφορετικοί από μένα και σένα. Κατέχουν τα πλούτη και τα’ απολαμβάνουν από ενωρίς, κι αυτό τους επηρεάζει σε κάτι, τους κάνει ήπιους εκεί όπου εμείς είμαστε δριμείς, και κυνικούς εκεί όπου εμείς είμαστε εύπιστοι, έτσι ώστε, παρεκτός κι αν έχεις γεννηθεί πλούσιος, είναι πολύ δύσκολο να τους καταλάβεις. Πιστεύουν βαθιά μέσα τους ότι είναι καλύτεροι από εμάς, επειδή εμείς χρειάστηκε ν’ ανακαλύψουμε από μόνοι μας τις ανταμοιβές και τα κρησφύγετα της ζωής. Ακόμα και όταν συμβεί να εισχωρήσουν βαθιά στον κόσμο μας ή να καταποντιστούν χαμηλά σ’ αυτόν, εκείνοι εξακολουθούν να πιστεύουν πως είναι σε όλα καλύτεροί μας. Είναι διαφορετικοί...»

Άφησε τις σπουδές του το 1917, λόγω των χαμηλών του επιδόσεων και κατατάχθηκε στο στρατό. Οι εμπειρίες του από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν είχαν καμία σχέση με αυτές τις έντονες του Χέμινγουεϊ. Ποτέ δεν βρέθηκε στο πεδίο της μάχης και ποτέ δεν έγινε μάρτυρας πολεμικής δράσης. Το 1919, τον βρίσκουμε στη Νέα Υόρκη όπου έπιασε δουλειά σε μια διαφημιστική εταιρεία. Τότε θα εκδώσει και την πρώτη του ιστορία, το «Babes in the Wood» και με τα τριάντα δολάρια που του έδωσαν γι’ αυτό, πήγε και αγόρασε ένα ζευγάρι λευκά flannels.
Σταθμός στη ζωή του στάθηκε η γνωριμία του το 1918 με τη Ζέλντα Σάιρ, την οποία και παντρεύτηκε το 1920. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε και το πρώτο του μυθιστόρημα, «This side of paradise», ένα βιβλίο που έκανε επιτυχία και την οποία ο Φιτζέραλντ εξαργύρωσε γιορτάζοντάς την σε ατελείωτα πάρτι, μυθικό ζευγάρι ήδη με τη Ζέλντα. Τα λογοτεχνικά περιοδικά άνοιξαν τις πύλες τους στο νέο ελπιδοφόρο συγγραφέα και εκείνος άρχισε να δημοσιεύει τα διηγήματά του, όπως το γνωστό «The Diamond as Big as the Ritz». Η ξέφρενη ζωή του ζευγαριού άρχισε να σωρρεύει στην πλάτη του χρέη που αδυνατούσε να καλύψει και μέσα σε όλα γεννήθηκε το 1921 η κόρη τους. Το δεύτερο μυθιστόρημά του «Όμορφοι και Καταραμένοι» έτυχε χλιαρής υποδοχής από κοινό και κριτικούς και τότε αποφάσισε να μετακομίσει το 1924 στην Ευρώπη, όπου το κόστος ζωής ήταν χαμηλότερο. Εκεί γνώρισε και συνδέθηκε με κορυφαίους συγγραφείς της εποχής του, όπως ο Χέμινγουεϊ και η Γερτρούδη Στάιν. Ύστερα, το 1925 εξέδωσε το αριστούργημά του «Ο υπέροχος Γκάτσμπυ» που δεν του απέφερε τα οικονομικά οφέλη που ο ίδιος προσδοκούσε και άρχισε να βυθίζεται σιγά-σιγά στις αναθυμιάσεις του αλκοόλ.
Η επόμενη πενταετία βρίσκει το συγγραφέα να ταξιδεύει στη Γηραιά Ήπειρο και την Αμερική, ζώντας τη θυελλώδη σχέση του με τη Ζέλντα η οποία και περιγράφεται στο έργο του «The crack up» (1936). Ελέω πολυέξοδης ζωής με τη σύζυγό του, για λίγους μήνες το 1927 και αργότερα το 1931 και 1932 εργάστηκε ως σεναριογράφος σε ταινίες του Χόλιγουντ, αλλά δεν κατόρθωσε ποτέ να γίνει τόσο επιτυχημένος όσο θα έμενε αργότερα στην ιστορία για τη λογοτεχνική του δημιουργία. Το 1934 έγραψε το «Τρυφερή είναι η νύχτα» και τη διετία 1934-1936, δεν υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγικός. Στα μέσα της δεκαετίας του ’30 πίστευε πια για τον εαυτό του ότι δεν είχε υπάρξει συγγραφέας πρώτης γραμμής.

Αυτή η δεκαετία θα χαραχτεί στη ζωή του και στη μνήμη του κόσμου η χωρίς επιστροφή πορεία του προς την πτώση και το τέλος. Ο αλκοολισμός του και η νευρική κατάρρευση της γυναίκας του, ο εγκλεισμός της σε κλινική, τραβούν τα φώτα της δημοσιότητας πάνω στο πάλαι ποτέ ιδανικό ζευγάρι και η «χαμένη γενιά» σφραγίζεται από τις τραγικές τους φιγούρες. Εκείνη θα πεθάνει σε μια πυρκαγιά στο ψυχοθεραπευτήριο που νοσηλεύονταν το 1948, οκτώ χρόνια μετά το θάνατο του άντρα της. Ο Φιτζέραλντ δεν θα προλάβει να ολοκληρώσει το βιβλίο του «Ο τελευταίος μεγιστάνας» το οποίο είχε αρχίσει το 1939 και πεθαίνει στις 21 Δεκεμβρίου του 1940 στο Χόλιγουντ, στο διαμέρισμα της γυναίκας με την οποία έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, της κοσμικογράφου Σίλα Γκράχαμ.
Τον επίλογο στη ζωή του και τον επιγραμματικό του απολογισμό γι’ αυτή, τον είχε κάνει σε ανύποπτη στιγμή ο ίδιος, συμπυκνώνοντας σε λίγες φράσεις τη σπουδαιότητα του ίδιου του ταλέντου του, καθώς η μετριοφροσύνη αποτελεί ίδιον των μετρίων, κατά το κοινώς λεγόμενο. «Δεν είμαι κανένας μεγάλος άνθρωπος, αλλά καμιά φορά σκέφτομαι ότι η απρόσωπη και αντικειμενική ιδιότητα του ταλέντου μου και ο τρόπος που το θυσίασα κομματιάζοντάς το για να διασώσω την ουσιαστική του αξία, διαθέτει κάποιο είδος επικής μεγαλοσύνης».

Friday, November 10, 2006

Διαμάντια και τζαζ της καταραμένης γενιάς

(Το απόσπασμα αυτό, μέρος ενός αφιερώματος για τον Υπέροχο Φιτζέραλντ, θα δημοσιευτεί αύριο στη Φιλολογική Βραδυνή)


«…Ο Γκάτσμπυ πίστευε στο πράσινο φως, στο οργιαστικό μέλλον που χρόνο με το χρόνο χάνεται από μπροστά μας. Μας ξέφυγε τότε, αλλά δεν έχει σημασία –αύριο θα τρέξουμε γρηγορότερα, θ’ απλώσουμε πιο πέρα τα χέρια μας…Και μια ωραία μέρα…Έτσι χτυπιόμαστε πάντα, βάρκες κόντρα στο ρεύμα, που αδιάκοπα μας ρίχνει πίσω στο παρελθόν.» (Απόσπασμα από το «Ο υπέροχος Γκάτσμπυ» σε μετάφραση Φώντα Κονδύλη, Εκδόσεις Πατάκη)

«…Προσπαθεί να στραφεί στη ζωή. Το ίδιο κι κάθε συγγραφέας, εκτός από τους χειρότερους, αλλά στο κάτω κάτω οι περισσότεροι ζουν με μασημένη τροφή. Το επεισόδιο ή ο χαρακτήρας μπορεί να είναι από τη ζωή, αλλά ο συγγραφέας συνήθως τον ερμηνεύει σύμφωνα με το τελευταίο βιβλίο που διάβασε…» (Απόσπασμα από το «Όμορφοι και καταραμένοι» σε μετάφραση Ρένας Χάτχουτ, Εκδόσεις Ερατώ)



Όταν η σύγχρονη βιβλιοπαραγωγή έρχεται να σε στύψει, αφαιρώντας πολλούς από τους χυμούς της αναγνωστικής σου απόλαυσης και το λογοτεχνικό τοπίο αρχίζει να θολώνει στα μάτια σου από τη σκόνη και το συρφετό ανούσιων αναγνωσμάτων, υπάρχει ένα σίγουρο καταφύγιο: η παραμυθία του κλασικού. Τότε τα φίλτρα σου αναζωογονούνται, επαναπροσδιορίζονται, η εικόνα καθαρίζει μπρος στο αναγνωστικό σου βλέμμα και νιώθεις την ευεργεσία του ωφέλιμου να σε πλημμυρίζει.
Ακόμη κι αν εκείνο το ωφέλιμο δεν περίμενε ποτέ ότι θα αντιμετωπιστεί κάποτε ως τέτοιο, καθώς αποτελεί το επίχρισμα μιας εποχής, μιας εποχής το ίδιο μεταβατικής με τη δική μας. Μπορεί να μην έχουμε βγει από έναν πόλεμο και να μην ετοιμάζονται οι συνθήκες να μας βάλουν σε έναν νέο, αλλά με έναν ενστικτώδικο τρόπο, όταν αναζητώ αντιστοιχίες του σήμερα με το παρελθόν, προστρέχω πάντα στο Μεσοπόλεμο. Είτε σε επίπεδο ελληνικής λογοτεχνίας είτε αμερικανικής. Αισθάνομαι ότι αποπνέουν την ίδια γνήσια αύρα αμηχανίας για τη ζωή και την Τέχνη, παρόλο που η πατίνα του χρόνου φρόντισε να περιβάλλει με την αχλύ του εμβληματικού μύθου εκείνη την εποχή, παρόλο που οι δημιουργοί που θριάμβευσαν εκείνα τα δύσβατα χρόνια, έζησαν τη ζωή τους στα άκρα, λες για να επιτείνουν αυτή τη σημασία του μετεωρισμού στην ύπαρξη και την κοινωνία.
Υπάρχει ένας δημιουργός που δεν άρπαξε τα φυσικά όπλα του για να κυνηγήσει τον ίδιο του τον εαυτό στα μάτια του Άλλου πολεμώντας τον εχθρό μέσα του, όπως ο Χέμινγουεϊ. Δεν αρνήθηκε ωστόσο να παρασυρθεί από τη διάχυτη ατμόσφαιρα της εποχής του και να κατορθώσει ερήμην του να καταστεί τελικά ένας από τους κύριους εκφραστές της. Ένα μέλος από εκείνη την «καταραμένη γενιά» που ευεργετήθηκε από την ίδια την κατάρα της να φτάσει στο μέλλον με περγαμηνές αξεπέραστης δόξας και μεγαλείου. Ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ.
Μια ιδιαζόντως εκπλεπτυσμένη λογοτεχνική φιγούρα της «χαμένης» θρυλικής γενιάς της αμερικανικής δημιουργίας που έφερνε πιο πολύ σε ευρωπαίο συγγραφέα, που πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στη Γηραιά Ήπειρο, που δεν απόλαυσε την αναγνώριση που του έπρεπε όσο ζούσε, που ο βίος του φρόντισε πολλές φορές να επισκιάσει το έργο του.
Το πορτρέτο του εν λόγω καλλιτέχνη δεν μπορεί να ειδωθεί έξω από την ιστορική πραγματικότητα και έξω από τους κλυδωνισμούς της προσωπικής του ζωής η οποία φτάνει καμιά φορά να υπερβαίνει το ίδιο το συγγραφικό έργο του σε φήμη. Αυτή φαίνεται είναι και η αυθεντική πρώτη ύλη που πρέπει να διαθέτει κανείς για να λάμψει στην αιωνιότητα και να μην περάσει απ’ αυτή ως διάττων αστέρας, καταδικασμένος να σβήσει για πάντα. Η ουσία της αδαμάντινης υφής: να χαράζει ανεξίτηλα το μετέπειτα, αυτό που θα ακολουθήσει. Και μέσα από τις βαθιές χαράξεις να ανοίγει νέα αυλάκια στην Τέχνη που θα βάλει και τους επόμενους να κυλήσουν μέσα σ’ αυτά, χωρίς επιστροφή προς τον παράδεισο της λογοτεχνίας και την ίδια την πτώση απ’ αυτόν.
Στις σελίδες των βιβλίων του, ακούς το σαξόφωνο να διαχέει τις μελωδίες του στο μέλλον, τον αφρώδη οίνο να αφήνει τις απαστράπτουσες φυσαλίδες του στο ημίφως μιας εποχής που σφραγίστηκε από δύο παγκοσμίους πολέμους, έναν στην έναρξή της και έναν στη λήξη της. Και στο φόντο, οι σκιές από τις ανθρώπινες φιγούρες, αγκαλιασμένες σε ένα κομμάτι τζαζ, να ψιθυρίζουν μέσα από το θρόισμα του λικνίσματός τους, τον έρωτα, την απώλεια και την εγκατάλειψη. Μια προδομένη γενιά στα μάτια των σύγχρονών της και στα δικά της μάτια ακόμα, αλλά απολύτως δικαιωμένη από τους επερχόμενους με τρόπο μοναδικό. «…Σκεφτόταν τις στενοχώριες, τα ανυπόφορα βάσανα που είχε περάσει. Είχαν προσπαθήσει να του επιβάλλουν ποινές για τα σφάλματα της νιότης του. Είχε εκτεθεί σε ανελέητη δυστυχία, ακόμα και οι ρομαντικές φιλοδοξίες του είχαν τιμωρηθεί, οι φίλοι του τον είχαν εγκαταλείψει και η ίδια η Γκλόρια είχε στραφεί εναντίον του. Μόνος –μόνος τα είχε αντιμετωπίσει όλα.
Μόλις πριν από λίγους μήνες όλοι τον συμβούλευαν πιεστικά να υποχωρήσει, να υποταχτεί στη μετριότητα, να πάει να δουλέψει, να κάνει οτιδήποτε. Αλλά εκείνος ήξερε ότι ήταν δικαιωμένος στον τρόπο της ζωής του και είχε επιμείνει ακλόνητος…’’Ήταν σκληρός ο αγώνας, αλλά δεν τα παράτησα και βγήκα νικητής!’’» (ΟΜΟΡΦΟΙ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΙ, Εκδόσεις Ερατώ)

Wednesday, November 08, 2006

"Words"

Από το ομώνυμο ποίημα της Σίλβια Πλαθ:

"...fixed stars
govern a life..."

Monday, November 06, 2006

Μεταφυσικές αντανακλάσεις σε νουάρ φόντο

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί παλιότερα στη Φιλολογική Βραδυνή)


Να είσαι Θεός μέχρι τα τρία σου χρόνια. Στην εφηβεία σου να στραγγαλίζεις το πιο αγαπημένο σου πρόσωπο. Στη νεότητά σου να οραματίζεσαι εκπαραθυρώσεις από τα τζάμια μιας εταιρείας-δυνάστη στην Ιαπωνία. Δεν μπορεί παρά στα γηρατειά σου να είσαι ηθικός αυτουργός της δικής σου δολοφονίας, όταν για χρόνια ολόκληρα «αυτοκτονούσες» με κοκτέιλ Αλεξάντερ.
Πώς να χωρέσουν όλα αυτά σε μια ζωή; Γίνονται, πρώτα απ’ όλα; Η απάντηση είναι καταφατική. Και μάλιστα πολύ περισσότερα συμβαίνουν. Στη σκέψη και τη μυθιστορηματική γραφή μιας νεαρής Βελγίδας, βέβαια, που προσθέτει από το 1992 κι ύστερα τη δική της πρωτοτυπία - ομολογουμένως, με εξαιρετικά ευφάνταστο τρόπο- στην παγκόσμια λογοτεχνική παραγωγή. Η Αμελί Νοτόμπ συστήθηκε στα γράμματα με την «Υγιεινή του δολοφόνου» (στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια), ένα βιβλίο που έδωσε από την αρχή το έντονο στίγμα της δημιουργού του : «... Πώς θέλετε ένας συγγραφέας να είναι σεμνός; Είναι η πιο άσεμνη δουλειά του κόσμου: μέσα από το ύφος, τις ιδέες, την ιστορία, τις έρευνες, οι συγγραφείς μιλούν μόνο για τον εαυτό τους, και μάλιστα με λέξεις. Οι ζωγράφοι και οι μουσικοί, κι αυτοί για τον εαυτό τους μιλούν, αλλά με μια γλώσσα πολύ λιγότερο ωμή από τη δική μας. Όχι, κύριε, οι συγγραφείς είναι αναίσχυντοι. Εάν δεν ήταν έτσι, θα είχαν γίνει λογιστές, οδηγοί τρένων, τηλεφωνητές, θα ήταν αξιοσέβαστοι...».
Αυτό κάνει και η Νοτόμπ, την πιο «άσεμνη» δουλειά στον κόσμο, κατορθώνοντας ευφυώς να εξισορροπεί τη συχνά εμφανιζόμενη σκληρότητα και αιχμηρότητα στο λόγο της, με τη φινέτσα και την καλαισθησία. Έτσι, αφήνει την πλήρη γεύση των νοημάτων της, χωρίς να δυσαρεστεί κι εκείνους τους αναγνώστες που αρέσκονται σε πιο «απαλές» συγκινήσεις (λες και αποκαλύπτει την πλούσια και ολοκληρωμένη γεύση ενός καφέ που από μόνος του δεν είναι διόλου γλυκός, ακόμη και σ’ αυτούς που δεν μπορούν να αποχωριστούν τις τέσσερις κουταλιές ζάχαρη από τον καφέ τους). Τα κείμενά της γλιστρούν ανάμεσα στην ειρωνεία, τον κυνισμό, τη σάτιρα και την περιπαικτική διάθεση, αλλά με μια αρμονία και χάρη κλασική που αφήνει κάθε περιθώριο στην ανατροπή και την αναπάντεχη οπτική της συγγραφέως να παρεισφρήσει και να κλέψει την παράσταση.
Η βελγικής καταγωγής δημιουργός συνδιαλέγεται με τη λογική του αναγνώστη με μια εσωτερικότητα -προσδοκώμενη να επιτευχθεί από κάθε συγγραφέα- σε τέτοια έκταση που στο τέλος ενός βιβλίου της, έχει κανείς την αίσθηση ότι «χόρτασε». Ήταν παρόν το λογοτέχνημά της σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης να σου «μιλήσει» σε πολλαπλά επίπεδα, όποια είχες εσύ τη διάθεση, την αντοχή ή τη θέληση να «ακούσεις». Ίσως αυτό το σημείο να είναι και το τρωτό της Αμελί Νοτόμπ: είναι, δηλαδή, τόσο προφανώς, ακαριαία αποτελεσματική, στην επικοινωνία με τη λογική και το συναίσθημα του αναγνώστη, που αναρωτιέται κανείς για τη διάρκεια της επίδρασης από τα ερεθίσματα που δέχτηκε, αλλά και για την ύπαρξη ή όχι εκείνης της «μαγικής» αφανούς διαδικασίας που μπορεί να ξεκινήσει ένα βιβλίο στην ψυχή και το μυαλό του αναγνώστη. Όπως λέει η ίδια στο βιβλίο της «Μεταφυσική των σωλήνων», (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια), «...Το νοητικό τυχαίο γεγονός είναι μια σκόνη που μπαίνει κατά τύχη μέσα στο στρείδι τους εγκεφάλου, παρά την προστασία των κλειστών οστράκων του κρανίου...Μια έλικα φαιάς ουσίας, χωρίς λόγο, γεννά μια τρομερή ιδέα, μια φοβερή σκέψη - και μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο η πνευματική ειρήνη πάει περίπατο για πάντα...».
Η ίδια, ως συγγραφική οντότητα, αποτελεί ένα αμάλγαμα δυτικής σκέψης και επιδράσεων από την ανατολική φιλοσοφία, ενός ενδότερου, σχεδόν απόκρυφου εξωτισμού και ευρωπαϊκής ταυτόχρονα κουλτούρας. Ο σύγχρονος κόσμος παρουσιάζεται στις σελίδες της Αμελί Νοτόμπ, ιδωμένος στην αρχετυπική του μορφή, αλλά απαλλαγμένος από κοινοτοπίες που θα μπορούσαν να κάνουν τον αναγνώστη να προσπεράσει αδιάφορα τις φιλοσοφικές και μεταφυσικές διαστάσεις των πραγμάτων που παρουσιάζει η συγγραφέας στις ιστορίες που διηγείται. Η τέχνη, η ψυχολογία, η επιστήμη, η φιλοσοφία κι η καθημερινότητα διαπλέκονται σ’ έναν ενδιαφέροντα χορό αρμονίας που ξαφνιάζει ευχάριστα με την αίσθηση πληρότητας που αποπνέει. Το όλον κατακερματίζεται για να ανασυντεθεί σχεδόν μαγικά σ’ ένα νουάρ λογοτεχνικό σκηνικό υπαρξιακών αναζητήσεων και συγκινήσεων.
Η δύναμη της λογικής και της ευφυΐας, η απόλαυση και η ηδονή, ο Θεός και η πίστη, η τελετουργία της καθημερινότητας και η ζωή, ο έρωτας και ο θάνατος, το άτομο, η οικογένεια και η κοινωνία, γίνονται ο καμβάς για να φιλοτεχνήσει η συγγραφέας ιστορίες, που δίδονται με απλότητα και σαφήνεια. Ακροβατεί, βέβαια, ανάμεσα στην υπερ-απλούστευση και τη γενικότητα, χωρίς να αποκτά, όμως, ευτέλεια το κείμενό της. Τελικά γίνονται απλώς εύληπτα τα νοήματά της. Η πλοκή των μυθιστορημάτων είναι αυτή που την αποτρέπει από παραληρηματικές διδαχές, την επαναφέρει και τη συνδέει πάντα με τον πυρήνα ενός όλου που θέλει να αναδείξει. Αυτή ακριβώς η διερεύνηση και περιγραφή της ολότητας είναι το πιο γοητευτικό της στοιχείο και σε επίπεδο περιεχομένου στα βιβλία της. Συνταιριάζει στη σκέψη της πράγματα σύγχρονα αυτού του κόσμου και τα συνδυάζει με τη διαχρονικότητα της ύπαρξης, όλως περιέργως χωρίς να καταφεύγει σε συνηθισμένες μεταφορές, αλλά υιοθετώντας μια προσωπική, ιδιαίτερα ευρηματική, σημειολογία.
Στη «Μεταφυσική των σωλήνων», ένα μωρό που γεννιέται στην Άπω Ανατολή μιλά για τη ζωή και το θάνατο. Αναλύει με τρόπο απολαυστικά εύστοχο τον κόσμο γύρω του και λοιδορεί την ενήλικη λογική και πρακτική. Ένα βρέφος εμφανίζεται να γνωρίζει το νόημα της ύπαρξης, να το φέρνει στα μέτρα του και να επιχειρεί να το ξεπεράσει. «…Η ζωή είναι εκείνη που θα ‘πρεπε να θεωρείται ελαττωματική λειτουργία…», αποφαίνεται το μωρό που γνωρίζει την ηδονή, στη γεύση μιας σοκολάτας και τελικά εξημερώνεται : «Η απόλαυση είναι ένα θαύμα που μου μαθαίνει πως είμαι εγώ. Εγώ, είναι η έδρα της απόλαυσης. Η απόλαυση είμαι εγώ: κάθε φορά που θα υπάρχει απόλαυση, θα υπάρχει εγώ. Δεν υπάρχει απόλαυση χωρίς εγώ, δεν υπάρχει εγώ χωρίς απόλαυση!». Με την ίδια εμβρίθεια σχολιάζει το τέλος της ζωής : «…ο θάνατος, ήταν το ταβάνι. Όταν γνωρίζεις το ταβάνι καλύτερα απ’ τον εαυτό σου, αυτό λέγεται θάνατος. Το ταβάνι είναι αυτό που εμποδίζει τα μάτια ν’ ανεβούν και τη σκέψη να υψωθεί. Ταβάνι, δε, μοιραία σημαίνει κρύπτη: το ταβάνι είναι το καπάκι του εγκεφάλου…». Όσο για τη δύναμη μιας τόσο νέας και σύντομης ζωής, είναι δεδομένα εξασφαλισμένη. Κρατά ένα μωρό τον κόσμο στα χέρια του και τον κινεί κατά το δοκούν, γίνεται ο Θεός του περίγυρού του, ενώ η φύση υποτάσσεται αδιαμαρτύρητα στις προσταγές του: «…Ένα βράδυ είχα πει σ’ ένα βλαστό μ’ ένα μπουμπούκι στην κορφή του : ‘’Άνθισε’’. Την άλλη μέρα, είχε γίνει μια λευκή παιωνία σε πλήρη έκρηξη. Ήταν ολοφάνερο διέθετα δυνάμεις…». Ένα βρέφος, που όπως όλοι οι συνομήλικοί του, ξαναδείχνει τη ζωή, ξαναγνωρίζει τον κόσμο στους γονείς και τους δικούς του ανθρώπους, τους συστήνει εκ νέου με την πραγματικότητα, ενώ γίνεται ο άγραφος πίνακας (tabula rasa) που με τη λευκότητα του όποιου κενού του, μπορούν να ξαναδιαβάσουν οι ενήλικες στην αντανάκλαση του φωτός πάνω του, τη μυστική γραφή της πλήρους αλήθειας. Όσο για τις συμβουλές του μωρού προς τους μεγαλύτερούς του, πολύτιμες πραγματικά : «…Αν καταφέρεις να εγγράψεις τα θαύματα του παραδείσου σου στην εγκεφαλική σου ουσία, θα μεταφέρεις μέσα στο κεφάλι σου αν όχι τη θαυματουργή τους πραγματικότητα, τουλάχιστον τη δύναμή τους…».


Στην Ιαπωνία εκτυλίσσεται και η υπόθεση της ιστορία της «Φόβος και Τρόμος» (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια). Μια Ευρωπαία στη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου δοκιμάζει σκληρά τις αντοχές της, δουλεύοντας σε μια εγχώρια εταιρεία. Η Αμελί Νοτόμπ μας ανοίγει μια χαραμάδα να καταλάβουμε τη σύγχρονη ιαπωνική «κουλτούρα» της υπερ-εργασίας και των πολυεθνικών. Μας γνωρίζει με μια νοοτροπία σεξιστική και ρατσιστική, μέσα από μια φιλοσοφική και κριτική θεώρηση της κοινωνικής και επιχειρηματικής πραγματικότητας στην Άπω Ανατολή της οικονομικής ανάπτυξης και των οικονομικών δεικτών, που εκμηδενίζει το άτομο και την προσωπικότητά του. Πολύ περισσότερο αν είναι γυναίκα και δη ξενικής καταγωγής. «Στην Ιαπωνία η ύπαρξη είναι η επιχείρηση», όπως διαπιστώνει και η συγγραφέας, επιβεβαιώνοντας με τη σχηματική εξιστόρηση του εξευτελιστικού καταναγκασμού και της ψυχικής τρομοκρατίας που υφίστανται οι άνθρωποι εκεί, την ένταση του κοινωνικού δράματος που λαμβάνει χώρα. Όλα αυτά δοσμένα με μια ανάλαφρη διάθεση και πικρό χιούμορ, που εκμαιεύουν με τον πιο έντεχνο τρόπο την ευαισθησία του αναγνώστη.
Ακριβώς, τις όποιες επιδιώξεις των συγγραφέων χλευάζει η Αμελί Νοτόμπ στο πρώτο και όπως φαίνεται το πιο αριστοτεχνικά -μέχρι τώρα- πλήρες βιβλίο της, την «Υγιεινή του δολοφόνου» : «…Η ανθρώπινη ράτσα είναι έτσι φτιαγμένη ώστε όντα πνευματικά υγιή να είναι έτοιμα να θυσιάσουν τα νιάτα τους, το κορμί τους, του έρωτές τους, τους φίλους τους, την ευτυχία τους και πολλά περισσότερα ακόμη στο βωμό μιας φαντασίωσης που λέγεται αιωνιότητα…». Μια ιστορία με ήρωες μόνο στα άκρα τους, που κονταροχτυπιούνται σε ένα διαλογικό παιχνίδι ευφυΐας και λογικής. Μια θανάσιμη επιλογή που εξαντλεί τους πρωταγωνιστές και τους φέρνει αντιμέτωπους με την απόδειξη κάθε φορά της καλοσύνης, της αγάπης, της κακοπιστίας : «…Θαυμάζω την καλοσύνη που προέρχεται από την καλοσύνη ή την αγάπη. Αλλά γνωρίζετε πολλούς που την εφαρμόζουν την καλοσύνη αυτή; Στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι άνθρωποι είναι καλοί για να τους αφήνουν στην ησυχία τους…». Όσο για τη δημιουργία και μάλιστα τη λογοτεχνική, είναι χαρακτηριστική η κανιβαλιστική αντιμετώπισή της από την πλευρά της συγγραφέως μέσω των λόγων των ηρώων της, βέβαια : «…σπανιότατα είναι τα βιβλία που έχουν γραφτεί από καθαρή καλοσύνη. Τα έργα εκείνα, τα δημιουργείς μέσα στην αχρειότητα και τη μοναξιά, ξέροντας καλά ότι αφού τα πετάξεις στη μούρη του κόσμου, θα είσαι ακόμη πιο μόνος και πιο αχρείος…». Η «Υγιεινή του δολοφόνου» μοιάζει με ένα μυθιστορηματικό σχόλιο πάνω στα κίνητρα ενός ανθρώπου για να γράψει. Στην προκείμενη ιστορία ένα ανατριχιαστικό μυστικό του παρελθόντος κρύβεται πίσω από τη συγγραφική επιτυχία του κεντρικού πρωταγωνιστή, που εναλλάσσεται στις θέσεις του θύτη και του θύματος. Θα κερδίσει στο τέλος η σαγήνη, που ζητά και το τίμημα από εκείνους που αποφασίζει να ευνοήσει κάθε φορά. Η ερωτική έλξη και η πνευματικότητα εμφανίζονται στην οριακή τους μορφή, ενώ το ζητούμενο είναι η απόλαυση. «...Εάν ένας συγγραφέας δεν νιώθει ηδονή, τότε πρέπει να σταματήσει στη στιγμή. Το να γράφεις χωρίς ηδονή, είναι ανήθικο. Η γραφή εμπεριέχει ήδη όλους τους σπόρους της ανηθικότητας. Η μόνη δικαιολογία του συγγραφέα είναι η ηδονή του...»


«Ποτέ δεν πρέπει να γνωρίζει κανείς τους συγγραφείς»

Η Amelie Nothomb γεννήθηκε το 1967 στο Κόμπε της Ιαπωνίας από οικογένεια διπλωματών και ακολούθησε τους γονείς της σε διάφορα μέρη του κόσμου, κυρίως στην Ανατολή. Σπούδασε ρομανικές γλώσσες στο ελεύθερο πανεπιστήμιο των Βρυξελλών και στη συνέχεια εργάστηκε ως διερμηνέας στην Ιαπωνία. Σήμερα ζει στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες. «Γραφομανής», όπως αυτοχαρακτηρίζεται, σωστό «βιολογικό ρολόι της λογοτεχνίας», όπως την αποκάλεσε ο Τύπος, δημοσιεύει ανελλιπώς κάθε φθινόπωρο, από το 1992 και μετά, ένα μυθιστόρημα που γίνεται αμέσως μπεστ σέλερ στη Γαλλία και το Βέλγιο και μεταφράζεται σε διάφορες γλώσσες. Έχει τιμηθεί με πολλές διακρίσεις, ενώ βιβλία της διασκευάζονται για το θέατρο, την όπερα και τον κινηματογράφο.

Thursday, November 02, 2006

Η φυλακή του παραλόγου της ζωής και της ύπαρξης

(Το κείμενο θα δημοσιευτεί στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο 4/11/2006)

«...Η απελπισία εξημερώθηκε, έγινε λογοτεχνία και πίνακες ζωγραφικής. Όμως εμένα αυτό δεν με βοηθάει. Τόσο το καλύτερο για σας αν με την κουλτούρα καταφέρνετε να ξορκίσετε το δράμα του ανθρώπου, την τραγωδία του...»



Είναι ένα βιβλίο που θα μπορούσε να έχει γραφτεί μόλις λίγο καιρό πριν, τότε που καιγόταν η Γαλλία από τους πιτσιρικάδες που ο Σαρκοζί θα χαρακτήριζε «αλήτες». «...Σπανίως μια αόριστη διαύγεια, μια ημι-διαύγεια ανάμεσα στα παραπετάσματα του σκότους. Υπήρξαν επίσης επαναστάσεις, εμφύλιοι πόλεμοι, η γροθιά που έφαγα στα μούτρα. Συνέβησαν γεγονότα γύρω από εμένα. Χωρίς εμένα. Όμως, μ’ ενδιέφεραν. Οι δρόμοι, λέει, είχαν γεμίσει πτώματα, πλήθη κατέβαιναν σε διαδηλώσεις, άνθρωποι οργισμένοι. Ο νεκρός νεαρός στο πεζοδρόμιο, περιτριγυρισμένος από τους γείτονες ενός δρόμου που είχε τόσο αλλάξει...»
Είναι ένα βιβλίο που θα μπορούσε να έχει γραφτεί οποτεδήποτε. Αλλά όχι από οποιονδήποτε. Θα μπορούσε να έχει γραφτεί μόνο από έναν άνθρωπο που βλέπει γύρω του να αλλάζει ο κόσμος (ή να παραμένει ο ίδιος) και εκείνος συμμετέχει μόνο δια της παράλογης λογικής της προσωπικής του απομόνωσης. Θα μπορούσε να έχει γραφτεί από ένα δημιουργό που αφουγκράζεται τον παλμό της εποχής του, αλλά παραμένει κλεισμένος στους δικούς του εσώτερους ρυθμούς και κάποτε κατορθώνει αυτή την προσωπική ματιά του στον κόσμο να την κάνει και βλέμμα του ίδιου του κόσμου. Και γράφτηκε από έναν τέτοιο άνθρωπο της Τέχνης, το βιβλίο αυτό.
Ο Ευγένιος Ιονέσκο, ο μεγάλος αυτός δραματουργός, που σημάδεψε με το έργο του και το ρουν του σύγχρονου θεάτρου, έγραψε ένα και μοναδικό μυθιστόρημα που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα, με τον τίτλο «Ο Μοναχικός» σε πολύ καλή μετάφραση της Χρύσας Τσαλικίδου. Το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1973 και απηχεί ίσως σε ένα βαθμό την αντιμετώπιση από τον ίδιο τον κορυφαίο δημιουργό των γεγονότων του Μάη του ’68. Ίσως και όχι, γιατί διαβάζοντας το βιβλίο 33 χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, διέκρινα μια φρεσκάδα και μια διαχρονικότητα στη γραφή και τον τρόπο γραφής, αλλά και στην ουσία της πραγματικότητας που εναλλάσσεται γύρω μας και που ο Ιονέσκο συμπυκνώνει σ’ αυτό το τόσο μεστό και σύντομο έργο του, που θα μπορούσε να το είχε γράψει μόλις τώρα, αν ζούσε και έβλεπε τα συμβαίνοντα στον κόσμο. «...Είναι περίεργο: όλοι πιστεύουν ότι ο κόσμος, το σύμπαν, η πλάση, είναι πράγματα απολύτως φυσιολογικά, δεδομένα. Και υποτίθεται ότι αυτοί είναι οι σοφοί κι εγώ ο αδαής, ο βλάκας. Είμαστε σε μια φυλακή, σε φυλακή βεβαίως. Είναι επειδή θέλω να τα μάθω όλα για τα οποία δεν ξέρω τίποτα. Υπάρχει περίπτωση να δώσουν κάποτε την απάντηση; Ίσως σε μερικές δεκάδες ή εκατοντάδες γενιές οι άνθρωποι μπορέσουν να συλλάβουν το ασύλληπτο, να φανταστούν το αφάνταστο. Για να μη σταματούν να δουλεύουν, να παίρνουν λεωφορεία, να εκδίδουν βιβλία, να κάνουν υπολογισμούς, να ξεκινούν να κατακτήσουν το Διάστημα, θα πρέπει υποσυνείδητα να αισθάνονται ότι θα τα καταφέρουν. Όμως εγώ προσωπικά πιστεύω ότι χτίζουν πάνω στο κενό, στο τίποτα -που κι αυτό δεν είναι παρά μια λέξη. Δίνουμε ονόματα που δεν σημαίνουν τίποτα σε πράγματα για τα οποία δεν μπορούμε να πούμε τίποτα. Το απείρως μικρό... Έχοντας ήδη ψύχωση με το απείρως μεγάλο, αφέθηκα να στοιχειωθώ και από το απείρως μικρό...»
Ο ήρωας του μυθιστορήματος που μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, είναι ένας άνθρωπος μόνος, έξω και μέσα του. Που τον κατατρώει το υπαρξιακό άγχος, η ανησυχία γι’ αυτό που είναι (αν είναι) ο ίδιος και η αγωνία γι’ αυτό που είναι (αν είναι) ο κόσμος που τον περιβάλλει. Ένας περιχαρακωμένος στη βαθύτερη απομόνωσή του στην οποία μπορεί να παρεισδύσουν μεν τα τρέχοντα του κόσμου, αλλά τα αποκωδικοποιεί πάντα με το προσωπικό αλφαβητάριο της «ναυτίας του πεπερασμένου» και της «ναυτίας του απέραντου» που τον κατατρέχει. Το βιβλίο το διάβασα απνευστί, το χάρηκα όσο λίγα και βρήκα τόσους παραλληλισμούς με το σήμερα και τέτοια αυθεντικότητα στη σκέψη του Ιονέσκο που δεν θα μπορούσα παρά να τον αντιμετωπίσω ως απόλυτο εκφραστή της μοναξιάς του σύγχρονου ανθρώπου. Ακόμη και αν γίνεται κάτι τέτοιο ερήμην του. Ήταν και πάλι μπροστά από την εποχή του, είδε τη επόμενη στην ανατολή της, όσο η δική του ζωή προχωρούσε προς τη δύση της. Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου μου φάνηκε κατά παράδοξο τρόπο οικείος, γνώριμος, αν και είναι τόσο παράλογες οι επιλογές του που μόνο ως κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Πρόκειται για έναν τριανταπεντάρη που αποσύρεται από τη ζωή συνειδητά-ασυνείδητα, προσπαθεί να άρει την κατάρα να κοιτά πάντα τον τοίχο και εύχεται να ήταν σαν τους άλλους. Αλλά δεν μπορεί να είναι σαν τους άλλους, γιατί δεν ξέρουν ούτε αυτοί οι άλλοι ποιοι είναι, πώς είναι, γιατί είναι, αν είναι. «...Όλοι κάνουν ό,τι θέλουν. Όταν λέω ’’όλοι’’ εννοώ ’’αυτούς’’. Εγώ δεν είμαι στο κόλπο...»
Κλείνεται σε μια ιδιότυπη ατομική φωλιά που του υπόσχεται μια στοιχειώδη προστασία -ούτε ο ίδιος δεν ξέρει από τι, ίσως από την ίδια τη ζωή και το νόημά της- και βλέπει το χρόνο να φεύγει και να ακινητοποιείται με ένα τρόπο μοναδικά τραγικό. «...Εκείνο που με βασάνιζε πάνω απ’ όλα ήταν η αίσθηση ότι κάτι μου έλειπε. Αν ήξερα πώς να επωφελούμαι από την κάθε στιγμή, τα πάντα θα ήταν ωραία. Είχα χαραμίσει το ποτάμι της ζωής. Και τούτο πρέπει να είχε στερέψει...Πάντα κάτι έλειπε. Ανέκαθεν ένιωθα ότι κάτι μου έλειπε, οπότε τούτη η έλλειψη γινόταν τα πάντα. Τι έλειπε; Τι μου έλειπε; Ήθελα να τα ξέρω όλα. Αυτό μου έλειπε: το γεγονός ότι δεν ήξερα. Ήμουν αμαθής αλλά όχι τόσο ώστε να μην καταλαβαίνω την αμάθειά μου. Άραγε ξέρουν κάτι οι σοφοί; Τους φτάνει αυτό που ξέρουν; Τι άλλο υπάρχει;...»

Wednesday, November 01, 2006

"Όμορφοι και καταραμένοι"

"...Μόλις πριν από λίγους μήνες όλοι τον συμβούλευαν πιεστικά να υποχωρήσει, να υποταχτεί στη μετριότητα, να πάει να δουλέψει, να κάνει οτιδήποτε. Αλλά εκείνος ήξερε ότι ήταν δικαιωμένος στον τρόπο της ζωής του και είχε επιμείνει ακλόνητος..."

ΦΡΑΝΣΙΣ ΣΚΟΤ ΦΙΤΖΕΡΑΛΝΤ
"ΟΜΟΡΦΟΙ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΙ"
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΡΑΤΩ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΡΕΝΑ ΧΑΤΧΟΥΤ

Sunday, October 22, 2006

Ποιητική αλήθεια, αδεία της ψυχής

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε χθες στη Φιλολογική Βραδυνή)

«Μπορεί να πιάσει πάτο η ερημιά
όταν βουτάς με το κεφάλι στους ανθρώπους», καταλήγει στο ποίημά της «ΠΑΝΤΩΣ» η Έφη Πυρπάσου στη συλλογή με τίτλο «Ξενάγηση» (Εκδόσεις Καστανιώτη). Πρόκειται για μια ποιητική φωνή που αφυπνίζει, περνώντας μέσα από τα δύσβατα μονοπάτια της μοναξιάς, της προσωπικής αλήθειας, της ατομικής διάστασης, της ενδότερης αγωνίας. Στίχοι που κουβαλάνε ψυχικά φορτία ολκής και καταβολές ποιητικές σαν και κείνες του Νίκου Καρούζου, όπως προδιαθέτει τον αναγνώστη και η προμετωπίδα του βιβλίου.
Οι λέξεις της Πυρπάσου, βαλμένες στη σειρά, σε κάνουν να δεις ένα πρόσωπο γνώριμο, εκείνο του εαυτού σου και να αντικρίσεις τη δική σου υπαρξιακή ανησυχία. Γι’ αυτό που είσαι, γι’ αυτό που πιστεύεις ότι είσαι, γι’ αυτό που πιστεύουν οι άλλοι ότι είσαι. Σε ξεναγεί στον Άλλο η ποίησή της, δηλαδή και σε σένα.
Δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα, καμιά σιγουριά. Ακροβατείς μαζί με τις λέξεις της και μετεωρίζεσαι στα βάθη τους και στα δικά σου ύψη. «...Η μητέρα που σε γνωρίζει μόνο κλαίγοντας...» Με ένα κέρδος ολότελα δικό σου, να βυθιστείς στο νόημα της ζωής σου και να αναδυθείς απ’ αυτό πιο πλούσιος και φρέσκος, πιο γεμάτος και με επίγνωση των ελλείψεών σου* του δικού σου ανολοκλήρωτου. Σαν να έχεις παρακολουθήσει από έναν τρίτο μια ξενάγηση του ίδιου του ψυχικού σου τοπίου, της ματιάς σου να περικλείεις τον κόσμο, της θεώρησης των άλλων μέσα από το δικό σου βλέμμα, με ό,τι «αξιοθέατα» διαθέτεις και ό,τι ποιητικά ερεθίσματα σου βρίσκονται. Πότε σαν γροθιές στο στομάχι τα λόγια της Πυρπάσου και πότε σαν απαλό χάδι. Να εναλλάσσονται οι εικόνες, τα συναισθήματα, οι μνήμες και τα χάσματα της λήθης, με αφοπλιστικό ρυθμό και παύσεις ικανές να σε κάνουν να αναλογίζεσαι βαθιά και καίρια.

Στα δίχτυα της αστυνομικής πλοκής

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε χθες στη Φιλολογική Βραδυνή)

«...Ήταν η έννοια της αυτό-ομοιότητας, self-similarity στα αγγλικά. Ήταν μια μορφή επανάληψης κάποιων μοτίβων τόσο στη φύση όσο και στις κατασκευές του ανθρώπου που υποδήλωνε ότι, παρ’ όλο το χάος του κόσμου, σε όλα τα πράγματα υπήρχε μια τάξη -και μια επανάληψη- όσο πολύπλοκη κι αν ήταν...» (απόσπασμα από το βιβλίο «Η απαγωγή του εκδότη»)




Για έναν παράδοξο τρόπο, στη νεοελληνική λογοτεχνία η λέξη «πλοκή» -για πολλούς δημιουργούς- καταλαμβάνει μια θέση «μιάσματος». Προτιμούν το «κατάθεση ψυχής» και πελαγοδρομούν σε δαιδαλώδεις ψυχαναλυτικές κοινοτοπίες. Για έναν άλλον επίσης αδιερεύνητο λόγο, θεωρούν την αστυνομική λογοτεχνία «εύκολη» ή έστω «εύπεπτη», σε αντίθεση με την «κατάθεση ψυχής» που αρέσκεται να διατηρεί το γόητρό της ως τάχα μου «ποιοτική» παρά τη δυσανάγνωστη -και γιατί όχι ανύπαρκτη- πολλές φορές ποιότητά της. Σ’ αυτό το ισοζύγιο λογοτεχνικών αξιών που το γούστο του κάθε αναγνώστη και η εμπειρία του μπορεί να σταθμίσει το τι φέρει βαρύνουσα σημασία γι’ αυτόν, έχω γίνει καχύποπτη ή υποψιασμένη απέναντι στις «καταθέσεις ψυχής», αλλά με κανέναν τρόπο δεν λέω να απεμπλακώ από τα δίχτυα της ενδιαφέρουσας μαγείας του αστυνομικού μυστηρίου. Με ανταμείβει συχνά η εμμονή ή η επιμονή μου αυτή στην πλοκή, γι’ αυτό και επιλέγω να παρουσιάσω δύο βιβλία αυτής της υφής.
Αν και ως αναγνώστρια θα ήθελα τις μεταφυσικές προεκτάσεις που δίνει στην ιστορία του ο Δημήτρης Μαμαλούκας στο μυθιστόρημά του «Η απαγωγή του εκδότη» (Εκδόσεις Καστανιώτη) λίγο πιο έντονες και τα ψυχογραφήματα των ηρώων του λίγο πιο εκτενή και βαθύτερα, ο συγγραφέας κατορθώνει να αιχμαλωτίσει ιδιαίτερα αποτελεσματικά στα πλοκάμια του αστυνομικού μυστηρίου τον αναγνώστη του. Να το πω λίγο πιο γλαφυρά: δεν θα ήθελα να βρεθώ στον ίδιο χώρο με το συγγραφέα...Είναι απλό, φοβάμαι. Μην παρεξηγηθώ. Την ατμόσφαιρα του βιβλίου θέλω να μεταφέρω και τις αυξημένες δυνατότητες του δημιουργού επιχειρώ να εξάρω. Η ιστορία σε υποβάλει από μόνη της, δεν χρειάζεσαι άλλο μέσο. Η πλοκή κινεί τα νήματα και η λογοτεχνική δεινότητα του συγγραφέα έγκειται ακριβώς στον τρόπο που διαρθρώνει τη δομή της ιστορίας του, αλλά και στην ένταση που δίνει με τα ίδια τα συμβαίνοντα στην εξέλιξή της. Η «κατάθεση» της λογοτεχνικής του «ψυχής» έχει να κάνει απολύτως με τα γεγονότα που περιγράφει και τις διαστάσεις που τους δίνει ο ίδιος. Ό,τι θέλει να πει ο συγγραφέας, το λέει απευθείας, άμεσα, εύληπτα, με ωραία γλώσσα, απλότητα, διαύγεια και ζωντανό ύφος, αρκούντως απολαυστικά για τον ίδιο τον αναγνώστη του. Στο εξωτερικό, αυτό είναι ένα προσόν που εκτιμάται δεόντως, κάτι που δεν συμβαίνει με την ίδια ευρύτητα στη νεοελληνική λογοτεχνική πραγματικότητα. Αν ήταν στην Αγγλία ή έστω στην Ιταλία ο Μαμαλούκας, θα είχε μια άλλη αντιμετώπιση, αναμφίβολα. Ίσως, γι’ αυτό οι ήρωές του προτιμά να κινούνται σε έναν τόπο που ίδιος ξέρει καλά -λόγω σπουδών Φιλοσοφίας στη ίδια τη χώρα-, την Ιταλία.

Είναι τρελοί αυτοί οι ...Ιταλοί

Γράφοντας για Ιταλία, οι γείτονές μας είναι καλύτερα μυημένοι από μας στις αστυνομικές ιστορίες. Φταίει και η «μαφιόζικη» παράδοσή τους. Είδαμε άλλωστε τελευταία και το νεαρό Ιταλό δάσκαλο που συνέγραψε ένα βιβλίο σχετικό και έχει περιπέτειες τώρα, αφού δέχεται απειλές για τη ζωή του. Στην Ελλάδα κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση του Ανταίου Χρυσοστομίδη, εννέα ιταλικές ιστορίες με τίτλο «Εγκλήματα» γραμμένες από τους σπουδαιότερους σύγχρονους Ιταλούς συγγραφείς της αστυνομικής λογοτεχνίας. Πέρα από τα τρανταχτά ονόματα των Καμιλέρι, Αμανίτι και Λουκαρέλι περιλαμβάνονται διηγήματα και λιγότερο γνωστών στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό δημιουργών. Αυτό που κυριαρχεί στις ιστορίες -διαφορετικού ύφους και δομής η κάθε μία- είναι η ένταση των αισθημάτων που προκαλούν. Ξεχωρίζω «Το κρησφύγετο της Τερέζα» του ναπολιτάνου Ντιέγκο ντε Σίλβα, του Τζόρτζιο Φαλέτι την ιστορία με τίτλο «Ο βασικός καλεσμένος», το νουάρ παραμύθι του Τζανκάρλο ντε Κατάλντο «Το παιδί που έκλεψε η καλή μάγισσα» και του Κάρλο Λουκαρέλι «Ο τρίτος πυροβολισμός». Πρόκειται για κείμενα που κρατούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη και του κάνουν καλή παρέα είτε στην παραλία, όπως τα διάβασα εγώ το καλοκαίρι, είτε τα κρύα χειμωνιάτικα βράδια. Απλώς κοιτάς διερευνητικά γύρω σου, όσο τα διαβάζεις, να δεις μη και σε παρακολουθεί από πουθενά κάποιος από τους πρωταγωνιστές των ιστοριών...

Thursday, October 19, 2006

Στη δίνη και την οδύνη της μνήμης

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί παλιότερα στη Φιλολογική Βραδυνή)

Θα μπορούσε αυτή η σελίδα να αρχίζει με μια πιο λογοτεχνίζουσα χροιά. Θα μπορούσε. Αν δεν βλέπαμε ακόμη την ανθρώπινη φύση να εξευτελίζεται σε τηλεοπτικές οθόνες παγκοσμίως. Αν ο σύγχρονος ηττημένος τύραννος δεν σύρονταν από το άρμα του νικητή στη διεθνή αρένα. Αν ο πολιτισμός είχε κατορθώσει να εξαλείψει την αγριότητα και τα φρικώδη ένστικτα. Αν είχε αναγνωρίσει ο ισχυρός το δικαίωμα για το νικημένο στην αξιοπρέπεια της όποιας ήττας του. (Ποιος είναι ο νικητής και ποιος ο ηττημένος;)
Αν η πραγματικότητα δεν έσπευδε να δώσει επικαιρότητα σε μια μυθιστορηματική υπόθεση με πρωταγωνιστές αληθινούς, τότε θα μιλούσαμε μόνο για υπαρξιακές ανησυχίες, για αναμετρήσεις του ανθρώπου με τον εαυτό του, για την αγάπη, τη μοναξιά, τη φιλία, τον έρωτα, αναγνωρισμένα, διαχρονικά πράγματα. Εντάξει, όλα αυτά σε ένα φόντο εξωτικό -με δουλεμπόρους και σκλάβους, αποικιοκράτες και ιθαγενείς- ενός παρελθόντος, αν όχι ξεχασμένου, τότε -ακόμα καλύτερα- άγνωστου. Θα ανοίγαμε διάπλατα τα μάτια στις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες των περιγραφών της περασμένης αποικιοκρατίας και με την άγνοια και την έκπληξη απέναντι στο «πρωτόφαντο» γεγονός θα λέγαμε «κοίτα, τί γίνονταν τότε!». Θα δηλώναμε τον αποτροπιασμό μας, θα τα καταδικάζαμε και θα στρέφαμε όλη την προσοχή στα πανανθρώπινα, ωραία και αληθινά που ξεδιπλώνει, επίσης, με τις λέξεις του ο ολλανδός συγγραφέας, Άρτουρ Γιαπέν, στο μυθιστόρημά του «Ο ΜΑΥΡΟΣ ΜΕ ΤΗ ΛΕΥΚΗ ΚΑΡΔΙΑ» (Εκδόσεις Καστανιώτη) και θα ήταν αρκετό. Θα ‘χαμε τακτοποιήσει τις «εκκρεμότητες» απέναντι σε ένα βιβλίο. Όλα αυτά, αν η μνήμη δεν επανέρχονταν, δεν έπαιρνε σάρκα και οστά σε ζωντανή αλήθεια μπροστά στα μάτια μας, αν η αγριότητα είχε λήξει στη λήθη των περασμένων, αν η καταπίεση, οι διακρίσεις, το δίκαιο του ισχυρού είχαν μείνει γραφική ανάμνηση. Στη δεδομένη χρονική στιγμή πώς να αρκεστείς μόνο στις λογοτεχνικές αρετές ενός μυθιστορήματος που αισθάνεσαι ότι τα λέει όλα, μιλάει για όλα, όταν τα νοήματά του σε τραβάνε βίαια από το χέρι και σε ταρακουνάνε για την πραγματικότητα που αφήνεις (;) να εκτυλίσσεται γύρω σου;
Οι πολλαπλές αναγνώσεις των διαδραματιζομένων είναι δεδομένες και ο συγγραφέας δείχνει -με δάδες που αχνοφέγγουν προς την κατεύθυνση που εκείνος θέλει κάθε φορά- το δρόμο για να διαβάσουμε αυτό το βιβλίο. Το δυνατό φως, όμως, για να δούμε τη συγκεκριμένη ιστορία, τώρα, προέρχεται ουσιαστικά από το ζοφερό τοπίο, την σκληρότητα γύρω μας, τη σύγχρονη μορφή της αποικιοκρατίας και τις νέες εκφάνσεις της, στην εποχή της νέας τεχνολογίας, της νέας οικονομίας. Όπως λέει ο Άρτουρ Γιαπέν, «...Όσο περισσότερο εξημερώνει ο άνθρωπος τον εαυτό του, τόσο λαχταρά την αγριότητα...».
Με μαεστρία ο ολλανδός συγγραφέας αναπαριστά το 19ο αιώνα, επιλέγοντας να δίνει τις αλήθειες του σε άσπρο και μαύρο σκηνικό, αποκαλύπτοντας πάντα και το αρνητικό της φωτογραφίας. Η εικόνα πλήρης και το ψυχογράφημα των ηρώων εντυπωσιακά ολοκληρωμένο, με αποτέλεσμα αναπόφευκτα ο αναγνώστης είτε προτιμώντας το μαύρο είτε το λευκό των πραγμάτων είτε και το περιθώριό τους, να βρίσκει σημεία να συγκινηθεί, να πάσχει με τους πρωταγωνιστές. Ο Άρτουρ Γιαπέν κατορθώνει αριστοτεχνικά να κρατήσει θαυμαστές ισορροπίες στο θέμα -και τα θέματα- που πραγματεύεται, χωρίς να βαραίνει το κλίμα καταπιεστικά. Με μια ελαφράδα στην αφήγηση που αποτρέπει τον αναγνώστη να αποκαρδιωθεί, τον περνά στο δράμα και την τραγικότητα, όχι μόνο του μυθιστορήματος αλλά και της ανθρώπινης φύσης του, με τρόπο αποτελεσματικό και άμεσο, κατευθείαν στα μύχια σημεία της σκέψης και των αισθημάτων του. («Το κοριτσάκι μού χάιδεψε το μάγουλο και είπε : "’Εσύ, μαύρε με τη λευκή καρδιά". Δεν ήξερα τι να της απαντήσω από τη συγκίνηση. Τότε κοίταξε την παλάμη του χεριού της μήπως είχα ξεβάψει.»)
Η οπτική γωνία εναλλάσσεται συχνά για τα ίδια γεγονότα. Η έντεχνη αυτή αντιπαραβολή των δύο όψεων του νομίσματος κάθε φορά αποδεικνύεται ευρηματική και ιδιαίτερα λειτουργική. Η σύγκρουση των δύο κόσμων (Ολλανδοί-Ιθαγενείς) δεν έχει παρά να αναδείξει την ενότητά τους (το κοινό βίωμα της ανθρώπινης ύπαρξης), ακόμη κι αν αυτή αναδύεται από τη φρίκη του δουλεμπορίου και της αποικιοκρατίας. Ο εξωτισμός του περιβάλλοντος χώρου, Αφρική και Ινδονησία, συμβάλλει στη διευθέτηση ενός σκηνικού γοητευτικού που μπορεί όμως να φιλοξενήσει ταυτόχρονα και τη μεγαλύτερη σκληρότητα και αγριότητα.
Η στοχαστική διάθεση του συγγραφέα εναρμονίζεται πολύ καλά, «δένει» άριστα με τα διαδραματιζόμενα που δεν είναι πάντα βέβαιο ότι θα προβληματίσουν τον αναγνώστη, αφού ο εντυπωσιασμός από την τέλεσή τους μπορεί να λειτουργήσει μόνο ως πυροτέχνημα που αιχμαλωτίζει την αντίδραση του συναισθήματος αλλά όχι και της λογικής. Αυτή ακριβώς τη δυσκολία είναι που υπερβαίνει ο Γιαπέν, καθώς η σύνθεση των γεγονότων πότε με την υπόγεια και πότε με την άμεση ανάλυσή τους αποτελεί επίτευγμά του. Ούτε ρητορείες ούτε μεγαλοστομίες, ένα κείμενο δοσμένο με αφοπλιστική απλότητα, σχεδόν με αφέλεια, τόσο καλά μεθοδευμένη, όμως, που συγκινεί.
Και πώς να μην νιώσει ο αναγνώστης τις πρώτες αναταράξεις μέσα του, όταν από τη δεύτερη κιόλας σελίδα του κειμένου διαβάζει ότι «Χρώμα δεν έχεις από μόνος σου, χρώμα σού δίνουν οι άλλοι.»; Οι κατευθύνσεις που έχει να διαλέξει κανείς στη ζωή του, όπως παρουσιάζονται από το Γιαπέν, είναι δύο : η πλήρης εξομοίωση με το περιβάλλον –που τελικά δεν σημαίνει και αφομοίωση- και η υπεράσπιση της όποιας διαφορετικότητάς του σε μια συνεχή πάλη με τους άλλους : «...Το να πολεμάς τον εαυτό σου σαφώς δεν είναι πιο εύκολο από το να πολεμάς τους άλλους. Μόνο που φαίνεται λιγότερο…». Ο ήρωας του βιβλίου, ο Κβάμε που διάλεξε τη δεύτερη λύση, νικήθηκε από τον ίδιο του τον εαυτό στο τέλος, ενώ ο Κβάσι που θέλησε να εγκλιματίζεται στα βιαίως επιβαλλόμενα έξωθεν, κέρδισε την αγάπη, την πίστη, την αναγνώριση του αγώνα του με την ίδια του τη φύση, πάντα υφιστάμενος την καταπίεση, την αδικία, την απόρριψη, την προσβολή ακόμη και τη συγκατάβαση της ανοχής, που όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, είναι το ίδιο προφανής με τα υπόλοιπα. («…Όλα τα συνηθίζει κανείς. Αυτό είναι το χαρτί που κρατούν στα χέρια τους οι καταπιεστές και οι τύραννοι. Το θύμα τους λυγίζει για να μη σπάσει. Ο άνθρωπος προσαρμόζεται για να επιζήσει…»)


Ποιος είναι ο συγγραφέας

Ο Άρτουρ Γιαπέν γεννήθηκε το 1956. Έχοντας δουλέψει για χρόνια ως ηθοποιός και τραγουδιστής της όπερας, έκανε το συγγραφικό του ντεμπούτο το 1996 με τις «Μαγωνικές Ιστορίες». Έγινε γνωστός με το μυθιστόρημά του «Ο μαύρος με τη λευκή καρδιά» (1997), το οποίο έλαβε αμέτρητες τιμητικές διακρίσεις στην Ολλανδία και μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες. Ακολούθησαν η συλλογή διηγημάτων «Ο τέταρτος τοίχος» (1998) και το μυθιστόρημα «Το όνειρο του λιονταριού» (2002).

Ο « καταραμένος όφης» της Ιστορίας

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί παλιότερα στη Φιλολογική Βραδυνή)

«Τι όμως είσαι εσύ; Εσύ δεν ανήκεις ούτε στον λαό, ούτε είσαι σταλμένος απ’ τον Θεό. Δεν ανήκεις σε αυτούς που έχουν την εξουσία, ούτε σε αυτούς που την υφίστανται. Είσαι σαν το φίδι που προσφέρει τον καρπό της γνώσης. Και ξέρεις πολύ καλά πως το φίδι αυτό το καταράστηκε ο Κύριος και Θεός μας να σέρνεται πάντα με την κοιλιά και να τρώει σκόνη όλη του τη ζωή. Οι άνθρωποι, όταν το συναντήσουν, του λιώνουν το κεφάλι». Την επιτομή της ρεαλιστικής πραγματικότητας για τη θέση του διανοούμενου σε ένα καθεστώς που καταπνίγει την αλήθεια προς χάριν της Εξουσίας, της Δύναμης, της Ιστορίας, αποτελεί το μυθιστόρημα του Stefan Heym, «Η αληθινή ιστορία του Βασιλιά Δαβίδ» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου.
Θα κατηγορηθεί για λογοτεχνική εσχάτη προδοσία ο σοφός άνδρας, ο λόγιος που επιλέγεται από το Βασιλιά Σολομώντα να συγγράψει την ιστορία του πατρός του Δαβίδ. Ο Αιθάν με όπλο του τη λογική και την επιστήμη -και βαρίδια στην ψυχή του, τους δεσμούς με την καθημερινότητα, την απλή συζυγική ζωή, τον έρωτα, τις απολαύσεις, που θα εκμεταλλευτεί ο ύπουλος εχθρός που εκπορεύεται από την Εξουσία, για να τον κρατήσει στη σιωπή- ανακαλύπτει τις πτυχές εκείνες της Ιστορίας που δυσαρεστούν, δεν βολεύουν, είναι βλαπτικές για την υψηλή Αρχή. Αυτή ακριβώς η τάξη που καταδυναστεύει, θα θελήσει να καταστήσει τον ιστορικό, υποχείριό της για να καθαγιάσει την ύπαρξή της, να δικαιολογήσει την αποτρόπαια επιβολή της, να εξασφαλίσει την διαιώνισή της.
Ο σοφός Αιθάν αντιλαμβάνεται από την πρώτη στιγμή τους κινδύνους που διατρέχει, γι’ αυτό και προσπαθεί να κρατήσει τις εύθραυστες ισορροπίες μεταξύ ισχυρών προσώπων και αντικρουόμενων συμφερόντων. Αριστοτέχνης στην επεξεργασία του λόγου και της σκέψης, διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα για να φέρει εις πέρας το έργο που του ανατέθηκε «για την εκπόνηση της μίας, και μοναδικής, αληθινής και αυθεντικής, ιστορικών ακριβούς και υπηρεσιακώς ανεγνωρισμένης αναφοράς για την αξιοθαύμαστη εξύψωση, την ευλαβική ζωή καθώς και για τις ηρωικές πράξεις και τα θαυμαστά έργα του Δαβίδ Υιού Ιεσσαί». Θα αποδειχθεί πολύς, όμως, γι’ αυτή τη διεργασία, καθώς έχει ένα χαρακτηριστικό που περιττεύει : την οξυδέρκεια του ανθρώπου που αναζητά την αλήθεια και αναγνωρίζει την αξία της. Αποδεικνύεται ένας άλλος Προμηθέας, που αποκαλύπτει τη δύναμη της φωτιάς, όσο σιγοτρώει τα σωθικά του το σαράκι της αλήθειας και πληρώνει, βέβαια, το αντίτιμο της ιδιόμορφης αυτής μεσιτείας μεταξύ της βούλησης της Ισχύος και του δικαιώματος του ανίσχυρου προς τη Γνώση.
Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που κατορθώνει να παρασύρει στα αφηγηματικά του μέρη τον αναγνώστη στην εποχή που περιγράφεται, να μεταδώσει κάτι από το σκότος που περιβάλλει πτυχές της Παλαιάς Διαθήκης και να υπογραμμίσει για άλλη μια φορά την τομή που χάσκει ανάμεσα στο Μύθο και το Λόγο και τις ανάγκες που εξυπηρετούν κι οι δυο σε δεδομένες ιστορικές περιόδους. Τα πέπλα των βασιλικών χαρεμιών και οι διάδρομοι των πολιτικών μηχανορραφιών επιχειρούν να τυλίξουν τη γνώση των γεγονότων που «μπορεί δυστυχώς να παρασύρει τους ανθρώπους σε επικίνδυνες απόψεις», έτσι το ολοκληρωτικό καθεστώς αποφασίζει απροκάλυπτα να οδηγήσει τη σκέψη προς τη «σωστή» κατεύθυνση. Οι γυναικείες φιγούρες στο βιβλίο αναδεικνύονται ως ο δίαυλος κοινωνίας της γνώσης προς αυτόν που την αναζητά. Αρχετυπική η αναπαράσταση, προαιώνια η σχηματοποίηση και η σημειολογία της έχει ένα στόχο καίριο και αποτελεσματικό, να αφυπνίσει με την αλληγορία τις κοιμώμενες, επαναπαυμένες ή λανθάνουσες συνειδήσεις για το χρέος του διανοούμενου να στέκεται στο ύψος των περιστάσεων που υπαγορεύει το κοινό όφελος της Γνώσης και η Αλήθεια, γιατί στην πραγματικότητα αυτά δεν συγκρούονται ποτέ.
«Ο άνθρωπος μοιάζει με την πέτρα της σφεντόνας. Τον πετάνε πάνω σε στόχους άγνωστους στον ίδιο. Τι άλλο του απομένει να κάνει απ’ το να προσπαθεί να κάνει τις σκέψεις του να ζήσουν λίγο παραπάνω απ’ τον ίδιο, σαν σημάδι, έστω και δυσδιάκριτο, για τις επόμενες γενιές; Εγώ αυτό προσπάθησα. Ας κριθώ αναλόγως.», αφήνει την παρακαταθήκη του ο Αιθάν σ’ αυτόν τον κόσμο, αν και του υπενθυμίζει ο Αρχιευνούχος του Παλατιού ότι «σε έναν κόσμο ευνούχων δεν αξίζει να κρατάς αντρίκεια στάση». Ο διανοούμενος δεν άφησε να ευνουχίσουν τη σκέψη του, να εξαφανίσουν την παραγωγικότητα και τη δυναμική της, ακόμη κι αν αυτό το πληρώνει με τη Σολομώντεια Καταδίκη να βυθιστεί στη λήθη το έργο, που για να το υποστηρίξει, θυσίασε ό,τι αγαπούσε περισσότερο στον κόσμο, ενταφιάζοντας μαζί και την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του.

Στα ίχνη του συγγραφέα

Ο Στέφαν Χάιμ (Stefan Heym), ψευδώνυμο του Χέλμουτ Φλιγκ, γεννήθηκε το 1913 στο Κέμνιτς της Γερμανίας από εβραίους γονείς που ανήκαν στην εύπορη αστική τάξη της πόλης. Το 1931 αποβάλλεται από το λύκειο εξαιτίας της συγγραφής ενός αντιμιλιταριστικού ποιήματος. Η άνοδος των ναζί στην εξουσία το 1933 τον αναγκάζει να καταφύγει στην Πράγα και το 1935 στο Σικάγο. Σπουδάζει γερμανική φιλολογία.
Το 1944 κατατάσσεται στον αμερικανικό στρατό και συμμετέχει ως αξιωματικός του ψυχολογικού πολέμου στην απόβαση στη Νορμανδία, στην απελευθέρωση του Παρισιού και στην κατάληψη της Γερμανίας. Ζει και εργάζεται στο Μόναχο, ώσπου αναγκάζεται να γυρίσει στις Ηνωμένες Πολιτείες, λόγω υποψιών για συμπάθεια προς κομμουνιστικές ιδέες. Εκεί εκφράζει την αντίθεσή του για τον πόλεμο στην Κορέα, αρνείται τα παράσημά του, καθώς και την αμερικανική ιθαγένεια. Το 1952 εγκαθίσταται στην Ανατολική Γερμανία όπου και διαδηλώνει την πεποίθησή του ότι εκεί οικοδομείται μια νέα δημοκρατία. Δεν θα κρατήσει πολύ κι αυτό το φλερτ με τη δεδομένη καθεστηκυία τάξη. Το βιβλίο του με θέμα την εξέγερση των εργατών στο Ανατολικό Βερολίνο στις 17 Ιουνίου του 2953, θα απαγορευθεί να εκδοθεί στη χώρα. Κάτι που θα γίνει εφικτό πια το 1974 στη Δυτική Γερμανία. Το 1965 καταδικάζεται δημόσια από τον ηγέτη της Ανατολικής Γερμανίας. Το βιβλίο του «Η αληθινή ιστορία του βασιλιά Δαβίδ» κυκλοφόρησε το 1972 στο Μόναχο. Το 1978 διαγράφεται από την Εταιρεία Συγγραφέων. Το καθεστώς δεν τολμά να συλλάβει τον αντιφασίστα συγγραφέα του ζητά όμως να αυτοεξοριστεί στη Δύση, εκείνος αρνείται. Ο Χάιμ αντιτίθεται δημόσια στο κομμουνιστικό καθεστώς, παραμένοντας όμως κομμουνιστής. Το 1994 εξελέγη βουλευτής με τη σημαία του PDS στην ενοποιημένη πια Γερμανία, προεδρεύοντας μάλιστα στην πρώτη συνεδρίαση της Βουλής ως ο αρχαιότερος σε ηλικίας βουλευτής. Ο Χάιμ πέθανε το 2001 στο Ισραήλ, όπου συμμετείχε σ’ ένα συνέδριο αφιερωμένο στο γερμανοεβραίο ποιητή Χάινριχ Χάινε.

Tuesday, October 17, 2006

Ποιητική "Ξενάγηση"

(Το ποίημα που ακολουθεί είναι από την ποιητική συλλογή της Έφης Πυρπάσου με τίτλο "Ξενάγηση" που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη)

ΜΑΤΑΙΟ

Άλλος εδώ, άλλος εκεί,
διασχίζουμε δρόμους όπου όλοι είναι περαστικοί,
γειτονιές με σκυλιά που μας γαβγίζουν
και παιδιά που όταν η μπάλα τους ξεφύγει
κι έρθει προς το μέρος μας
τρέχουν αγριεμένα να την πάρουν πίσω
μην τυχόν τους την κλέψουμε,
λες και είναι η ευκαιρία μας
να γελάσουμε τον καθρέφτη
ή να κλάψουμε όλα τ' αραχνιασμένα δάκρυα.

Θα 'ναι που οι μνήμες
έχουν το βάρος της στάχτης, ποιος ξέρει...
Ίσως γι' αυτό σκορπίζουμε,
έτσι αδύναμα που εκπνέουνε
οι μέρες.

Thursday, October 05, 2006

Στις παρυφές της ευγένειας για την παιδική ηλικία

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε το Σάββατο 7/10 στη Φιλολογική Βραδυνή)

«...Όταν δανειζόμαστε ένα βιβλίο από το φίλο μας ή από τη βιβλιοθήκη του σχολείου ή της πόλης μας, φροντίζουμε να το επιστρέψουμε όπως το πήραμε. Δεν το σαλιώνουμε με τα δάχτυλά μας. Όταν το ξεφυλλίζουμε, δεν το τσαλακώνουμε, δεν το μουτζουρώνουμε και δεν το σκίζουμε...»


Στην ενήλικη ζωή μας, παραπονιόμαστε συχνά για την αγένεια γύρω μας. Για τον «κύριο» που προπορεύτηκε στο άνοιγμα μια πόρτας και δεν μας άφησε να περάσουμε, για την «κυρία» που μας μίλησε στον ενικό, αλλά εμείς επιμέναμε σε άπταιστο πληθυντικό, για το ασανσέρ που δεν μας κράτησαν, ενώ βιαζόμασταν τόσο, για τα σκυθρωπά, αγέλαστα και αμίλητα πρόσωπα που συναντάμε καθημερινά στη ζωή και τη δουλειά μας.
Θυμώνουμε μ’ αυτούς που ξέχασαν τα γενέθλια ή τη γιορτή μας, εξαγριωνόμαστε αν η προσωπική μας αλληλογραφία δεν έχει μόνο εμάς αποδέκτες, αλλά και φιλοπερίεργους άλλους, οργιζόμαστε αν μας κλείσουν το τηλέφωνο στα μούτρα. Σε μια συνάντηση ενοχλούμαστε αν ο άλλος μιλάει διαρκώς στο κινητό του ή αν χτυπάει δαιμονισμένα το άτιμο μηχάνημα και δεν μας αφήνει να συζητήσουμε. Να μην πω για το σινεμά ή το θέατρο που δεν μπορούμε να απολαύσουμε απερίσπαστοι την ταινία ή την παράσταση που επιλέξαμε, εξαιτίας των αδιάκοπων κουδουνισμάτων. Σε ένα τραπέζι εκείνος που διαθέτει και τους λιγότερο κομψούς τρόπους, δεν θα περάσει απαρατήρητος στα σίγουρα, ενώ αν είμαστε μη καπνιστές και ο άλλος σαν φουγάρο, χωρίς να μας ρωτήσει καν, αδειάζει τον καπνό του πάνω μας, ε, δεν είναι και το καλύτερό μας. Για να μην μιλήσω για τα μέσα μαζικής μεταφοράς και τις κάθε άλλο «ωραιότατες» οσμές που καταφθάνουν στη μύτη μας από τους γύρω αφρόντιστους συνεπιβάτες μας. Δεν έχω καμία διάθεση να ακουστώ σαν το Χατζηφωτίου του παρελθόντος ή το Ζαμπούνη του σήμερα, αλλά η στοιχειώδης ευγένεια εκλείπει όλο και πιο πολύ απ’ την καθημερινότητά μας, δίνοντας τη θέση της σε μια αδιαφορία για το διπλανό μας σε όλες τις εκφάνσεις της που αγγίζει τη σφαίρα του παραλόγου. Και δεν μιλάω για την προσποιητή και επιτηδευμένη καλή συμπεριφορά που μπορεί να είναι πιο ενοχλητική ακόμα και από την πιο κατάφωρη απρέπεια.
Αν αναρωτιόμαστε, τι απέγινε η ευγένεια, ε, δεν έχουμε παρά να ανατρέξουμε στην παιδική μας ηλικία. Εκεί θα ανακαλύψουμε πιθανώς και τις αιτίες της ύπαρξης ή της μη ύπαρξής της. Η αφορμή να τα γράψω όλα αυτά, ήταν ένα χαριτωμένο βιβλιαράκι που έφτασε στο γραφείο μου και απευθύνεται στα παιδιά, αλλά και στους γονείς που ενδιαφέρονται, ίσως, για τους καλούς τρόπους των παιδιών τους. Πρόκειται για το βιβλίο της Ρέας-Ελευθερίας Καρκαβάτσου, με τίτλο «Καλοί τρόποι για μικρές κυρίες και μικρούς κυρίους» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός στη σειρά «Βατόμουρο» για παιδιά από 7 ετών και πάνω.
Ο τίτλος με προκάλεσε αρχικά, καθώς μου έφερε στο νου αγαπημένα παιδικά αναγνώσματα. Εκείνα τα υπέροχα βιβλία από τη Λουίζα Άλκοτ που ανέδυαν σε κάθε τους σελίδα όχι μόνο ευγένεια σε επίπεδο καλών τρόπων, αλλά κάτι πιο ουσιαστικό: ευγένεια ψυχής. Αυτό το τελευταίο, αν δεν είναι έμφυτο και πηγαίο ίδιον κάποιου, η λογοτεχνία μπορεί μόνο να αμβλύνει τις πτυχές εκείνες του χαρακτήρα του που δεν είναι σε θέση να καλλιεργήσει κανείς από μόνος του. Όσο για την καθημερινή ζωή και τους καλούς τρόπους, αυτοί μπορούν να αποκτηθούν με λίγη καλή διάθεση, υπομονή και ένα σημαντικό δέλεαρ* αυτό του να πλησιάσεις αληθινά τον Άλλον, να τον σεβαστείς και να μην καταστρατηγείς το δικαίωμά του να είναι ευγενής, αν εκείνος το επιθυμεί.
Ως παιδί υπήρξα από το φύση μου ευγενικό. Δεν ξέρω πώς και γιατί, αλλά δεν χρειάστηκε να με κλείσουν οι άλλοι σε κανόνες. Το έκανα από μόνη μου και έβαζα και τους άλλους να ακολουθήσουν αυτούς τους κανόνες, με αφοπλιστική ικανότητα. Στην ενηλικίωσή μου πολλοί απ’ αυτούς τους κανόνες μου φάνηκαν ιδιαίτερα επωφελείς και άλλοι στάθηκαν παντελώς άχρηστοι. Ακόμη παλεύω να τους αποτινάξω, για να μην καταντήσουν ασφυκτικά συμπλέγματα. Στα παιδιά, όμως, δεν αρέσουν οι κανόνες και δη η επιβολής τους, η οποία συχνά είναι άκομψη, βασανιστική για το νεαρό της ηλικίας τους και δρα αποτρεπτικά στη συνέχεια της ζωής τους να θελήσουν να είναι «κύριοι» και «κυρίες» ή απλώς να παραμείνουν ευγενείς.
Το βιβλίο της Καρκαβάτσου μοιάζει με εγχειρίδιο «καθωσπρεπισμού» και δυστυχώς σε πολλά σημεία δεν κατορθώνει να απεμπλακεί από μια διάθεση διδακτισμού την οποία και αποστρέφονται οι μικροί μας φίλοι. Ωστόσο, είναι γραμμένο απλά, εύχρηστα, ελκυστικά για ένα παιδί, καθότι χαριτωμένα εικονογραφημένο από την Πέγκυ Φούρκα, και διαθέτει το πλεονέκτημα που διατηρεί πάντα ο γραπτός λόγος για τα παιδιά: έχει την ισχύ που δεν μπορούν συχνά να φέρουν οι υποδείξεις των γονιών τους, η γκρίνια τους και οι συνεχείς παραινέσεις που καταντούν τις περισσότερες φορές αιτίες ή αφορμές αλόγιστων καβγάδων.
Εμένα με άγγιξε η γλύκα των προθέσεων της συγγραφέως και με έκανε αντί σήμερα να γράφω για κάτι πολύ «λογοτεχνικό», βαρύγδουπο ή σπουδαιοφανές να ασχοληθώ με αυτές τις συμβουλές διαπαιδαγώγησης της παιδικής συμπεριφοράς, μπορεί και ψυχής. Αυτή η τελευταία είναι τόσο εύθραυστη και πολύτιμη που καλό είναι οι μεγάλοι, όταν σηκώνουν τα χέρια ψηλά με το αγύριστο κεφάλι των μικρών εξουσιαστών να αφήνουν την πρωτοβουλία σε καλογραμμένα βιβλία να πουν στα παιδιά τους, αυτά που εκείνοι αδυνατούν να εκφράσουν με κόσμιο και βεβαίως αποτελεσματικό τρόπο.

(Αφιερωμένο εξαιρετικά στους Τρεις Σωματοφύλακες -Librofilo, Demetrio Luca, nuwanda- που είναι ευγενείς ο καθένας με τον τρόπο του...)

Wednesday, October 04, 2006

Η κοινωνική διάσταση του νουάρ

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί παλιότερα στη Φιλολογική Βραδυνή)


«Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μου και δικός σου: τον μοιραστήκαμε
ποιός υποφέρει πίσω από το χρυσαφί μεταξωτό ποιός πεθαίνει;
Μια γυναίκα φώναζε χτυπώντας το στεγνό στήθος της:
‘’Δειλοί
μου πήραν τα παιδιά μου και τα κομμάτιασαν, σείς τα σκοτώσατε
κοιτάζοντας με παράξενες εκφράσεις το βράδυ τις πυγολαμπίδες
αφηρημένοι μέσα σε μια τυφλή συλλογή’’.
Το αίμα στέγνωνε πάνω στο χέρι που το πρασίνιζε ένα δέντρο
ένα πολεμιστής κοιμότανε σφίγγοντας τη λόγχη που του
φώτιζε το πλευρό.

Ήταν δικός μας ο ήλιος, δε βλέπαμε τίποτε πίσω από τα χρυσά κεντίδια
αργότερα ήρθαν οι μαντατοφόροι λαχανιασμένοι βρώμικοι
τραυλίζοντας συλλαβές ακατανόητες...»

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΗΛΙΟΣ
Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ

Η σαρωτική αυτή δύναμη της απελπισίας και της απόγνωσης, ο πόνος της απώλειας, η σκηνή από τα απομεινάρια μιας μάχης που έχει πάντα χαμένους, φέρουν πάντα τα ίδια χαρακτηριστικά έντασης στην ψυχή και το μυαλό του ανθρώπου, ανεξαρτήτως ιστορικής εποχής και χρονικής συγκυρίας. Είναι η αφοπλιστική ισχύς του «εγκλήματος που δεν ξεχνιέται», της «σφαγής», που συγκλονίζει. Τον αποτροπιασμό για το αδικοχυμένο αίμα άοπλων διαδηλωτών -ανάμεσά τους ήταν γυναίκες και παιδιά- στις 17 Οκτωβρίου του 1961 στο Παρίσι, επιχειρεί και κατορθώνει να ξυπνήσει στο σύγχρονο -ιδίως στον ανυποψίαστο για τα γεγονότα- αναγνώστη ο Ντιντιέ Ντενένξ με το βιβλίο του «Έγκλημα και Μνήμη» (Εκδόσεις Πόλις). Μετά από 22 ολόκληρα χρόνια (1983), από τη «σφαγή» στη γαλλική πρωτεύουσα Αλγερινών που διαδήλωναν υπέρ της ανεξαρτησίας του τόπου καταγωγής τους, ο γάλλος δημοσιογράφος και συγγραφέας έριξε φως στις πληγές που δεν είχαν κλείσει, στο αίμα που ζεστό περίμενε δικαίωση, τουλάχιστον από την ιστορική αλήθεια. «Αγγελιοφόρος» των μηνυμάτων του στην ελληνική αναγνωστική πραγματικότητα (20 χρόνια μετά από την πρώτη γαλλική έκδοση) γίνεται ο Ριχάρδος Σωμερίτης ο οποίος μετέφρασε το έργο -στο πρωτότυπο «un massacre α Paris»- και με έναν ιδιαίτερα διαφωτιστικό και περιεκτικό πρόλογο βάζει τον αναγνώστη στην απαραίτητα «σκοτεινή» ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος. Άλλωστε έχει κι εκείνος το δικό του μερίδιο -όσο μικρό κι αν το περιγράφει ο ίδιος- πραγματικής παρουσίας στα γεγονότα που περιγράφονται στο βιβλίο. Βρέθηκε κι εκείνος εκεί τότε. Τα παιχνίδια της ζωής και του χρόνου...Ένα ακόμη στοιχείο που προσθέτει στην ασπρόμαυρη αχλύ που περιβάλλει την αστυνομική ιστορία και στρέφει πιο έντονα την προσοχή του αναγνώστη στο «κρυμμένο τραύμα» της δράσης.
Το απόλυτο κόκκινο του αίματος και της μνήμης που επανέρχεται, μέσα από τις ανταύγειες του λευκού άγραφου (;) πίνακα της λήθης που επιβάλλεται από την εξουσία και του μαύρου χρώματος της ενθύμησης που η ίδια η ιστορική πραγματικότητα δεν αφήνει να σβήσει, ακόμη κι αν «επιστρατεύει» για τις επιδιώξεις της τη λογοτεχνία για να αναδείξει την αλήθεια. Όπως μας επιβεβαίωσε χαρακτηριστικά και ο κ. Ριχάρδος Σωμερίτης, μιλώντας για τη μεταφραστική του αυτή εμπειρία, «ο Ντιντιέ Ντενένξ έχει μια όμορφη και αποτελεσματική γραφή» για να συνεχίσει με μια -απολογητική σχεδόν- τόσο όμορφη και σπάνια ευγένεια, «εγώ προσπάθησα να μην προδώσω το λόγο του Ντενένξ, ήθελα να τον φέρω κοντά στον έλληνα αναγνώστη, γι’ αυτό έγραψα στην ελληνική γλώσσα και όχι σε μεταφρασμένα γαλλικά». Ο ίδιος απενεχοποιεί -κατά κάποιον τρόπο- πλήρως και τον αναγνώστη από τους όποιους πιθανούς ελιτίστικους δισταγμούς του να ασχοληθεί με μια αστυνομική ιστορία. Ο κ. Σωμερίτης δεν θεωρεί αυτού του είδους τη λογοτεχνία -αν και δεν κατατάσσει τα έργα με βάση τη θεματογραφία τους και μόνο- δευτερεύουσα.
Στην προκειμένη περίπτωση το ίδιο το κείμενο του γάλλου συγγραφέα δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για να μείνει κανείς μόνο στην αστυνομική δράση ή την πλοκή της υπόθεσης. Ο έλληνας μεταφραστής του σπεύδει να τονίσει ότι το «Έγκλημα και μνήμη» όχι μόνο παρουσιάζει ενδιαφέρον σαν μυθιστόρημα αλλά το καλό είναι ότι ο αναγνώστης μπορεί και να προβληματιστεί, διαβάζοντάς το. Και αυτό είναι το μόνο βέβαιο. Η σαγηνευτική ατμόσφαιρα του νουάρ μυθιστορήματος είναι μιας μορφής λογοτεχνικό «ντεκόρ», το ευχάριστο κλίμα που προδιαθέτει τον αναγνώστη, ώστε να μάθει την ουσία της ιστορικής αλήθειας με τρόπο όχι «εύπεπτο», όπως υποστηρίζουν κάποιοι, αλλά με μια αμεσότητα που λειτουργεί απευθείας στο θυμικό του ανθρώπου και κινητοποιεί ακαριαία της ευαισθησίες του.
«...Νωρίς το πρωί, χιλιάδες πεταμένα στο δρόμο παπούτσια, σπασμένα αντικείμενα και σκουπίδια κάθε λογής ήταν οι μόνες ενδείξεις για τις βίαιες συγκρούσεις που είχαν προηγηθεί. Βασίλευε επιτέλους η σιγή. Ένα σωστικό συνεργείο της Νομαρχίας αναζητούσε τραυματίες και νεκρούς. Χωρίς περιττές κινήσεις ή συνειδησιακά προβλήματα στοίβαζαν αδιακρίτως τα κορμιά το ένα πάνω στο άλλο.
-Εδώ ελάτε, έχουμε το δέκατο πέμπτο κουφάρι. Δεν είναι και πολύ ωραίο, έφαγε μια σφαίρα στο κεφάλι. Ε, λοιπόν; Θα ‘ρθετε επιτέλους να με βοηθήσετε;
Αναποδογύρισαν το πτώμα.
-Γαμώτο, δεν είναι αράπης! Γάλλος μοιάζει.
Ο υπεύθυνος του συνεργείου φάνηκε να μην ξέρει τι πρέπει να κάνει. Αποφάσισε να μην πάρει καμιά ευθύνη και ειδοποίησε τον προϊστάμενό του...Κατά το μεσημέρι η Γενική Διεύθυνση της Αστυνομίας έδωσε στη δημοσιότητα ένα επίσημο ανακοινωθέν. Έκανε λόγο για τρεις νεκρούς -εκ των οποίων ένας Ευρωπαίος-, εξήντα τέσσερις τραυματίες και έντεκα χιλιάδες πεντακόσιες τριάντα οχτώ συλλήψεις.»
Πώς να σταθεί μετά κανείς μόνο στα χαρακτηριστικά του αστυνομικού μυθιστορήματος και να απολαύσει μόνο τις αρετές του; Όταν τα γεγονότα σε προκαλούν να σκεφτείς για το φυλετικό μίσος και το πού μπορεί να οδηγήσει η έξαρσή του. Όταν έστω και από τη θέση του αναγνώστη αναγκάζεσαι να έρθεις αντιμέτωπος με τη βαρβαρότητα σε όλη της την τραγική έκταση. Ο Ντενένξ δίνει την εικόνα της φρίκης αλλά και της ματαιότητας των συγκρούσεων, σχεδόν με ένα χειρουργικό τρόπο σε όλο το μυθιστόρημα, αφήνοντας συνεχώς παράθυρα ανοιχτά στον αναγνώστη να διαπιστώσει μόνος του την ωμή βία, να δει τις πληγές και το αίμα που τρέχει, ενώ οι ανατροπές στη δράση και οι εναλλαγές των εικόνων φέρνουν πιο γρήγορα στο νου φράσεις, όπως «ατομική συνείδηση», «κοινωνική πραγματικότητα».

«Η σύγχυση της Δημοκρατίας και της Αυτοκρατορίας είναι η κινητήριος δύναμη του ρατσισμού»

(Η συνέντευξη έχει δημοσιευτεί παλιότερα στη Φιλολογική Βραδυνή)



Στα 34 του χρόνια τόλμησε κι έγραψε ένα βιβλίο για ένα θέμα-ταμπού για τη γαλλική κοινωνία που αναπαυόταν στη «μακαριότητα» της λήθης η οποία της επιβάλλονταν «άνωθεν». Στα 54 του τώρα πια, απολαμβάνει το κύρος και την αναγνώριση που του δίνει η υιοθέτηση του ίδιου μυθιστορήματος ως διδακτέας ύλης στα γυμνάσια της χώρας του και η μετάφρασή του σε 25 χώρες σε όλον τον κόσμο, μέχρι στιγμής. Ο Ντιντιέ Ντενένξ, μια συγγραφική φιγούρα που προβάλλει μεν από τα ράφια της αστυνομικής λογοτεχνίας, αλλά στόχο έχει την αφύπνιση της ατομικής ευθύνης και της κοινωνικής συνείδησης. Επιλέγει να «γράψει αντίθετα», γιατί όπως λέει ο ίδιος «όταν ξεχνάς το παρελθόν, καταδικάζεσαι να το ξαναζήσεις».
Το σημαντικό είναι ότι τα ιδεολογήματά του εναρμονίζονται πλήρως με την πλοκή και την ατμόσφαιρα του έργου του. Δεν κάνει «διδαχές» και «κηρύγματα» ούτε παραληρεί με κοινωνικο-πολιτικά λογύδρια. Στη γάργαρη ρύμη του λόγου του έρχεται μόνη της η δύναμη της αλήθειας και της πραγματικότητας να σπείρει κι άλλα «δαιμόνια» στη σκέψη του αναγνώστη, εκτός από το αστυνομικό. «...Όσα σας λέω, επισήμως δεν έγιναν ποτέ. Καμιά απόδειξη δεν υπάρχει. Ακόμα και για τα σαράντα οκτώ πτώματα : το Ινστιτούτο βρήκε τρόπο να αιτιολογήσει τον κάθε νεκρό με ένα σοβαρό και πειστικό λόγο θανάτου. Όλα τα στοιχεία διπλοκλειδώθηκαν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Καλό για τους πάντες είναι να μείνουν εκεί! Μην τα ανασύρετε στο φως. Θα αντιδράσουν όπως ο Δράκουλας : θα ζωντανέψουν πίνοντας το αίμα σας...»
Με μαεστρία ο Ντενένξ βάζει τους ίδιους τους ήρωες του βιβλίου του «Έγκλημα και μνήμη» να ομολογήσουν τα πραγματικά γεγονότα, ακόμη κι αν ο πιο πιστός του «υπηρέτης» στην εξέλιξη της υπόθεσης του έργου αναδεικνύεται η μυθοπλασία. Πολύτιμο εργαλείο στην προκειμένη περίπτωση -τι ειρωνεία- γίνεται η αστυνομική ανάκριση : «... -Αστυνομικοί νεκροί υπήρξαν;
-Όχι, ούτε ένας. Ούτε και τραυματίες. Μερικοί μπάτσοι μού ζήτησαν όμως να τους φωτογραφίσω ποζάροντας σαν κυνηγοί, με το πόδι πάνω στο κορμί κάποιου Αλγερινού... Και τώρα που το ξανασκέφτομαι, αυτό με είχε πραγματικά εκπλήξει. Οι διαδηλωτές ήταν άοπλοι. Ποτέ τους δεν αποπειράθηκαν κάποια αντεπίθεση. Μόνο να κρυφτούν κάπου ήθελαν, σε κάποια είσοδο σπιτιού να ξεφύγουν. Αυτά που έβλεπα ήταν σε πλήρη αντίθεση με τις όσες πληροφορίες μετέδιδε το συντονιστικό κέντρο...». Να, που 42 χρόνια πριν, τα γεγονότα δεν μιλούσαν από μόνα τους. Τα στόματα έκλειναν και έθαβαν την αλήθεια. Χρειάστηκε η λογοτεχνική σκαπάνη -απάντηση για μερικούς σημερινούς «τεχνοκράτες» που αναρωτιούνται για τη ...χρησιμότητα της λογοτεχνίας σήμερα- να τα ανακαλύψει και να τα γνωστοποιήσει. Να τα περάσει στις σελίδες της ιστορίας με τα μελανά χρώματα των νουάρ μυθιστορημάτων, βρίσκοντας το δολοφόνο και το όπλο και ξαναγυρνώντας, βέβαια, στον τόπο και το χρόνο του εγκλήματος.


Κύριε Ντενένξ, σε τι ακριβώς συνίσταται η δική σας προσωπική εμπειρία, όσον αφορά τα γεγονότα της 17ης Οκτωβρίου του 1961;

Ήμουν 12 χρονών την εποχή αυτής της σφαγής των φιλειρηνικών αλγερινών διαδηλωτών στους δρόμους του Παρισιού. Μερικούς μήνες αργότερα, το Φεβρουάριο του 1962, η αστυνομία κατέστειλε μια άλλη φιλειρηνική διαδήλωση και 10 Γάλλοι σκοτώθηκαν. Ανάμεσά τους ήταν μία φίλη της μητέρας μου, η Suzanne Martorell. Ο γιος της ήταν συμμαθητής μου, στο γυμνάσιο. Ήταν η πρώτη μου «επαφή» με το θάνατο. Αυτό άλλαξε για πάντα την αντίληψη που έχω για την τάξη, την αστυνομία. Έμαθα πολύ νωρίς ότι ο αρχηγός της αστυνομίας μπορούσε να είναι ο δολοφόνος.

Ποιο ήταν το κίνητρο για σας να προχωρήσετε και να γράψετε το βιβλίο για τη «σφαγή στο Παρίσι»;

Το βιβλίο ονομάζεται «Μeurtres pour mιmoire»(«Φόνοι προς ενθύμηση») και μοιάζει λίγο με μανιφέστο : το Κράτος μηχανεύτηκε να σβηστεί αυτό το επεισόδιο από τη μνήμη, είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που θα βγάλει από την οργανωμένη λήθη τους θανάτους που προκλήθηκαν από την αστυνομία. Στην αρχή, ήθελα να γράψω για το θλιβερό επεισόδιο του θανάτου της γειτόνισσάς μου, μα έπειτα κάνοντας έρευνες, συναντώντας μάρτυρες, συνειδητοποίησα το υπερβολικό μέγεθος αυτών που διεξήχθησαν στις 17 Οκτωβρίου του 1961. Το βασικό μου κίνητρο ήταν, γράφοντας αυτό το βιβλίο, να πω ότι δεν ήμουν συνένοχος στη σιωπή : μια κραυγή στην έρημο.


Τι είδους δυσκολίες αντιμετωπίσατε στη συλλογή των στοιχείων που αφορούν τα πραγματικά γεγονότα; Η ιδιότητά σας ως δημοσιογράφου σας βοήθησε καθόλου;

Δεν ήμουν παρά ένα μικρός δημοσιογράφος των προαστίων για τρία χρόνια και δεν κατείχα τις τεχνικές έρευνας. Το πραγματικό μου επάγγελμα ήταν εργάτης σε τυπογραφείο. Σκαρφίστηκα τη διαδικασία προσέγγισης : ανάγνωση παλιών εφημερίδων στη βιβλιοθήκη, συναντήσει με μάρτυρες. Ο γαμπρός μου, Αλγερινός που είχε εστιατόριο στο Aubervilliers, με βοήθησε. Από αυτόν κατάφερα να πάρω αρκετές πληροφορίες. Η Εθνική Βιβλιοθήκη είναι θησαυρός : ό,τι εκδίδεται, ακόμα και λαθραία, είναι αρχειοθετημένο σε καρτέλες. Όταν καταλαβαίνει κανείς τον τρόπο λειτουργίας του συνόλου των φακέλων, μπορεί να κάνει απίστευτες ανακαλύψεις.

Ποια ήταν η ανταπόκριση του κοινού, όταν εκδόθηκε για πρώτη φορά στη χώρα σας το βιβλίο; Υπήρξαν έντονες αντιδράσεις; Από ποιους και γιατί;

Μάλλον η σιωπή ήταν έντονη. Δεν δημοσιεύτηκαν άρθρα στον Τύπο, αλλά γινόταν γνωστό από τον ένα στον άλλο. Το βιβλίο είχε μια υπόγεια ζωή. Επειδή είχε εκδοθεί σε μία «αστυνομική» συλλογή, τη Μαύρη Σειρά του Gallimard, το κοινό αδιαφορούσε. Το περιβάλλον του μαύρου γαλλικού μυθιστορήματος ήταν καθοριστικό, δίνοντας στο βιβλίο το Μεγάλο Βραβείο της Αστυνομικής Λογοτεχνίας. Έπειτα το τηλεοπτικό κανάλι TF1, το οποίο δεν είχε ακόμα ιδιωτικοποιηθεί, έφτιαξε μια τηλεταινία την οποία παρακολούθησαν 9 εκατομμύρια άνθρωποι. Για την ιστορία, η εφημερίδα Le Monde Diplomatique αντιλήφθηκε την ύπαρξη του βιβλίου μου οκτώ χρόνια μετά την έκδοσή του, το 1991, με ένα τεκμηριωμένο άρθρο ενός ιστορικού, του Philippe Videlier, που παρατήρησε ότι ένα κρυμμένο ιστορικό γεγονός, γεγονός εξαιρετικό, επανήλθε στη συνείδηση μιας χώρας χάρη σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα!

42 χρόνια αργότερα από τα θλιβερά γεγονότα, πώς βλέπετε τον κόσμο γύρω σας; Ο ρατσισμός προς τους αλλοδαπούς παραμένει σοβαρό πρόβλημα για τη γαλλική κοινωνία ακόμη και σήμερα;

Η 17η Οκτωβρίου του 1961 έχει μια ουσιώδη συμβολική σημασία: για πρώτη φορά στην ιστορία των σύγχρονων αποικισμών, ένα λαός ορθώνεται στην καρδιά της Αυτοκρατορίας για να την αμφισβητήσει. Οι Αλγερινοί είχαν αποφασίσει να διαδηλώσουν στην Place de l’ Etoile, στα Ηλύσια Πεδία. Ήταν ανυπόφορο για τη γαλλική κυβέρνηση το γεγονός ότι θα γινόταν μια διαδήλωση εργατών των «τενεκεδουπόλεων». Αυτή ιστορία είχε τελειώσει. Η 17η Οκτωβρίου είναι για μένα το τέλος του αποικισμού που ξεκίνησε το 1830.
Η γαλλική κοινωνία δεν χώνεψε ποτέ την «απώλεια της μεγαλοπρέπειας» και το γεγονός ότι ηττήθηκε από τους Βιετναμέζους, τους Αλγερινούς. Το σχολείο της Δημοκρατίας μας διέπλασε με το δοξασμό της «εκπολιτιστικής αποστολής της Γαλλίας» και χρειάζεται προσπάθεια έντονης σκέψης για να κατηγορήσουμε τα σχηματοποιημένα στερεότυπα. Αυτή η σύγχυση της Δημοκρατίας και της Αυτοκρατορίας είναι η κινητήριος δύναμη του ρατσισμού. Υποδουλώναμε στο όνομα της Ελευθερίας, απαγορεύαμε στο όνομα της Ισότητας, κατασφάζαμε στο όνομα της Αδελφοσύνης.


Πώς σας φαίνεται που είκοσι χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση το βιβλίο κυκλοφορεί στην Ελλάδα;

Αυτό το βιβλίο δεν σταματά να κάνει το γύρο του κόσμου : τα ελληνικά είναι η 25η γλώσσα στην οποία κυκλοφορεί. Σύντομα θα είναι διαθέσιμο και στα τουρκικά. Κάθε χώρα το προσαρμόζει με τον τρόπο της, με βάση της δική της ιστορία. Στην Ιαπωνία είναι σχεδόν αδύνατο να αμφισβητήσεις τον Αυτοκράτορα Χίρο Χίτο, να δείξεις τις ευθύνες του ως αρχηγού του ναζιστικού πολέμου.
Το βιβλίο μου υποδεικνύει χωρίς περιστροφές τους υπεύθυνους γάλλους πολιτικούς, σε μια παρόμοια ιστορία. Οι Ιάπωνες το διαβάζουν λοιπόν σκεπτόμενοι έντονα τη δική τους κατάσταση, χωρίς να αθετείται το ταμπού του ονόματος του Αυτοκράτορα.


Ως ο συγγραφέας του μυθιστορήματος ποιος χαρακτήρας των ηρώων πιστεύετε ότι βρίσκετε πιο κοντά σας; Ίσως ο επιθεωρητής;

Ο επιθεωρητής Cadin είναι μια προσωπικότητα «ανάρμοστη». Είναι αστυνομικός και καθήκον του είναι να διαφυλάττει τα όρια του Νόμου. Να κάνει την επιλογή ανάμεσα στα «εκτός νόμου» και στα «εντός του νόμιμου πλαισίου». Το πρόβλημα είναι ότι αντιλαμβάνεται αρκετά γρήγορα ότι ο Νόμος δεν βρίσκεται πάντα στο ύψος των περιστάσεων, ότι καθυστερεί στην εφαρμογή του και στη συνείδηση των ανθρώπων, γεγονός που του απαγορεύει να καταδικάσει άτομα, όταν η κοινωνία είναι αυτή που σφάλλει. Από αυτή την άποψη νιώθω κοντά στον επιθεωρητή Cadin.

Στη ελληνική γλώσσα ο τίτλος του βιβλίου είναι «Έγκλημα και μνήμη». Μπορείτε να μας αναλύσετε τη σπουδαιότητα της μνήμης στην εξέλιξη της ανθρωπότητας;

Από τότε που ο Άνθρωπος απέκτησε την κυριότητα του παρόντος, του μέλλοντος και του παρελθόντος, εφευρίσκοντας όπλα ολοκληρωτικής καταστροφής, ο αγώνας για τη μνήμη έγινε καθημερινό στοίχημα. Δεν μπορούμε πια να σκεφτόμαστε τον κόσμο αγνοώντας ότι έχουμε την ικανότητα να διαγράψουμε το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Ο 20ος αιώνας ήταν αυτός όλων των εξαλείψεων και η 17η Οκτωβρίου στο Παρίσι είναι ένα μηδαμινό παράδειγμα. Κατά το θρίαμβο των Ναζί, το 1940 ο εξόριστος γερμανός φιλόσοφος Walter Benjamin έγραψε : «Οι νεκροί δεν θα είναι ασφαλείς από τον εχθρό εάν θριαμβεύσει». Καλούσε να πάρουμε ανάποδα την ιστορία, να εκφράσουμε πόσο το παρόν μας σφύζει από Ιστορία και να κάνουμε αυτόν τον ανθρώπινο κρίκο ένα χώρο αντίστασης. Ξέρουμε ότι αυτοκτόνησε μερικές εβδομάδες αργότερα.

Ποια είναι η άποψή σας για τον αμερικανικό «πόλεμο ενάντια στην παγκόσμια τρομοκρατία»;

Ειλικρινά πιστεύω ότι αν οι πλούσιες χώρες του κόσμου είχαν κηρύξει τον πόλεμο στη μιζέρια, πριν πολλές δεκαετίες, η επείγουσα ανάγκη να κηρυχθεί ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» θα ήταν σήμερα λιγότερο επιτακτική.

Πείτε μας λίγα λόγια για σας. Τι θα θέλατε να ξέρουν οι αναγνώστες σας για τον Ντιντιέ Ντενένξ;

Ένας βέλγος ερευνητής, ο Koenraad Geldof, έγραψε αυτές τις φράσεις : «Η βία, για τον Daeninckx, δεν είναι υπόθεση μικρών περιθωριακών ή γκανγκστερισμών, είναι πολύ συχνά θεσμικής φύσης : ο πόλεμος, η γενοκτονία, η αποβιομηχανοποίηση, η κοινωνική ανισότητα, πολιτική, πολιτιστική, οι πολιτικοί φόνοι (...)Οι διηγήσεις του, αστυνομικά μυθιστορήματα και αφηγήσεις ανάμικτες, είναι γεμάτες από καθημερινούς ανθρώπους οι οποίοι μάχονται κατά του ψέματος και της αδικίας και υπακούουν σταθερά σε μία μόνο και μάλιστα κατηγορηματική επιταγή: γράφουμε αντίθετα». Περισσότερες πληροφορίες, όποιος θέλει, μπορεί να βρει στην ηλεκτρονική διεύθυνση : http://www.editions-verdier.fr

Ποιες είναι οι μεγαλύτερες λογοτεχνικές επιδράσεις που έχετε δεχθεί; Μπορείτε να τις εντοπίσετε;

Υπάρχουν εκατοντάδες μυθιστοριογράφοι, ποιητές, σχεδιαστές κινουμένων σχεδίων, στιχουργοί, σεναριογράφοι, θεατρικοί συγγραφείς, γραφίστες, ζωγράφοι, γλύπτες. Δεν δίνω προτεραιότητα, στην πράξη της δημιουργίας, αυστηρά στη λογοτεχνική επιρροή. Αν υπήρχε ένας θα ήταν αναμφίβολα ο Τζακ Λόντον, για την αλήθεια του συγγραφέα, όπως και του έργου του, για τη γενναιοδωρία του, για τη στράτευσή του στην προοδευτική λογοτεχνία, την τρέλα των ονείρων του.


Ποιος είναι ο Ντιντιέ Ντενένξ
Γεννήθηκε το 1949 στο Σαιν Ντενί. Εργάσθηκε ως τυπογράφος, κοινωνικός λειτουργός και δημοσιογράφος. Θεωρείται από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του neo-polar, του γαλλικού νουάρ πολιτικού και κοινωνικού μυθιστορήματος. Υπήρξε από τους πρώτους γάλλους διανοούμενους (με τα βιβλία του : Le Goϋt de la veritι, Rιponse ΰ Gilles Perrault και Vladimir Jirinovski, le Russe qui fait trembler le monde) που κατήγγειλαν τη «φαιοκόκκινη συμμαχία», την επικίνδυνη σύμπραξη εξτρεμιστών της άκρας δεξιάς και της άκρας αριστεράς που τους ενώνει το μίσος τους για το δημοκρατικό πολίτευμα και ο αντισημιτισμός. Το «Έγκλημα και μνήμη» τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο αστυνομικής λογοτεχνίας, ενώ το μυθιστόρημά του Play Back απέσπασε το βραβείο Mystθre της κριτικής. Άλλα βιβλία του ιδίου είναι :
Mort au premier tour
Le Gιant inachevι
Le Bourreau et son double
Le Facteur fatal
La Mort n’ oublie personne
Les Figurants
Le Der des Ders
Lumiθre noire
Nazis dans le mιtro
Mιtropolice
Zapping
Cannibale
Raconteur d’ histoires